Λειτουργισμός (ψυχολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Λειτουργισμός (ή φονξιοναλισμός) είναι τρόπος ερμηνείας και μέθοδος ανάλυσης σύνθετων κυρίως δομών του επιστητού, με βάση την εξάρτηση, δράση, απόδοση, αποτελεσματικότητα ή τον προορισμό των μερών στα πλαίσια ενός συνόλου. Η επικράτηση του λειτουργισμού ως επιστημολογικού «παραδείγματος» από το 1945 και εξής σήμαινε την υπέρβαση της αντίληψης ότι τα αντικείμενα υπάρχουν αυτά καθεαυτά ως «ουσίες» ή ότι αποτελούν δομημένες ενότητες και κλειστά συστήματα και έδωσε τη δυνατότητα να βρεθούν εναλλακτικές λύσεις για την ανάλυση των χαρακτηριστικών των φαινομένων στις επιστήμες του ανθρώπου (κυρίως στην κοινωνική ανθρωπολογία και την ψυχολογία)που δεν κάλυπταν οι θεωρίες του εξελικτισμού και της διάχυσης. Κατά την ανάπτυξη και εξέλιξή του μέσα από τις εφαρμογές του, ο λειτουργισμός εκφράστηκε υπό μια στενότερη έννοια, ως ερμηνεία της ύπαρξης μιας οντότητας μέσω του ρόλου της στη διατήρηση ενός συνόλου και υπό μια ευρύτερη έννοια, η οποία έχει ως επίκεντρο την έννοια του σκοπού, της τελικότητας ως παράγοντα οργάνωσης και ολοκλήρωσης ενός συνόλου.

Λειτουργισμός στην κοινωνιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λειτουργική προσέγγιση βλέπει την κοινωνία ως σύστημα, ένα σύνολο στοιχείων ή μερών που αλληλεπιδρούν, με λίγο ως πολύ σταθερό τρόπο, σε κάθε δεδομένη χρονική περίοδο. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι όλες οι πλευρές μιας κοινωνίας εξυπηρετούν έναν σκοπό και ότι όλες είναι απαραίτητες για τη μακροπρόθεσμη επιβίωσή της. Η άποψη αυτή επιβλήθηκε με τα έργα των κοινωνιολόγων του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα εκείνων που θεωρούν τις κοινωνίες ως οργανισμούς. Οι φονξιοναλιστές εστιάζουν στα δομικά χαρακτηριστικά και στις λειτουργίες και στις δυσλειτουργίες των θεσμών, ενώ κάνουν επίσης τη διάκριση ανάμεσα σε έκδηλες και λανθάνουσες λειτουργίες[1]. Θεωρούν επίσης ότι τα περισσότερα μέλη της κοινωνίας μοιράζονται κοινές πεποιθήσεις και αξίες. Η προσέγγιση αυτή αντλεί πολλά στοιχεία από τις ιδέες του Αυγούστου Κοντ, του Χέρμπερτ Σπένσερ και του Εμίλ Ντιρκέμ[2]. Ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι είναι απαραίτητο να κατανοηθούν οι «ανάγκες» του κοινωνικού οργανισμού στον οποίο αντιστοιχούν τα κοινωνικά φαινόμενα. Μάλιστα, κάποιοι χρησιμοποίησαν την έννοια της λειτουργίας για να δηλώσουν τις αλληλεξαρτήσεις των μερών ενός συστήματος, την προσαρμοστική πλευρά ενός φαινομένου ή τις ορατές του συνέπειες. Τις δεκαετίες του 1950 και 1960 κυριάρχησε η δομικο-λειτουργική άποψη του Τάλκοτ Πάρσονς ότι η λειτουργία μπορεί να θεωρηθεί ως σύνδεσμος μεταξύ σχετικά σταθερών δομικών κατηγοριών.

Αξιολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λειτουργική προσέγγιση είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για την περιγραφή της κοινωνίας και τον προσδιορισμό των δομικών της στοιχείων και των λειτουργιών των στοιχείων αυτών. Μας δίνει τη «γενική εικόνα» του κοινωνικού βίου και κυρίως το πώς αυτή αποτυπώνεται σε τυποποιημένες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές και θεσμούς. Ωστόσο, η λειτουργική προσέγγιση δεν μας καλύπτει πλήρως όσον αφορά τη δυναμική του κοινωνικού βίου, καθώς δυσκολεύεται να εξηγήσει την ιστορική εξέλιξη και τις διαδικασίες της κοινωνικής αλλαγής. Στον πραγματικό κόσμο, οι κοινωνίες αλλάζουν διαρκώς, όμως ο λειτουργισμός δεν έχει καταφέρει να εξηγήσει επαρκώς την αδιάκοπη ροή των σχέσεων και αλληλεπιδράσεων που αναπτύσσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι. Επιπλέον η λειτουργική προσέγγιση τείνει να υπερτιμά τους παράγοντες της συναίνεσης, της ολοκλήρωσης και της σταθερότητας, αγνοώντας τα στοιχεία της σύγκρουσης, της διαφωνίας και της αστάθειας. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η θεωρία του λειτουργισμού, όσον αφορά την ερμηνεία της αλλαγής, της ιστορικής εξέλιξης και των συγκρούσεων, επέτρεψε στους επικριτές της να την κατηγορήσουν ότι ρέπει προς το συντηρητισμό και τείνει να υποστηρίζει τις υφιστάμενες κοινωνικές διευθετήσεις[3].

Λειτουργισμός στην ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λειτουργισμός ήταν στάση που κυριάρχησε στην Αμερικανική ψυχολογία κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Εκφράστηκε ως αντίδραση στη γερμανική σχολή του δομισμού που κατηύθυνε ο Έντουαρντ Τίτσνερ (Edward Tichener). Ο λειτουργισμός δίνει βαρύτητα και αξία στις ωφελιμιστικές και εφαρμοσμένες πλευρές των ψυχολογικών δραστηριοτήτων, εν αντιθέσει προς την περιγραφή ψυχολογικών δομών και περιεχομένων. Λειτουργισμός, υποστηριζόμενος φιλοσοφικά από τον Αμερικανικό πραγματισμό, μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους βαθμούς σε όλες τις συστηματικές εκφράσεις της ψυχολογίας του 20ού αιώνα στην Αμερική, επειδή όλες οι σχολές συμπεριλαμβανομένων όσων είχαν εισαχθεί από την Ευρώπη, υπόκεινταν σε κριτήρια εφαρμοσιμότητας και χρησιμότητας. Ο λειτουργισμός ξεκίνησε από τον Γουίλιαμ Τζέιμς, τον πατέρα της αμερικανικής ψυχολογίας καθώς ήταν από τους πρώτους που υποστήριξε την άποψη ότι ο σωστός τρόπος μελέτης των ψυχολογικών φαινομένων είναι μέσω της εξέτασης της προσαρμοστικής τους αξίας και της λειτουργικότητάς τους. Ο Τζέιμς δεν προσέφερε μια ολοκληρωμένη ψυχολογική θεωρία, πολλές όμως από τις απόψεις του επηρέασαν τα διάφορα κινήματα ιδεών στη ψυχολογία και έχουν περάσει ακόμα και στις σημερινές απόψεις. Η λειτουργική άποψη έκανε τους ψυχολόγους να ενδιαφερθούν για τις ατομικές διαφορές στη μάθηση και μνημονική ικανότητα, καθώς και σε άλλες διανοητικές λειτουργίες, και έβαλε τις βάσεις για τη μέτρηση της νοημοσύνης[4].

