Χέρμαν Γκαίρινγκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Χέρμαν Γκαίρινγκ σε χαρακτηριστική πόζα, πριν από το 1940.

Ο Χέρμαν Βίλχελμ Γκαίρινγκ (γερμ. Hermann Wilhelm Göring) (* 12 Ιανουαρίου 1893 στο Ρόζενχαϊμ της Γερμανίας, † 15 Οκτωβρίου 1946 στη Νυρεμβέργη, αυτοκτόνησε) ήταν από τους γνωστότερους Γερμανούς πιλότους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εθνικοσοσιαλιστής πολιτικός με μεγάλη επιρροή και καταδικασμένος εγκληματίας πολέμου. Κατά την διάρκεια της εξουσίας των εθνικοσοσιαλιστών, ο Γκαίρινγκ εξελίχθηκε μετά από τον Αδόλφο Χίτλερ – τουλάχιστον στα μάτια της δημοσιότητας – ως ο δεύτερος σημαντικός πολιτικός του κράτους. Επικεφαλής της επανιδρυθείσας γερμανικής αεροπορίας, της Λούφτβαφφε, την οποία διοικούσε σχεδόν ως προσωπικό φέουδο, ο Γκαίρινγκ υπήρξε επίσης Υπουργός Εσωτερικών και Πρωθυπουργός του ομόσπονδου κρατιδίου της Πρωσίας, θέσεις από τις οποίες ίδρυσε την Γκεστάπο και τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης για πολιτικούς αντιφρονούντες, υπεύθυνος του τετραετούς πλάνου επανεξοπλισμού από το 1936, και από τους κύριους ιθύνοντες της εκκαθάρισης των SA και των αναίμακτων προσαρτήσεων της Αυστρίας και της Σουδητίας το 1938. Η τερατώδης φιλοχρηματία, η επιδεικτικότητα αλλά και η φιλοδοξία του ήταν γνωστή σε ολόκληρο το Ράιχ.

Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι αποτυχίες της Λούφτβαφφε από το 1941 και ύστερα, καθώς και εσωκομματικές αντιπαλότητες, οδήγησαν στην σταδιακή μείωση της δύναμής του, ιδιαίτερα εις όφελος των SS. Μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και την ήττα της Γερμανίας συνελήφθη από τους Αγγλοαμερικανούς. Κατά την διάρκεια της Δίκης της Νυρεμβέργης έφερε σε πολύ δύσκολη θέση τους δικαστές και τους κατηγόρους του. Αυτοκτόνησε στη φυλακή της Νυρεμβέργης τον Οκτώβριο του 1946, λίγες ώρες πριν από την εκτέλεση του, αφού είχε καταδικαστεί σε θάνατο.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέρμαν Γκαίρινγκ γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου του 1893 στο βαυαρικό Ρόζενχαϊμ. Μητέρα του ήταν η Φρανσίσκα Γκαίρινγκ (πατρικό επώνυμο Τίφενμπρουν) και πατέρας του ο νομικός Χάινριχ Γκαίρινγκ, τον οποίο ο τότε καγκελάριος Μπίσμαρκ διόρισε για το διάστημα μεταξύ του 1885 και 1888 πρώτο Επίτροπο του Ράιχ στην σημερινή Ναμίμπια, τότε αποικία του Γερμανικού Ράιχ με το όνομα "Deutsch-Südwestafrika" (Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική).

Ήδη σε νεανική ηλικία εγγράφηκε σε στρατιωτική σχολή της Καρλσρούης, πράγμα όμως που δεν επηρέασε ιδιαίτερα την έλλειψη πειθαρχίας του νεαρού Γκαίρινγκ. Αντιθέτως, οι λόγοι που τον διατήρησαν στη σχολή ήταν αφενός μεν η επιρροή της οικογένειάς του και αφετέρου το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον πόλεμο, όπου ήταν υπολοχαγός του πεζικού, αποδείχτηκε ευφυής στρατιωτικός με ηγετικές ικανότητες. Λόγω ρευματισμών εισήχθη σε νοσοκομείο το 1915, όπου λίγο αργότερα ο πιλότος φίλος του, Μπρούνο Λέρτσερ, τον έπεισε να καταταγεί στην πολεμική αεροπορία. Το 1916 ο Γκαίρινγκ ολοκληρώνει την εκπαίδευσή του ως πιλότος.

