Κτήριο του Ράιχσταγκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Συντεταγμένες: 52°31′07″N 13°22′34″E / 52.5186°N 13.3761°E / 52.5186; 13.3761

Το κτίριο του Ράιχσταγκ με την αφιέρωση DEM DEUTSCHEN VOLKE (στον Γερμανικό λαό, έργο του Πέτερ Μπέρενς) στην πρόσοψη


Το Ράιχσταγκ (γερμ. Reichstag) είναι το κτήριο που στεγάζει το Γερμανικό ομοσπονδιακό κοινοβούλιο (γερμ. Bundestag) στο Βερολίνο. Το κτήριο έχει πλούσια ιστορία, παράλληλη με την άνοδο της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή σκηνή, τις κρίσιμες στιγμές της νεότερης γερμανικής ιστορίας και την ανάπτυξη του κοινοβουλευτισμού.

Ξεκίνησε να σχεδιάζεται το 1881 από την γερμανική βουλή. Τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό κέρδισε ο Paul Wallott, και οι εργασίες διήρκεσαν από το 1884 μέχρι την αποπεράτωση το 1894. Σε αυτό το κτίριο διακήρυξε ο σοσιαλδημοκράτης Φίλιπ Σάιντεμαν στις 9 Νοεμβρίου 1918 την παραίτηση του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ και, συνεπώς, την κατάργηση της μοναρχίας και την πρώτη γερμανική δημοκρατία (χωρίς μονάρχη), γερμ. Republik.

Το 1933 το Ράιχσταγκ πυρπολήθηκε, γεγονός με μεγάλη συμβολική και πολιτική σημασία, ίσως από τους εθνικοσοσιαλιστές (ναζί) με στόχο να ρίξουν την ευθύνη στους κομμουνιστές, προκειμένου να αρχίσουν μεγάλης κλίμακας διώξεις κατά των πολιτικών τους αντιπάλων και να οδηγήσουν την Γερμανία στην δικτατορία. Οι ναζί φρόντισαν να ισχύει η θανατική ποινή για εμπρησμό, ο νόμος είχε μάλιστα αναδρομική ισχύ. Έτσι ο Ολλανδός Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε (Marinus van der Lubbe), που συνελήφθη για την πράξη, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε με απαγχονισμό στη Λειψία το 1934.

Εξωτερικά επιδιορθώθηκε εν μέρει και ήταν μέσα στα σχέδια του Χίτλερ για την διοικητική ζώνη που ήθελε να δημιουργήσει με την ονομασία Παγκόσμια Πρωτεύουσα Γερμανία (Welthauptstadt Germania). Άλλα σχέδια για την περιοχή ήταν μια γιγαντιαία Αψίδα του Θριάμβου στην θέση της Πύλης του Βρανδεμβούργου, η Αίθουσα του Λαού (Volkshalle) με χώρο για 180.000 άτομα κ.ά.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, υπέστη τις περισσότερες ζημιές. Με την διαίρεση της πόλεως από τους Συμμάχους (1945), το κτήριο βρισκόταν στο Δυτικό Βερολίνο, στο όριο του βρετανικού τομέα, επιδιορθώθηκε εν μέρει και χρησιμοποιήθηκε ως μουσείο. Ο γνωστός θόλος του κτηρίου ανατινάχτηκε το 1954 για να ελαφρύνει την υπόλοιπη δομή. Από το 1961 μέχρι το 1989 το γνωστό «Τείχος του Βερολίνου» περνούσε λίγα μέτρα πίσω από το κτήριο, όπου ξεκινούσε ο σοβιετικός τομέας ή Ανατολικό Βερολίνο.

Μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών, το 1990, αποφασίστηκε στις 20 Ιουνίου 1991 η μεταφορά της Βουλής από την Βόννη στο Βερολίνο. Στέγη της Βουλής θα γινόταν πάλι το κτίριο του Ράιχσταγκ, την ανακαίνιση του οποίου ανέλαβε, μετά από διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, ο Σερ Νόρμαν Φόστερ. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό του νέου σχεδίου είναι ο διαφανής θόλος, δωρεάν επισκέψιμος για το κοινό, σύμβολο της διαφάνειας στην νέα Γερμανία.

Από το 1999, που εγκαινιάστηκε το κτήριο ως σήμερα, 18 εκατομμύρια άνθρωποι το έχουν επισκεφθεί για να θαυμάσουν τον θόλο και το μικρό μουσείο που έχει δημιουργηθεί μέσα σε αυτόν.