Λειτουργισμός του Σικάγο και του Κολούμπια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δημιουργήθηκαν κέντρα λειτουργικής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Σικάγου και του Κολούμπια. Βέβαια, καμιά ουσιαστική διαφορά δεν διέκρινε τα δυο αυτά κέντρα λειτουργισμού[5]. Συγκεκριμένα, το 1896, ο Τζον Ντιούι εισήγαγε το λειτουργισμό στο πανεπιστήμιο του Σικάγου δημοσιεύοντας το θεμελιακό του άρθρο «Η έννοια του ανακλαστικού τόξου στην ψυχολογία» το οποίο αναφερόταν εναντίον της φιλοσοφίας του ατομισμού και της αντίληψης της αναγωγής σε στοιχειώδεις αρχές και περιλάμβανε τη θεωρία της συμπεριφοράς ερεθίσματος και αντίδρασης. Το έργο του Τζον Ντιούι και των συνεργατών του οι οποίοι προάσπιζαν την ιδέα ότι η Αμερικανική ψυχολογία και η λειτουργική είναι συνώνυμες, ενίσχυσε το κίνημα προοδευτικής εκπαίδευσης, το οποίο προσπάθησε να εφαρμόσει λειτουργικές αρχές στην εκπαίδευση. Ο οργανωτής του λειτουργισμού του Σικάγου Τζέιμς Έιντζελς επιχείρησε να εναρμονίσει τον λειτουργισμό με τη Βρετανική φυσική επιστήμη και τον Δαρβινισμό ορίζοντας ως πυρήνα του την παραδοχή μιας βιολογικής προσέγγισης[6]. Με την καθοδήγησή του, η λειτουργική ψυχολογία στο Σικάγο άνθησε και δημοσιεύτηκαν πλείστα ερευνητικά άρθρα. Από την άλλη και η ψυχολογία στο πανεπιστήμιο του Κολούμπια είχε ως βάση έναν ευρύ λειτουργικό χαρακτήρα με ποικίλες εφαρμογές. Σημαντικοί εκπρόσωποι θεωρούνται ο Τζέιμς Μακ Κην Καττέλ και ο Έντουαρντ Λη Θόρννταϊκ οι οποίοι ασχολήθηκαν κυρίως με τις νοητικές δοκιμασίες και τη μελέτη της ανθρώπινης ικανότητας.

Αντίκτυπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το 1925, η εξέλιξη της λειτουργικής ψυχολογίας είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί καθώς είχε πλέον εκλείψει ως βιώσιμος κλάδος της ψυχολογίας. Αν και ο λειτουργισμός συνέχισε να υφίσταται ως σύστημα, σταδιακά απορροφήθηκε από τον Αμερικανικό συμπεριφορισμό. Είναι γνωστό ότι στις αρχές και στα μέσα του 20ού αιώνα αναφάνηκε ένα παρακλάδι του λειτουργισμού, η συναλλακτική θεωρία της αντίληψης, η κεντρική θέση της οποίας είναι ότι η μάθηση αποτελεί το κλειδί της αντίληψης. Βέβαια, αν και ο λειτουργισμός δεν αποτέλεσε ποτέ μια τυπική ρυθμιστική σχολή, χρησίμευσε ως ιστορικός σύνδεσμος στη φιλοσοφική εξέλιξη, συνενώνοντας το ενδιαφέρον του δομισμού για τη λεπτομερή ανάλυση του νου με τη μελέτη των λειτουργιών του και αργότερα με την ανάπτυξη της θεωρίας της συμπεριφοράς.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στέλλα Βοσνιάδου, Εισαγωγή στην Ψυχολογία Τόμος Α’(Βιολογικές, Αναπτυξιακές και Συμπεριφορικές Προσεγγίσεις – Γνωστική Ανάπτυξη), Εκδόσεις Gutenberg, 2001.
  • Εγκυκλοπαίδεια Larousse Britannica, Τόμος 38, Εκδόσεις Πάπυρος.
  • James F. Brennan, Ψυχολογία, Ιστορία & Συστήματα, Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, 2009.
  • Michael Hughes – Carolyn J. Kroehler, Κοινωνιολογία, οι βασικές έννοιες, Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, 2007.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hughes, Krohler, σελ.114
  2. Hughes, Krohler, σελ. 81
  3. Hughes, Krohler, σελ. 83-84
  4. Βοσνιάδου, σελ.26-27
  5. Βοσνιάδου, σελ.26-27
  6. Brennan, σελ. 328-329