Στις 14 Μαρτίου του ίδιου έτους κατέρριψε το πρώτο του εχθρικό βομβαρδιστικό αεροπλάνο. Αφότου αποδείχτηκε επιτυχής πιλότος ορίστηκε διοικητής μοίρας, συγκεκριμένα της "Jagdstaffel 26" και προήχθη σε σμηναγό. Τον Ιούλιο του 1918 είχε την τιμή να οριστεί αρχηγός του "Jagdgeschwader 1" (γνωστό και ως «Ιπτάμενο Τσίρκο του Ρίχτχοφεν», "Richthofens Fliegender Zirkus"), αφού ο προκάτοχός του, λοχαγός Βίλχελμ Ράινχαρντ, σκοτώθηκε σε δοκιμαστική πτήση. Ο ίδιος o Ράινχαρντ είχε αναλάβει την θέση αφού ο προκάτοχός του Μάνφρεντ φον Ρίχτχοφεν (γνωστός και ως "Κόκκινος Βαρώνος") είχε σκοτωθεί τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Στην θέση αυτή ο Γκαίρινγκ πραγματοποίησε την 22η και τελευταία του εναέρια νίκη και έλαβε από τον Κάιζερ το περίφημο "Pour Le Merite", το κορυφαίο στρατιωτικό παράσημο του Γερμανικού Ράιχ.

Μεταξύ Α' Παγκοσμίου Πολέμου και Τρίτου Ράιχ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πραξικόπημα και διαφυγή στο εξωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον πόλεμο εργάστηκε ως πιλότος στη Δανία και τη Σουηδία. Στη Σουηδία γνώρισε την πρώτη του σύζυγο, την Carin Freiin von Kantzow, την οποία νυμφεύθηκε τον Φεβρουάριο του 1922 στο Μόναχο. Το 1931 η Carin πέθανε από φυματίωση. Εις μνήμη της ο Γκαίρινγκ ονόμασε αργότερα την βίλα του στο Σόρφχαϊντε Carinhall.

Η φήμη του Γκαίρινγκ ως ήρωα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και οι σχέσεις που διατηρούσε με αριστοκρατικούς κύκλους τον έκαναν ιδανικό υποψήφιο για το, νέο ακόμη, Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (NSDAP), στο οποίο προσχώρησε το 1922. Τον Δεκέμβριο του 1922 ο Χίτλερ τον όρισε αρχηγό των SA. Στις 9 Νοεμβρίου του 1923 έλαβε μέρος στο Πραξικόπημα της μπιραρίας, στο οποίο τραυματίστηκε, αλλά κατάφερε να διαφύγει για τέσσερα έτη στο εξωτερικό, μέχρι που μια γενική αμνηστία του επέτρεψε την επιστροφή. Αρχικά είχε φύγει στην Ιταλία όπου γνώρισε τον Μουσολίνι και αργότερα στην Σουηδία. Λόγω του τραύματός του στον πόλεμο άρχισε να παίρνει μορφίνη, με αποτέλεσμα την εξάρτησή του από την ουσία αυτή. Για να θεραπευτεί πήγε σε ψυχιατρική κλινική, το 1925 ακόμη και σε κλειστό τμήμα. Δεν κατάφερε, όμως, να ξεπεράσει την εξάρτηση επί είκοσι χρόνια, μέχρι την φυλάκισή του το 1945.
Στα τέλη του 1927 επέστρεψε στην Γερμανία όπου προσχώρησε και πάλι στο (ανασχηματισμένο) NSDAP και στους SA.

To 1928 ήταν ένας από τους πρώτους δώδεκα εθνικοσοσιαλιστές βουλευτές του Ράιχσταγκ.

