Ράινχαρντ Χάιντριχ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ράινχαρντ Χάιντριχ με στολή υποστρατήγου των SS (περίπου 1940/41).

Ο Ράινχαρντ Όιγκεν Τρίσταν Χάιντριχ (Reinhard Eugen Tristan Heydrich), με προσωνύμιο Der Henker (ο Δήμιος)[1] ήταν στέλεχος των SS, ο δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον Χάινριχ Χίμλερ.[2] Ήταν ο πρωτοστάτης της Τελικής Λύσης, του σχεδίου των Ναζί για το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα. Θεωρούνταν εξαιρετικά φιλόδοξος και ψυχρός υπολογιστής χωρίς κανένα οίκτο και γι' αυτό έφερε τα προσωνύμια "Το ξανθό κτήνος" (από τους ίδιους τους SS) και "Δήμιος Χάιντριχ". Είχε, επίσης, συζητηθεί μέχρι και η διαδοχή του Αδόλφου Χίτλερ από αυτόν.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χάιντριχ γεννήθηκε στις 7 Μαρτίου 1904 στο Χάλλε (Halle), κωμόπολη κοντά στη Λειψία.[3] Ανατράφηκε σε περιβάλλον υψηλής μουσικής καλλιέργειας: Ο πατέρας του ήταν ο ιδρυτής του Μουσικού Ωδείου του Χάλλε, μονωδός σε όπερες του Βάγκνερ και η μητέρα του ήταν γνωστή πιανίστα.[2] Το όνομα "Ράινχαρντ" του δόθηκε από τον ομώνυμο τραγικό ήρωα της όπερας "Amen" που είχε γράψει ο πατέρας του ενώ ένα από τα μεσαία του ονόματα, το Τρίσταν, από τον ομώνυμο ήρωα της περίφημης όπερας του Βάγκνερ Τριστάνος και Ιζόλδη. Ο νεαρός Ράινχαρντ μελέτησε συστηματικά βιολί, επιδεικνύοντας μεγάλο ταλέντο. Από αυτή την ηλικία του έμεινε το πάθος για το βιολί, το οποίο λάτρευε μέχρι το θάνατό του.

Ως παιδί ζούσε σε ένα κομψό σπίτι και σε οικογένεια η οποία απολάμβανε υψηλής κοινωνικής θέσεως. Στο σχολείο, ωστόσο, ήταν πάντα ο στόχος των "νταήδων" συμμαθητών του, λόγω της πολύ λεπτής φωνής και του δεδηλωμένου καθολικισμού του, σε μια πόλη με προτεσταντική πλειοψηφία. Τον χλεύαζαν, επίσης, για τη φημολογούμενη εβραϊκή του καταγωγή. Η ιδιαίτερα αυταρχική συμπεριφορά της μητέρας του, η οποία απαιτούσε αυστηρή πειθαρχία και τον κτυπούσε συχνά, σε συνδυασμό με τη σχολική του ζωή, τον οδήγησαν να γίνει ένα συνεσταλμένο, βαρύθυμο αγόρι, το οποίο, παρόλ' αυτά, διακρινόταν για την τελειομανία του. Πολύ μικρός για να συμμετάσχει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε μέλος στην τοπική Freikorps, μια δεξιά, αντισημιτική οργάνωση πρώην στρατιωτικών, ειδικευμένη στις συγκρούσεις με κομμουνιστές στους δρόμους. Ο νεαρός Ράινχαρντ επηρεάστηκε τόσο από αυτήν όσο και από το κίνημα Volk αποκτώντας τις αντιλήψεις υπεροχής των ξανθών, με γαλανά μάτια Γερμανών Αρείων, των οποίων ήταν η ζωντανή απεικόνιση. Απολάμβανε τη συμμετοχή του στις συγκρούσεις για να αποκρούσει τις φήμες περί της εβραϊκής του καταγωγής.

Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και το χάος που επικράτησε στη Γερμανία, πολλές οικογένειες έχασαν την οικονομική και κοινωνική τους θέση.[2] Η οικογένεια του Χάιντριχ δεν αποτέλεσε εξαίρεση και ο νεαρός Ράινχαρντ, μην μπορώντας να συνεχίσει ακαδημαϊκές σπουδές, εγγράφεται στη Σχολή του Ναυτικού τον Μάρτιο του 1922 σε ηλικία 18 ετών. Στη Σχολή εξακολουθούν τα πειράγματα για την πολύ λεπτή του φωνή και αποκτά, εξ αιτίας της, το προσωνύμιο "τράγος". Ωστόσο, ο τελειομανής νεαρός καταφέρνει να γίνει ανθυποπλοίαρχος και να αναλάβει καθήκοντα αξιωματικού διαβιβάσεων στην υπηρεσία του Ναυάρχου Κανάρις. H αυτοπεποίθηση και η ισχυρή έπαρσή του τον κάνουν να ονειρεύεται από τώρα το βαθμό του Ναυάρχου.

