Πάουλ φον Χίντενμπουργκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πάουλ φον Χίντενμπουργκ

Ο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ (γερμ. Paul Ludwig Hans Anton von Beneckendorff und von Hindenburg, * 2 Οκτωβρίου 1847 στο σημερινό Πόζναν, Πολωνία ; † 2 Αυγούστου 1934 στο σημερινό Ogrodzieniec), ήταν γερμανός στρατάρχης και πολιτικός. Ήταν ο δεύτερος πρόεδρος του Γερμανικού Ράιχ κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σαν γιος Πρώσου αξιωματικού, αποφάσισε να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία. Εισήλθε στην Στρατιωτική Σχολή του Βάλστατ (Wahlstatt, σημερινό Legnickie της Πολωνίας) το 1859 και αποφοίτησε το 1866. Κατά τη δεκαετία του 1860 ήταν, επί ένα διάστημα, υπηρέτης της χήρας του Βασιλιά της Πρωσίας, Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄. Το 1866 πολέμησε σαν υπολοχαγός στον γερμανικό πόλεμο, αργότερα στον γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870/71. Ως απεσταλμένος του συντάγματος της φρουράς του, ήταν μάρτυρας της ανακήρυξης του Γερμανικού Ράιχ στο παλάτι των κατειλημμένων Βερσαλλιών στο Παρίσι, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1871. Το 1888 ήταν ένας από του ανώτερους αξιωματικούς που συνόδευσαν το πτώμα του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Α΄. Κατά τη δεκαετία του 1890 εργάστηκε, μεταξύ άλλων, και στο πρωσικό υπουργείο πολέμου. Το 1903 έγινε στρατηγός και το 1911, σε ηλικία 64 ετών, παραιτήθηκε από την ενεργό υπηρεσία. Όταν, το 1912, βολιδοσκοπήθηκε από τον Γουλιέλμο Β΄, δέχτηκε να αναλάβει την διοίκηση τάγματος σε περίπτωση πολέμου.

Η άνοδος του Χίντενμπουργκ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι στρατιωτικοί ηγέτες Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφ

Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ανέλαβε την αρχηγία της 8ης στρατιάς στο ανατολικό μέτωπο. Αφού περί τα τέλη του 1914 νίκησε της ρωσικές δυνάμεις στην μάχη του Τάννενμπεργκ, έγινε διάσημος και έλαβε το αξίωμα του Στρατάρχη. Από τότε ήταν για τον γερμανικό λαό ο θρυλικός «νικητής του Τάννενμπεργκ» («Sieger von Tannenberg»). Τον Αύγουστο του 1916 ανέλαβε μαζί με τον Έριχ Λούντεντορφ την αρχηγία των γερμανικών δυνάμεων.

Το 1918 προσπάθησε να σώσει το μοναρχικό καθεστώς του Γερμανικό Ράιχ, συνιστώντας στον Γουλιέλμο Β΄ να εγκαταλείψει τη χώρα. Συνεργάστηκε με τη νέα κυβέρνηση, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να καταπολεμήσει τις ανησυχίες που υπήρχαν στον γερμανικό πληθυσμό. Όταν υπογράφηκε η συνθήκη των Βερσαλλιών, τον Ιούλιο του 1919, ο Χίντενμπουργκ παραιτήθηκε. Μπροστά στην Επιτροπή Έρευνας της Εθνικής Συνέλευσης διέδωσε την λεγόμενη Dolchstosslegende (Dolchstoss = μαχαιριά, Legende = θρύλος), βάσει της οποίας ο γερμανικός στρατός δεν νικήθηκε, αλλά απλά δέχθηκε «μαχαιριά στην πλάτη» από τους επαναστάτες του Νοεμβρίου μέσω της ανακωχής, την οποία συμφώνησαν με τον εχθρό.

Η Προεδρία του Χίντενμπουργκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δεξιά κόμματα επέμεναν να θέσει υποψηφιότητα ο κομματικά ανεξάρτητος Χίντενμπουργκ στις προεδρικές εκλογές του Ράιχ. Τον Απρίλιο του 1925 ψηφίζεται και στις 12 Μαΐου ορκίζεται, σε ηλικία 77 ετών, Πρόεδρος του Γερμανικού Ράιχ και διαδέχεται τον Φρίντριχ Έμπερτ. Παρόλο που ήταν μοναρχικός και, συνεπώς, έβλεπε την Δημοκρατία της Βαϊμάρης με σκεπτικισμό, προσπαθούσε να εκπληρώσει τα καθήκοντά του πάντα με βάση το Σύνταγμα.