Πρόεδρος του Ράιχσταγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκαίρινγκ εκφωνεί λόγο στην Συνεδρίαση του Ράιχσταγκ (12-12-1933) στην Όπερα Κρολ. Φωτ. Deutsches Bundesarchiv

Στις εκλογές της 31 Ιουλίου 1932 το NSDAP κατάφερε να πάρει 37,3% των ψήφων, που ήταν μεγάλη επιτυχία για το κόμμα, αφού το 1928 είχε πάρει μόλις 2,6%. Ήταν πλέον το δυνατότερο κόμμα του Ράιχσταγκ. Με την πλήρη υποστήριξη του κεντρώου κόμματος "Zentrumspartei" και του συντηρητικού "Bayerische Volkspartei" ο Γκαίρινγκ εκλέχθηκε κατόπιν στις 30 Αυγούστου 1932 Πρόεδρος του Ράιχσταγκ. Έτσι το NSDAP κατέλαβε την τρίτη υψηλότερη θέση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Έχοντας τη θέση αυτή, ο Γκαίρινγκ είχε στο εξής άμεση πρόσβαση στον 85χρονο πρόεδρο της γερμανικής Δημοκρατίας, Χίντεμπουργκ. Στην επόμενη κιόλας συνεδρίαση στις 12 Σεπτεμβρίου 1932 ο Γκαίρινγκ με διαδικαστικό τέχνασμα απέτρεψε την διάλυση της βουλής μέσω του καγκελαρίου φον Πάπεν και κατάφερε να καταψηφιστεί η κυβέρνησή από το Ράιχσταγκ με διεξαγωγή ψηφοφορίας εμπιστοσύνης. Τους επόμενους μήνες ο Γκαίρινγκ εξακολουθούσε να ασκεί κρίσιμη επιρροή στην συντριβή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, παίζοντας έτσι σημαντικό ρόλο στην πραγματοποίηση της Gleichschaltung και την καθιέρωση της εθνικοσοσιαλισικής δικτατορίας.

Προπολεμικό Τρίτο Ράιχ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθιέρωση της δικτατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον Χίτλερ στην εξουσία, έγινε στις 30 Ιανουαρίου του 1933 Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Στις 10 Απριλίου ορίστηκε πρωθυπουργός και αργότερα Υπουργός εσωτερικών του μεγαλύτερου κρατιδίου του Ράιχ, της Πρωσίας. Στην τελευταία αυτή θέση παρέμεινε μονάχα μέχρι τις 20 Μαΐου 1934, επειδή, στα πλαίσια της διαδικασίας Gleichschaltung, το κρατιδιακό Υπουργείο ενσωματώθηκε στο Υπουργείο εσωτερικών του Ράιχ.
Κατέχοντας τη θέση του Πρώσου πρωθυπουργού ο Γκαίρινγκ ήταν και αρχηγός της πρωσικής αστυνομίας, μέσω της οποίας βοήθησε σημαντικά στην καθιέρωση του νέου εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος. Απομάκρυνε 22 εκ των 32 αρχηγών της αστυνομίας και τους αντικατέστησε με εθνικοσοσιαλιστές. Επίσης ενίσχυσε την αστυνομία με 50.000 μέλη των οργανώσεων SA, SS και Stahlhelm.
Με την αναδιοργάνωση του ειδικού τμήματος της πολιτικής αστυνομίας ίδρυσε την μυστική κρατική αστυνομία (Gestapo). Ο πρώτος της αρχηγός ήταν ο Ρούντολφ Ντιλς, ένας συγγενής του Γκαίρινγκ.
Τον Ιούνιο του 1934 οργάνωσε στα πλαίσια της νύχτας των μεγάλων μαχαιριών την δολοφονία πολυάριθμων πολιτικών αντιζήλων, όπως του Ερνστ Ρεμ και άλλων, κυρίως στελεχών των SA.

Τον Απρίλιο του 1935 ο Γκαίρινγκ νυμφεύεται την ηθοποιό Έμμυ Ζόννεμαν (Emmy Sonnemann), παρά τις αντιρρήσεις υψηλόβαθμων στελεχών του Κόμματος και ιδιαίτερα του Γιόζεφ Γκέμπελς.[1]