Η αγάπη του για το γυναικείο φύλο, ωστόσο, καταστρέφει την καριέρα του στο Ναυτικό. Ύστερα από την περιπέτειά του με την κόρη ενός διευθυντή ναυπηγείου και την άρνησή του να τη νυμφευθεί, ο ναύαρχος Έριχ Ρέντερ (Erich Roeder) τον εξαναγκάζει να εγκαταλείψει το Ναυτικό. Η τότε μνηστή του, Λίνα φον Όστεν, φανατική θαυμάστρια του Ναζιστικού κόμματος του προτείνει να καταταγεί στα SS, που τότε αριθμούσαν 10.000 άτομα και αποτελούσαν τη σωματοφυλακή του Χίμλερ.[2]

Είσοδος στα SS[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1931 γίνεται μέλος του Ναζιστικού κόμματος και εντάσσεται στα SS. Εκείνη την εποχή, ο αρχηγός τους Χίμλερ αναζητούσε ένα νέο για να του αναθέσει τη δημιουργία και οργάνωση μιας μυστικής εσωτερικής υπηρεσίας ασφαλείας. Σε μια συνέντευξή του με τον νεαρό Ράινχαρντ εντυπωσιάζεται από τις απαντήσεις του και του αναθέτει τη σημαντική αυτή εργασία, τη δημιουργία της SD (Sicherheitsdienst), της υπηρεσίας ασφαλείας της SS. Η μεγάλη εργατικότητα και ο ζήλος του έχουν ως αποτέλεσμα την επιτυχή συγκρότηση της SD και του εξασφαλίζουν ταχεία ανέλιξη: τον Δεκέμβριο του 1931 παίρνει το βαθμό του Ταγματάρχη, τον Ιούλιο ονομάζεται Συνταγματάρχης και του ανατίθεται ο πλήρης έλεγχος των SD.[1] Το Μάρτιο προάγεται σε Ταξίαρχο. Ωστόσο, οι φήμες περί εβραϊκής καταγωγής του εξακολουθούν και ο Χίμλερ κάνει σχετικές έρευνες εξετάζοντας ακόμη και την εκδίωξή του από την SS. Την κατάσταση σώζει μια κατ' ιδίαν συζήτηση με τον Χίτλερ, ο οποίος τον περιγράφει: "...είναι χαρισματικό άτομο με πολλές ικανότητες και επικίνδυνος... ωστόσο το Κόμμα τον χρειάζεται και μας είναι απόλυτα αφοσιωμένος". Η κατάσταση αυτή επηρέασε ακόμη περισσότερο τον χαρακτήρα του και αύξησε το ήδη τεράστιο μίσος του για τους Εβραίους.

Δημιουργία του στρατοπέδου του Νταχάου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζί το 1933, οι Χίμλερ και Χάιντριχ επιβλέπουν τις μαζικές συλλήψεις κομμουνιστών, καθολικών πολιτικών, συνδικαλιστών και όλων όσοι ήταν αντίθετοι στο Χίτλερ και το Κόμμα του. Οι συλληφθέντες έφθασαν σε τέτοιον αριθμό, ώστε η κράτησή τους σε συμβατικές φυλακές να δημιουργήσει μεγάλο πρόβλημα. Έτσι, ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο πυρομαχικών στο προάστιο Νταχάου (Dachau) του Μονάχου μετατράπηκε στο πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης για πολιτικούς κρατούμενους. Εκεί, οι κρατούμενοι υποχρεώνονταν σε στρατιωτική πειθαρχία και αυστηρούς κανόνες. Η παραβίασή τους είχε ως συνέπεια τιμωρίες - βασανιστήρια, όπως μαστιγώσεις, κρέμασμα σε στύλο από τους καρπούς, ορθοστασία σε ειδικό κελί ή σε τελείως σκοτεινό κελί κτλ. Σε βαρύτερα "παραπτώματα" η τιμωρία ήταν ο απαγχονισμός ή ο τυφεκισμός. Στην πύλη του στρατοπέδου υπήρχε η επιγραφή "Arbeit Macht Frei" (=Η εργασία απελευθερώνει).

