Χανς Φρανκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Χανς Φρανκ. Κρακοβία, Πολωνία 1939
Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)

Ο Χανς Μίχαελ Φρανκ (Hans Michael Frank) ήταν Γερμανός δικηγόρος, νομικός εκπρόσωπος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930 και έγινε υψηλόβαθμος αξιωματούχος στο Ναζιστικό κράτος. Με το τέλος του πολέμου συνελήφθη και δικάστηκε στην Δίκη της Νυρεμβέργης για τον ρόλο που έπαιξε ως επικεφαλής Γενικός Κυβερνήτης στο Γενικό Κυβερνείο (Generalgouvernement) στην κατεχόμενη Πολωνία και την συμμετοχή του στο Ολοκαύτωμα. Κρίθηκε ένοχος και εκτελέστηκε την Νυρεμβέργη στις 16 Οκτωβρίου 1946 με απαγχονισμό.

Η καριέρα του ως αξιωματούχου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φρανκ γεννήθηκε στην Καρλσρούη στις 23 Μαϊου του 1900, το μεσαίο παιδί του δικηγόρου Καρλ Φρανκ και της συζύγου του Μαγκνταλένα Μπουχμάιερ (Magdalena Buchmaier). Μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο Καρλ (ο νεότερος) και μικρότερη αδελφή του η Ελίζαμπετ. Κατατάχθηκε στον Γερμανικό Στρατό το 1917, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το 1926 ολοκλήρωσε τις νομικές του σπουδές ύστερα από τις νόμιμες εξετάσεις. Ήδη από το 1919 είχε προσχωρήσει στο Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (πρόδρομο του Εθνικοσοσιαλιστικού) προσχωρώντας σε αυτό με την επανίδρυσή του ως ένα από τα πρώτα του μέλη (1927). Ήδη, όμως, είχε λάβει μέρος στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ, που επονομάστηκε "Beer Hall Putch" (πραξικόπημα της μπιραρίας) τον Νοέμβριο του 1923, αφού είχε ήδη προσχωρήσει στην SA το ίδιο έτος[1]. Το 1925 ο Φρανκ νυμφεύθηκε την 29χρονη Μπριγκίτε Χερμπστ (Brigitte Herbst) στο Μόναχο. Απέκτησαν πέντε παιδιά: Την Ζίγκριντ (13-3-1927, Μόναχο), τον Νόρμαν (3-6-1928, Μόναχο), την Μπριγκίτε (13-2-1935, Μόναχο), τον Μίχαελ (15-2-1937, Μόναχο) και τον Νίκλας (9-3-1939, Μόναχο). Παρόλ' αυτά δεν είχαν ευτυχισμένο γάμο και ο Χανς ζήτησε, το 1942, διαζύγιο, το οποίο η σύζυγός του αρνήθηκε να του παραχωρήσει. Η Μπριγκίτε, από το 1939, αποκαλούσε τον εαυτό της "βασίλισσα της Πολωνίας" και έκανε τα πάντα για να σώσει τον γάμο της με τον Χανς, όχι επειδή τον αγαπούσε, αλλά επειδή ήθελε να παραμείνει η "πρώτη κυρία" στο Γενικό Κυβερνείο που "διοικούσε" την κατακτημένη Πολωνία. Περίφημη παραμένει η δήλωσή της "προτιμώ να μείνω χήρα, παρά να δώσω διαζύγιο σε έναν Υπουργό του Ράιχ!". Ο Χανς της απάντησε "Ώστε, λοιπόν, είσαι ο θανάσιμος εχθρός μου!"[2].

