Αυτό είναι ένα προβεβλημένο λήμμα. Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες ακολουθώντας αυτό τον σύνδεσμο.

Εβραϊκή γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εβραϊκή γλώσσα
Ταξινόμηση Αφροασιατική
Κατάσταση
Επίσημη γλώσσα Ισραήλ Ισραήλ
Ρυθμιστής Ακαδημία για την Εβραϊκή γλώσσα (האקדמיה ללשון העברית HaAqademia LaLashon Ha‘Ivrit)
Κώδικες γλώσσας
ISO 639-1 he
ISO 639-2 heb
ISO 639-3 heb (αγγλικά)
SIL HBR

Η εβραϊκή γλώσσα (עִבְרִית ή עברית, ‘Ivrit) είναι σημιτική γλώσσα της αφροασιατικής γλωσσικής οικογένειας (ανήκει στον βορειοδυτικό κλάδο της), η οποία ομιλείται από πλέον των επτά εκατομμυρίων ανθρώπους στο Ισραήλ και στις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο. Στο Ισραήλ αποτελεί την de facto γλώσσα του κράτους και των ανθρώπων, είναι δε η μία από τις δύο επίσημες γλώσσες (μαζί με την Αραβική) και ομιλείται από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού.

Ο βασικός πυρήνας της Tanakh (Εβραϊκής Βίβλου) είναι γραμμένος στην Κλασική Εβραϊκή. Θεωρείται ότι η παρούσα μορφή της διαμορφώθηκε, κατά μεγάλο μέρος, από τη Βιβλική Εβραϊκή που πιστεύεται ότι ευδοκιμούσε κατά τον 6ο αι. π.Χ., την εποχή της εξορίας στη Βαβυλώνα. Για τον λόγο αυτόν, η εβραϊκή γλώσσα από τους αρχαίους καιρούς αποκαλείται συχνά από τους Εβραίους Lĕshôn Ha-Kôdesh (לשון הקודש) «η Ιερή Γλώσσα».

Οι περισσότεροι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι μετά τον 6ο αι. π.Χ., αφού η Βαβυλωνιακή αυτοκρατορία κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και εξόρισε τον πληθυσμό στη Βαβυλώνα και κατόπιν η Περσική αυτοκρατορία τους επέτρεψε να επιστρέψουν, η Βιβλική Εβραϊκή που κυριαρχούσε στις Γραφές έφθασε να αντικατασταθεί στην καθημερινή χρήση από νέες διαλέκτους της Εβραϊκής, καθώς και από κάποια τοπική μορφή της Αραμαϊκής (την οποία θεωρείται ότι μιλούσε αργότερα ο Ιησούς). Μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού και της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., οπότε η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία εκτόπισε τον εβραϊκό πληθυσμό της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων, το κέντρο της εβραϊκής εγκατάστασης μετατοπίστηκε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία. Ως αποτέλεσμα, η Εβραϊκή σταδιακά έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα, αλλά διατηρήθηκε ως κατ’ εξοχήν γραπτή γλώσσα. Ως εκ τούτου, επιστολές, συμβόλαια, εμπορικές συμφωνίες, επιστημονικά συγγράμματα, φιλοσοφία, ιατρική, ποίηση και νομικά κείμενα γράφονταν στην Εβραϊκή, στην οποία προσετίθεντο δάνεια και νεόπλαστοι όροι.

Η εβραϊκή γλώσσα, επί μακρόν ανενεργός έξω από το λειτουργικό περιβάλλον του Ιουδαϊσμού, αναβίωσε κατά το τέλος του 19ου αι. από τον Εβραίο γλωσσολόγο Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (Eliezer Ben-Yehuda) εξαιτίας της ανάπτυξης της σιωνιστικής ιδεολογίας. Ο Ben-Yehuda ίδρυσε το 1889 στην Ιερουσαλήμ το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας» με σκοπό την αναβίωση της επί 1700 έτη μη ομιλουμένης πλέον Βιβλικής Εβραϊκής. Εν τέλει, η Εβραϊκή έφθασε μέχρι του σημείου να αντικαταστήσει αρκετές άλλες γλώσσες που μιλούσαν οι Εβραίοι εκείνον τον καιρό, όπως Λαντίνο (Ισπανοεβραϊκή γλώσσα), Γίντις (Γερμανοεβραϊκή γλώσσα), Ρωσική, καθώς και άλλες γλώσσες της Διασποράς.

Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση, οι διαφορές μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής είναι πολύ λιγότερες από αντίστοιχες μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής, πράγμα αναμενόμενο εφόσον η Ελληνική δεν έπαψε ποτέ να είναι ομιλουμένη γλώσσα. Στο Ισραήλ δεν γίνεται πλέον διάκριση μεταξύ Αρχαίας και Νέας Εβραϊκής, αλλά χρησιμοποιείται για αμφότερες ο όρος ‘Ivrit. Ο πρώτος πρωθυπουργός του Κράτους του Ισραήλ Νταβίτ Μπεν Γκουριόν (David Ben Gurion) είχε σχολιάσει το γεγονός ως εξής: «Αν ο Μωυσής επέστρεφε σήμερα και ζητούσε ένα κομμάτι ψωμί, θα μπορούσε κανείς ευθύς να τον καταλάβει».

Εξαιτίας της μακράς αχρησίας επί αιώνες, η Εβραϊκή δεν διέθετε αρκετές σύγχρονες λέξεις. Αρκετές μεταφέρθηκαν ως νεολογισμοί προερχόμενοι από την Εβραϊκή Βίβλο ή ως δάνεια από άλλες γλώσσες. Η σύγχρονη Εβραϊκή έγινε επίσημη γλώσσα της υπό Βρετανική εντολή Παλαιστίνης (Mandat[e] της Κοινωνίας των Εθνών) το 1921 (μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), ενώ το 1948 έγινε επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου Κράτους του Ισραήλ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Εβραϊκή γλώσσα αναφέρεται σε μία από τις διάφορες διαλέκτους της Χαναανικής. Η Εβραϊκή (Ισραήλ) και η Μωαβιτική (Ιορδανία) αποκαλούνται Νότιες Χαναανικές διάλεκτοι, ενώ η Φοινικική (Λίβανος) αποκαλείται Βόρεια Χαναανική διάλεκτος. Η Χαναανική συγγενεύει στενά με την Αραμαϊκή και, σε μικρότερο βαθμό, με τη Νοτιο-Κεντρική Αραβική. Ενώ οι άλλες χαναανικές διάλεκτοι έχουν εκλείψει, η Εβραϊκή επιβίωσε.

Ως ομιλουμένη γλώσσα η Εβραϊκή ήκμασε στο Ισραήλ από τον 10 αι. π.Χ. μέχρι λίγο πριν από τη Βυζαντινή περίοδο (3ος ή 4ος αι. μ.Χ.). Κατόπιν η Εβραϊκή παρέμεινε γραπτή γλώσσα ως τη σύγχρονη εποχή, οπότε αναβίωσε ως ομιλουμένη γλώσσα τον 19ο αιώνα.

Η λέξη Εβραϊκά ή εβραϊστί (‘ivrit) δεν χρησιμοποιείται για τη γλώσσα παρά μόνο κατά την ελληνιστική περίοδο. Στη Βίβλο συναντούμε συνήθως τη λέξη yĕhûdît «ιουδαϊστί».

Η Εβραϊκή ως ξεχωριστή Χαναανική διάλεκτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη γραπτή μαρτυρία της μη Βιβλικής Εβραϊκής ως διακριτής γλώσσας, το ημερολόγιο της Γεζέρ, ανάγεται στον 10ο αι. (περ. 925 π.Χ.) κατά την έναρξη της Μοναρχικής Περιόδου, τον καιρό των βασιλέων Δαβίδ και Σολομώντα. Το ημερολόγιο αυτό, το οποίο εντάσσεται στην περίοδο της Αρχαίας Βιβλικής Εβραϊκής, παρουσιάζει έναν κατάλογο εποχών και σχετικών αγροτικών εργασιών, γραμμένο σε επτά οριζόντιες και μία κάθετη γραμμή. Το ημερολόγιο αυτό οφείλει το όνομά του στην πόλη κοντά στην οποία βρέθηκε και είναι γραμμένο σε αρχαία Σημιτική γραφή, συγγενή προς τη Φοινικική, η οποία μέσω των Ελλήνων και των Ετρούσκων εξελίχθηκε στο λατινικό αλφάβητο. Το ημερολόγιο της Γεζέρ είναι γραμμένο χωρίς φωνήεντα και δεν χρησιμοποιεί σύμφωνα που υπονοούν φωνήεντα ακόμη και στις θέσεις όπου η κατοπινή εβραϊκή γραφή απαιτεί κάτι τέτοιο.

Το επίθυρο της Σεβνά, από τον τύμβο ενός βασιλικού ακολούθου που βρέθηκε στη Σιλωάμ, χρονολογείται τον 7ο αιώνα π.Χ.

Αρκετές παλαιότερες πινακίδες έχουν βρεθεί στην περιοχή με παρόμοιες γραφές σε άλλες Σημιτικές γλώσσες, παραδείγματος χάριν στην Πρωτοσιναϊτική. Εικάζεται ότι τα αρχικά σχήματα της γραφής ανάγονται στην ιερογλυφική γραφή των αρχαίων Αιγυπτίων, αν και η φωνητική αξία τους έχει καθοριστεί από την ακροφωνική αρχή. Ο κοινός πρόγονος τής Εβραϊκής και της Φοινικικής, η Χαναανική γλώσσα, ήταν πιθανώς η πρώτη που χρησιμοποίησε σημιτικό αλφάβητο διακριτό από το αιγυπτιακό.

Μια αρχαία μαρτυρία είναι η διάσημη Μωαβιτική Λίθος (περ. 830 π.Χ.), γραμμένη στη μωαβιτική διάλεκτο, στην οποία αναφέρεται ο Μωαβίτης βασιλιάς Μησά καυχώμενος για τις νίκες του επί των Ισραηλιτών. Η Επιγραφή του Σιλωάμ, κοντά στην Ιερουσαλήμ, αποτελεί πρώιμο δείγμα Εβραϊκής. Βρέθηκε στον αγωγό που έκτισε ο βασιλιάς Εζεκίας κάτω από την πόλη του Δαβίδ, προκειμένου να υδροδοτηθεί η Δεξαμενή του Σιλωάμ. Λιγότερο παλαιά δείγματα αρχαϊκής Εβραϊκής περιέχουν τα όστρακα που βρέθηκαν κοντά στη Λαχείς, τα οποία καταγράφουν γεγονότα πριν από την τελική κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Ναβουχοδονόσορ και τη Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία τον 6ο αιώνα π.Χ.

Κλασική Εβραϊκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βιβλική Εβραϊκή όπως απαντά στο κείμενο των Δέκα Εντολών, Έξοδος 20:1-5, με εμφανή τη μασοριτική σήμανση στο περιθώριο (British Library Oriental MS. 4,445).

Υπό ευρύτερη έννοια, Κλασική Εβραϊκή ονομάζεται η ομιλουμένη γλώσσα της αρχαίας γης του Ισραήλ, η οποία ήκμασε μεταξύ τού 10ου αι. π.Χ. και της αρχής του 4ου αι. μ.Χ. Περιλαμβάνει διάφορες διαλέκτους. Οι φάσεις της Κλασικής Εβραϊκής συχνά κατονομάζονται με βάση σημαντικά γραπτά κείμενα που συνδέονται με αυτές.

  • Αρχαϊκή Βιβλική Εβραϊκή (10ος – 6ος αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στο διάστημα μεταξύ της Μοναρχικής Περιόδου και της Βαβυλωνιακής Εξορίας, παρουσιάζεται δε σε ορισμένα κείμενα της Εβραϊκής Βίβλου (Τανάκ), κυρίως στο Άσμα του Μωυσή (Έξοδος, κεφ. 15) και στο Άσμα της Δεβόρρας (Κριταί, κεφ. 5). Αποκαλείται επίσης Παλαιά Εβραϊκή ή Παλαιοεβραϊκή. Χρησιμοποιούσε μια μορφή χαναανικής γραφής.
  • Βιβλική Εβραϊκή (περί τον 6ο αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στο διάστημα της Βαβυλωνιακής Εξορίας και αντιπροσωπεύει σε μεγάλο βαθμό τον κύριο όγκο της Εβραϊκής Βίβλου που διαμορφώθηκε τότε. Αποκαλείται επίσης Κλασική Βιβλική Εβραϊκή (ή Κλασική Εβραϊκή, υπό στενή έννοια). Υιοθέτησε την αυτοκρατορική αραμαϊκή (συριακή) γραφή.
  • Ύστερη Βιβλική Εβραϊκή (περ. 6ος – 4ος αι. π.Χ.): Αντιστοιχεί στην περσική περίοδο και αντιπροσωπεύεται από ορισμένα κείμενα της Εβραϊκής Βίβλου, κυρίως τα βιβλία του Έσδρα και του Νεεμία.
  • Εβραϊκή των Ρόλων τής Νεκράς Θαλάσσης (3ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.): Αντιστοιχεί στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο πριν από την καταστροφή του Ναού της Ιερουσαλήμ και αντιπροσωπεύεται από τους ρόλους του Κουμράν, οι οποίοι αποτελούν την πλειονότητα (αλλά όχι το σύνολο) των ρόλων της Νεκράς Θαλάσσης. Μερικές φορές αποκαλείται Εβραϊκή του Κουμράν. Η αυτοκρατορική αραμαϊκή γραφή των πρωιμότερων ρόλων (3ος αι. π.Χ.) εξελίχθηκε στην τετράγωνη εβραϊκή γραφή των ύστερων ρόλων (1ος αι. μ.Χ.), η οποία είναι εν χρήσει σήμερα.
  • Μισναϊκή Εβραϊκή (1ος – 3ος ή 4ος αι. μ.Χ.): Αντιστοιχεί στη ρωμαϊκή περίοδο μετά την καταστροφή του Ναού στην Ιερουσαλήμ και αντιπροσωπεύεται από τον κύριο όγκο του Μισνά και της Τοσεφτά (του Ταλμούδ), καθώς και από ρόλους της Νεκράς Θαλάσσης, όπως οι Επιστολές του Μπαρ Κοχβά και ο Χαλκούς Ρόλος. Αποκαλείται επίσης Ταναϊτική Εβραϊκή ή Πρώιμη Ραββινική Εβραϊκή.

Μερικές φορές οι ανωτέρω φάσεις της ομιλουμένης Κλασικής Εβραϊκής διακρίνονται απλουστευτικά σε «Βιβλική Εβραϊκή» (περιλαμβάνοντας διάφορες διαλέκτους από τον 10ο αι. ως τον 2ο αι. π.Χ., καθώς και ορισμένους ρόλους της Νεκράς Θαλάσσης) και «Μισναϊκή Εβραϊκή» (περιλαμβάνοντας διάφορες διαλέκτους από τον 3ο αι. π.Χ. ως τον 3ο αι. μ.Χ., καθώς και ορισμένους άλλους ρόλους της Νεκράς Θαλάσσης). Σήμερα, εντούτοις, οι περισσότεροι Εβραίοι γλωσσολόγοι ταξινομούν την Εβραϊκή των Ρόλων της Νεκράς Θαλάσσης ως σύνολο διαλέκτων που προέκυψαν από την Ύστερη Βιβλική Εβραϊκή και εξελίχθηκαν στη Μισναϊκή Εβραϊκή, περιλαμβάνοντας έτσι στοιχεία από αυτές αλλά με σαφή διάκριση και από τις δύο. Κατά την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου τον 4ο αι. μ.Χ., η Κλασική Εβραϊκή παύει πλέον να είναι ομιλουμένη γλώσσα, περίπου έναν αιώνα μετά την εμφάνιση του Μισνά, ευρισκόμενη προφανώς σε παρακμή ως συνέπεια του καταστροφικού πολέμου της Μπαρ Κοχβά κατά το 135 μ.Χ.

Ραββινική Εβραϊκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Ραββινική Εβραϊκή αναφέρεται γενικά στις εβραϊκές διαλέκτους που περιέχονται στο Ταλμούδ, αν εξαιρέσουμε τις παραθέσεις από την Εβραϊκή Βίβλο. Οι διάλεκτοι αυτές συναποτελούν τη Μισναϊκή Εβραϊκή (ή Πρώιμη Ραββινική Εβραϊκή), η οποία ήταν ομιλουμένη γλώσσα, και την Ύστερη Ραββινική Εβραϊκή, η οποία ήταν γραφομένη γλώσσα.

Το πρωιμότερο τμήμα του Ταλμούδ είναι το Μισνά, το οποίο εμφανίστηκε κατά το 200 μ.Χ. και είναι γραμμένο σε πρώιμη Μισναϊκή διάλεκτο. Το Ταλμούδ περιλαμβάνει επιπρόσθετα την Τοσεφτά με κείμενα αυτής της διαλέκτου, η οποία συναντάται επίσης σε ορισμένους ρόλους της Νεκράς Θαλάσσης. Θεωρείται ότι η Μισναϊκή Εβραϊκή υπήρξε μία από τις υποδιαιρέσεις της Κλασικής Εβραϊκής και ότι λειτούργησε ως ζωντανή γλώσσα στη γη του Ισραήλ.

Έναν περίπου αιώνα μετά την εμφάνιση του Μισνά, η Μισναϊκή Εβραϊκή περιέπεσε σε αχρησία ως ομιλουμένη γλώσσα. Το ύστερο τμήμα του Ταλμούδ, η Γκεμαρά, περιέχει σχόλια επί του Μισνά και της Τοσεφτά στην Αραμαϊκή. Παρ’ όλα αυτά, η Εβραϊκή επιβίωσε ως τελετουργική και γραφομένη γλώσσα με τη μορφή της ύστερης Ραββινικής Εβραϊκής, η οποία μερικές φορές συναντάται στο κείμενο της Γκεμαρά.

Στο παρελθόν πιστευόταν ότι η Ραββινική Εβραϊκή δεν ήταν εν χρήσει στον κοινό λαό, αλλά αποτελούσε λόγια κατασκευή υπό την επίδραση της Αραμαϊκής. Εντούτοις, αναγνωρίζεται πλέον γενικά ότι οι Ραββίνοι δεν χρησιμοποιούσαν μια λόγια γλωσσική μορφή, αλλά μια μορφή της Εβραϊκής που αναπτύχθηκε τους τελευταίους αιώνες π.Χ. Μια έγκυρη πηγή αιτιολογεί αυτή τη θέση ως εξής: «Το εν λόγω συμπέρασμα απορρέει από μελέτη της φύσεως της γλώσσας και από παραθέσεις των ραββινικών κειμένων για τη χρήση της από τους απλούς ανθρώπους. Η κοινή χρήση της αναμφίβολα υπόκειται στην παρουσία της τόσο στον Χαλκούν Ρόλο του Κουμράν όσο και σε μερικές επιστολές που ανάγονται στη Δεύτερη Ιουδαϊκή Εξέγερση (132-35 π.Χ.)».[1]

Μεσαιωνική Εβραϊκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κώδικας Aleppo (Χαλεπίου): Εβραϊκή Βίβλος του 10ου αιώνα με μασοριτική σήμανση.