Όσοι από τους κρατούμενους κατάφερναν να επιζήσουν από την εξοντωτική εργασία, την άθλια διατροφή και τους βασανισμούς, υφίσταντο πλύση εγκεφάλου μέσω εκφοβισμών και, αν διακήρυτταν υπακοή και συμμόρφωση, σταδιακά αφήνονταν ελεύθεροι. Το "πείραμα" του Στρατοπέδου Νταχάου κρίθηκε επιτυχημένο τόσο, ώστε σύντομα δημιουργήθηκαν και άλλα στο Μπούχενβαλντ (Buchenwald), στο Ζαξενχάουζεν (Sachsenhausen) και στο Λίχτενμπουργκ (Lichtenburg). Τον Απρίλιο του 1935, ο Χίμλερ εμπιστεύεται την υπαρχηγία της νεοδημιουργημένης Γκεστάπο (Gestapo, Geheime Staatspolizei) στον Χάιντριχ. Ωστόσο, ο Χίμλερ ελάχιστα ασχολείται με αυτήν και ο Χάιντριχ ασκεί ουσιαστικά καθήκοντα αρχηγού της.

Η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο του 1934 οι Χίμλερ, Χάιντριχ και Γκέρινγκ, ακολουθώντας τις εντολές του Χίτλερ, εξυφαίνουν συνωμοσία εναντίον του αρχηγού των SA Ερνστ Ρεμ (Ernst Röhm) και κατά τη διάρκεια της Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών ο Ρεμ και δεκάδες από τους αρχηγούς των φαιοχιτώνων SA δολοφονούνται. Τη λίστα των προς δολοφονία στελεχών είχε καταρτίσει προσωπικά ο Χάιντριχ. Μέχρι το 1936, όλες οι αστυνομικές υπηρεσίες (Γκεστάπο, ποινική αστυνομία, SA, SD) έχουν περιέλθει στη δικαιοδοσία των SS με τον επικεφαλής τους, Χίμλερ, να λογοδοτεί απευθείας και μόνο στον Χίτλερ. Καταλύεται, έτσι, κάθε έννοια δικαιοσύνης στη χώρα και οποιοσδήποτε πολίτης μπορεί να προσαχθεί στην αστυνομία, να φυλακιστεί, ακόμη και να εκτελεστεί, χωρίς κανένα νομικό αίτημα και φυσικά χωρίς καμία δίκη. Ο Χάιντριχ προΐσταται σε όλες αυτές τις ενέργειες μη σύννομων συλλήψεων, βασανιστηρίων, εκβιασμών, εκτοπίσεων και δολοφονιών των αντιφρονούντων, όχι μόνον ισχυροποιώντας τη θέση του, αλλά γενόμενος παράλληλα ο τρόμος και των ίδιων των Γερμανών. Ακόμη και πολλά μέλη του Ναζιστικού Κόμματος φοβούνταν να τον συναντήσουν. Όσοι το έκαναν, είπαν αργότερα ότι το παγωμένο και δολοφονικό του βλέμμα ήταν ικανό να τρομοκρατήσει ακόμη και τον πιο αφοσιωμένο Ναζιστή[4]

Ο Χάιντριχ ήταν άνθρωπος των παρασκηνίων. Σπάνια εμφανιζόταν δημόσια, δεν έκανε κανενός είδους δηλώσεις, απέφευγε τις φωτογραφήσεις και δεν είχε κανένα φίλο. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να κυνηγά γυναίκες σε νυκτερινές του εξορμήσεις και οι περισσότερες από αυτές που δεν υπέκυπταν δέχονταν μετά από μερικές ημέρες την επίσκεψη της Γκεστάπο.

Δράση σε διεθνές επίπεδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χάιντριχ συνέβαλε, επίσης, στις εκκαθαρίσεις, στις οποίες προέβη ο Ιωσήφ Στάλιν στον Ερυθρό Στρατό παρέχοντας όσα στοιχεία κατάφερναν να συγκεντρώσουν οι πράκτορές του στην τότε Σοβιετική ηγεσία. Την πρακτική αυτή ακολούθησε και για αρκετούς Γερμανούς ανώτατους αξιωματικούς, οι οποίοι δεν ήταν οπαδοί του Χίτλερ, όπως ο Υπουργός Πολέμου Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ (Werner von Blomberg) και ο αρχηγός του Γερμανικού Επιτελείου Στρατού Βέρνερ φον Φριτς (Werner von Fritsch). Με την ευκαιρία, ο Χίτλερ αναλαμβάνει και την Αρχιστρατηγία.