Το 1929 τοποθετήθηκε επικεφαλής της νομικής υπηρεσίας του Κόμματος και επονομάσθηκε "Reichsleiter" από τον Χίτλερ το 1931. Ωστόσο, εναντιώθηκε σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις απονομής "δικαιοσύνης" από το καθεστώς χωρίς να προηγηθεί δίκη, κάτι στο οποίο επέμενε ιδιαίτερα: Στις εκτελέσεις στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου και στις εκτελέσεις των μελών της SA κατά την Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών. Το 1930 εξελέγη μέλος του Ράιχσταγκ και το 1933 ίδρυσε την Ακαδημία της Γερμανικής Νομοθεσίας, της οποίας έγινε Πρόεδρος. Ήταν, επίσης, επικεφαλής της Ένωσης Εθνικοσοσιαλιστών Νομικών, της επονομασθείσης "Rechtswahrerbund". Το 1933 διορίσθηκε Υπουργός Δικαιοσύνης του κρατιδίου της Βαυαρίας, ενώ το 1934 έγινε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και Επιθεωρητής της Δικαιοσύνης της Ναζιστικής Κυβέρνησης. Διατήρησε αυτό το αξίωμα μέχρι το 1942, αν και το 1939 τοποθετήθηκε Γενικός Κυβερνήτης, επικεφαλής του "Γενικού Κυβερνείου", που δημιουργήθηκε στο κατεχόμενο από την Γερμανία και μη προσαρτημένο σε αυτήν Πολωνικό έδαφος, με έδρα την Κρακοβία (Οκτώβριος 1939) [3].

Γενικός Κυβερνήτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Οκτωβρίου 1939 ο Φρανκ τοποθετήθηκε επικεφαλής του Γενικού Κυβερνείου (Generalgouverneur für die besetzten polnischen Gebiete), ενώ του απονεμήθηκε και ο βαθμός του Στρατηγού των SS. Πρώτη του μέριμνα ήταν η καταστροφή της πνευματικής ζωής (και της ανώτερης τάξης) της κατεχόμενης Πολωνίας. Για το σκοπό αυτό οργάνωσε την επιχείρηση ΑΒ (AB Aktion, Außerordentliche Befriedungsaktion), κατά την οποία περίπου 7000 καθηγητές, δάσκαλοι και ιερείς θεωρήθηκαν αναμιγμένοι σε "εγκληματικές ενέργειες" και σφαγιάσθηκαν, ενώ άλλοι 25.000 στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Γερμανία[4].

Το 1942 απαλλάχθηκε από τα καθήκοντα του Υπουργού του Ράιχ, διατήρησε, όμως, το αξίωμα του Γενικού Κυβερνήτη. Η συμπεριφορά του είχε ενοχλήσει τον Χίτλερ, ιδιαίτερα ύστερα από τη διαμάχη εξουσίας με τον Υπουργό Ασφάλειας και επικεφαλής των SS στο Γενικό Κυβερνείο Φρίντριχ Κρύγκερ (Friedrich Kruger), του οποίου, τελικά, πέτυχε την αντικατάσταση από τον Βίλχελμ Κόππε (Wilhelm Koppe).

Επόμενο βήμα του Φρανκ ήταν η εξόντωση των Εβραίων στην περιοχή που έλεγχε. Στη δίκη του, ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι η εξολόθρευση των Εβραίων και η δημιουργία των Στρατοπέδων εξόντωσης ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του Χίμλερ και ο ίδιος αγνοούσε την ύπαρξη τέτοιων στρατοπέδων στην περιοχή του Γενικού Κυβερνείου μέχρι τις αρχές του 1944. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι διαφωνούσε συχνά με τον Χίτλερ και υπέβαλε δεκατέσσερις φορές παραίτηση, αλλά ο Χίτλερ δεν έκανε καμία από αυτές δεκτή. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την περιοχή (και το αξίωμά του, φυσικά) τον Ιανουάριο του 1945, όταν αυτή καταλήφθηκε από τον Ερυθρό Στρατό.

Σύλληψη, δίκη, καταδίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χανς Φρανκ κρατούμενος κατά τη διάρκεια της δίκης.
Η σορός του Φρανκ μετά την εκτέλεση