Προετοιμασία του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βάσει της Συνθήκης των Βερσαλλιών, απαγορευόταν αυστηρά στην Γερμανία να διατηρεί πολεμική αεροπορία. Ο Χίτλερ, αγνοώντας τελείως την συνθήκη των Βερσαλλιών, έδωσε εντολή στον Γκαίρινγκ στις 26 Φεβρουαρίου του 1935 να οργανώσει τη νέα πολεμική αεροπορία (Luftwaffe) του Ράιχ, με κύριο σκοπό την δημιουργία ισχυρού πολεμικού παράγοντα. Ο Γκέρινγκ υπήρξε το αδιαφιλονίκητο "αφεντικό" της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας της εποχής, δηλώνοντας πως "κάθε τι που πετά μου ανήκει"[2] Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αντέδρασαν στην παραβίαση αυτή της Συνθήκης, όπως δεν αντέδρασαν και σε πολλές άλλες παραβιάσεις της συνθήκης των Βερσαλλιών από τον Χίτλερ. Με αυτόν τον τρόπο τα έθνη αυτά θέλησαν να αποτρέψουν τον κίνδυνο νέου παγκοσμίου πολέμου (βλ. Appeasement Policy (πολιτική κατευνασμού) του Νέβιλ Τσάμπερλεν).
Οργανώνοντας την Λούφτβάφφε (Luftwaffe) ο Γκαίρινγκ προώθησε κυρίως την κατασκευή επιθετικών αεροσκαφών (βομβαρδιστικών), παραμελώντας έτσι την εναέρια άμυνα σε μεγάλο βαθμό. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Λούφτβάφφε διέθετε μόνον ένα τύπο καταδιωκτικού με ικανοποιητική απόδοση, το Messerschmitt Bf 109, το οποίο, όμως, υστερούσε σε ακτίνα δράσης σε σχέση με τα αντίπαλα καταδιωκτικά.

Δυο χρόνια αργότερα ο Γκαίρινγκ αποφάσισε να εξετάσει, υπό τύπο δοκιμής, την δύναμη και την αποτελεσματικότητα της νέας του Luftwaffe στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Σχηματίστηκε η "Legion Condor", η οποία στάλθηκε στην Ισπανία, για να υποστηρίξει τον δικτάτορα Φρανθίσκο Φράνκο. Η "Λεγεώνα Κόνδορας" αποτελούνταν από αεροπλάνα τύπου Messerschmitt Bf 109 και Junkers Ju 87, γνωστά και ως "Στούκα" ("Sturzkampfflugzeug"). Στα πλαίσια του πρώτου αυτού "τεστ", τα σκάφη της Luftwaffe κατέστρεψαν την πόλη Γκερνίκα στα βορειοανατολικά της χώρας. Το φοβερό αυτό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας καταδικάστηκε από πολλά έθνη και διαιωνίστηκε από τον Πάμπλο Πικάσο στον διασημότερο του πίνακα, την Γκερνίκα.

Στις 18 Οκτωβρίου 1936 ο Χίτλερ όρισε τον Γκαίρινγκ επικεφαλής του τετραετούς σχεδίου. Το σχέδιο αυτό απέβλεπε στην προετοιμασία του πολέμου σε στενή συνεργασία με τη γερμανική βιομηχανία, μεταξύ άλλων και μέσω της πραγματοποίησης της οικονομικής αυτάρκειας της Γερμανίας. Για τον σκοπό αυτό ο Γκαίρινγκ ίδρυσε τον Ιούλιο του 1937 την κρατική επιχείρηση παραγωγής χάλυβα "Reichswerke Hermann-Goring", η οποία, το 1944, ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός χάλυβα στην Ευρώπη.

Στις 30 Αυγούστου 1939 διορίστηκε πρόεδρος του αμυντικού συμβουλίου του Ράιχ. Μια μέρα αργότερα, στις 31 Αυγούστου, ο Γκαίρινγκ οδήγησε την Λουφτβάφφε στην επίθεση κατά της Πολωνίας. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άρχιζε.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)

Στην αρχή του πολέμου ο Γκαίρινγκ πέτυχε, ως αρχηγός της Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe), θριαμβευτικές νίκες, για τις οποίες τιμήθηκε από τον Χίτλερ με το Μεγαλόσταυρο του Σιδηρού Σταυρού.