Οι βλέψεις του Χίτλερ για την Αυστρία δίνουν την ευκαιρία δράσης στον Χάιντριχ: Ενθαρρύνει τους εγχώριους Ναζιστές στη διασπορά ανασφάλειας και την εκτέλεση δολιοφθορών. Όταν, τελικά, η Αυστρία προσαρτάται στο Γ΄ Ράιχ, ο Χάιντριχ αναλαμβάνει την εξόντωση των αντιναζιστών και την απέλαση των Εβραίων από τη χώρα. Ιδρύει Γραφείο της Γκεστάπο και αναθέτει τη διεύθυνσή του στον Αυστριακό, γεννημένο στην Γερμανία, Ναζιστή Άντολφ Άιχμαν (Adolf Eichmann). Το Γραφείο αυτό αναλαμβάνει την ασφαλή έξοδο των Εβραίων από τη χώρα με αντάλλαγμα ολόκληρη την περιουσία τους. Περίπου 100.000 Εβραίοι εγκαταλείπουν τη χώρα και τα υπάρχοντά τους στη διάθεση των SS.

Οι βλέψεις του Χίτλερ στρέφονται προς την Τσεχοσλοβακία. Ο Χάιντριχ αναλαμβάνει και πάλι να δημιουργήσει κατάσταση ανασφάλειας στη χώρα, στέλνει ομάδες σαμποτέρ για δολιοφθορές για να δημιουργήσουν πανικό και, σε συνδυασμό με τις πολιτικές πιέσεις και απειλές για εισβολή, η Κυβέρνηση της χώρας υποχωρεί και παραχωρεί τη Σουδητία (Sudetenland) στο Γ' Ράιχ (1η Οκτωβρίου 1938).

Η Νύχτα των Κρυστάλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Kristallnacht

Ο Χάιντριχ έψαχνε να βρει αφορμή για μεγάλης κλίμακας διωγμό των Εβραίων της Γερμανίας. Τη βρήκε όταν δολοφονήθηκε ο Ερνστ φον Ρατ (Ernst Von Rath), ακόλούθος της Γερμανικής πρεσβείας στο Παρίσι από τον 17χρονο Χένρι Γκρίνσπαν (Henry Grynszpan), γιό δύο υπό διωγμό Εβραίων της Γερμανίας, ο οποίος ήθελε να δημοσιοποιήσει τους διωγμούς των γονέων και των ομοεθνών τους από τους Ναζί. Έτσι, ο Χάιντριχ εξαπέλυσε ένα πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους της Γερμανίας, στις 9 Νοεμβρίου του 1938. Ο διωγμός αυτός ξεκίνησε με το σπάσιμο των βιτρινών όλων των εβραϊκής ιδιοκτησίας καταστημάτων, γι' αυτό και επονομάσθηκε Η Νύχτα των Κρυστάλλων (Kristallnacht). Ακολούθησε η πυρπόληση όλων των εβραϊκών συναγωγών: Μέσα σε μια νύχτα κάηκαν 1.350 συναγωγές σε όλη τη χώρα. 30.000 Εβραίοι συνελήφθησαν, κακοποιήθηκαν και κατέληξαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ 91 δολοφονήθηκαν. 7.000 επιχειρήσεις διαλύθηκαν και χιλιάδες κατοικίες Εβραίων λεηλατήθηκαν. Επειδή η Γερμανία δεν κατασκεύαζε υαλοπίνακες εκείνη την εποχή, τους παράγγειλε στο Βέλγιο και χρέωσε στους Εβραίους ένα δισεκατομμύριο μάρκα για την αποκατάσταση της ζημιάς[5].