Μετά το Ταλμούδ αναπτύχθηκαν διαφορες περιφερειακές γραπτές διάλεκτοι της Μεσαιωνικής Εβραϊκής. Η σπουδαιότερη είναι η Εβραϊκή της Τιβεριάδας ή Μασοριτική Εβραϊκή, μια τοπική διάλεκτος της Τιβεριάδας στη Γαλιλαία, η οποία αποτέλεσε το πρότυπο φωνηεντισμού της Εβραϊκής Βίβλου και, ως εκ τούτου, επέδρασε σε όλες τις άλλες περιφερειακές διαλέκτους της Εβραϊκής. Η Εβραϊκή της Τιβεριάδας μεταξύ 7ου και 10ου αι. μ.Χ. αποκαλείται μερικές φορές «Βιβλική Εβραϊκή», επειδή χρησιμοποιήθηκε για την εξακρίβωση της προφοράς τής Εβραϊκής Βίβλου. Εντούτοις, κανονικά θα πρέπει να διακρίνεται από την ιστορική Βιβλική Εβραϊκή του 6ου αι. π.Χ., η προφορά της οποίας αποτελεί αντικείμενο επανασυνθέσεως.

Η Εβραϊκή της Τιβεριάδας ενσωματώνει την αξιοσημείωτη λόγια μελέτη των Μασοριτών (από τη λ. masorah «παράδοση»), οι οποίοι προσέθεσαν φωνηεντικά και γραμματικά σημάδια στα εβραϊκά γράμματα, προκειμένου να διατηρήσουν τα πρωιμότερα χαρακτηριστικά της Εβραϊκής, που χρησιμοποιούνταν κατά την ψαλμωδία. Οι Μασορίτες κληρονόμησαν ένα Βιβλικό κείμενο, του οποίου τα γράμματα θεωρούνταν πολύ ιερά για να τροποποιηθούν και, επομένως, τα σημάδια τους τέθηκαν εντός και περί των γραμμάτων. Η συριακή γραφή, από την οποία προήλθε η αραβική, ανέπτυξε επίσης συστήματα φωνηεντικών σημείων την ίδια εποχή. Ο Κώδικας Aleppo (Χαλεπίου), Εβραϊκή Βίβλος με τα σημεία των Μασοριτών, γράφτηκε κατά τον 10ο αιώνα, πιθανώς στην Τιβεριάδα, και διατηρείται μέχρι σήμερα. Αποτελεί πιθανόν το σπουδαιότερο εβραϊκό χειρόγραφο που υπάρχει.[2]

Η ανάγκη για διατύπωση επιστημονικών και φιλοσοφικών εννοιών από την Κλασική Ελληνική και τη Μεσαιωνική Αραβική οδήγησε τη Μεσαιωνική Εβραϊκή στον δανεισμό ορολογίας και γραμματικής από τις γλώσσες αυτές. Η Εβραϊκή αποτέλεσε επίσης γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ Εβραίων από διαφορετικές χώρες, με κύριο σκοπό το διεθνές εμπόριο.

Σύγχρονη Εβραϊκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη σύγχρονη περίοδο, από τον 19ο αιώνα και εξής, η γραπτώς παραδεδομένη Εβραϊκή αναβίωσε ως η ομιλουμένη γλώσσα του σύγχρονου Ισραήλ, η οποία αποκαλείται Νέα Εβραϊκή, Ισραηλινή Εβραϊκή, Σύγχρονη Εβραϊκή κ.τ.ό. Η Νέα Εβραϊκή εμφανίζει αρκετά χαρακτηριστικά της Σεφαραδίτικης Εβραϊκής λόγω της τοπικής Ιεροσολυμικής παράδοσης, αλλά έχει ενσωματώσει επίσης αρκετούς νεολογισμούς και δάνεια (συνήθως τεχνικούς όρους) από ευρωπαϊκές γλώσσες και (συχνά καθημερινούς) όρους από την Αραβική, προκειμένου να λειτουργεί ως σύγχρονη γλώσσα.

Μωυσής Μέντελσον

Σημαντική ώθηση στην προσπάθεια να επανέλθει η μελέτη τής Εβραϊκής ως σύγχρονης γλώσσας έδωσε το φιλοσοφικό κίνημα της Χασκαλά (Haskala «Διαφώτιση»), το οποίο έχει την αφετηρία του στο σύστημα ιδεών που παρουσίασε στη Γερμανία ο φιλόσοφος Μωυσής Μέντελσον (1729-1786). Στόχος του κινήματος ήταν η ευρύτερη ενσωμάτωση των Εβραίων στην κοινωνία, η οποία προϋπέθετε εκπαίδευση εκσυγχρονισμένη, που να επιτρέπει τη συμμετοχή τους στην επιστήμη και διεύρυνση της οικονομικής τους επιρροής.

Η επίδραση αυτών των ιδεών υπήρξε αξιοσημείωτη. Οι ακόλουθοι του κινήματος, γνωστοί ως maskilim «πεφωτισμένοι» (משכילים), συνέβαλαν στην αναβίωση της εβραϊκής γλώσσας και στην επέκταση της χρήσης της έξω από το λειτουργικό περιβάλλον. Οι «πεφωτισμένοι» προτιμούσαν να γράφουν στην Εβραϊκή αντί της κοινώς χρησιμοποιούμενης Γερμανοεβραϊκής (Γίντις), την οποία θεωρούσαν απλώς άλλη μία διάλεκτο της γερμανικής γλώσσας. Η εκκοσμίκευση στην οποία αποσκοπούσαν θα επιτυγχανόταν μόνο με τη χρήση της βιβλικής γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας μεταξύ των εβραϊκών πληθυσμών.[3]

Ως αποτέλεσμα, το 1793 εκδόθηκε από τους «πεφωτισμένους» στην Καινιξβέργη της Πρωσίας η πρώτη εφημερίδα στην εβραϊκή γλώσσα: המאסף hameasef «Ο συλλέκτης». Μέρος του εντύπου ήταν αφιερωμένο σε μεταφράσεις, στη σύγχρονη λογοτεχνία και φιλολογία, καθώς και σε ειδήσεις. Η έκδοση παρόμοιων εντύπων στη Βιέννη, αλλά και στη Ρωσία (παρά την επιφυλακτική στάση του παραδοσιακού Ιουδαϊσμού), έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια της Εβραϊκής ως σύγχρονης γλώσσας.

Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα

Εντούτοις, η αναβίωση της Εβραϊκής ως μητρικής γλώσσας έχει την αφετηρία της στις προσπάθειες του Ελιέζερ Μπεν-Γεχούντα (1858-1922, אליעזר בן–יהודה). Ο Μπεν-Γεχούντα εντάχθηκε στο εβραϊκό εθνικιστικό κίνημα και το 1881 μετανάστευσε στη Γη του Ισραήλ (eretz yisra'el), που τότε αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παρακινούμενος από τα ιδανικά της ανανέωσης και της απόρριψης του τρόπου ζωής της Διασποράς (σε μικρά χωριά και κωμοπόλεις γνωστές ως shtetl, πληθ. shtetlakh[4]), o Μπεν-Γεχούντα έθεσε σκοπό να αναπτύξει τα μέσα για να καταστήσει τη γραπτή τελετουργική γλώσσα καθημερινή, ομιλουμένη γλώσσα.

Ωστόσο, το είδος της Εβραϊκής που επιδίωκε ακολουθούσε πρότυπα που είχαν αντικατασταθεί στην ανατολική Ευρώπη από διαφορετική γραμματική και ύφος, όπως φανερώνουν τα κείμενα του Αχάντ Χα-Αμ και άλλων. Οι οργανωτικές του προσπάθειες και η ανάμιξή του στην ίδρυση σχολείων και στη συγγραφή βιβλίων κατέστησαν τις ενέργειές του σχετικά με τη γλώσσα ένα σταδιακά ανερχόμενο κίνημα. Εντούτοις, μόνο μετά τη «Δεύτερη Επάνοδο» (aliyah, 1904-1914[5]) κατόρθωσε πραγματικά η Εβραϊκή γλώσσα να εδραιωθεί στην Οθωμανική Παλαιστίνη, όταν επιχειρήσεις με υψηλό επίπεδο οργάνωσης συστάθηκαν από νεότερες ομάδες μεταναστών. Όταν η υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη αναγνώρισε την Εβραϊκή ως μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες της χώρας (1922, μαζί με την Αγγλική και την Αραβική), το νέο επίσημο καθεστώς συνέβαλε στη διάχυσή της. Μια νεοσύστατη γλώσσα με γνήσια σημιτικό λεξιλόγιο και σύστημα γραφής, αλλά συχνά ευρωπαϊκή ως προς τη σύνταξη και τη μορφή, επρόκειτο να λάβει τη θέση της μεταξύ των σύγχρονων γλωσσών των εθνών.

Ορισμένοι θεώρησαν ότι το έργο του Μπεν-Γεχούντα υπήρξε βλάσφημο (δεδομένου ότι η Εβραϊκή ήταν η ιερή γλώσσα της Τορά και, ως εκ τούτου, μερικοί πίστευαν ότι δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για να συζητούνται κοινά, καθημερινά ζητήματα), αλλά πολλοί αντιλήφθηκαν σύντομα την ανάγκη για κοινή γλώσσα μεταξύ των Εβραίων, οι οποίοι στις αρχές του 20ού αιώνα κατέφθαναν μαζικά στο Ισραήλ (προτού γίνει ανεξάρτητο κράτος) προερχόμενοι από διαφορετικές χώρες και μιλώντας διαφορετικές γλώσσες. Τότε ιδρύθηκε το «Συμβούλιο Εβραϊκής Γλώσσας», το οποίο αργότερα μετατράπηκε στην Ακαδημία για την Εβραϊκή γλώσσα, που υπάρχει μέχρι σήμερα. Αποτέλεσμα της εργασίας, τόσο της δικής του όσο και του Συμβουλίου, ήταν η έκδοση του λεξικού, που είναι γνωστό ως Το Πλήρες Λεξικό τής Αρχαίας και Σύγχρονης Εβραϊκής. Το έργο του Μπεν-Γεχούντα έπεσε σε γόνιμο έδαφος και στην αρχή του 20ού αιώνα η Εβραϊκή κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος, για να καταστεί η κύρια γλώσσα του Εβραϊκού πληθυσμού στο οθωμανικό και, κατόπιν, υπό βρετανική εντολή Ισραήλ.

H Εβραϊκή γλώσσα στη Σοβιετική Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σοβιετικές αρχές θεωρούσαν την Εβραϊκή «αντιδραστική γλώσσα», επειδή συνδεόταν τόσο με τον Ιουδαϊσμό όσο και με τον Σιωνισμό. Ως αποτέλεσμα, ήδη από το 1919 η γλώσσα τέθηκε υπό επίσημη απαγόρευση από την Επιθεώρηση Εκπαιδεύσεως (Narkompros). Τα εβραϊκά βιβλία και οι εφημερίδες έπαψαν να εκδίδονται και κατασχέθηκαν από τις βιβλιοθήκες. Παρά τις διαμαρτυρίες στη Δύση, οι δάσκαλοι και οι σπουδαστές που επιχειρούσαν να σπουδάσουν την Εβραϊκή διαπομπεύονταν και καταδικάζονταν για «αντεπαναστατική» και κατόπιν για «αντισοβιετική» δράση.

Περιφερειακές εβραϊκές διάλεκτοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διάλεκτοι της Εβραϊκής περιλαμβάνουν τη Στερεότυπη Εβραϊκή (Ισραηλινή), την Ανατολική Εβραϊκή (Εβραϊκή τού Ιράκ και της Υεμένης), τη Σεφαραδίτικη Εβραϊκή (των εξ Ισπανίας Εβραίων) και την Ασκεναζική Εβραϊκή (των εξ Ευρώπης Εβραίων).