Δραστηριότητα κατά του Ράιχσταγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν υπέγραψε το «Σχέδιο Γιανγκ» (Young-Plan), το οποίο οι ακροδεξιοί θεωρούσαν υποδούλωση του γερμανικού λαού για πολλές δεκαετίες, οι πολιτικοί του σύμμαχοι άρχισαν να τον εγκαταλείπουν. Για τον λόγο αυτό ο Χίντενμπουργκ αποφάσισε να αντικαταστήσει την μέχρι τότε κυβέρνηση, τον μεγάλο συνασπισμό του Καγκελάριου Χέρμαν Μύλερ (SPD), με αντιμαρξιστική και αντικοινοβουλευτική κυβέρνηση. Συνεπώς, με (νόμιμο) αναγκαστικό διάταγμα, διόρισε τον συντηρητικό Χάινριχ Μπρύνιγκ (Zentrum) νέο Καγκελάριο μιας κυβέρνησης μειοψηφίας, δίχως προηγούμενη συζήτηση και έγκριση του κοινοβουλίου. Έτσι, άρχισε στην Γερμανία μια εποχή, κατά την οποία ο Καγκελάριος κυβερνούσε με βάση την εμπιστοσύνη του Προέδρου και όχι πλέον του κοινοβουλίου. Παρόλα αυτά ο Χίντενμπουργκ δεν πέτυχε στην πλήρη απενεργοποίηση του Ράιχσταγκ, επειδή το κοινοβούλιο είχε τη δύναμη, βάσει της παράγραφου 48 του Συντάγματος, να καταψηφίσει οποιοδήποτε αναγκαστικό διάταγμα του προέδρου. Όταν συνέβη αυτό, τον Ιούλιο του 1930, ο Χίντενμπουργκ αμέσως μετά διέλυσε τη Βουλή – πράγμα που αποδείχτηκε μοιραίο λάθος, επειδή επρόκειτο για την τελευταία βουλή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης με δημοκρατική πλειοψηφία. Αγανακτισμένοι λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, πολλοί πολίτες έδωσαν την ψήφο τους στις επόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές σε αντιδημοκρατικά κόμματα, μεταξύ αυτών σε ακροδεξιά (κυρίως στο Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα). Το αποτέλεσμα ήταν, δηλαδή, παράδοξο: ο γηραιός Πρόεδρος Χίντενμπουργκ προκάλεσε μια πολιτικά επικίνδυνη κατάσταση, χρησιμοποιώντας τις παραγράφους 25 και 48 του Συντάγματος, οι οποίες, υποτίθεται, προορίζονταν για την αποτροπή πολιτικά επικίνδυνων καταστάσεων για το Ράιχ.

Για να μην προκαλέσουν ξανά διάλυση του Ράιχσταγκ και έτσι την περαιτέρω αύξηση της πολιτικής δύναμης των ακροδεξιών, οι βουλευτές του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος αποφάσισαν στο εξής να στηρίξουν την κυβέρνηση Μπρύνιγκ. Έτσι ο Χίντενμπουργκ απέτυχε και στον στόχο του να ανεξαρτητοποιηθεί η κυβέρνηση από το μισητό SPD. Παρόλα αυτά το 1932 ξαναψηφίστηκε για άλλα επτά χρόνια Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η στήριξη του μοναρχικού Προέδρου μέσω των δημοκρατικών κομμάτων (μεταξύ αυτών και το SPD) οφείλεται στο ότι δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να ψηφιστεί ο Αδόλφος Χίτλερ και το κόμμα του.

Από τον φον Πάπεν στον Χίτλερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις εκλογές συγκεντρώθηκε γύρω του μια καμαρίλα από φίλους και σύμμαχους της πολιτικής δεξιάς. Μεταξύ αυτών ήταν και ο γιος του Όσκαρ φον Χίντενμπουγκ, ο Κουρτ φον Σλάιχερ και ο Φραντς φον Πάπεν. Αυτοί κατάφεραν να πείσουν τον Πρόεδρο Χίντενμπουργκ να αντικαταστήσει τον Μπρύνιγκ με τον φον Πάπεν, ο οποίος θα κυβερνούσε περισσότερο δεξιά. Όταν όμως φάνηκε ότι κάτι παρόμοιο δεν θα πετύχει, σχεδίασαν πραξικόπημα με σκοπό την δημιουργία αυταρχικού καθεστώτος, πράγμα το οποίο όμως επίσης δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή ο φον Σλάιχερ αρνήθηκε να διαθέσει τον στρατό για τον σκοπό αυτό. Ο νέος καγκελάριος (φον Σλάιχερ) προσπάθησε να αποσπάσει τον Γκρέγκορ Στράσερ και οπαδούς του από το NSDAP και τον Χίτλερ, αλλά απέτυχε. Στις 19 Νοεμβρίου 1932 o Πρόεδρος Χίντενμπουργκ έλαβε μήνυμα υπογραμμένο από του ισχυρότερους βιομηχάνους του Ράιχ (Industrielleneingabe), με το οποίο του συνέστησαν να διορίσει καγκελάριο τον Αδόλφο Χίτλερ.

Διορισμός του Χίτλερ και πολιτικό τέλος του Χίντενμπουργκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο 85χρονος πρόεδρος Χίντενμπουργκ κάλεσε τον Χίτλερ να αναλάβει την καγκελαρία. Παρόλο που αντιπαθούσε τον ίδιο τον Χίτλερ, μπήκε όλο και περισσότερο στη σφαίρα της επιρροής των εθνικοσοσιαλιστών. Έτσι, με αφορμή τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, ο Χίντενμπουργκ πείστηκε να συμφωνήσει σε αναγκαστικό διάταγμα, βάσει του οποίου de facto εξουσιοδοτούσε τον Χίτλερ να καταργήσει τα κυριότερα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών. Το αναγκαστικό διάταγμα, όμως, ίσχυε, βάσει του Συντάγματος, μόνο επί περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Το Σύνταγμα, όμως, προέβλεπε, για τις κρίσιμες περιπτώσεις, τον «Εξουσιοδοτικό Νόμο» (Ermächtigungsgesetz). Ο νόμος αυτός παραχωρούσε όλη τη νομοθετική εξουσία στην κυβέρνηση, ανεξάρτητα από τη βουλή και τον πρόεδρο. Για την ενεργοποίηση του νόμου αυτού, ο Χίτλερ χρειαζόταν την υποστήριξη τουλάχιστον των δύο τρίτων της βουλής, την οποία εξασφάλισε με την κατάχρηση της προσωρινής πολιτικής του δύναμης, που του είχε δοθεί μέσω του αναγκαστικού διατάγματος του Χίντενμπουργκ (εξουδετερώνοντας, δηλαδή, σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές βουλευτές). Έτσι, στις 24 Μαρτίου 1933 το Ράιχσταγκ αποφάσισε, με βάση τον εξουσιοδοτικό νόμο, την παραχώρηση όλης της νομοθετικής εξουσίας στη χιτλερική κυβέρνηση. Με την απόφαση αυτή αρχίζει στη Γερμανία η περίοδος της εθνικοσοσιαλιστικής δικτατορίας, η οποία προπαγανδιστικά ονομάζεται από τους εθνικοσοσιαλιστές «Τρίτο Ράιχ».

Περί τα τέλη του Ιανουαρίου του 1933 ο Έριχ Λούντεντορφ, ο οποίος, δέκα χρόνια πριν υποστήριξε τον Χίτλερ στο πραξικόπημά του, έγραψε τα εξής σε επιστολή προς τον Χίντενμπουργκ: "Παραδώσατε την πατρίδα μας σε έναν από τους μεγαλύτερους δημαγωγούς όλων των εποχών. Σας δηλώνω επισήμως ότι ο ολέθριος αυτός άνθρωπος θα ρίξει το Ράιχ σε γκρεμό και θα φέρει τη δυστυχία για το έθνος μας. Μέλλουσες γενιές θα καταραστούν τον τάφο σας για την πράξη αυτή."

Θάνατος και θέση στην Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τέλος ο Χίντενμπουργκ κατέρρευσε σωματικά και πνευματικά. Το βράδυ της παραμονής του θανάτου του περνούσε τον Χίτλερ για τον Κάιζερ και τον αποκαλούσε «Μεγαλειότατο». Με τον θάνατο του Χίντενμπουργκ εξαφανίσθηκε και το τελευταίο εμπόδιο για τον Χίτλερ προκειμένου αυτός να εγκαθιδρύσει την εθνικοσοσιαλιστική δικτατορία.

Η κυβέρνηση Χίτλερ είχε προκηρύξει δημοψήφισμα ήδη από την 1η Αυγούστου (μια μέρα δηλαδή πριν πεθάνει ο Χίντενμπουργκ) για την έγκριση της ενοποίησης του αξιώματος του καγκελαρίου και του προέδρου της δημοκρατίας στο πρόσωπο του «Ηγέτη» («Führer») Χίτλερ. Το δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε στις 19 Αυγούστου 1934. Μια ημέρα πριν, ο γιος του Χίντενμπουργκ, Όσκαρ φον Χίντενμπουργκ, κήρυξε τον Χίτλερ μέσω ραδιοφωνίας μοναδικό νόμιμο διάδοχο του Πάουλ φον Χίντενμπουργκ.

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Paul_von_Hindenburg της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).