Έναρξη του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να βρεθεί αφορμή επίθεσης της Γερμανίας εναντίον της Πολωνίας, ο Χάιντριχ "έστησε" μια πολωνική επίθεση εναντίον του μεθοριακού σταθμού ασυρμάτου του φυλακίου του Γκλάιβιτζ (Gleiwitz): Ο σταθμός "δέχθηκε επίθεση" από καταδίκους του κοινού ποινικού δικαίου, τους οποίους ο Χάιντριχ είχε ντύσει με πολωνικές στρατιωτικές στολές.[1] Όταν ο διοικητής του σταθμού αντισυνταγματάρχης Στάινμετς επιχείρησε να αντιταχθεί στην απάτη αυτή, ο επικεφαλής της επιχείρησης τον σταμάτησε λέγοντάς του μόνο μια λέξη: "Fuhrerbefehl!" (διαταγή του Φύρερ). Η προπαγάνδα ήταν φυσικά εκεί και η επιχείρηση του Γκλάιβιτς, φωτογραφημένη πλέον, αποτέλεσε την επίσημη αφορμή κήρυξης του πολέμου εναντίον της Πολωνίας την 1η Σεπτεμβρίου 1939 (Επιχείρηση Fall Weiss)[6].

Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του συμβολή στην εξυπηρέτηση των "εθνικών συμφερόντων" ο Χίμλερ αναθέτει στον Χάιντριχ τη Διοίκηση του Κεντρικού Γραφείου Ασφάλειας του Ράιχ (RSHA), μιας υπηρεσίας που συγκέντρωνε στους κόλπους της τη δράση των SD, της Γκεστάπο, της Ποινικής Αστυνομίας και της υπηρεσίας κατασκοπείας. Η RSHA επρόκειτο να αποτελέσει το μεγαλύτερο όργανο τρομοκρατίας και μαζικών δολοφονιών που εμφανίστηκε ποτέ στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Πρώτο της έργο ήταν να επιχειρηθεί η καταστροφή της Πολωνίας ως έθνους.

Για να έχει καλύτερα αποτελέσματα, ο Χάιντριχ αποφάσισε τη δημιουργία των Ομάδων Ειδικής Δράσης (Einsatzgruppen)[1]. Οι ομάδες αυτές προέβησαν σε συστηματικές εξοντώσεις των Πολωνών πολιτικών, εξεχουσών φυσιογνωμιών της αριστοκρατίας, της επιστήμης, του κλήρου και των επαγγελματικών ομάδων. Αν αυτοί εξέλιπαν, ο υπόλοιπος πολωνικός πληθυσμός, θεωρούμενος ως φυλετικά κατώτερος, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα λαό σκλάβων. Όμως, ανάμεσα στους "κατώτερους" Πολωνούς, υπήρχαν και περίπου δύο εκατομμύρια "υπανθρώπων" (Untermensch): Οι Πολωνοί Εβραίοι. Με διαταγή του Χάιντριχ δημιουργήθηκαν τρία τεράστια γκέτο στη Βαρσοβία, την Κρακοβία και το Λοτζ. Η ανηλεής απομόνωσή τους, η έλλειψη τροφίμων και υγειονομικής περίθαλψης, που προκάλεσε επιδημίες, είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο περίπου μισού εκατομμυρίου Εβραίων μέχρι τα μέσα του 1941.

Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο του 1941 η Γερμανία εισβάλλει στη Ρωσία (τότε ΕΣΣΔ). Ο Χάιντριχ υποδιαιρεί τα Einsatzgruppen του σε τέσσερις "υποομάδες" (Α, Β, C και D) με τη σαφή εντολή "...μέτρα όπως η αναζήτηση και εκτέλεση αντίθετων στοιχείων πρέπει να εφαρμοστούν, ώστε να συμβάλουν στην πολιτική ειρήνευση των κατεχομένων εδαφών...". Με απλά λόγια, όλοι οι κομισάριοι του Σοβιετικού στρατού και τα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος που θα συλλαμβάνονταν, έπρεπε να εκτελούνται (η διαταγή για τους κομισάριους προερχόταν απευθείας από το Χίτλερ προς τους Στρατηγούς του στην τελευταία τους συνάντηση πριν την εισβολή). Οι Ειδικές Ομάδες του Χάιντριχ εκτέλεσαν το έργο τους εμπλουτιζόμενες από εθελοντές από τις Βαλτικές χώρες, γερμανικής καταγωγής εγχώριους πληθυσμούς και εθνικιστές Ουκρανούς. "Ο Φύρερ διέταξε τη φυσική εξόντωση των Εβραίων" είπε ο Χάιντριχ στον άμεσο υφιστάμενο και βοηθό του Άιχμαν, όπως κατέθεσε ο ίδιος στη δίκη του το 1962.

