Ιστορία των Εβραίων στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το εσωτερικό τής συναγωγής Καχάλ Σαλόμ στη Ρόδο

Οι οργανωμένες εβραϊκές κοινότητες στην Ελλάδα έχουν ιστορία δύο και πλέον χιλιετιών. Η παλαιότερη και πλέον χαρακτηριστική ομάδα που κατοίκησε στη χώρα είναι οι Ρωμανιώτες. Πρακτικά, όμως, στη σύγχρονη εποχή ως Έλληνας ΕβραίοςΕλληνοεβραίος) νοείται οποιοσδήποτε Έλληνας ανήκει στην ιουδαϊκή θρησκεία ή έχει εβραϊκή καταγωγή και κατοικεί ή ανάγεται (ως προς την προέλευση) σε περιοχή της σύγχρονης Ελλάδας.

Εκτός από τους Ρωμανιώτες, η Ελλάδα υπήρξε το ιστορικό κέντρο μιας άλλης μεγάλης ομάδας Εβραίων, των Σεφαραδιτών, η δε Θεσσαλονίκη αποκλήθηκε στο παρελθόν «μητέρα του Ισραήλ» (εβρ. ir v’em beyisrael).

Οι Έλληνες Εβραίοι έπαιξαν σπουδαίο ρόλο κατά την αρχική περίοδο αναπτύξεως του Χριστιανισμού και συνέβαλαν στους τομείς της εκπαίδευσης και του εμπορίου κατά τη Βυζαντινή και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Εντούτοις, η παρουσία τους στην Ελλάδα υπέστη συντριπτικό πλήγμα από την ερήμωση που επέφερε το Ολοκαύτωμα κατά το διάστημα της κατοχής της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, παρά τις προσπάθειες διαφόρων Ελλήνων να τους προστατεύσουν. Οι λιγοστοί (εν σχέσει με το παρελθόν) Έλληνες Εβραίοι ζουν σήμερα αρμονικά με τους Έλληνες Χριστιανούς, η δε εβραϊκή κοινότητα συνεργάζεται με τους υπόλοιπους Έλληνες για την καταπολέμηση των όποιων κρουσμάτων αντισημιτισμού στην Ελλάδα.

Εβραϊκές ομάδες στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότεροι Εβραίοι στην Ελλάδα είναι Σεφαραδίτες, αλλά η χώρα αποτελεί επίσης την έδρα της μοναδικής ρωμανιώτικης κουλτούρας, η οποία βρίσκεται πλέον υπό εξαφάνιση. Εκτός από τους Σεφαραδίτες και τους (ελάχιστους) Ρωμανιώτες, έχουν υπάρξει επίσης μικρές ασκεναζίτικες κοινότητες στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Μικρές ομάδες Εβραίων είχαν καταφύγει επίσης στην Ελλάδα προς το τέλος τού 19ου και στις αρχές τού 20ού αι. από τις περιοχές του Πόντου, όπου συγκατοικούσαν με τις ελληνικές κοινότητες, υπό την πίεση των πογκρόμ και άλλων διώξεων.

Ρωμανιώτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπογεγραμμένο αντίγραφο από το Διάταγμα της Αλάμπρα, με το οποίο περ. 200.000 Εβραίοι εκδιώχθηκαν από την Ισπανία το 1492
Μωσαϊκό ρωμανιώτικης συναγωγής στην Αίγινα, 300 μ.Χ.

Οι Ρωμανιώτες αποτελούν το παλαιότερο τμήμα του εβραϊκού στοιχείου στην Ελλάδα, όπου έχουν ιστορία άνω των δύο χιλιάδων ετών. Η γλώσσα τους ήταν η ρωμανιώτικη διάλεκτος (γνωστή επίσης υπό το σπάνιο όνομα Γεβανική, Yevanic, όρος που ανάγεται στην εβρ. λέξη יון yāvān «Ελλάδα, Ιωνία»), που αποτελεί διάλεκτο της Ελληνικής, αλλά φαίνεται ότι δεν έχει πλέον επιζώντες ομιλητές. Οι σημερινοί Έλληνες Ρωμανιώτες μιλούν τη Νέα Ελληνική.

Μεγάλες κοινότητες Ρωμανιωτών υπήρχαν στα Ιωάννινα, στη Θήβα, τη Χαλκίδα, την Κέρκυρα, την Άρτα, την Κόρινθο, καθώς και στα νησιά Κρήτη, Λέσβο, Χίο, Σάμο, Ρόδο και Κύπρο. Οι Ρωμανιώτες διακρίνονται ιστορικά από τους Σεφαρδίτες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα (κυρίως στη Θεσσαλονίκη, λαντίνο Selanik) κατόπιν αδείας και προσδιορισμού του χώρου εγκατάστασης υπό του Σουλτάνου, μετά την εκδίωξη των Εβραίων από την Ισπανία το 1492 (διάταγμα του Φερδινάνδου Β΄ και της Ισαβέλλας κατά όλων των αλλοθρήσκων που αρνήθηκαν να ασπαστούν τον χριστιανισμό).
Σχεδόν όλοι οι Ρωμανιώτες των Ιωαννίνων, οι οποίοι αποτελούσαν τη μεγαλύτερη εναπομένουσα ρωμανιώτικη κοινότητα που δεν είχε αφομοιωθεί από τη σεφαραδίτικη κουλτούρα, υπήρξαν θύματα του Ολοκαυτώματος. Μερικές δεκάδες επιζώντες έχουν απομείνει σήμερα στα Ιωάννινα.

Σεφαραδίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πλειονότητα των Ελλήνων Εβραίων είναι Σεφαραδίτες, των οποίων οι πρόγονοι είχαν εκδιωχθεί από την Ισπανία το 1492. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου ευημερούσαν επί αιώνες. Η παραδοσιακή γλώσσα των Ελλήνων Σεφαραδιτών ήταν η Ισπανοεβραϊκή ή Λαντίνο και η κοινότητά τους αποτελούσε, μέχρι το Ολοκαύτωμα, «μοναδικό μείγμα οθωμανικής, βαλκανικής και ισπανικής επιρροής», ήταν δε γνωστή για το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης που τη χαρακτήριζε. Το Ίδρυμα Προωθήσεως Σεφαραδίτικων Μελετών και Κουλτούρας (Foundation for the Advancement of Sephardic Studies and Culture) θεωρεί τη σεφαρδίτικη κοινότητα της Θεσσαλονίκης «αναμφισβήτητα μία από τις σπουδαιότερες ανά τον κόσμο».

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη μνεία εβραϊκού στοιχείου στην Ελλάδα χρονολογείται το 300-250 π.Χ. σε επιγραφή του Ωρωπού, η οποία αναφέρεται σε έναν Εβραίο δούλο ονόματι Μόσχον Μοσχίωνος. Τον 2ο αι. π.Χ. ο Υρκανός, ηγέτης της εβραϊκής κοινότητας των Αθηνών, τιμήθηκε με την ανέγερση αγάλματος στην αγορά. Ωστόσο, οι πληροφορίες και τα στοιχεία για την παρουσία του εβραϊκού στοιχείου στον ελληνικό χώρο πληθύνονται κατά την ελληνιστική κυρίως εποχή.

Ελληνιστική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μέγας Αλέξανδρος κατέλαβε το πρώην βασίλειο του Ιούδα το 332 π.Χ., αφού επιβλήθηκε σταδιακά της Περσικής Αυτοκρατορίας, η οποία κατείχε την περιοχή από τότε που ο βασιλιάς Κύρος κατέκτησε τη Βαβυλώνα. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, ο πόλεμος των Διαδόχων οδήγησε σε συνεχείς μεταβολές ηγεσίας στην περιοχή, διότι οι διάδοχοι μάχονταν για να κερδίσουν τον έλεγχο των περσικών επαρχιών. Η ιστορικός Karen Armstrong αναφέρει ότι «οι Εβραίοι της Ιερουσαλήμ γεύτηκαν την ελληνική εισβολή ως εμπειρία καταστροφική, βίαιη και στρατοκρατορική».[1]

Τελικά η περιοχή πέρασε υπό τον έλεγχο της δυναστείας των Πτολεμαίων, με αποτέλεσμα να αποκτήσει ελληνιστικό χαρακτήρα. Οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας δημιούργησαν ένα μοναδικό κράμα ελληνικής και εβραϊκής κουλτούρας, οι δε Εβραίοι της Ιερουσαλήμ διαιρέθηκαν σε συντηρητικούς και φιλέλληνες. Η επιρροή αυτού του ελληνιστικού κράματος με φορείς Εβραίους που είχαν στο παρελθόν αποτελέσει μέρος της Ελληνικής αυτοκρατορίας, καθώς και οι ταραχές της περιόδου που μεσολάβησε από τον θάνατο του Αλεξάνδρου ως τον 2ο αι. π.Χ., οδήγησε ―όπως έχει υποστηριχθεί[1]― στην κατοπινή ανάδυση του εβραϊκού μεσσιανισμού. Οι ιδέες αυτές ενέπνευσαν εν συνεχεία το επαναστατικό φρόνημα των Εβραίων, όταν η Ιερουσαλήμ έγινε μέρος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παύλος από την Ταρσό, του Ρέμπραντ.