Ο Φρανκ συνελήφθη από τα αμερικανικά στρατεύματα στην περιοχή της Τέργκενζεε της Βαυαρίας στις 3 Μαΐου 1945. Κατά τη σύλληψή του προσπάθησε να αυτοκτονήσει, πράγμα που επανέλαβε δύο ημέρες αργότερα, κόβοντας τις φλέβες στον αριστερό του βραχίονα. Και οι δύο απόπειρες απέτυχαν. Όπως ήταν φυσικό, ο Φρανκ παραπέμφθηκε για να δικαστεί στη Δίκη της Νυρεμβέργης (1945 - 1946). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας επανέκτησε την ρωμαιοκαθολική του πίστη και με τη θέλησή του παρέδωσε στην κατηγορούσα αρχή σαράντα δύο τόμους ημερολογίων του, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για την στήριξη των εναντίον του κατηγοριών. Ο ίδιος παραδέχθηκε αρκετά στοιχεία των εναντίον του κατηγοριών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η απολογία του θύμιζε περισσότερο εξομολόγηση των αμαρτημάτων του. Μια από τις σημαντικότερες φράσεις του, κατά την απολογία του, ήταν: "Θα περάσουν χίλια χρόνια και οι ενοχές της Γερμανίας δεν θα έχουν εξαλειφθεί". Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να κατηγορήσει τους κατηγόρους του, ιδιαίτερα τη Σοβιετική πλευρά, για τη διάπραξη παρόμοιων φρικαλεοτήτων κατά τη διάρκεια του Πολέμου.

Ο Φρανκ κηρύχθηκε ένοχος για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου και για εγκλήματα εναντίον της Ανθρωπότητας και καταδικάσθηκε σε θάνατο με απαγχονισμό. Στο χρονικό διάστημα από την 1η Οκτωβρίου (οπότε εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση) μέχρι τις 16 Οκτωβρίου 1946, οπότε η απόφαση εκτελέσθηκε, ο Φρανκ συνέγραψε τα απομνημονεύματά του. Η εκτέλεση των καταδικασθέντων περιγράφηκε σε ανταπόκριση του δημοσιογράφου Κίνγκσμπερι Σμιθ (Kingsbury Smith) και αναφέρει σχετικά:

"Στην παρέλαση του θανάτου ακολούθησε ο Χανς Φρανκ (σημ. πριν από αυτόν είχε εκτελεσθεί ο Ερνστ Καλτενμπρούννερ). Ήταν ο μόνος από τους καταδικασμένους που εισήλθε στον χώρο εκτελέσεων χαμογελώντας. Αν και ήταν νευρικός και ξεροκατάπινε συχνά, ο άνθρωπος αυτός, που είχε επανέλθει στην καθολική πίστη, είχε την εμφάνιση ατόμου που, βρίσκοντας τον θάνατο, θα απελευθερωνόταν από τα αμαρτήματα που είχε διαπράξει. Όταν του ζητήθηκε να πει το όνομά του, το είπε ήσυχα και, ως τελευταία του φράση είπε: "Είμαι ευγνώμων για τη μεταχείριση που είχα κατά τη διάρκεια της κράτησής μου και ζητώ από τον Θεό να με δεχθεί με επιείκεια". Έκλεισε τα μάτια του και ξεροκατάπιε καθώς του φόρεσαν τη μαύρη κουκούλα" [5].

Το 1987 ο μικρότερος γιος του, Νίκλας, εξέδωσε το βιβλίο "Der Vater: Eine Abrechnung " (Ο πατέρας: Ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών). Το βιβλίο προκάλεσε διαμάχες στη Γερμανία, λόγω του τρόπου με τον οποίο ο Νίκλας επιτίθεται στον πατέρα του, αποκαλώντας τον "μια γλοιώδη οπή Χιτλερικού φανατισμού" και αμφισβητώντας την μεταμέλεια που επέδειξε κατά τις τελευταίες του στιγμές. Το βιβλίο δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στο περιοδικό "Stern" και μεταφράσθηκε στα αγγλικά το 1991 με τίτλο "In the Shadow of the Reich" (Στη σκιά του Ράιχ)[6].

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ian Kershaw, Hitler, the Germans and the Final Solution, Yale University Press, ISBN 978-0-300-12427-9
  • William Shirer, The Rise and Fall of the 3rd Reich, Touchstone Books (Simon and Schuster), New York, 1981
  • Richard J. Evans, The Coming of the Third Reich, Penguin Press, 2004, p. 179. ISBN 0-14-303469-3