Η Ασκεναζική Εβραϊκή εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως στις θρησκευτικές τελετές και μελέτες των Ασκενάζι Εβραίων στο Ισραήλ και στο εξωτερικό, ιδίως στην κοινότητα Χαρεντί. Έχει επηρεαστεί από τη γλώσσα Γίντις (Γερμανοεβραϊκή). Η Σεφαραδίτικη Εβραϊκή αποτελεί τη βάση της Στερεότυπης Εβραϊκής, αν και παραδοσιακά διαθέτει μεγαλύτερη κλίμακα φωνηέντων. Έχει επηρεαστεί από τη γλώσσα Λαντίνο.

Η Ανατολική Εβραϊκή (Mizrahi, δηλ. «αιγυπτιακή») αποτελεί στην πραγματικότητα ομάδα διαλέκτων (περιλαμβανομένης της διαλέκτου των Υεμενιτών), που ομιλούνται για τελετουργικό σκοπό από Εβραίους σε διάφορα μέρη του αραβικού και ισλαμικού κόσμου. Έχει πιθανώς υποστεί την επίδραση της Αραμαϊκής, αν και ορισμένοι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι ανάγεται απευθείας στη Βιβλική Εβραϊκή και, επομένως, αντιπροσωπεύει τη γνήσια διάλεκτο της Εβραϊκής γλώσσας.

Σχεδόν κάθε μετανάστης στο Ισραήλ παροτρύνεται να υιοθετήσει ως καθημερινή γλώσσα τη Στερεότυπη Εβραϊκή (Standard Hebrew). Από φωνολογικής απόψεως, η εν λόγω «διάλεκτος» θα μπορούσε ακριβέστερα να περιγραφεί ως αμάλγαμα προφοράς, η οποία διατηρεί φωνηεντικούς ήχους της Σεφαραδίτικης Εβραϊκής και ορισμένους συμφωνικούς ήχους της Ασκεναζικής Εβραϊκής υπό την επίδραση της Γίντις (Γερμανοεβραϊκής). Σταθερό χαρακτηριστικό της αποτελεί η τάση για απλοποίηση των διαφορών προφοράς. Επί παραδείγματι, στην απλοποιητική αυτή τάση οφείλεται η συγχώνευση της Ασκεναζικής προφοράς /t/ και /s/ του ψιλού και δασέος ת στο απλό φώνημα /t/. Οι περισσότερες Σεφαραδίτικες και Ανατολικές διάλεκτοι έχουν κοινό αυτό το χαρακτηριστικό, αν και ορισμένες (όπως του Ιράκ και της Υεμένης) διαφοροποιούν την προφορά ως /t/ και /θ/.

Εντούτοις, στο Ισραήλ η αποκαλούμενη «Στερεότυπη Εβραϊκή» προφορά αντανακλά πολλές φορές την προέλευση ενός ομιλητή της Διασποράς μάλλον παρά τις συγκεκριμένες συστάσεις της Ακαδημίας τής Εβραϊκής γλώσσας. Ως εκ τούτου, περισσότεροι από τους μισούς ομιλητές προφέρουν το ר ως σταφυλικό παλλόμενο (όπως στη Γίντις και σε ορισμένες ποικιλίες της Γερμανικής) ή ως σταφυλικό τριβόμενο (όπως στη Γαλλική και σε άλλες ποικιλίες της Γερμανικής) παρά ως [r] (υπερωικό παλλόμενο), όπως στην Ισπανική. Η προφορά του συγκεκριμένου φωνήματος χρησιμοποιείται συχνά μεταξύ των Ισραηλινών ως σχιββωλέθ (šibboleth) ή κριτήριο για την εξακρίβωση της εθνικής προέλευσης των ξένων.

Επισημείωση: Ο όρος σχιββωλέθ / σιμπολέτ (εβρ. šibboléth, שבלת) σημαίνει «ρεύμα ποταμού» ή «στάχυ» και η προφορά του είναι δύσκολο να αποδοθεί με ελληνικούς χαρακτήρες. Σε δύο κώδικες της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα (Septuaginta) η λέξη αυτή αποδίδεται αντιστοίχως «σύνθημα» και «στάχυς». Πρόκειται για μεταφορά τμήματος από την Εβραϊκή Βίβλο (Šophetím, Κριταί 12:6 ויאמרו לו אמר־נא שׁבלת ויאמר סבלת ולא יכין לדבר כן ויאחזו אותו וישׁחטוהו אל־מעברות הירדן ויפל בעת ההיא מאפרים ארבעים ושׁנים אלף׃ ), στο οποίο αναφέρεται ότι η προφορά της λέξεως χρησιμοποιήθηκε ως διακριτικό γνώρισμα των μελών τής φυλής Εφραΐμ (Εφραϊμίτες ή Εφραθίτες), που αδυνατούσαν να προφέρουν ως οπίσθιο γλωσσοφατνιακό τον φθόγγο [š], με αποτέλεσμα να προκύπτει η λέξη sibboléth (סבלת), η οποία σημαίνει «φορτίο». Ως εκ τούτου, η λέξη έφθασε να σημαίνει ―κυρίως στην εβραϊκή κοινότητα― «διακριτικό γνώρισμα, χαρακτηριστικό».

Συνύπαρξη με την Αραμαϊκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αραμαϊκή είναι γλώσσα του Βορειοδυτικού Σημιτικού κλάδου, όπως η Χαναανική. Το όνομά της προέρχεται πιθανώς από τη Βιβλική χώρα Aram Naharayím που σημαίνει «υψίπεδο μεταξύ δύο ποταμών» και συνήθως αναφέρεται στην Άνω Μεσοποταμία ή, κατ’ άλλη άποψη, σε αρχαία ονομασία της Συρίας. Διάφορες διάλεκτοι της Αραμαϊκής συνεξελίχθηκαν με την Εβραϊκή σε μεγάλο τμήμα της κοινής τους ιστορίας.

Η Αραμαϊκή ως διεθνής γλώσσα τής Μέσης Ανατολής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γλώσσα της Νεοβαβυλωνιακής αυτοκρατορίας πιθανώς ήταν διάλεκτος της Αραμαϊκής. Η Περσική αυτοκρατορία που μερικές δεκαετίες αργότερα κυρίευσε τη Βαβυλωνία υιοθέτησε την αυτοκρατορική Αραμαϊκή ως επίσημη διεθνή γλώσσα της. Ο Ισραηλιτικός πληθυσμός, ο οποίος είχε εξοριστεί στη Βαβυλώνα από την Ιερουσαλήμ και από τα περίχωρα του βασιλείου του Ιούδα, έλαβε την άδεια να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ και να ιδρύσει μια περσική επαρχία, η οποία συνήθως απεκαλείτο Ιουδαία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Αραμαϊκή έγινε η διοικητική γλώσσα της Ιουδαίας στις σχέσεις της με την υπόλοιπη Περσική αυτοκρατορία.