Μαζικές δολοφονίες Εβραίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ειδικές Ομάδες, ύστερα από αυτή τη διαταγή, στρέφουν την προσοχή τους στις μαζικές δολοφονίες των Ρωσοεβραίων. Ο Διοικητής της υποομάδας Ότο Όλεντορφ (Otto Ohlendorf) έδωσε, στη Δίκη της Νυρεμβέργης, ακριβέστατη περιγραφή της μεθόδου: "...Η επιλεγμένη ομάδα έμπαινε στο χωριό ή την πόλη που προέβλεπε το σχέδιο και διέτασσε όλους τους Εβραίους να συγκεντρωθούν σε συγκεκριμένο σημείο, με στόχο την (υποτιθέμενη) μετεγκατάστασή τους. Τoυς ζητούσαν να παραδώσουν όλα τα πολύτιμά τους αντικείμενα και, λίγο πριν την εκτέλεση, την εξωτερική τους περιβολή. Στη συνέχεια, άνδρες, γυναίκες και παιδιά οδηγούνταν σε προεπιλεγμένο χώρο εκτέλεσης και πλάι σε μια ειδικά ανοιγμένη βαθεία αντιαρματική τάφρο, όπου εκτελούνταν με τα σώματα να πέφτουν σε αυτή και να ενταφιάζονται στη συνέχεια...". Αυτό ακριβώς έκαναν στο Μπάμπι Γιαρ του Κιέβου, όπου εκτελέσθηκαν μέσα σε 48 ώρες περίπου 25.000 άτομα. Οι Ειδικές Ομάδες, κατ' εντολή του Χάιντριχ, τηρούσαν λεπτομερές αρχείο, συμπεριλαμβανομένου και του αριθμού των εκτελεσθέντων και δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που οι ομάδες έκαναν διαγωνισμό για το ποια θα επιτύγχανε μεγαλύτερους αριθμούς. Κατά το πρώτο έτος της ναζιστικής κατοχής στην ΕΣΣΔ δολοφονήθηκαν με αυτό τον τρόπο περίπου 300.000 Εβραίοι, μέχρι το Μάρτιο του 1943 ο αριθμός είχε φθάσει τις 600.000 και μέχρι το τέλος του πολέμου (κατ' εκτίμηση) το 1.300.000.[7]

Μια από τις εκτελέσεις της Ομάδας Β στο Κίεβο έγινε αντικείμενο παρακολούθησης από τον ίδιο το Χίμλερ, ο οποίος προς το τέλος της είχε εμφανώς την όψη αρρώστου. Όταν συνήλθε από την παρολίγον λιποθυμία του, ούρλιαξε στους ενόπλους να τελειώνουν όσο το δυνατό πιο γρήγορα, ειδικά με όσους ήταν απλά τραυματισμένοι. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο Χίμλερ διέταξε τους επικεφαλής να υιοθετήσουν μια πιο ανθρώπινη μέθοδο εξόντωσης των θυμάτων με χρήση κινητών θαλάμων αερίων: Σε ένα κλειστό θάλαμο αυτοκινήτου θα διοχετεύονταν τα καυσαέρια από άλλα αυτοκίνητα και το μονοξείδιο του άνθρακα θα σκότωνε τα θύματα. Η μέθοδος δοκιμάστηκε αλλά δεν απέδωσε τα αναμενόμενα: Ο αριθμός των θυμάτων ήταν μικρός, ο θάνατος ήταν επίσης αργός και επιπλέον υπήρχε και το θέμα αποκομιδής των πτωμάτων. Από εδώ ξεκίνησε η ιδέα του Χάιντριχ για τη χρήση του Κυκλώνα Β σε θαλάμους αερίων, η οποία και εφαρμόσθηκε στα στρατόπεδα εξόντωσης.

Η διάσκεψη της Βάνζεε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 31 Ιουλίου 1941, ύστερα από εντολή του Χίτλερ, ο Στρατάρχης του Ράιχ Χέρμαν Γκέρινγκ έδωσε εντολή στον Χάιντριχ να ετοιμάσει ένα γενικό σχέδιο των απαιτούμενων μέτρων για την Τελική Λύση του Εβραϊκού ζητήματος. Ο Χάιντριχ συγκάλεσε, στις 20 Ιανουαρίου 1942, τη Διάσκεψη της Βάνζεε, που θεωρείται η απαρχή του Ολοκαυτώματος.

Προστάτης του Ράιχ στην Τσεχοσλοβακία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μέτρα και οι φροντίδες του Χάιντριχ εντυπωσίασαν τον Χίτλερ, ο οποίος το Σεπτέμβρη του 1941 τον "ανταμείβει" διορίζοντάς τον "Προστάτη του Ράιχ" (Reichproteκtor) στην Τσεχοσλοβακία. Ο Χάιντριχ εγκαθίσταται στην Πράγα και αμέσως σχεδόν με την άφιξή του εγκαθιδρύει το πρώτο γκέτο στο Τερεζίενσταντ (Theresienstadt). Η Τσεχοσλοβακία αρχίζει να ζει κάτω από διαρκή τρόμο καθώς εξαπολύει ανηλεή διωγμό κατά της Τσεχικής αντίστασης. Στην εκεί θητεία του ο Χάιντριχ αποκτά το προσωνύμιο "Ο Χασάπης της Πράγας". Παράλληλα, αναπτύσσει μια αντιφατική πολιτική με τους Τσέχους εργάτες, προσφέροντάς τους ανταμοιβές όταν ξεπερνούσαν τα πλάνα παραγωγής. Οι Τσέχοι αντιστασιακοί, ωστόσο, δεν είναι καθόλου διατεθειμένοι να του επιτρέψουν να τους διαλύσει ολοκληρωτικά και οργανώνουν την "απάντησή" τους με τη βοήθεια των Βρετανών. Ο Χάιντριχ έχει φθάσει στο απόγειο της υπεροψίας του και απολαμβάνει να μετακινείται με μια ανοιχτή πράσινη Μερτσέντες από την Πράγα στη γενέτειρά του χωρίς ένοπλη συνοδεία. Βασίζεται στην πεποίθηση ότι ο πληθυσμός τον συμπαθεί, ύστερα από την πολιτική που ακολούθησε, και η αντίσταση έχει συντριβεί από την Γκεστάπο.

Δολοφονία και Αντίποινα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 27 Μαΐου 1942 ο Χάιντριχ μετακινείται στην Πράγα πάντα με την πράσινη Μερτσέντες του. Σε μια κλειστή στροφή το αυτοκίνητο ανακόπτει ταχύτητα. Εκεί τον περιμένουν οι άνδρες της "Ελεύθερης Τσεχίας", οι οποίοι είχαν εκπαιδευθεί και εξοπλιστεί στη Βρετανία και είχαν γυρίσει στη χώρα τους με στόχο τη δολοφονία του. Επρόκειτο για τους Γιαν Κούμπις (Jan Kubis) και Γιόζεφ Γκάμπτσικ (Jozef Gabcik). Αρχικά πυροβόλησαν τον Χάιντριχ, χωρίς σημαντικό αποτέλεσμα. Έριξαν, όμως, και μια χειροβομβίδα, η οποία όταν εξερράγη τον τραυματίζει. Καταφέρνει να βγει από το αυτοκίνητο με το πιστόλι στο χέρι και αρχίζει να βάλει εναντίον των αντιστασιακών. Ωστόσο, το τραύμα του δεν είναι ασήμαντο και ύστερα από λίγο καταρρέει και σωριάζεται στο δρόμο. Μεταφέρεται στο Νοσοκομείο της Πράγας, στο οποίο ο Χίμλερ στέλνει τους προσωπικούς του ιατρούς για να τον φροντίσουν.

H Μερτσέντες του Χάιντριχ

Έχει, όμως, κτυπηθεί στον σπλήνα και τα θραύσματα που έχουν σφηνωθεί εκεί, μαζί με τμήματα από την ταπετσαρία του αυτοκινήτου και τη στολή του, του προκαλούν σηψαιμία. Οι προσπάθειες των ιατρών αποβαίνουν άκαρπες και ο Χάιντριχ καταλήγει. Η Γκεστάπο και τα SS, στο μεταξύ, εξαπολύουν ανθρωποκυνηγητό για να εντοπίσουν τους δολοφόνους του. Εκτελούνται τόσο οι δολοφόνοι όσο και οποιοσδήποτε πιστεύουν ότι μπορεί να είχε κάποια ανάμιξη στη δολοφονία. 3.000 Εβραίοι από το γκέτο του Τερεζίενσταντ οδηγούνται για εκτέλεση. Άλλοι 500 συλλαμβάνονται στο Βερολίνο και 152 από αυτούς εκτελούνται κατά τη διάρκεια της κηδείας του, ως αντίποινα για το θάνατό του. Οι Ναζί του επιφύλαξαν μεγαλοπρεπή κηδεία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Χίτλερ τον αποκάλεσε "ο άνθρωπος με τη σιδερένια καρδιά".[8]

Η σφαγή του Λίντιτσε[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατ' εντολήν του Χίτλερ, και ως πράξη εφαρμογής σκληρότερων αντιποίνων, οι άνδρες της SD (Sicherheitsdienst, Υπηρεσία Ασφαλείας της SS) κυκλώνουν την μικρή κωμόπολη του Λίντιτσε (Lidice) με την (ψευδή) κατηγορία ότι οι κάτοικοί του είχαν βοηθήσει τους εκτελεστές του Χάιντριχ. Εδώ γράφεται μια από τις μελανότερες πράξεις του Πολέμου, στις 10 Ιουνίου 1942: Τρεις αξιωματικοί και είκοσι στρατιώτες συστήνουν εκτελεστικό απόσπασμα, από το οποίο μεθοδικά εκτελούνται όλοι οι άνδρες της πόλης άνω των 16 ετών, συνολικά 172 άτομα, με πυρά πυροβόλων όπλων. Την ίδια τύχη έχουν ένδεκα άνδρες που άλλαζαν βάρδια σε παρακείμενο ορυχείο και δεκαπέντε συγγενείς των εκτελεστών, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων σε 198. Εκτελούνται, επίσης, επιτόπου 71 γυναίκες, άλλες επτά οδηγούνται για "ανάκριση" στην Πράγα, όπου επίσης εκτελούνται. Οι υπόλοιπες γυναίκες, 184 συνολικά, οδηγούνται στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρικ, απ' όπου θα επιζήσουν 143. Ενενήντα παιδιά στέλνονται στο στρατόπεδο του Γκνάιζεναου (Gneisenau). Μερικά από αυτά, έχοντας τα άρεια χαρακτηριστικά, στέλνονται σε ορφανοτροφεία του Ράιχ ή δίνονται για υιοθεσία σε οικογένειες των SS, διαφεύγοντας έτσι το θάνατο. Η ίδια η κωμόπολη πυρπολείται. Τα ερείπια καταστρέφονται με δυναμίτη και μπουλντόζες την ισοπεδώνουν, διαγράφοντάς την ολοκληρωτικά από το χάρτη, καθώς διατάσσεται η εκτύπωση χαρτών χωρίς το όνομα της πόλης. Στο χωράφι που κάποτε υπήρχε η πόλη σπέρνεται σιτάρι. Η κωμόπολη αποτέλεσε σύμβολο της Ναζιστικής κτηνωδίας. Την ίδια τύχη έχει και το παρακείμενο χωριό Λέζακι (Lezaky), στο οποίο οι SS ανακάλυψαν τον ασύρματο επικοινωνίας των εκτελεστών, στο οποίο εκτελούνται όλοι οι ενήλικες κάτοικοι. Με εντολή του Χίμλερ στις 24 Οκτωβρίου 1942 εκτελούνται με αέρια 242 συγγενείς και φίλοι των κατοίκων του Λίντιτσε, κρατούμενοι στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν.

Τα ερείπια του Λίντιτσε, καλοκαίρι 1942. Φωτ. Library of Congress

Μετά τον Πόλεμο το Λίντιτσε ανοικοδομήθηκε λίγο πιο μακριά από το παλαιό και ονομάστηκε Νόβο Λίντιτσε (Novo Lidice). Ποτέ, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ Λίντιτσε και δολοφονίας του Χάιντριχ. Ο επικεφαλής της σφαγής του Λίντιτσε Συνταγματάρχης των SS Μαξ Ρόστοκ (Max Rostock) συνελήφθη, δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε το 1951[9].

Μετά τη δολοφονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετούς μήνες αργότερα και ύστερα από πολλούς δισταγμούς, ο Χίμλερ ορίζει αντικαταστάτη του Χάιντριχ τον Ερνστ Καλτενμπρούννερ (Ernst Kaltenbrunner), έναν αλκοολικό δικηγόρο, ο οποίος, αν και εξίσου κτηνώδης, δεν είχε τις ικανότητες του Χάιντριχ. Ωστόσο, το σχέδιο του Χάιντριχ για την "Τελική Λύση" συνέχισε να εκτελείται από τους Χίμλερ, Καλτενμπρούννερ και Άιχμαν[10].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]