Το 146 π.Χ. ολόκληρη η ελληνική επικράτεια υποτάχθηκε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Οι Ρωμανιώτες που διαβιούσαν στην Ελλάδα δεν είχαν κοινή πορεία με εκείνους που ζούσαν στην επαρχία της Ιουδαίας. Η Καινή Διαθήκη περιγράφει τους Εβραίους της Ελλάδας ως χωριστή κοινότητα από τους Εβραίους της Ιουδαίας, πράγμα που επιτείνεται από το γεγονός ότι οι πρώτοι δεν συμμετείχαν στον Α΄ Ιουδαιο-Ρωμαϊκό πόλεμο ούτε στις κατοπινές συγκρούσεις. Ωστόσο, οι εκτεταμένες μετακινήσεις του 1ου αι. μ.Χ. εντός της αυτοκρατορίας οδήγησαν αρκετούς Εβραίους στη Θεσσαλονίκη, όπου συνάντησαν την τοπική κοινότητα Ρωμανιωτών, οι οποίοι μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο. Σύμφωνα με ρωμανιώτικη παράδοση, οι πρώτοι Εβραίοι που μετοίκησαν στα Ιωάννινα και συνέστησαν την τοπική κοινότητα έφθασαν εκεί μετά την καταστροφή του δεύτερου Ναού το 70 μ.Χ.[2] Ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο μεταξιού, την υφαντουργία και τη βαφή υφασμάτων.

Από τους πλέον περίφημους Εβραίους που έδρασαν στον ελληνικό χώρο τον 1ο αι. υπήρξε ένας πρώην διώκτης των πρώτων Εβραίων Χριστιανών, μέχρις ότου μεταστράφηκε καθ' οδόν προς τη Δαμασκό, ο Παύλος από την Ταρσό, γνωστός και ως Απόστολος Παύλος. Ο Παύλος από την Ταρσό, που στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα της ελληνιστικής αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, διαδραμάτισε νευραλγικό ρόλο στην ίδρυση πολλών χριστιανικών εκκλησιών ανά τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, κατ’ εξοχήν στη Μικρά Ασία και την Ελλάδα. Το δεύτερο ιεραποστολικό ταξίδι του Παύλου περιελάμβανε διδαχή και κήρυγμα με σκοπό τη μεταστροφή στη συναγωγή της Θεσσαλονίκης, μέχρις ότου εκδιώχθηκε από την εβραϊκή κοινότητα της πόλης.

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάρρευση του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στοιχεία του ρωμαϊκού πολιτισμού εξακολούθησαν να υπάρχουν εντός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι Εβραίοι της Ελλάδος έγιναν σταδιακά αντικείμενο της προσοχής από την ηγεσία της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Ορισμένοι αυτοκράτορες επιδίωξαν με ζήλο να αποκτήσουν τον έλεγχο του πλούτου των Εβραίων της Ελλάδος και τους επέβαλλαν ειδικούς φόρους ή επιχειρούσαν να τους μεταστρέψουν βιαίως στον Χριστιανισμό. Η προσπάθεια αυτή δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία, διότι προσέκρουσε στην αντίσταση τόσο της εβραϊκής κοινότητας όσο και των ελληνικών χριστιανικών συνόδων.[3]

Κατά τον Μεσαίωνα διάφορες ομάδες Ασκεναζιτών άρχισαν να εγκαθίστανται στην Ελλάδα. Η πρώτη ομάδα έφθασε στην περιοχή το 1376 και αποτέλεσε ουσιαστικά την προφυλακή της μεταναστευτικής κίνησης Ασκεναζιτών από την Ουγγαρία και τη Γερμανία. Το ρεύμα των εν λόγω μεταναστών αυξήθηκε κατά τον 15ο αιώνα εξαιτίας του διωγμού των Εβραίων από τις χώρες αυτές. Επιπρόσθετα, Εβραίοι από τη Γαλλία και τη Βενετία έφθασαν στην Ελλάδα και ίδρυσαν νέες εβραϊκές κοινότητες στη Θεσσαλονίκη.

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης αποτελούσε το νοτιοανατολικό όριο της εβραϊκής συνοικίας της πόλεως.

Οι ελληνικές περιοχές περιήλθαν σε οθωμανική κατοχή από τα μέσα του 15ου αιώνα ως το τέλος της Επαναστάσεως με τη συνθήκη του 1832 και του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου το 1913. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο η Θεσσαλονίκη αποτελούσε το κέντρο της εβραϊκής ζωής στα Βαλκάνια.

Μετά την εκδίωξή τους από την Ισπανία, περίπου 15.000-20.000 Σεφαρδίτες εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι μετανάστες αυτοί εγκατέστησαν το πρώτο τυπογραφείο στην πόλη, η οποία απέκτησε φήμη ως κέντρο εμπορίου και μάθησης. Η συνεχής άφιξη Εβραίων από διάφορες ευρωπαϊκές περιοχές εξαιτίας των διωγμών οδήγησε σε αύξηση του εβραϊκού πληθυσμού, μέχρι που το 1519 αποτελούσε την πλειονότητα των κατοίκων της πόλεως.

Κατά το 1650 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη ο Σαμπετάι Ζεβί, ένας Εβραίος από τη Σμύρνη, που ισχυριζόταν ότι ήταν ο μεσσίας. Ο Ζεβί απέκτησε αρκετούς ειλικρινείς πιστούς στην πόλη, επωφελούμενος από ένα κύμα αυξανόμενου ενδιαφέροντος για τον μυστικισμό και τον καββαλισμό. Μετά την αναγκαστική μεταστροφή τού Ζεβί στο Ισλάμ, τριακόσιες οικογένειες από τους ακολούθους του έγιναν Ντονμέ, διατηρώντας μια μορφή μεσσιανικού κρυπτο-Ιουδαϊσμού παρά τη μεταστροφή τους. Τα γεγονότα συνετέλεσαν στη διαπίστωση ότι υπήρχε ανάγκη για μεγαλύτερη κεντρική οργάνωση και ηγεσία στην εβραϊκή κοινότητα. Η ηγεσία αυτή κατόρθωσε να επωφεληθεί δύο αιώνες αργότερα από την προοδευτική φιλελευθεροποίηση των οθωμανικών νόμων.

Από ημερολόγιο της Θεσσαλονίκης του 1896: κείμενο στην Τουρκική, Αρμενική, Λαντίνο, Ελληνική, Βουλγαρική και Γαλλική. Εμφανίζει την ημερομηνία κατά το Ισλαμικό, το Εβραϊκό, το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό ημερολόγιο.

Προς το μέσον τού 19ου αι., όμως, επήλθαν νέες αλλαγές στη ζωή των Ελλήνων Εβραίων. Tο σώμα των γενιτσάρων είχε διαλυθεί το 1826 και τις παραδοσιακές εμπορικές οδούς εκμεταλλεύονταν πλέον οι Μεγάλες Δυνάμεις τής Ευρώπης. Ο σεφαρδίτικος πληθυσμός τής Θεσσαλονίκης είχε αυξηθεί σε περίπου 25.000-30.000 μέλη και αυτό είχε οδηγήσει σε έλλειψη πόρων, προβλήματα υγιεινής και πυρκαγιές. Προς το τέλος τού αιώνα, όμως, η κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά, καθώς οι εμπορικές πρωτοβουλίες τής σεφαραδίτικης κοινότητας, κυρίως εκ μέρους τής οικογένειας Αλλατίνη, αξιοποίησαν τις νέες δυνατότητες εμπορίου με την υπόλοιπη Ευρώπη. Ο ιστορικός Misha Glenny υπογραμμίζει ότι η Θεσσαλονίκη ήταν «η μόνη πόλη στην αυτοκρατορία, όπου οι Εβραίοι άσκησαν βία κατά του χριστιανικού πληθυσμού ως μέσον παγιώσεως της πολιτικής και οικονομικής τους ισχύος».[4]

Εβραίοι πυροσβέστες στη Θεσσαλονίκη τού 19ου αιώνα

Στην πραγματικότητα, ώς τις αρχές τού 20ού αιώνα οι Εβραίοι αποτελούσαν πάνω από το μισό τού πληθυσμού τής πόλεως. Ως αποτέλεσμα της εβραϊκής επιρροής, ακόμη και αρκετοί μη Εβραίοι στη Θεσσαλονίκη μιλούσαν την Ισπανοεβραϊκή (Λαντίνο), τη γλώσσα των Σεφαρδιτών, και η πόλη ουσιαστικά έκλεινε κατά το εβραϊκό Σάββατο. Ταξιδιώτες που περνούσαν από το λιμάνι τής πόλης εκείνη την εποχή έλεγαν, χιουμοριστικά, ότι η Θεσσαλονίκη ήταν η πόλη στην οποία οι εργάσιμες ημέρες ήταν στην ουσία τέσσερις και ακολουθούσαν τρεις ημέρες αργίας, Παρασκευή για τους Μουσουλμάνους, Σάββατο για τους Εβραίους και Κυριακή για τους Χριστιανούς.

Η οθωμανική κυριαρχία στη Θεσσαλονίκη έληξε το 1912, όταν οι Έλληνες στρατιώτες εισήλθαν στην πόλη τις τελευταίες ημέρες τού Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Το καθεστώς τής Θεσσαλονίκης δεν είχε αποφασιστεί από τη Βαλκανική Συμμαχία πριν από τον πόλεμο. Μολονότι υπήρχαν φωνές στην εβραϊκή κοινότητα που ισχυρίζονταν ότι η βουλγαρική κυριαρχία θα κρατούσε την πόλη σε θέση προφυλακής στο διεθνές εμπόριο, η ελληνική κυβέρνηση υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο κέρδισε την υποστήριξη της κοινότητας και η χώρα ήταν από τις πρώτες που αποδέχθηκαν τη Δήλωση Μπάλφουρ.[5] Σύντομα μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο Ελληνικό κράτος, ο Αρχιραββίνος της Θεσσαλονίκης δήλωνε απόλυτα ικανοποιημένος από το πνεύμα δικαιοσύνης και ευμένειας των Ελληνικών Αρχών.[6]

O B΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και το Ολοκαύτωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ισραηλίτης στρατιώτης Δ. Αλχανάτης (δεξια) στο μετωπο

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα κυριεύθηκε από τη Ναζιστική Γερμανία και βρέθηκε υπό κατοχή από τις δυνάμεις τού Άξονα. Υπολογίζεται ότι 12.898 Έλληνες Εβραίοι πολέμησαν στον ελληνικό στρατό. Ένας από τους πλέον γνωστούς ήταν ο συνταγματάρχης Μορδεχάι (Μαρδοχαίος) Φριζής, ο οποίος πρώτος απώθησε επιτυχώς τους Ιταλούς, αλλά αργότερα σκοτώθηκε από πυρά της ιταλικής αεροπορίας. Συνολικά, το 86% των Ελλήνων Εβραίων, κυρίως στις περιοχές υπό γερμανική και βουλγαρική κατοχή, δολοφονήθηκαν παρά τις προσπάθειες της ιεραρχίας της Ελληνικής Ορθόδοξης εκκλησίας και αρκετών Ελλήνων Χριστιανών να τους παράσχουν καταφύγιο. Εντούτοις, ορισμένοι κατόρθωσαν να κρυφτούν με τη βοήθεια των Ελλήνων γειτόνων τους.

Πληθυσμός τής Θεσσαλονίκης[7]
Έτος Συνολικός Πληθυσμός Εβραϊκός Πληθυσμός Ποσοστό Εβραίων
1842 70,000 36,000 51%
1870 90,000 50,000 56%
1882/84 85,000 48,000 56%
1902 126,000 62,000 49%
1913 157,889 61,439 39%
1943 53,000
2000 363,987 1,000 0.3%
Συγκέντρωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην πλατεία Ελευθερίας βάσει γερμανικής διαταγής με σκοπό την καταγραφή τους.
Κατά την καταγραφή τους οι Γερμανοί και Έλληνες συνεργάτες τους προέβησαν σε βασανιστήρια και εξευτελισμό των Εβραίων.
Σκηνή από τον εκτοπισμό των Εβραίων των Ιωαννίνων στις 25 Μαρτίου 1944. Σχεδόν όλοι θα εξοντωθούν μόλις οδηγηθούν στο στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπιρκενάου.
Σκηνή από τον εκτοπισμό των Εβραίων των Ιωαννίνων στις 25 Μαρτίου 1944. Σχεδόν όλοι θα εξοντωθούν μόλις οδηγηθούν στο στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπιρκενάου.

Στις 11 Ιουλίου 1942 οι Γερμανοί, καθοδηγούμενοι από τον Αλόις Μπρούνερ περικύκλωσαν τους Εβραίους τής Θεσσαλονίκης με σκοπό να τους εκτοπίσουν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Η κοινότητα πλήρωσε το ποσόν των 2,5 δισεκατομμυρίων δραχμών για την ελευθερία της, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να καθυστερήσει η εκτόπιση ώς τον επόμενο Μάρτιο. Το 96% των μελών της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, δηλαδή 46.091 άνθρωποι, εστάλησαν στο Άουσβιτς.[8] Μόνο 1950 επέστρεψαν και βρήκαν τις περισσότερες από τις εξήντα συναγωγές τους κατεστραμμένες, το νεκροταφείο τους συλημένο και τα σχολεία τους ερειπωμένα.[9] Αρκετοί επιζώντες μετανάστευσαν στο Ισραήλ και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης αριθμεί σήμερα περίπου 1.000 μέλη και διατηρεί τέσσερις συναγωγές.

Ένας από τους θρησκευτικούς ηγέτες που αντιστάθηκαν στις εκτοπίσεις των Εβραίων προς τα στρατόπεδα ήταν ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, ο οποίος επανειλημμένα ανέλαβε πρωτοβουλίες για την παρεμπόδισή τους. Ο Γεννάδιος κατέβαλε προσπάθειες να διασωθούν οι εκχριστιανισθέντες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης και όσοι διέθεταν πλαστές βεβαιώσεις βάπτισης.[10] Αξιομνημόνευτη υπήρξε, κατ΄ εξοχήν, η επίσημη επιστολή διαμαρτυρίας που υπεγράφη στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 1943 από τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και 27 ηγετικά μέλη πολιτιστικών, ακαδημαϊκών και επαγγελματικών οργανώσεων. Το κείμενο ήταν γραμμένο σε ιδιαίτερα αιχμηρή γλώσσα και τόνιζε τους αδιάρρηκτους δεσμούς μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων, αποκαλώντας τους από κοινού «Έλληνες» χωρίς διάκριση. Το εν λόγω κείμενο είναι μοναδικό στο είδος του σε ολόκληρη την υπό κατοχή Ευρώπη ως προς τον χαρακτήρα, το περιεχόμενο και τον σκοπό.

Σημαντική, επίσης, ήταν η συνεισφορά του Γενικού Προξένου της Ιταλίας Γκουέλφο Ζαμπόνι (Guelfo Zamboni), ο οποίος εφοδίασε με πλαστά πιστοποιητικά ιθαγένειας περίπου 300 Εβραίους της Θεσσαλονίκης, επιτρέποντάς τους έτσι να καταφύγουν στην ιταλική ζώνη κατοχής στην Αθήνα.[11]

Δυστυχώς, όπως και σε άλλες χώρες, η εσφαλμένη πληροφόρηση και ο εφησυχασμός έδωσαν στις εβραϊκές κοινότητες των αρχών τού 1940 μια ψευδαίσθηση ασφαλείας. Στην Θεσσαλονίκη, μία από τις κοινότητες με το μεγαλύτερο εβραϊκό στοιχείο, οι κάτοικοί της επέδειξαν παθητική και αδιάφορη στάση έναντι της εφαρμογής της Τελικής Λύσης.[10] Ως αποτέλεσμα, ο κίνδυνος της εκτόπισης και της γενοκτονίας στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως αρχικώς αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία από τους Εβραίους στην Ελλάδα — ακόμη και από τα ηγετικά μέλη τής κοινότητας.

Μετά την κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία το 1943, η Κέρκυρα πέρασε στον έλεγχο της ναζιστικής Γερμανίας. Ο τότε δήμαρχος συνεργάστηκε με τις αρχές κατοχής και συνέβαλε στην υιοθέτηση και εφαρμογή διαφόρων αντισημιτικών νόμων υπό την κατεύθυνση της ναζιστικής διακυβέρνησης.[12] Στις αρχές τού Ιουνίου 1944, ενώ οι Σύμμαχοι βομβάρδιζαν την Κέρκυρα με σκοπό τον αντιπερισπασμό για την απόβαση στη Νορμανδία, η Γκεστάπο περικύκλωσε τους Εβραίους τής πόλεως, τους έθεσε υπό προσωρινή κράτηση στο Παλαιό Φρούριο και στις 10 Ιουνίου τους εκτόπισε στο Άουσβιτς, από όπου ελάχιστοι επιβίωσαν. Εντούτοις, περίπου διακόσιοι από τους 2.000 Εβραίους τού νησιού, οι οποίοι διέφυγαν την περικύκλωση, βρήκαν καταφύγιο στους χριστιανούς γείτονές τους και κρύφτηκαν εκεί. Είναι αξιοσημείωτο ότι μέχρι σήμερα μία από τις κύριες συνοικίες τής παλαιάς πόλης ονομάζεται Εβραϊκή σε αναγνώριση της συμμετοχής και συνεχούς παρουσίας των Εβραίων στην πόλη τής Κέρκυρας. Η Συναγωγή τής συνοικίας αυτής παραμένει ενεργός και λειτουργεί με περίπου 65 μέλη.[13]

Οι 275 Εβραίοι τής Ζακύνθου, ωστόσο, επέζησαν από το Ολοκαύτωμα. Όταν οι γερμανικές αρχές κατοχής διέταξαν γραπτώς τον δήμαρχο να τους παραδώσει κατάλογο με τα ονόματα των Εβραίων του νησιού, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος επέστρεψε τη διαταγή στους Γερμανούς με δύο ονόματα: το δικό του και του δημάρχου. Ο πληθυσμός τού νησιού προσέφερε καταφύγιο σε κάθε μέλος τής εβραϊκής κοινότητας. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1953, όταν το νησί υπέστη καταστροφές από σεισμό, η πρώτη χορηγία βοήθειας ήλθε από το κράτος τού Ισραήλ συνοδευόμενη από το εξής μήνυμα: «Οι Εβραίοι τής Ζακύνθου δεν λησμόνησαν ποτέ τον Δήμαρχο και τον αγαπητό τους Επίσκοπο, καθώς και όσα έκαναν για εμάς».[14]

Στις 21 Νοεμβρίου 2003 η ελληνική Κυβέρνηση, διά του Υφυπουργού Εσωτερικών, ανακήρυξε την 27η Ιανουαρίου «Ημέρα μνήμης των Ελλήνων Εβραίων μαρτύρων και ηρώων του Ολοκαυτώματος»[15] στη χώρα και εξέφρασε την αφοσίωσή της στη συνεργασία όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως καταγωγής, για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού στην Ελλάδα.[16]

Αφιέρωμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Βλ. Armstrong K., 2006: The Great Transformation: The Beginning of our Religious Traditions, New York: Knopf, σελ. 350-2.
  2. Βλ. Dalven R., 1989: The Jews of Ioannina, Cadmus Press.
  3. Βλ. Ίδρυμα Προωθήσεως Σεφαραδίτικων Σπουδών και Κουλτούρας [1].
  4. Βλ. Glenny M., The Balkans: nationalism, war and the great powers 1804-1999. New York: Viking Penguin, σελ. 236.
  5. H Δήλωση Μπάλφουρ (Balfour Declaration), που έλαβε το όνομά της από τον Βρετανό υπουργό εξωτερικών Λόρδο Άρθουρ Μπάλφουρ, διατυπώθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1917 και εξέφραζε τη βούληση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας να αντιμετωπίσει ευνοϊκά την ίδρυση εθνικής πατρίδας για τους Εβραίους στην Παλαιστίνη. Η Δήλωση έγινε δεκτή από την Κοινωνία των Εθνών το 1922 ως τμήμα τού σκεπτικού βάσει του οποίου εκδόθηκε η εντολή (mandate) να υπαχθεί η Παλαιστίνη στη βρετανική προστασία. Για τους λόγους αυτούς, η Δήλωση Μπάλφουρ αποτέλεσε ορόσημο για τον εβραϊκό λαό και για την ίδρυση του εβραϊκού κράτους. Βλ. L. Stein, The Balfour Declaration (New York 1988).
  6. Εφημερίς ΑΘΗΝΑΙ, 3 Ιαν. 1913, σελ. 5, στήλη δεξιά.
  7. Δρ Ρένα Μόλχο The Jerusalem of the Balkans: Salonica 1856-1919 Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
  8. «Στο φως τα μυστικά των ναζί» του Μωυσή Κωνσταντίνη, πρόεδρου του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, Αγγελιοφόρος, 28 Οκτωβρίου 2007· St. Bowman, The Agony of Greek Jews 1940-1945, Stanford University Press, California 2009.
  9. Δρ Ρένα Μόλχο The Jerusalem of the Balkans: Salonica 1856-1919 Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης.
  10. 10,0 10,1 Η Καθημερινή, 5ης Ιουνίου 2008, «Λεηλασία και η σιωπή της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης».
  11. Ο ιταλικός ιστοχώρος για το Ολοκαύτωμα
  12. To Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα (The United States Memorial Museum).
  13. Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος. Η ιστορία τής Κέρκυρας.
  14. To Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα (The United States Memorial Museum).
  15. Νόμος 3218, ΦΕΚ Α/12/27-1-04
  16. Εκδηλώσεις Αντισημιτισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, 2002-2003 Ελλάδα, European Monitoring Centre on Racism and Xenophobia (EUMC).

Επιπλέον βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αβδελά, Έφη; Βαρών - Βασάρ, Οντέτ, επιμ. (1995). Οι Εβραίοι στον ελληνικό χώρο: Ζητήματα ιστορίας στη μακρά διάρκεια. Πρακτικά του Α' Συμπόσιου Ιστορίας της Εταιρείας Μελέτης Εβραϊκού Ελληνισμού: Θεσσαλονίκη, 23-24 Νοεμβρίου 1991. Αθήνα: Γαβριηλίδης. 
  • Argenti, Philip P. (1970). The religious minorities of Chios: Jews and Roman Catholics. Cambridge: Cambridge University Press. 
  • Ευθυμίου, Μαρία (1992). Εβραίοι και Χριστιανοί στα τουρκοκρατούμενα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου: οι δύσκολες πλευρές μιας γόνιμης συνύπαρξης. Αθήνα: Τροχαλία. 
  • Λαμπροπούλου, Άννα; Τσικνάκης, Κώστας, επιμ. (2008). Η εβραϊκή παρουσία στον ελλαδικό χώρο (4ος - 19ος αι.). Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) / Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών. 
  • Μελέτση, Κυριακή (2009). Η παρουσία των Εβραίων στις ελληνικές πόλεις της Βʹ περιοδείας του Αποστόλου Παύλου κατά τους Ελληνιστικούς και πρώιμους Ρωμαϊκούς χρόνους: αρχαιολογική και ιστορική προσέγγιση: σχέση με το ελληνικό πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό περιβάλλον. Αθήνα: Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος. 
  • Μόλχο, Ρένα (2001). Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης 1856-1919: Μια ιδιαίτερη κοινότητα. Θεμέλιο. 
  • Bowman, Steven (2002). «Jews». Minorities in Greece: Aspects of a Plural Society. London: Hurst & Co.. σελ. 64-80. 
  • Bowman, Steven (2006). Jewish Resistance in Wartime Greece. London: Vallentine Mitchell. 
    • Bowman, Steven (2012). Η αντίσταση των Εβραίων στην κατοχική Ελλάδα. Μετάφραση: Ισαάκ Μπενμαγιόρ. Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος. 
  • Bowman, Steven (2009). The Agony of Greek Jews, 1940–1945. Stanford Studies in Jewish History and Culture. Stanford, CA: Stanford University Press. 
  • Μπενβενίστε, Ρίκα, επιμ. (1998). Οι Εβραίοι της Ελλάδας στην Κατοχή. Πρακτικά του Γ' Συμποσίου Ιστορίας της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού (Θεσσαλονίκη, 8 Νοεμβρίου 1996). Θεσσαλονίκη: Βάνιας / Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού. 
  • Nigdelis, Pantelis M. (1994). "Synagoge(n) und Gemeinde der Juden in Thessaloniki: Fragen aufgrund einer neuen judischen Grabinschrift der Kaiserzeit". Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik 102: 297-306. 
  • Pierron, Bernard (2000). Juifs et chrétiens de la Grèce moderne : Histoire des relations intercommunautaires de 1821 à 1945. Histoire et perspectives méditerranéennes. L'Harmattan. 
    • Pierron, Bernard (2004). Αμιλήτου, Έφη; Τουλάτου, Δήμητρα. επιμ. Εβραίοι και χριστιανοί στη νεότερη Ελλάδα: Ιστορία των διακοινοτικών σχέσεων από το 1821 ως το 1945. Μετάφραση: Γιώργος Σαρατσιώτης. Αθήνα: Πόλις. 
  • Fleming, Katherine E. (2008). Greece--a Jewish History. Princeton: Princeton University Press. 
    • Fleming, Katherine E. (2009). Ιστορία των Ελλήνων Εβραίων. Μετάφραση: Νίκος Γάσπαρης. Αθήνα: Οδυσσέας. 

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές και σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]