Η αραμαϊκή γραφή εξελίχθηκε με τη σειρά της από τη χαναανική γραφή, αλλά οι δύο γραφές παρουσίασαν αξιοσημείωτη απόκλιση. Κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., η δάνεια αραμαϊκή γραφή αναπτύχθηκε στη διακριτή τετράγωνη εβραϊκή γραφή (γνωστή επίσης ως Ασσυριακή Γραφή, Ktav Ašuri), η οποία διασώζεται στους παπύρους της Νεκράς Θαλάσσης και είναι παρόμοια με τη γραφή που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα.

Η Αραμαϊκή εκτοπίζει την Εβραϊκή ως ομιλουμένη γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα, οι λόγιοι κατέληξαν στη σχεδόν ομόφωνη άποψη ότι η Αραμαϊκή έγινε ομιλουμένη γλώσσα στη γη του Ισραήλ κατά την έναρξη της Ελληνιστικής περιόδου τον 4ο αιώνα π.Χ. και, ως συνέπεια, η Εβραϊκή έπαψε να λειτουργεί ως ομιλουμένη γλώσσα κατά την ίδια περίπου εποχή. Παρά ταύτα, κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, συσσωρευμένα αρχαιολογικά στοιχεία και κυρίως η γλωσσολογική ανάλυση των Χειρογράφων της Νεκράς Θαλάσσης έχουν μετριάσει την αρχική ομοφωνία. Φαίνεται ότι, παράλληλα με την Αραμαϊκή, η Εβραϊκή επίσης ήκμαζε ως ζωντανή ομιλουμένη γλώσσα μέχρι περίπου το τέλος της Ρωμαϊκής περιόδου. Κατόπιν άρχισε να χρησιμοποιείται ως γραπτή γλώσσα κατά τη Βυζαντινή περίοδο τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Ο ακριβής ρόλος της Αραμαϊκής και της Εβραϊκής παραμένει αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης. Έχει προταθεί ένα τρίγλωσσο σενάριο για τη γη του Ισραήλ:[6] Η Εβραϊκή λειτουργούσε ως η τοπική μητρική γλώσσα, η Αραμαϊκή ως διεθνής γλώσσα για την υπόλοιπη Μέση Ανατολή και τελικά η Ελληνική ως άλλη μία διεθνής γλώσσα για τις ανατολικές περιοχές τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι γνωστές κοινότητες Εβραίων (και μη), οι οποίοι μετανάστευσαν στην Ιουδαία από αυτές τις χώρες και εξακολουθούσαν να μιλούν Αραμαϊκά ή Ελληνικά.

Αν και η επιβίωση της Εβραϊκής ως ομιλουμένης γλώσσας ως την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου είναι ευρέως γνωστή μεταξύ των Εβραίων γλωσσολόγων, παρατηρείται ένα κενό ως προς τη συνειδητοποίηση αυτού του σημείου από ορισμένους ιστορικούς, οι οποίοι δεν παραμένουν ενημερωμένοι σχετικά με τη γλωσσολογική έρευνα, αλλά βασίζονται σε πεπαλαιωμένες μελέτες. Παρά ταύτα, η ακαδημαϊκή γραμματεία αφήνει βαθμηδόν να διαφανεί η ζωτικότητα της Εβραϊκής. Ο λόγιος Elisha Qimron στο βιβλίο του The Hebrew of the Dead Sea Scrolls (1986) διαχωρίζει την Εβραϊκή της Νεκράς Θαλάσσης από τις διάφορες διαλέκτους της Βιβλικής Εβραϊκής, από τις οποίες προήλθε: «Το βιβλίο αυτό παρουσιάζει τις ιδιαιτερότητες των Εβραϊκών της Νεκράς Θαλάσσης, με έμφαση στις αποκλίσεις της από την κλασική Βιβλική Εβραϊκή» (σ. 15). Η πρώτη έκδοση του The Oxford Dictionary of the Christian Church (1958) ανέφερε ότι «η Εβραϊκή έπαψε να είναι ομιλουμένη γλώσσα κατά τον τέταρτο αιώνα π.Χ.», ενώ η τωρινή τρίτη έκδοση (1997) αναφέρει ότι η Εβραϊκή «εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ως ομιλουμένη και γραπτή γλώσσα την περίοδο της Καινής Διαθήκης». Ο Miguel P. Fernandez στο έργο του An Introductory Grammar of Rabbinic Hebrew (Leiden 1997) υποστηρίζει: «Πιστεύεται γενικά ότι τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας, ειδικώς ο Χαλκούς Πάπυρος και οι επιστολές του Μπαρ Κοχβά, έχουν παράσχει σαφείς ενδείξεις του λαϊκού χαρακτήρα της Μισναϊκής Εβραϊκής». Οι Ισραηλινοί λόγιοι θεωρούν πλέον δεδομένο ότι η χρήση της Εβραϊκής ως ομιλουμένης γλώσσας αποτελεί χαρακτηριστικό της Ρωμαϊκής περιόδου του Ισραήλ.[7]

Εβραϊκές διάλεκτοι της Αραμαϊκής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διεθνής Αραμαϊκή γλώσσα διασπάστηκε σε ποικίλες περιφερειακές διαλέκτους. Στην ευρύτερη περιοχή του Ισραήλ αναπτύχθηκαν διάφορες διάλεκτοι της Παλαιάς Δυτικής Αραμαϊκής, περιλαμβανομένης της Παλαιάς Ιουδαιο-Αραμαϊκής διαλέκτου κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Ο ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος έγραψε αρχικώς το έργο του Περί του Ιουδαϊκού Πολέμου στην Παλαιά Ιουδαιο-Αραμαϊκή, αλλά αργότερα το μετέφρασε στην Ελληνιστική Κοινή, προκειμένου να το δημοσιεύσει για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορική αυλή. Δυστυχώς, η αραμαϊκή μορφή αυτού του έργου δεν έχει διασωθεί.

Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του Δεύτερου Ναού το 70 μ.Χ., οι Εβραίοι άρχισαν σταδιακά να διασκορπίζονται από την Ιερουσαλήμ προς ξένες χώρες, ιδίως μετά τον πόλεμο του Μπαρ Κοχβά (135 μ.Χ.), οπότε οι Ρωμαίοι μετέτρεψαν την Ιερουσαλήμ σε ειδωλολατρική πόλη ονόματι Aelia Capitolina.

Μετά τον πόλεμο του Μπαρ Κοχβά τον 2ο αιώνα μ.Χ., η Ιουδαιο-Αραμαϊκή διάλεκτος της Παλαιστίνης ουσιαστικά αναδύθηκε από την αφάνεια στα περίχωρα της Γαλιλαίας, με αποτέλεσμα να σχηματίσει μία από τις κύριες διαλέκτους τού δυτικού κλάδου της Μέσης Αραμαϊκής. Το Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ (5ος αι.) καθώς και το Μιδράς Ραμπά (6ος – 12ος αι.) χρησιμοποίησαν την εν λόγω Ιουδαιο-Αραμαϊκή της Παλαιστίνης. Η διάλεκτος αυτή προφανώς επηρέασε την προφορά της Εβραϊκής τής Τιβεριάδας (8ος αι.), βάσει της οποίας τέθηκαν τα φωνηεντικά σημεία στην Εβραϊκή Βίβλο.

Εν τω μεταξύ το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (7ος αι.) χρησιμοποίησε τη Μέση Ιουδαιο-Αραμαϊκή της Βαβυλώνας, μια εβραϊκή διάλεκτο του ανατολικού κλάδου της Μέσης Αραμαϊκής. Επί αιώνες αυτή παρέμεινε η ομιλουμένη γλώσσα των Εβραίων της Μεσοποταμίας. Στην περιοχή του Κουρδιστάν υπάρχει μια σύγχρονη αραμαϊκή διάλεκτος, προερχόμενη από την Ιουδαιο-Αραμαϊκή, η οποία εξακολουθεί να ομιλείται από λίγες χιλιάδες Εβραίους (και μη), αν και έχει σαφώς υποχωρήσει προ της Αραβικής.

Η Εβραϊκή εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή επίδραση σε όλες αυτές τις ποικίλες εβραϊκές διαλέκτους της Αραμαϊκής.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The Oxford Companion to the Bible, 1993, σελ. 272.
  2. Βλ. Federbush, S. 1967, הלשון העברית בישראל ובעמים, Jerusalem, σελ. 50-2
  3. Βλ. A. Jospe, «Moses Mendelssohn», στο S. Noveck (εκδ.), Great Jewish Personalities in Modern Times, σ. 11-36.
  4. Βλ. Telushkin, J. (Rabbi) 1991: Jewish Literacy, New York, σελ. 245-6.
  5. Encyclopedia Judaica, τόμ. 9, σελ. 508-67.
  6. Βλ. επίσης H.B. Rosén, L'Hébreu et ses rapports avec le monde classique. Essai d'évaluation culturelle, Paris 1976, σελ. 7 κ.εξ.
  7. Βλ. επίσης The Oxford Companion to the Bible, Oxford 1993, σελ. 272.

Βιβλιογραφικές Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Aharoni, Y. & M. Avi-Yonah 1992 (3 έκδ.): The Macmillan Bible Atlas. New York.
  • Chomsky, W. 1975. Hebrew: The Eternal Language. Philadelphia.
  • Cohen, Sh. J.D. 1987: From the Maccabees to the Mishnah. Philadelphia.
  • De Vaux, R. 1978: The Early History of Israel. Philadelphia.
  • Federbush, S. 1967. הלשון העברית בישראל ובעמים. Jerusalem: Mosad Harav Kook.
  • Hadas-Lebel, M. 1995: Histoire de la langue hébraïque, Des origines à l'époque de la Mishna. Paris: Collection de la Revue des Études juives, Éditions E. Peeters.
  • Hadas-Lebel, M. 1992: L'Hébreu: 3000 ans d'histoire. Paris: Albin-Michel, collection Présences du judaïsme.
  • Hoffman, J. 2004. In the Beginning: A Short History of the Hebrew Language. New York.
  • Joüon, P. 1951 : Hebräische Grammatik (2 τόμ.). Berlin.
  • Kutscher, E .Y. 1982. A History of the Hebrew Language. Jerusalem.
  • Rabin, C. 1973. A Short History of the Hebrew Language. Jerusalem.
  • Sáenez-Badillos, A. 1993. A History of the Hebrew Language. Cambridge.
  • Telushkin, J. (Rabbi) 1991: Jewish Literacy. New York.
  • Vincent, A. 1932: Le Judaïsme. Paris.

Συστηνόμενη Γλωσσολογική Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γραμματικές:

  • Feldhendler, Marie-Paule 2004: Grammaire de l'hébreu israélien. Paris.
  • Gesenius/Kautsch/Bergsträsser, 1995: Hebräische Grammatik. Olms (επεξεργασία τής μεγάλης γραμματικής).
  • Körner, J. 1996: Hebräische Studiengrammatik. Μünchen.
  • Meyer, R. 1992: Hebräische Grammatik. Berlin.
  • Stähli, H.P. 1985: Hebräische Kurzgrammatik. Göttingen 1985.

Λεξικά:

  • Fohrer, G. 1997: Hebräisches und aramäisches Wörterbuch zum Alten Testament. Berlin/New York.
  • Gesenius, W. 1962: Hebräisches Handwörterbuch. Berlin.
  • Köhler, L. & W. Baumgartner 1996 (3η έκδ.): Hebräisches und aramäisches Lexikon zum Alten Testament. Berlin.

Ιστορία τής εβραϊκής γλώσσας:

  • Aubier, D. 1970: Der Jüdische Fall: Die ontologische Kraft der hebräischen Sprache und die jüdische spezifische Besonderheit. (γερμ. μετάφρ. του Le Cas Juif). Mont Blanc, Genf.
  • Gesenius, W. 1973: Geschichte der hebräischen Sprache und Schrift. Olms.
  • Hoffman, J.M. 2004: In the Beginning: A Short History of the Hebrew Language. New York/London.
  • Rabin, Ch. 1988: Die Entwicklung der hebräischen Sprache. Wiesbaden.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεξικά