Γενοκτονία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο ελληνικός όρος γενοκτονία είναι ταυτόσημος με τον διεθνώς χρησιμοποιούμενο όρο genocide που προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις γένος και κτείνω (=φονεύω). Τόσο ο ελληνικός όσο και ο διεθνής όρος δημιουργήθηκαν επίσημα (όρος διεθνούς δικαίου) μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Με αυτόν τον όρο αποδίδεται κυριολεκτικά η από τους αρχαιότατους χρόνους υφιστάμενη έννοια και ακριβέστερα ένα από τα αρχαιότερα μαζικά εγκλήματα που αποβλέπουν στη συστηματική, με βίαια ως επί το πλείστον μέσα, επιδιωκόμενη εξόντωση ολόκληρης φυλής ή τμήματος αυτής σε ορισμένο τόπο.

Η γενοκτονία μπορεί να επιδιωχθεί είτε με σειρά ομαδικών φόνων, όλων ή σχεδόν όλων των μελών μιας φυλής, είτε με συστηματική εξασθένιση αυτής (με διάφορα μέσα) μέχρι τη βαθμιαία εξάλειψή της φυλής. Στα βίαια δε μέσα αυτά περιλαμβάνονται και σειρά απαγορευτικών μέτρων επί εθνικών, θρησκευτικών, γλωσσικών, ηθικών, ιστορικών ή άλλων παραδόσεων προκειμένου να επέλθει διαφοροποίηση ή αλλοίωση της καταδιωκόμενης φυλής με βέβαιη την συν τω χρόνω απώλεια του εθνικού και φυλετικού γνωρίσματός της. Ωστόσο, η απόδοση του όρου για μια συγκεκριμένη ενέργεια, οργανωμένου χαρακτήρα, ενέχει υποκειμενικά κριτήρια και τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει αρκετές φορές διάσταση απόψεων.

Εισαγωγή του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον όρο τζινοσάιντ (και κατ' αναλογία ο δημιουργούμενος ελληνικός γενοκτονία) διετύπωσε πρώτος ο Πολωνός δικηγόρος Raphael Lemkin (Λέμκιν) το 1944 λίγο πριν από τη Δίκη της Νυρεμβέργης, κατά των πρωταιτίων της εξολόθρευσης των Εβραίων από του ναζισμού. Η φρίκη και ο αποτροπιασμός που προκάλεσε σε όλο τον κόσμο η συστηματικά οργανωμένη από τους ναζιστές βάρβαρη προσπάθεια βιολογικής εξόντωσης της εβραϊκής φυλής, πριν από τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο και κατά τη διάρκειά του (1933 - 1945), ώθησε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ να χαρακτηρίσει επίσημα τη γενοκτονία ως έγκλημα που τιμωρείται με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Έτσι ο όρος αυτός απετέλεσε και το κύριο κατηγορητήριο όρο στη Δίκη της Νυρεμβέργης.

Ειδική σύμβαση, που ενέκρινε η συνέλευση τον Δεκέμβριο του 1948, όρισε ότι οι δράστες τέτοιου εγκλήματος (είτε είναι όργανα ενός κράτους, στρατιωτικοί ή πολιτικοί υπάλληλοι, είτε απλοί πολίτες) πρέπει να θεωρούνται προσωπικά και ατομικά υπεύθυνοι για το έγκλημα αυτό και να δικάζονται από τα δικαστήρια του τόπου όπου διαπράχθηκαν τα εγκλήματα ή από το διεθνές δικαστήριο. Η αρχή αυτή εφαρμόστηκε σε πολλές ποινικές δίκες εγκληματιών πολέμου, όπως για παράδειγμα στη δίκη του Γερμανού συνταγματάρχη Άντολφ Άιχμαν που έγινε στο κράτος του Ισραήλ.

Το Ολοκαύτωμα (1933 - 1945)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε Ολοκαύτωμα

Παρότι σε διάφορες εποχές οι πολεμικές και κατακτητικές ενέργειες είχαν συνέπεια τη μερική καταστροφή πληθυσμών, ποτέ η Ευρώπη δεν είχε δει την εφαρμογή ενός τόσο ψυχρού και κτηνώδους σχεδίου συστηματικής εξόντωσης όλων εκείνων που ανήκαν σε μια ορισμένη φυλή, όπως ήταν το σχέδιο που καταστρώθηκε και εφαρμόστηκε από τη Γερμανία του Χίτλερ εναντίον της εβραϊκής φυλής.

Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ρατσιστική ιδεολογία δεν ήταν κάτι που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Γερμανία με την άνοδο στην εξουσία του Χίτλερ (αν και αυτός την έφτασε στις ακραίες συνέπειες της), αλλά είχε βαθιές ρίζες και στέρεες ιδεολογικές βάσεις σε ορισμένα ρεύματα της γερμανικής φιλοσοφίας και ιστορικής κριτικής του 19ου αιώνα, από τα βιβλία του αγγλικής καταγωγής Γερμανού συγγραφέα Τσάμπερλεν μέχρι τους λίβελους (pamphlets) του Μάαρ, από τις θεωρίες του Στέκερ μέχρι τις ρατσιστικές εκστρατείες της επιθεώρησης Gartenlaube, που είχαν εμπνεύσει στον λαό την ιδέα της ανωτερότητας της γερμανικής φυλής απέναντι στις άλλες ευρωπαϊκές φυλές. Η αντιεβραϊκή πολεμική έως τότε γινόταν ανεκτή (αν δεν υποστηριζόταν φανερά) από τις ίδιες τις κυβερνήσεις της αυτοκρατορικής Γερμανίας, έστω και μόνο για λόγους σκοπιμότητας, επιτρέποντας έτσι στις ρατσιστικές θεωρίες να βρουν προετοιμασμένο το έδαφος.

Πριν ακόμα αρχίσει ο πόλεμος, λειτουργούσαν έξι στρατόπεδα συγκέντρωσης που βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία του Χάινριχ Χίμλερ και τη φρούρηση των Ες-Ες του ναζιστικού κόμματος (ο όρος SS προέρχεται από τη γερμ. λέξη Schutzstaffel = τμήμα προστασίας) και στα οποία είχαν κλειστεί περίπου 20.000 αντίπαλοι του καθεστώτος. Νέα στρατόπεδα δημιουργήθηκαν τη διετία 1940-1941 και τα προηγούμενα επεκτάθηκαν. Τα στρατόπεδα αυτά ήταν τα: Άουσβιτς, Μπέλζεν, Μπούχενβαλντ, Νταχάου, Φόσενμπεργκ, Μαουτχάουζεν, Νατσβάιλερ, Νόιενγκαμε, Ράβενσμπρικ, Ζαξενχάουζεν, Τερέζιενστατ κ.ά., τα οποία άφησαν φρικιαστικές αναμνήσεις. Υπολογίζεται ότι από τα περίπου 12 εκατ. άτομα που θανατώθηκαν από τις χώρες όπου εισέβαλαν οι Γερμανοί, περίπου 8 εκατ. πέθαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (άντρες, γυναίκες και παιδιά). Η οργανωμένη γενοκτονία γινόταν με διάφορες μεθόδους: εξόντωση με την εντατική εργασία και τον υποσιτισμό, τουφεκισμοί, απαγχονισμοί, ενέσεις φαινόλης και άλλων δηλητηριωδών ουσιών ή μαζική εξόντωση σε θαλάμους αερίων. Δεν υπήρχαν θάλαμοι αερίων σε όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο Μπούχενβαλντ, για παράδειγμα, οι κρατούμενοι υποβάλλονταν (μεταξύ άλλων) και σε διάφορα πειράματα σαν να ήταν ινδικά χοιρίδια· στο Νταχάου και στο Ράβενσμπρικ γίνονταν επίσης πειράματα και στειρώσεις.

Το ότι η οριστική λύση του εβραϊκού ζητήματος, που γοήτευε τους χιτλερικούς, δεν ολοκληρώθηκε και το ότι τα σχέδια γενοκτονίας για τους Τσιγγάνους, τους Σλάβους και τις άλλες θεωρούμενες από αυτούς κατώτερες φυλές εφαρμόστηκαν μόνο σε περιορισμένο βαθμό, αυτό οφείλεται μόνο στο ότι η χιτλερική Γερμανία έχασε τον πόλεμο. Από τα εγκλήματα αυτά και τη νοοτροπία που τα προκάλεσε παρέμειναν ο θλιβερός κατάλογος των δολοφόνων, οι αναρίθμητες μαρτυρίες και καταθέσεις και, προπαντός, τα στρατόπεδα εξόντωσης, όπου ακόμα και σήμερα διατηρείται άθικτος ο μηχανισμός του θανάτου. Οι Αθίγγανοι (Ρομά), μάλιστα, λαός χωρίς κρατική συγκρότηση ή έστω συμπαγή οργάνωση, δεν είχαν τρόπο να καταγγείλουν τη δική τους γενοκτονία στη διάρκεια των ναζιστικών θηριωδιών.

Άλλες γενοκτονίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πάντως τα τελευταία χρόνια το ζήτημα της γενοκτονίας το έχουν επισημάνει και άλλοι λαοί εκτός των Εβραίων. Για γενοκτονία παραδείγματος χάριν, μιλούν οι επιζώντες αυτόχθονες της αμερικανικής ηπείρου, οι οποίοι σφαγιάστηκαν από τους Ευρωπαίους αποίκους στα πρώτα χρόνια συγκρότησης των γαλλοβρετανικών αποικιών στις σημερινές ΗΠΑ, στον Καναδά (κυρίως) και στην Αυστραλία.

Γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ελλήνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις που έχουν προκαλέσει διεθνείς αντεκδικήσεις. Ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος είναι οι καταγγελίες των Αρμενίων και των Ελλήνων που διαβιούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία και διεκδικούν αναγνώριση των μαζικών σφαγών εις βάρος τους από την Οθωμανική κυβέρνηση στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. Οι Αρμένιοι αναφέρουν ως γενοκτονία την εξόντωση τους από τον στρατό των Νεοτούρκων στις αρχές του περασμένου αιώνα (1915), ενώ την ίδια περίοδο και μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή (1922) του ελληνισμού, ανάλογες πρακτικές καταγγέλλουν και οι Οθωμανοί Έλληνες. Το ελληνικό κράτος έχει αναγνωρίσει επίσημα και τις δύο περιπτώσεις ως γενοκτονία, ενώ η τουρκική κυβέρνηση αντιδρά έντονα στον χαρακτηρισμό, ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο για εσωτερικές συγκρούσεις, με εκατέρωθεν απώλειες, οι οποίες οφείλονταν μάλιστα στην προσπάθεια κατάλυσης της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκίας. Το 2001, πάντως, η γαλλική εθνοσυνέλευση εξέδωσε ψήφισμα που αναγνώριζε τη γενοκτονία κατά των Αρμενίων, επιφέροντας διπλωματικές διαμαρτυρίες εκ μέρους της Τουρκίας (υπενθυμίζεται ότι στη Γαλλία υπάρχει μεγάλη μειονότητα Αρμενίων).

Ο Μεγάλος Λιμός της Ουκρανίας (1932 - 1933)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η Ουκρανία έθεσε θέμα αναγνώρισης για τον Μεγάλο Λιμό της Ουκρανίας τα έτη 1932 - 1933 ως γενοκτονία. Στις 28 Νοεμβρίου 2006 το ουκρανικό κοινοβούλιο, υπό την προεδρία του Βίκτορ Γιούσενκο υπερψηφίζει νόμο (№ 376–V) με τον οποίο, η λιμοκτονία των Ουκρανών αναγνωρίζεται ως γενοκτονία της ΕΣΣΔ κατά του ουκρανικού λαού ενώ απαγορεύεται η δημόσια άρνησή της. Το Γολοντομόρ του 1932 - 1933 (en: Holodomor | ua: Голодомор) έχει καταγγελθεί από τα κοινοβούλια της πλειοψηφίας των κρατών, μεταξύ των οποίων όλες οι χώρες της Ε.Ε., οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία κ.α. Ιστορικό: Η διετία 1932 - 1933 ονομάστηκε από τη Σοβιετική Ένωση ως «Αγροτική Μεταρρύθμιση». Το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης, σε συνεργασία με τη διοίκηση της Ουκρανικής ΣΣΔ, με το πρόσχημα της κολεκτιβοποίησης, διέταξε να κατασχεθούν πρώτα όλα τα σιτηρά προϊόντα από τους αγρούς και τις αποθήκες και στη συνέχεια όλα τα μη σιτηρά προϊόντα και τα ζώα. Απαγορεύτηκε η μετακίνηση του αγροτικού πληθυσμού στις πόλεις. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν ο θάνατος από ασιτία επτά ως δώδεκα εκατομμυρίων ανθρώπων σε διάρκεια πεντακοσίων ημερών. Η επίσημη ουκρανική πλευρά μιλάει για επτά με δέκα εκατομμύρια, που σημαίνει 17 θάνατοι το λεπτό, 1.000 την ώρα και 25.000 την ημέρα. Ως ημέρα μνήμης για τα θύματα του Μεγάλου Λιμού της Ουκρανίας τα έτη 1932 - 1933 ορίστηκε η 25η Νοεμβρίου.

Αμφιλεγόμενες καταγγελίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξάλλου, τις τελευταίες δεκαετίες, καταγγελίες για γενοκτονία έχουν γίνει σε διάφορες περιπτώσεις είτε εμφυλίων είτε διακρατικών συγκρούσεων σε χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου (π.χ. Ρουάντα), καθώς τα κρατικά μορφώματα που προέκυψαν μεταπολεμικά, με το τέλος της αποικιοκρατίας, περιλάμβαναν συχνά λαούς με εντελώς διαφορετική φυλετική σύσταση και η ανάδειξη στην εξουσία της μίας ή της άλλης φυλής συνεπαγόταν σφοδρές συγκρούσεις για την κυριαρχία. Τέλος, άλλες καταγγελίες, όπως των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα ισραηλινά εδάφη, των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, των Κούρδων της Τουρκίας ή των Τσετσένων της Ρωσίας, αποτελούν μάλλον υπερβολικούς χαρακτηρισμούς, καθώς, ακόμα και αν υφίστανται μαζικού χαρακτήρα επιθέσεις, δεν συνεπάγεται η έννοια της ολοκληρωτικής εξόντωσης του (άμαχου) πληθυσμού.