Οι αποτελεσματικές επιθέσεις της Βέρμαχτ κατά της Πολωνίας, τον Σεπτέμβριο του 1939 καθώς και επίσης εναντίον της Γαλλίας την άνοιξη του 1940, οφείλονταν στην πετυχημένη συνεργασία μεταξύ της Πολεμικής Αεροπορίας και του Στρατού (κύρια των θωρακισμένων μονάδων). Οι εναέριες δυνάμεις υποστήριζαν τον Στρατό άμεσα πάνω από το πεδίο μάχης, εξολοθρεύοντας εχθρικές βάσεις και μονάδες. Συγχρόνως, ειδικά εξοπλισμένα βομβαρδιστικά αεροπλάνα κατέστρεφαν βιομηχανικές εγκαταστάσεις και συνδέσεις ανεφοδιασμού βαθιά στην εχθρική ενδοχώρα, φέρνοντας έτσι την εναέρια μάχη και στις πόλεις του αντιπάλου.

Στην ακμή των στρατιωτικών του επιτυχιών ο Γκαίρινγκ έλαβε, στις 19 Ιουλίου 1941, την υψηλότερη στρατιωτική βαθμίδα, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για αυτόν για να βρίσκεται στην στρατιωτική ιεραρχία πάνω από τους στρατάρχες. Από εδώ και μέχρι την κατάρρευση του καθεστώτος έφερε τον τίτλο "Reichsmarschall des Großdeutschen Reiches" (Στρατάρχης του Μείζονος Γερμανικού Κράτους). Μόνο δύο εβδομάδες αργότερα έδωσε στον Χάιντριχ την εντολή να οργανώσει την "Τελική λύση" του εβραϊκού ζητήματος.

Όμως, το ίδιο καλοκαίρι η Luftwaffe υπέστη μεγάλη και κρίσιμη ήττα στην Μάχη της Αγγλίας. Η εξασφάλιση της εναέριας υπεροχής έναντι της Αγγλίας, όπως και η εξολόθρευση της βρετανικής βιομηχανίας εξοπλισμών ήταν στόχοι, στους οποίους η πολεμική αεροπορία του Γκαίρινγκ τελικά δεν ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει ούτε ποιοτικά ούτε ποσοτικά. Τα βρετανικά αεροσκάφη του τύπου Hurricane και Spitfire ήταν τεχνολογικά περισσότερο εξελιγμένα από τα γερμανικά Me 109, τα οποία, εκτός των άλλων, είχαν και περιορισμένη ακτίνα δράσης (μπορούσαν να μένουν μόνον 20 λεπτά πέρα από τη Μάγχη). Εκτός αυτού, οι Γερμανοί πιλότοι καταδιωκτικών εκπαιδεύθηκαν ανεπαρκώς για την προστασία βομβαρδιστικών αεροπλάνων, ένα από τα βασικά λάθη στην τακτική του Γκαίρινγκ, που στάθηκε η κύρια αιτία για τις φοβερές απώλειες της Luftwaffe πάνω από την Αγγλία. Τέλος, οι Βρετανοί είχαν εξελίξει ένα τεχνολογικά επαναστατικό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης το οποίο αρχικά ονομάσθηκε RDF και μετεξελίχθηκε στο ραντάρ, το οποίο τους βοήθησε σημαντικά στην αντιμετώπιση των εισβολών των γερμανικών αεροσκαφών.

Μετά από την απώλεια μεγάλου αριθμού αεροσκαφών στις αερομαχίες, οι Γερμανοί σταμάτησαν τις επιθέσεις και τα σχέδια απόβασης στην Αγγλία, που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, αναβλήθηκαν επ' αόριστον. Αυτό ντε φάκτο σήμαινε την γερμανική ήττα στην Μάχη της Αγγλίας. Την άνοιξη του 1941 οι εναέριες δυνάμεις μετατοπίστηκαν στην πλειονότητά τους στην ανατολή για τον προσεχή πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Με την αποτυχία του στην Αγγλία, ο Γκαίρινγκ έχασε την εκτίμηση του Χίτλερ και μεγάλο μέρος της επιρροής του στη ναζιστική ιεραρχία. Η αποτυχία αυτή ήταν συγχρόνως και η πρώτη ήττα του Τρίτου Ράιχ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέλος, με την γερμανική ήττα στο σοβιετικό Στάλινγκραντ, στις αρχές του 1943, η επιρροή και η φήμη του Γκαίρινγκ χάθηκαν οριστικά.

Κι όμως, ο Χίτλερ αρνήθηκε, τον Ιούλιο του 1943, να τον απολύσει από αρχηγό της Πολεμικής Αεροπορίας, αγνοώντας την εσωκομματική και δημόσια κριτική που αντιμετώπιζε ο Γκαίρινγκ. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους μεταδόθηκε ραδιοφωνικά η τελευταία του ομιλία. Αποσυρόταν, σταδιακά, όλο και περισσότερο από την δημοσιότητα.

Στις 23 Απριλίου του 1945, μια εβδομάδα πριν από την αυτοκτονία του Χίτλερ, επικοινώνησε μαζί του και ζήτησε εξουσιοδότηση να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τις συμμαχικές δυνάμεις. Για τον Χίτλερ, ο οποίος επηρεάστηκε από τον αντίζηλο του Γκαίρινγκ Μάρτιν Μπόρμαν, αυτό αποτελούσε καθαρή προδοσία. Απέλυσε τον Γκαίρινγκ από όλα τα αξιώματα, τον απέκλεισε από το NSDAP και διέταξε την καταδίκη του σε θάνατο, που μετέτρεψε αμέσως σε φυλάκιση, σε αναγνώριση των ως τότε υπηρεσιών του. Στις 8 Μαΐου 1945 ο Γκαίρινγκ αιχμαλωτίστηκε από τον αμερικανικό στρατό κοντά στα Γερμανο-ελβετικά σύνορα.

Δίκη, καταδίκη και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέρμαν Γκαίρινγκ στην δίκη της Νυρεμβέργης (πρώτη σειρά, πρώτος από πάνω)

Το 1946, σαν εθνικοσοσιαλιστής υψηλότατης βαθμίδας, ο Γκαίρινγκ κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε στη δίκη της Νυρεμβέργης για τα εξής:

  • Συνωμοσία για την κατάκτηση της απολύτου εξουσίας στη Γερμανία
  • Εγκλήματα εναντίον της ειρήνης
  • Εγκλήματα πολέμου
  • Εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας

Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του ο Γκαίρινγκ κατάφερε, μετά από 20 χρόνια, να ξεπεράσει την εξάρτηση του από την μορφίνη, την οποία είχε αρχίσει να παίρνει στο διάστημα που είχε καταφύγει τραυματισμένος στην Σουηδία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Μονάχου. Οι πρωταγωνιστές της Δίκης τον περιέγραψαν στο διάστημα αυτό ως πολύ πιο δραστήριο από ότι ήταν όλα τα χρόνια πριν. Παρά τα επιχειρήματα που προέβαλε στην Δίκη, καταδικάσθηκε σε θάνατο, καθώς βρέθηκε ένοχος για όλες τις κατηγορίες. Στις 15 Οκτωβρίου, λίγες ώρες πριν από την εκτέλεσή του, ο Χέρμαν Γκαίρινγκ αυτοκτόνησε χρησιμοποιώντας δηλητήριο. Υπάρχουν σήμερα πολλές διαφορετικές θεωρίες για το πώς μπόρεσε να βρεθεί το δηλητήριο στο αυστηρά φρουρημένο κελί του Γκαίρινγκ. Βάσει της πιο γνωστής, ένας Αμερικανός αξιωματικός προμήθευσε στον εθνικοσοσιαλιστή ηγέτη το δηλητήριο, για να μην καταντήσει στρατιωτικός που είχε λάβει το μετάλλιο Pour le Merite στην αγχόνη.

Σημειώσεις, αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. William Shirer, The Berlin Diaries, εγγραφή της 9ης Απριλίου 1935
  2. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964

James Joll, «Η Ευρώπη 1870-1970», μετάφραση Ελπίδα Κ. Βόγλη, επιμέλεια Λουκής Ι. Χασιώτης, Εκδόσεις Βάνιας/ σειρά Ίστωρ, Θεσσαλονίκη 2006

Βασίλης Ραφαηλίδης, «Θερμοί και Ψυχροί πόλεμοι. Δημοκράτες και Φασίστες εναντίον Κομμουνιστών. Δημοκράτες και Κομμουνιστές εναντίον Φασιστών», εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1996.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα