Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 51°01′20″N 11°14′53″E / 51.0222°N 11.2481°E / 51.0222; 11.2481

Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)

Το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ (Buchenwald, Δάσος με τις οξιές) ήταν ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης κοντά στο Έτερμπουργκ (Etterburg, κάστρο του Έττερ) που βρίσκεται κοντά στη Βαϊμάρη της Θουριγγίας στη Γερμανία. Το στρατόπεδο αυτό ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1937 και οι κρατούμενοί του χρησιμοποιούνταν ως εργατικό δυναμικό με καταναγκαστική εργασία σε τοπικά εργοστάσια παραγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού. Μεταξύ των ετών 1945 και 1950 το στρατόπεδο χρησιμοποιήθηκε από τις Σοβιετικές δυνάμεις κατοχής.

Μπούχενβαλντ: Τα παραπήγματα

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο του 1936 ο Επιθεωρητής των Ναζιστικών Στρατοπέδων συγκέντρωσης Στρατηγός των SS Τέοντορ Άικε (Theodor Eicke), πρώην διοικητής του Στρατοπέδου του Νταχάου πρότεινε την μεταφορά του Στρατοπέδου του Λίχτενμπουργκ στην Θουριγγία. Στις 5 Μαίου 1937 επιλέχθηκε και επίσημα η περιοχή του Έτερμπουργκ (Etterburg) για την μεταστέγαση του Λίχτενμπεργκ. H περιοχή αυτή απείχε μόλις 5 km από την Βαϊμάρη. Το Στρατόπεδο ονομάσθηκε αρχικά "Στρατόπεδο Έττερμπoυργκ" και οι πρώτοι κρατούμενοι έφθασαν εκεί στις 16 Ιουλίου του 1937.

Σχεδόν ένα μήνα αργότερα (6 Αυγούστου) μετονομάσθηκε σε "Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ (Konzentrationslager ή 'KZ' Buchenwald). Το όνομα Buchenwald (γερμ. = δάσος οξιάς) επιλέχθηκε λόγω των δεσμών του Γκαίτε με την περιοχή: Η περίφημη "βαλανιδιά του Γκαίτε", όπου καθόταν και εμπνεόταν εργαζόμενος ο διάσημος Γερμανός ποιητής, βρισκόταν μέσα στην περίμετρο του Στρατοπέδου.

Οι πρώτοι κρατούμενοι ήταν και οι κατασκευαστές των εγκαταστάσεων του Στρατοπέδου, το οποίο περιβαλλόταν από ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα, με πύργους - παρατηρητήρια σε σχετικά μικρές μεταξύ τους αποστάσεις και με φρουρά η οποία διέθετε αυτόματα ενεργοποιούμενα πολυβόλα. Ο χώρος απομόνωσης (φυλακή) του Στρατοπέδου - γνωστός ως "Καταφύγιο" (bunker) βρισκόταν πλάι στην κεντρική είσοδο, ενώ οι SS εκτελούσαν τους κρατουμένους στον χώρο των στάβλων με πυροβόλα όπλα ή, αν επρόκειτο για εκτελέσεις με απαγχονισμό, στον χώρο γύρω από το κρεματόριο [1].

Λειτουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για να κτισθούν οι εγκαταστάσεις οι SS υποχρέωσαν τους κρατούμενους να κουβαλούν, στον "ελεύθερο χρόνο" τους μεγάλες πέτρες από το λατομείο που υπήρχε στο στρατόπεδο μέσω μιας μεγάλης πέτρινης σκάλας με πολύ στενά σκαλοπάτια. Όσοι κρατούμενοι μετέφεραν μικρές, κατά την άποψη των φρουρών, πέτρες, εκτελούνταν επιτόπου. Αργότερα για την μεταφορά μεγάλων ογκόλιθων υποχρέωναν τους κρατούμενους να ζεύονται κατά δεκάδες σε μεγάλα τετράτροχα κάρα και να τα ρυμουλκούν ως το στρατόπεδο ενώ ταυτόχρονα τραγουδούσαν. Οι φρουροί αποκαλούσαν τους κρατούμενους αυτούς "τα άλογα που τραγουδούν"[2].

Αμερικανοί στρατιώτες κοιτάζουν τα πτώματα των θυμάτων των Ναζί. 14 Απριλίου 1945

Πρώτος Διοικητής του Στρατοπέδου ήταν ο διαβόητος Καρλ Κοχ, ο οποίος αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του έφερε μαζί του όλη του την οικογένεια. Η σύζυγός του, Ίλζε Κοχ, λέγεται ότι αρεσκόταν να κάνει συλλογή από δέρμα νεκρών κρατουμένων, το οποίο έφερε τατουάζ. Ως άτομο ήταν ιδιαίτερα απάνθρωπος και, επιπλέον, ήταν μέθυσος, χαρτοπαίκτης και κλέφτης. Το 1941 μετατέθηκε στο Στρατόπεδο Εξόντωσης Μαϊντάνεκ, όπου αποκαλύφθηκε ότι έκλεβε τα αντικείμενα των εκτελεσθέντων κρατουμένων για να τα οικειοποιηθεί. Οι SS, στους κόλπους των οποίων δεν γινόταν αποδεκτή κανενός είδους διαφθορά, τον συνέλαβαν και, ύστερα από μικρή παραμονή του στο Στρατόπεδο, τον εξετέλεσαν στο Άουσβιτς. Η Ίλζε Κοχ, μετά την κατάρρευση της Γερμανίας, αρχικά καταδικάσθηκε σε τετραετή φυλάκιση, η οποία μετατράπηκε σε διετή και έτσι απελευθερώθηκε. Συνελήφθη, όμως, ξανά από τις Γερμανικές Αρχές ύστερα από την επανίδρυση του Γερμανικού Κράτους και καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη. Αυτοκτόνησε σε φυλακή της Βαυαρίας τον Σεπτέμβριο του 1967. Προσωρινός αντικαταστάτης του Κοχ στο Μπούχενβαλντ ήταν ο Συνταγματάρχης των SS Χέρμαν Πίστερ (Hermann Pister), ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Χανς Αουμάιερ (Hans Aumeier).

Ο βασικός στόχος του Στρατοπέδου ήταν η εξόντωση των κρατουμένων μέσω της καταναγκαστικής εργασίας. Χιλιάδες κρατούμενοι (ο αριθμός τους υπολογίζεται σε 56.000) πέθαναν από τις κακουχίες, τα βασανιστήρια, την έλλειψη τροφής και την σχεδόν ολοσχερή έλλειψη υγιεινής. Όπως συνέβη σε όλα σχεδόν τα Ναζιστικά Στρατόπεδα, ο αριθμός των κρατουμένων σταδιακά αυξήθηκε κατά πολύ: Από 1000 άτομα τον Ιούλιο του 1937 έφθασαν περίπου 5.500 την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 και τους 8.400 στο τέλος του ίδιου μήνα. Οι πρώτοι κρατούμενοι ήταν πολιτικοί (και αυτούς αφορούν οι αριθμοί). Το 1938, όμως, ύστερα από την Νύχτα των Κρυστάλλων, η Γκεστάπο έστειλε στο Μπούχενβαλντ περίπου 10.000 συλληφθέντες Εβραίους, τους οποίους περίμενε μια ιδιαίτερα σκληρή μεταχείριση: Περίπου 600 από αυτούς πέθαναν στο διάστημα Νοεμβρίου 1938 - Φεβρουαρίου 1939. Το 1943 οι κρατούμενοι στο Στρατόπεδο είχαν φθάσει τους 37.500 και στο τέλος του 1944 ο αριθμός είχε αυξηθεί σε 63.000, ενώ στα τέλη Μαρτίου του 1945 έφθασε τους 80.000 (στο κύριο Στρατόπεδο).

Το Στρατόπεδο διέθετε μια πλειάδα άλλων εξαρτώμενων από αυτό στρατοπέδων (87 συνολικά) και υποδιοικήσεων, που κάλυπταν την περιοχή από το Ντίσελντορφ ως τα όρια της Βοημίας και της Μοραβίας. Οι κρατούμενοι σε αυτά απασχολούνταν σε αναγκαστική εργασία, κυρίως σε εργοστάσια πολεμικού εξοπλισμού, αλλά και σε κατασκευές και σε λατομικές εργασίες. Το 1943 στο ανατολικό τμήμα του Στρατοπέδου η εταιρεία κατασκευής πολεμοφοδίων Gustloff δημιούργησε ένα μεγάλο εργοστάσιο πυρομαχικών. Για ένα πλήρη κατάλογο των υπαγόμενων στο Μπούχενβαλντ στρατοπέδων δείτε εδώ.

Μέθοδοι εξόντωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πτώματα κρατουμένων του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ τον Απρίλιο του 1945

Με την έναρξη του 1941 ξεκίνησε η εφαρμογή ενός προγράμματος ιατρικών πειραμάτων σε κρατούμενους. Για το σκοπό αυτό δημιουργήθηκαν στο βόρειο τμήμα του Στρατοπέδου νέα παραπήγματα. Οι κρατούμενοι μολύνονταν με διαφόρους τύπους ιών και θανατηφόρων μικροβίων (κυρίως τύφου) για να μελετηθούν οι αντιδράσεις του οργανισμού και η πιθανή θεραπεία των ασθενειών που προκαλούσαν. Το 1944 ο Δανός Ταγματάρχης των SS Καρλ Βερνέτ άρχισε την εκτέλεση μιας σειράς πειραμάτων με σκοπό την "θεραπεία" της ομοφυλοφιλίας. "Ιατρικά" πειράματα διεξήχθησαν, επίσης, στο "αναρρωτήριο", όπου εκατοντάδες κρατούμενοι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου εξοντώθηκαν με ενέσεις (κυρίως φαινόλης).

Ένας ακόμη τρόπος εξόντωσης ήταν η κατασκευή ενός δρόμου από το Έττερμπoυργκ μέχρι την κεντρική πύλη του Στρατοπέδου. Ο δρόμος αυτός είχε αποκληθεί "Οδός του Αίματος" από τους κρατούμενους.

Παρά τις απαίσιες συνθήκες διαβίωσης και την τρομοκρατία που ασκούσαν οι δυνάμεις των SS, στο Στρατόπεδο είχε αναπτυχθεί μια "υπόγεια" οργάνωση αντίστασης από τους κρατούμενους, ιδιαίτερα κατά την περίοδο προς το τέλος του Πολέμου. Αρκετοί κρατούμενοι γλίτωσαν την εκτέλεση, στην οποία είχαν καταδικαστεί από τους SS, κρυπτόμενοι σε διάφορους χώρους του Στρατοπέδου από συγκρατούμενούς τους, πράγμα που γινόταν δυνατό λόγω του "υπερπληθυσμού" που παρουσίαζε το Στρατόπεδο.

Η Απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή οι Σοβιετικές δυνάμεις, κατά τα τέλη του 1944, προήλαυναν στην Πολωνία, οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τα Στρατόπεδα που είχαν εγκαταστήσει σε πολωνικό έδαφος. Έτσι, στο Μπούχενβαλντ κατέφθασαν, τον Ιανουάριο του 1945, περίπου 10.000 εξαντλημένοι κρατούμενοι, όσοι είχαν επιζήσει από τις πορείες θανάτου στις οποίες εξαναγκάσθηκαν εκκενώνοντας τα Στρατόπεδα του Άουσβιτς και του Γκρος Ρόζεν. Οι συνθήκες στο Στρατόπεδο είχαν χειροτερεύσει πολύ, τόσο λόγω έλλειψης μέσων όσο και λόγω της αυξημένης σκληρότητας που επεδείκνυαν οι SS.

Στις αρχές του Απριλίου του 1945 οι Αμερικανικές δυνάμεις έφθασαν πολύ κοντά στο στρατόπεδο και οι Γερμανοί αποφάσισαν να απομακρύνουν 28.000 κρατουμένους από το κύριο και περίπου 10.000 από τα δευτερεύοντα στρατόπεδα. Οι κρατούμενοι ξεκίνησαν νέα πορεία θανάτου (περίπου το ένα τρίτο από αυτούς βρήκαν τον θάνατο κατά τη διάρκειά της). Η φρουρά του Στρατοπέδου, όμως, είχε εξασθενήσει και έτσι το υποφόσκον κίνημα των κρατουμένων βρήκε ευκαιρία για περισσότερη δράση. Οι κρατούμενοι είχαν καταφέρει να φτιάξουν ένα μικρό ασύρματο και συνδέθηκαν με την Τρίτη Αμερικανική Στρατιά του Τζορτζ Πάττον και ζήτησαν βοήθεια. Οι Αμερικανοί απάντησαν ότι σπεύδουν προς βοήθεια των κρατουμένων, πράγμα που έκαναν. Καθώς οι αμερικανικές δυνάμεις πλησίασαν στο Στρατόπεδο, οι κρατούμενοι που είχαν ακόμη δυνάμεις στασίασαν και περικύκλωσαν τους πύργους - παρατηρητήρια. Λίγη ώρα αργότερα οι αμερικανικές δυνάμεις απελευθέρωναν το Στρατόπεδο και έστειλαν όση άμεση ιατρική βοήθεια μπόρεσαν, καθώς οι άνδρες τους έμειναν έκθαμβοι από το δράμα των κρατουμένων που αντίκρυσαν.

Μετά την Απελευθέρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένοι από τους δεσμοφύλακες και το προσωπικό της SS του Στρατοπέδου έγινε δυνατό να αναγνωριστούν και να συλληφθούν μετά τον Πόλεμο. Η κύρια δίκη έγινε για το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου και μία από τις συνακόλουθες δίκες αφορούσε στο Μπούχενβαλντ. Η δίκη αυτή έγινε από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 1947 με συνολικά 31 κατηγορουμένους, 22 από τους οποίους καταδικάστηκαν σε θάνατο. Οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη.

Όπως προέβλεπαν οι συμφωνίες μεταξύ Συμμάχων και Σοβιετικών, η περιοχή του Στρατοπέδου περιήλθε στη Σοβιετική ζώνη κυριαρχίας. Οι Σοβιετικοί διατήρησαν στο Μπούχενβαλντ το "Στρατόπεδο υπ'αριθ. 2" της NKVD από τα τέλη του 1945 ως το 1950. Εκεί κρατήθηκαν αρχικά Γερμανοί εγκληματίες πολέμου, αλλά σιγά-σιγά στο Στρατόπεδο μεταφέρθηκαν και πολιτικοί κρατούμενοι αντίπαλοι του σταλινικού καθεστώτος. Συνολικά κρατήθηκαν εκεί περίπου 20.000 άτομα, από τα οποία περίπου 7.000 πέθαναν. Το 1950 το Στρατόπεδο μεταβιβάσθηκε στις Αρχές της (τότε) Ανατολικής Γερμανίας και με διάταγμα αποφασίσθηκαν τόσο η διάλυση όσο και η κατεδάφισή του. Από την κατεδάφιση γλίτωσαν μόνον δύο πύργοι - παρατηρητήρια, το κρεματόριο και το κτίριο του αναρρωτηρίου. Σχεδόν αμέσως μετά την απελευθέρωση δημιουργήθηκε εκεί αναμνηστικό μνημείο από τους ίδιους τους κρατούμενους, κατασκευασμένο από ξύλο. Το 1958 η Ανατολικογερμανική κυβέρνηση αποφάσισε την κατασκευή νέου μνημείου, στον χώρο των ομαδικών τάφων.

Σημαντικοί Κρατούμενοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Μπούχενβαλντ κρατήθηκαν αρκετοί επώνυμοι άνδρες της εποχής. Μεταξύ αυτών ήταν:

  • Λεόν Μπλουμ (Léon Blum), Γαλλοεβραίος πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας (ξαναέγινε μετά τον Πόλεμο)
  • Εντουάρ Νταλαντιέ (Édouard Daladier), Γάλλος πολιτικός και πρώην Πρόεδρος της Κυβέρνησης
  • Ζωρζ Μαντέλ (Georges Mandel), Γάλλος πρώην Υπουργός Εσωτερικών. Δολοφονήθηκε στο Δάσος του Φοντενεμπλώ το 1944, καπόπιν προτάσεως το Γερμανού πρεσβευτή στη Γαλλία, Όττο Άμπετς.
  • Χόρχε Σέμπρουν (Jorge Semprun), Ισπανός λόγιος και πολιτικός, μετέπειτα Υπουργός Πολιτισμού της Ισπανίας
  • Έλι Βίζελ (Elie Wiesel), συγγραφέας, Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1986
  • Ίμρε Κέρτες (Imre Kertész), ουγγροεβραίος συγγραφέας, Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2002
  • Μαρσέλ Ντασό (Marcel Dassault), γάλλος αεροπόρος, ιδρυτής της ομώνυμης γαλλικής αεροπορικής βιομηχανίας.
  • Πριγκίπισσα Μαφάλντα της Σαβοΐας, κόρη του Ιταλού Βασιλιά Βιττόριο Εμμανουέλε ΙΙ. Απεβίωσε στο Στρατόπεδο το 1944.
  • Πολ Εμίλ Γιανσόν (Paul-Emile Janson), πρώην Πρωθυπουργός του Βελγίου. Απεβίωσε στο Στρατόπεδο το 1944.
  • Έρνεστ Τέλμαν (Ernst Thälmann), επικεφαλής του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Δολοφονήθηκε στο Στρατόπεδο το 1944.

Επίθεση κράκερ στην ιστοσελίδα μνήμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Ιουλίου του 2010, Νεοναζί κράκερ επιτέθηκαν στην ιστοσελίδα μνήμης του στρατοπέδου, αντικαθιστώντας την πρόσοψη του "Βιβλίου των Νεκρών" με ναζιστικά συνθήματα και σύμβολα, και διαγράφοντας πλήρως τις σελίδες σχετικά με το θυγατρικό στρατόπεδο Μίττελμπαου-Ντόρα. [3]

Πηγές, παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Εξωτερικές συνδέσεις/Πρόσθετη ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]