Κάρολος Α΄ της Αγγλίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κάρολος Α'
King Charles I after original by van Dyck.jpg
Πορτραίτο από το στούντιο του Άντονι βαν Ντάικ, 1636
Περίοδος εξουσίας
27 Μαρτίου 1625 – 30 Ιανουαρίου 1649
Στέψη 2 Φεβρουαρίου 1626
Προκάτοχος Ιάκωβος Α'
Διάδοχος Κάρολος Β' (de jure)
Συμβούλιο του Κράτους (ντε φάκτο)
Περίοδος εξουσίας
27 Μαρτίου 1625 – 30 Ιανουαρίου 1649
Στέψη 18 Ιουνίου 1633
Προκάτοχος Ιάκωβος ΣΤ'
Διάδοχος Κάρολος Β'
Οίκος Οίκος των Στιούαρτ
Γέννηση Παλάτι Ντάνφερμλαϊν, Ντάνφερμλαϊν, Σκωτία
Θάνατος Ουάιτχολ, Λονδίνο
Τόπος ταφής Παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου, Κάστρο Ουίνδσορ, Αγγλία
Πατέρας Ιάκωβος ΣΤ' της Σκωτίας και Α' της Αγγλίας
Μητέρα Άννα της Δανίας
Σύζυγος Ενριέττα Μαρία της Γαλλίας
Επίγονοι Κάρολος Β'
Μαίρη, Βασιλική Πριγκίπισσα και Πριγκίπισσα της Οράγγης
Ιάκωβος Β' και Ζ'
Ελίζαμπεθ
Άννα
Χένρι, Δούκας του Γκλόστερ
Ενριέττα, Δούκισσα της Ορλεάνης
Θρησκεία Αγγλικανός

Ο Κάρολος Α' (19 Νοεμβρίου 1600 – 30 Ιανουαρίου 1649[lower-alpha 1]) ήταν μονάρχης των τριών βασιλείων της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας από τις 27 Μαρτίου 1625 μέχρι την εκτέλεσή του το 1649.

Ο Κάρολος ήταν ο δεύτερος γιος του Βασιλιά Ιακώβου ΣΤ' της Σκωτίας, αλλά αφότου ο πατέρας του κληρονόμησε τον Αγγλικό θρόνο το, μετακόμισε στην Αγγλία, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Έγινε εμφανής διάδοχος στον Αγγλικό, τον Ιρλανδικό και τον Σκωτικό θρόνο με τον θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του το 1612. Μια αποτυχής και μη δημοφιλής προσπάθεια να νυμφευθεί με μια πριγκίπισσα των Ισπανών Αψβούργων κορυφώθηκε με μια οκτάμηνη επίσκεψη στην Ισπανία το 1623 η οποία ανέδειξε την ματαιότητα των συγκεκριμένων γαμήλιων διαπραγματεύσεων. Δύο χρόνια μετά νυμφεύτηκε την πριγκίπισσα Ενριέττα Μαρία της Γαλλίας των Βουρβόνων.

Μετά την άνοδο του στο θρόνο, Ο Κάρολος ήλθε σε διαμάχη με το Κοινοβούλιο της Αγγλίας, το οποίο προσπάθησε να ελαττώσει το βασιλικό προνόμιο του. Ο Κάρολος πίστευε στο θείο δικαίωμα των βασιλέων και νόμιζε ότι μπορούσε να κυβερνά σύμφωνα με την δική του συνείδηση. Πολλοί υπήκοοί του αντιτέθηκαν στις πολιτικές του, ειδικά στην εφαρμογή φόρων χωρίς κοινοβουλευτική συναίνεση, και εξέλαβε τις δραστηριότητές του ως εκείνες ενός απόλυτου μονάρχη. Η θρησκευτική του πολιτική, σε συνδυασμό με τον γάμο του με μια Ρωμαιοκαθολική, γέννησε την αντιπάθεια και την δυσπιστία μεταρρυθμιστικών ομάδων όπως οι Πουριτανοί και οι Καλβινιστές, οι οποίοι θεωρούσαν τις απόψεις του πολύ Καθολικές. Υποστήριξε τους ιερωμένους της άνω εκκλησίας, όπως ο Ρίτσαρντ Μόνταγκιου και ο Ουίλλιαμ Λοντ, και απέτυχε να βοηθήσει επιτυχώς τις Προτεσταντικές δυνάμεις κατά τον Τριακονταετή Πόλεμο. Οι προσπάθειές του να επιβάλλει στην Εκκλησία της Σκωτίας Αγγλικανικές πρακτικές οδήγησε στον Πολέμους των Επισκόπων, ενίσχυσε τη θέση του Αγγλικού και του Σκωτικού κοινοβουλίου και βοήθησε στην προετοιμασία της δικής του πτώσης.

Από το 1642 ο Κάρολος πολεμούσε τους στρατούς του Αγγλικού και του Σκωτικού κοινοβουλίου στον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο. Μετά την ήττα του το 1645, παραδόθηκε σε μια Σκωτική δύναμη η οποία τελικά τον παρέδωσε στο Αγγλικό Κοινοβούλιο. Ο Κάρολος αρνήθηκε να δεχθεί τους όρους αυτών που τον αιχμαλώτισαν για τη δημιουργία μιας συνταγματικής μοναρχίας, και προσωρινά διέφυγε την αιχμαλωσία τον Νοέμβριο του 1647. Όντας πάλι φυλκαισμένος στη Νήσο του Ουάιτ, ο Κάρολος δημιούργησε μια συμμαχία με τη Σκωτία, αλλά περί το τέλος του 1648 ο New Model Army του Όλιβερ Κρόμγουελ είχε εδραιώσει τον έλεγχο του στην Αγγλία. Ο Κάρολος δικάστηκε, καταδικάστηκε και εκτελέστηκε για έσχατη προδοσία τον Ιανουάριο του 1649. Η μοναρχία καταργήθηκε και ανακηρύχθηκε μια δημοκρατία ονόματι Κοινοπολιτεία της Αγγλίας. Το 1660 η Αγγλική Μεσοβασιλεία έληξε όταν η μοναρχία αποκαταστάθηκε με τον γιο του Καρόλου, τον Κάρολο Β'.

Πρώιμη ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτικό από τον Σιμόν ντε Πας του Καρόλου και των γονέων του, Βασιλιά Ιακώβου και Βασίλισσας Άννας, περ. 1612

Δευτερότοκος γιος του Ιακώβου ΣΤ' της Σκωτίας και της Άννας της Δανίας, ο Κάρολος γεννήθηκε στο Παλάτι Ντάνφερμλαϊν, στο Φάιφ, στις 19 Νοεμβρίου 1600.[1] Σε μια Προτεσταντική τελετή στο Βασιλικό Παρεκκλήσι στο Παλάτι Χόλυρουντ στο Εδιμβούργο στις 23 Δεκεμβρίου 1600, βαπτίσθηκε από τον Ντέιβιντ Λίντσεϊ, Επίσκοπο του Ρος, και ονομάστηκε Δούκας του Άλμπανι, παραδοσιακός τίτλος του δεύτερου γιου του Βασιλιά της Σκωτίας, με δευτερεύοντες τίτλους αυτούς του Μαρκησίου του Όρμοντ, του Κόμητα του Ρος aκαι του Λόρδου Άρτνμανοχ.[2]

Ο Ιάκωβος ΣΤ' ήταν μικρανιψιός της Βασίλισσας Ελισάβετ Α' της Αγγλίας, και όταν εκείνη πέθανε άτεκνη τον Μάρτιο του 1603, εκείνος έγινε Βασιλιάς της Αγγλίας ως Ιάκωβος Α'. Ο Κάρολος ήταν ένα αδύναμο και φιλάσθενο βρέφος και ενώ οι γονείς του και τα μεγαλύτερα αδέλφια του έφυγαν για την Αγγλία τον Απρίλιο και στις αρχές Ιουνίου εκείνου του έτους, εκείνος λόγω της εύθραυστης υγείας του παρέμεινε στη Σκωτία με τον φίλο του πατέρα του Λόρδο Φάιβι, που είχε διοριστεί φρουρός του.

Μέχρι το 1604 ο Κάρολος ήταν τριάμισι ετών και καθώς μπορούσε να περπατήσει όλο το μήκος του μεγάλου διαδρόμου στο Παλάτι Ντάνφερμλαϊν χωρίς βοήθεια, αποφασίστηκε ότι ήταν αρκετά δυνατός για να κάνει το ταξίδι στην Αγγλία και να ενωθεί με την οικογένειά του. Στα μέσα Ιουλίου 1604, ο Κάρολος άφησε το Ντάνφερμλαϊν για την Αγγλία όπου επρόκειτο να περάσει σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή του.[3] Στην Αγγλία ο Κάρολος τέθηκε υπό την ευθύνη της Ελίζαμπεθ, Λαίδης Κάρεϊ, συζύγου του αυλικού σερ Ρόμπερτ Κάρεϊ, ο οποίος του φόρεσε μπότες από Ισπανικό δέρμα και ορείχαλκο για να τον βοηθήσει να ενισχύσει τα αδύναμα γόνατά του.[4] Η ανάπτυξη του λόγου του ήταν επίσης αργή και διατήρησε ένα τραύλισμα και μια διστακτική ομιλία για το υπόλοιπο της ζωής του.[5]

Τον Ιανουάριο του 1605, ο Κάρολος έγινε Δούκας της Υόρκης, όπως συνηθίζεται για το δεύτερο γιο του Άγγλου ηγεμόνα, και Ιππότης του Μπαθ.[6] Ο Τόμας Μάρεϊ, ένας Πρεσβυτεριανός Σκώτος, διορίστηκε παιδαγωγός του.[7] Ο Κάρολος έμαθε τα συνηθισμένα μαθήματα κλασσικών, γλωσσών, μαθηματικών και θρησκευτικών.[8] Το 1611, χρίστηκε Ιππότης της Περικνημίδας.[9]

Πορτραίτο του Καρόλου ως Δούκα της Υόρκης και του Άλμπανι από τον Ρόμπερτ Πικ , περ. 1610

Ουσιαστικά, ο Κάρολος φαινομενικά νίκησε την σωματική του ατροφία,[9] η οποία ίσως προκλήθηκε από ραχίτιδα.[4] Έγινε έμπειρος ιππέας και σκοπευτής, και ξεκίνησε ξιφασκία.[8] Παρόλα αυτά όμως, το δημόσιο προφίλ του παρέμενε χαμηλό σε αντίθεση με αυτό του σωματικά δυνατότερου και ψηλότερου[lower-alpha 2] μεγαλύτερου αδελφού του, Ερρίκου Φρειδερίκου, Πρίγκιπα της Ουαλίας, τον οποίο ο Κάρολος λάτρευε και προσπαθούσε να μιμηθεί.[10] Όμως στις αρχές Νοεμβρίου 1612, ο Ερρίκος πέθανε σε ηλικία 18 ετών πιθανότατα από τυφοειδή πυρετό (ή ίσως πορφυρία).[11] Ο Κάρολος, που έγινε 12 ετών δύο εβδομάδες μετά, έγινε εμφανής διάδοχος. Ως ο πρεσβύτερος εν ζωή γιος του ηγεμόνα, ο Κάρολος αυτόματα κέρδισε αρκετούς τίτλους (περιλαμβανομένου του Δούκα της Κορνουάλης και του Δούκα του Ρόθσεϊ). Τέσσερα χρόνια μετά, τον Νοέμβριο του 1616, έγινε Πρίγκιπας της Ουαλίας και Κόμης του Τσέστερ.[12]

Εμφανής διάδοχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1613, η αδελφή του Ελίζαμπεθ παντρεύτηκε τον Φρειδερίκο Ε', Εκλέκτορα του Παλατινάτου και μετακόμισε στη Χαϊδελβέργη.[13] Το 1617, ο Αψβούργος Αρχιδούκας Φερδινάνδος της Αυστρίας, ένας Καθολικός, εκλέχθηκε βασιλιάς της Βοημίας. Το επόμενο έτος, οι Βοημοί εξεγέρθηκαν, εκπαραθυρώνοντας τους Καθολικούς κυβερνήτες. Τον Αύγουστο 1619, η Βοημική δίαιτα επέλεξε για μονάρχη τον Φρειδερίκο  Ε', ο οποίος ήταν ηγέτης της Προτεσταντικής Ένωσης, ενώ ο Φερδινάνδος εκλέχθηκε Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας στην αυτοκρατορική εκλογή. Η αποδοχή από τον Φρειδερίκο του Βοημικού στέμματος αψηφώντας τον αυτοκράτορα σηματοδότησε την έναρξη αναταραχής η οποία θα εξελισσόταν στον Τριακονταετή Πόλεμο. Η σύγκρουση, αρχικά περιορισμένη στη Βοημία, εκτοξεύθηκε σε έναν ευρύτερο Ευρωπαϊκό πόλεμο, τον οποίον το Αγγλικό Κοινοβούλιο και η κοινή γνώμη έφτασαν να θεωρούν ως μια πολωτική ηπειρωτική διαμάχη μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών.[14] Το 1620, ο γαμπρός του Καρόλου, Φρειδερίκος Ε', ηττήθηκε στη Μάχη του Ουάιτ Μάουντεν κοντά στην Πράγα και οι κληρονομικές γαίες του στο Εκλεκτορικό Παλατινάτο δέχθηκαν εισβολή από μια δύναμη των Αψβούργων από τις Ισπανικές Κάτω Χώρες.[15] Ο Ιάκωβος, όμως, στόχευε σε έναν γάμο μεταξύ του νέου Πρίγκιπα της Ουαλίας και της ανιψιάς του Φερδινάνδου, της Αψβούργας πριγκίπισσας Ινφάντας Μαρίας της Ισπανίας, και άρχισε να βλέπει το Ισπανικό συνοικέσιο ως ένα πιθανό διπλωματικό μέσο επίτευξης ειρήνης στην Ευρώπη.[16]

Δυστυχώς για τον Ιάκωβο, η διαπραγμάτευση με την Ισπανία αποδείχτηκε γενικά αντιδημοφιλής, και με την κοινή γνώμη και με την αυλή του Ιακώβου.[17] Το Αγγλικό Κοινοβούλιο ήταν ενεργά εχθρικό προς την Ισπανία και τον Καθολικισμό, και ούτως, όταν συγκλήθηκε από τον Ιάκωβο το 1621, τα μέλη του έλπιζαν σε μια εφαρμογή των νόμων της αντικανονικότητας, μια ναυτική εκστρατεία εναντίον της Ισπανίας και έναν Προτεσταντικό γάμο για τον Πρίγκιπα της Ουαλίας.[18] Ο Λόρδος Καγκελάριος του Ιακώβου, Φράνσις Μπέικον, παραπέμφθηκε στη Βουλή των Λόρδων για διαφθορά.[19] Η παραπομπή ήταν η πρώτη από το 1459 χωρίς την επίσημη κύρωση του βασιλιά με μορφή εντάλματος εξωδικαστικής καταδίκης. Το περιστατικό αυτό έθεσε ένα σημαντικό προηγούμενο καθώς η διαδικασία παραπομπής θα χρησιμοποιείτο αργότερα ενάντια στον Κάρολο και τους υποστηρικτές του: τον Δούκα του Μπάκινγκχαμ, τον Αρχιεπίσκοπο Λοντ, και τον Κόμητα του Στράφορντ. Ο Ιάκωβος επέμεινε η Βουλή των Κοινοτήτων να ασχολείται μόνο με εσωτερικά ζητήματα, ενώ τα μέλη διαμαρτύρονταν ότι είχαν το προνόμιο του ελεύθερου λόγου μέσα στους τοίχους της Βουλής, απαιτώντας πόλεμο με την Ισπανία και μια Προτεστάντισσα Πριγκίπισσα της Ουαλίας.[20] Ο Κάρολος, όπως ο πατέρας του, θεωρούσε την συζήτησή του γάμου του στις Κοινότητες αυθάδη και ως παραβίαση του βασιλικού προνομίου του πατέρα του.[21] Τον Ιανουάριο του 1622, ο Ιάκωβος διέλυσε το Κοινοβούλιο, οργισμένος με αυτά που εξέλαβε ως αναίδεια και αδιαλλαξία των μελών του.[22]

Πορτραίτο του Καρόλου της Ουαλίας από τον Ντάνιελ Μάιτενς, περ. 1623

Ο Κάρολος και ο Δούκας του Μπάκιγχαμ, ευνοούμενος του Ιακώβου και άνθρωπος με μεγάλη επιρροή στον πρίγκιπα,[23] ταξίδεψαν ινκόγκνιτο στην Ισπανία τον Φεβρουάριο του 1623 για να προσπαθήσουν να ολοκληρώσουν το χρονίως εκκρεμές Ισπανικό συνοικέσιο.[24] Στο τέλος, όμως, το ταξίδι αποδείχτηκε ντροπιαστική αποτυχία.[25] Η Ινφάντα θεωρούσε τον Κάρολο κάτι λίγο περισσότερο από άπιστο, και οι Ισπανοί κατ'αρχάς απαίτησαν εκείνος να μεταστραφεί στον Ρωμαιοκαθολικισμό ως προϋπόθεση για το συνοικέσιο.[26] Οι Ισπανοί επέμεναν για ανεκτικότητα προς τους Καθολικούς στην Αγγλία και την ανάκληση των ποινικών νόμων, κάτι που ο Κάρολος ήξερε ότι ουδέποτε θα αποδεχόταν το Κοινοβούλιο, και για την παραμονή της Ινφάντας στην Ισπανία επί ένα χρόνο μετά τον γάμο ώστε να διασφαλιστεί η εφαρμογή των όρων του συμφώνου από την Αγγλία.[27] Μια προσωπική διαμάχη ξέσπασε μεταξύ του Μπάκινγκχαμ και του Κόμητα του Ολιβάρες, του Ισπανού κορυφαίου υπουργού, και έτσι ο Κάρολος διεξήγαγε τις τελικά μάταιες διαπραγματεύσεις προσωπικά.[28] Όταν ο Κάρολος επέστρεψε στο Λονδίνο τον Οκτώβριο, χωρίς νύφη και μέσα σε ένα εκστατικό και ανακουφισμένο δημόσιο καλωσόρισμα,[29] εκείνος και ο Μπάκινγκχαμ πίεσαν τον διστακτικό Βασιλιά Ιάκωβο να κηρύξει πόλεμο στην Ισπανία.[30]

Με τη ενθάρρυνση των Προτεσταντών συμβούλων του, ο Ιάκωβος συγκάλεσε το Κοινοβούλιο για να ζητήσει κεφάλαια για έναν πόλεμο. Ο Κάρολος και ο Μπάκινγκχαμ υποστήριζαν την παραπομπή του Λόρδου θησαυροφύλακα, Λάιονελ Κράνφιλντ, 1ου Κόμητα του Μίντλσεξ, ο οποίος αντιτίθετο στον πόλεμο για λόγους κόστους και ο οποίος έπεσε σύντομα με τον ίδιο τρόπο σχεδόν που είχε πέσει και ο Μπέικον.[31] Ο Τζέιμς είπε στον Μπάκινγκχαμ ότι ήταν ανόητος, και προειδοποίησε εκ των προτέρων τον γιο του ότι θα ζούσε για να μετανιώσει για την αναβίωση της παραπομπής ως κοινοβουλευτικό εργαλείο.[32] Ένας υποχρηματοδοτούμενος πρόχειρος στρατός υπό τον Ερνστ φον Μάνσφιλντ ξεκίνησε για να ανακτήσει το Παλατινάτο, αλλά ήταν τόσο κάκιστα τροφοδοτούμενος που ποτέ δεν προχώρησε πέραν της Ολλανδικής ακτής.[33]

Περί το 1624, ο Ιάκωβος ήταν όλο και πιο άρρωστος, και ως εκ τούτου το έβρισκε δύσκολο να ελέγξει το Κοινοβούλιο. Κατά την εποχή του θανάτου του τον Μάρτιο του 1625, ο Κάρολος και ο Δούκας του Μπάκινγκχαμ είχαν ήδη πάρει ντε φάκτο τον έλεγχο του βασιλείου.[34]

Σκωτική και Αγγλική Μοναρχία
Οίκος των Στιούαρτ
Coat of Arms of England (1603-1649).svg
Κάρολος Α'
   Κάρολος Β'
   Ιάκωβος Β' και Ζ'
   Ερρίκος, Δούκας του Γκλόστερ
   Μαίρη, Βασιλική Πριγκίπισσα
   Ενριέτ Ανν, Δούκισσα της Ορλεάνης
   Ελισάβετ


Πρώιμη βασιλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την αποτυχία του Ισπανικού συνοικεσίου, ο Κάρολος και ο Μπάκιγχαμ έστρεψαν την προσοχή τους στη Γαλλία.[35] Την 1η Μαΐου 1625() ο Κάρολος παντρεύτηκε με πληρεξούσιο την δεκαπεντάχρονη Γαλλίδα πριγκίπισσα Ενριέττα Μαρία μπροστά στην είσοδο της Παναγίας των Παρισίων.[36] Ο Κάρολος είχε δει την Ενριέττα Μαρία στο Παρίσι καθ'οδόν προς την Ισπανία.[37] Το ζευγάρι παντρεύτηκε προσωπικά στις 13 Ιουνίου 1625 στο Κάντερμπερι.

Ο Κάρολος ανέβαλε την έναρξη του πρώτου του Κοινοβουλίου μέχρι μετά την δεύτερη τελετή, για να προλάβει οποιαδήποτε αντίθεση.[38] Πολλά μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων αντιτίθενταν στο γάμο του βασιλιά με μια Ρωμαιοκαθολική, φοβούμενοι ότι ο Κάρολος θα ήρε τους περιορισμούς στους Καθολικούς αρνητές και θα υπέσκαπτε την επίσημη εγκαθίδρυση της μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας της Αγγλίας. Παρότι δήλωσε στο Κοινοβούλιο ότι δεν θα χαλάρωνε τους θρησκευτικούς περιορισμούς, υποσχέθηκε ότι θα έκανε ακριβώς αυτό σε ένα μυστικό γαμήλιο σύμφωνο με τον Λουδοβίκο ΙΓ' της Γαλλίας.[39] Επιπλέον, το σύμφωνο έθεσε υπό Γαλλικές διαταγές μια Αγγλική ναυτική δύναμη η οποία θα χρησιμοποιείτο για την κατάπνιξη τον Προτεσταντών Ουγενότων στη Λα Ροσέλ. Ο Κάρολος στέφθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1626 στο Αββαείο του Ουεστμίνστερ, αλλά χωρίς τη σύζυγό του στο πλευρό του επειδή εκείνη αρνήθηκε να συμμετάσχει σε μια Προτεσταντική θρησκευτική τελετή.[40]

Η δυσπιστία προς τις θρησκευτικές πολιτικές του Καρόλου αυξήθηκε με την υποστήριξη εκ μέρους του ενός αμφιλεγόμενου αντικαλβινιστή ιερωμένου, του Ρίτσαρντ Μόνταγκιου, ο οποίος ήταν σε ανυποληψία μεταξύ των Πουριτανών.[41] Στο φυλλάδιο του A New Gag for an Old Goose (1624), που ήταν απάντηση στο Καθολικό φυλλάδιο A New Gag for the New Gospel, ο Μόνταγκιου επιχειρηματολόγησε εναντίον του Καλβινιστικού απόλυτου προορισμού, του δόγματος ότι η σωτηρία και η τιμωρία ήταν προαποφασισμένες από το Θεό. Οι Αντικαλβινιστές – γνωστοί ως Αρμινιανοί – πίστευαν ότι τα ανθρώπινα όντα μπορούσαν να επηρεάσουν την μοίρα τους μέσω της άσκησης της ελεύθερης θέλησης.[42] Οι Αρμινιανοί ιερωμένοι είχαν υπάρξει μία από τις λίγες πηγές υποστήριξης του προτεινόμενου Ισπανικού γάμου για τον Κάρολο.[43] Με την υποστήριξη του Βασιλιά Ιακώβου, ο Μόνταγκιου δημιούργησε άλλο ένα φυλλάδιο, με τίτλο Appello Caesarem, το 1625 λίγο μετά τον θάνατο του παλαιού βασιλιά και την άνοδο του Καρόλου. Για να προστατεύσει τον Μόνταγκιου από την επίθεση των Πουριτανών του Κοινοβουλίου, ο Κάρολος έκανε τον κληρικό έναν από τους βασιλικούς του εφημέριους, αυξάνοντας τις υποψίες πολλών Πουριτανών ότι ο Κάρολος ευνοούσε τον Αρμινιανισμό ως λανθάνουσα προσπάθεια να βοηθήσει την αναζωπύρωση του Καθολικισμού.[44]

Αντί της άμεσης εμπλοκής στον Ευρωπαϊκό πόλεμο ξηράς, το Αγγλικό Κοινοβούλιο προτίμησε μια σχετικά μη δαπανηρή ναυτική επίθεση στις Ισπανικές αποικίες στο Νέο Κόσμο, προσδοκώντας την αιχμαλώτιση των ισπανικών στόλων θησαυρών. Το Κοινοβούλιο ψήφισε να δοθεί μια χορηγία £140.000, ποσό μη επαρκές για πολεμικά σχέδια του Καρόλου.[45] Επιπλέον, η Βουλή των Κοινοτήτων περιόρισε την εξουσιοδότηση της για την συλλογή από τον βασιλιά των tonnage and poundage (δύο παραλλαγές δασμών) to σε περίοδο του ενός έτους, αν και οι προηγούμενοι ηγεμόνες μετά τον Ερρίκο ΣΤ' της Αγγλίας είχαν λάβει αυτό το δικαίωμα ισοβίως.[46] Με αυτόν τον τρόπο, το Κοινοβούλιο μπορούσε να καθυστερήσει την έγκριση των rates μέχρι μετά από μια πλήρους κλίμακας επιθεώρηση των τελωνειακών εσόδων.[47] Το νομοσχέδιο δεν προχώρησε στη Βουλή των Λόρδων μετά την πρώτη του ανάγνωση.[48] Αν και δεν ελήφθη καμία Κοινοβουλευτική Πράξη για την επιβολή των tonnage and poundage, ο Κάρολος συνέχισε να συλλέγει τους φόρους.[49]

Πορτρέτο από τον Γκέριτ βαν Χόντχορστ, 1628

Μια άστοχα συνειλημμένη και εκτελεσμένη ναυτική επέμβαση ενάντια στην Ισπανία υπό την ηγεσία του Μπάκινγκχαμ κατέληξε άσχημα, και η Βουλή των Κοινοτήτων άρχισε διαδικασίες παραπομπής του δούκα.[50] Τον Μάιο 1626, ο Κάρολος πρότεινε τον Μπάκιγχαμ για Καγκελάριος του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ σε μια επίδειξη υποστήριξης,[51] και συνέλαβε δύο μέλη της Βουλής που είχαν καταφερθεί εναντίον του Μπάκιγχαμ – τον Ντάντλεϊ Ντιγκς και τον Σερ Τζον Έλιοτ – στην είσοδο της Βουλής. Η Βουλή των Κοινοτήτων εξοργίστηκε από την φυλάκιση των δύο μελών της και μετά από μια εβδομάδα σε αστυνομική επιτήρηση, αμφότεροι αφέθηκαν ελεύθεροι.[52] Στις 12 Ιουνίου 1626, οι Κοινότητες ξεκίνησαν μια απευθείας διακήρυξη εναντίον του Μπάκιγχαμ που ανέφερε, "Διαμαρτυρόμαστε ενώπιον της Μεγαλειότητάς σας και όλου του κόσμου ότι μέχρι αυτό το υψηλό πρόσωπο παύσει να αναμειγνύεται με τα μεγάλα ζητήματα του κράτους, είμαστε απέλπιδες για κάθε επιτυχία· και να φοβάστε ότι οποιαδήποτε χρήματα μπορούμε να δώσουμε ή θα δώσουμε θα, μέσω της κακοδιαχείρισής του, μετατραπεί μάλλον σε πληγή και προκατάληψη του βασιλείου σας αντί για κάτι άλλο, όπως έχουμε από οδυνηρή πείρα διαπιστώσει για εκείνες τις μεγάλες προμήθειες που δόθηκαν προηγουμένως και προσφάτως."[53] Παρά τις διαμαρτυρίες του Κοινοβουλίου, όμως, ο Κάρολος αρνήθηκε να απομακρύνει τον φίλο του, απομακρύνοντας αντίθετα το Κοινοβούλιο.[54]

Εν τω μεταξύ, εσωτερικές διαμάχες μεταξύ του Καρόλου και της Ενριέττας Μαρίας δηλητηρίαζαν τα πρώτα χρόνια του γάμου τους. Διαμάχες σχετικά με την κληρονομιά της μετά τον θάνατο του συζύγου της, τους διορισμούς στην προσωπική της αυλή και η άσκηση της θρησκείας της κορυφώθηκαν με την εκδίωξη από τον βασιλιά των περισσότερων Γάλλων αυλικούς της τον Αύγουστο του 1626.[55] Παρά τη συμφωνία του Καρόλου να προμηθεύσει τους Γάλλους με Αγγλικά πλοία ως προϋπόθεση για να παντρευτεί την Ενριέττα Μαρία, το 1627 εξαπέλυσε μια επίθεση στη Γαλλική ακτή για να υπερασπιστεί τους Ουγενότους στη Λα Ροσέλ.[56] Η πράξη αυτή, με αρχηγό τον Μπάκιγχαμ,ήταν τελικά ανεπιτυχής. Η αποτυχία του Μπάκιγχαμ να προστατεύσει τους Ουγενότους- και η απόσυρσή του από το Σεντ-Μαρτέν-ντε-Ρε – οδήγησε στην Πολιορκία της Λα Ροσέλ από τον Λουδοβίκο ΙΓ' και αύξησε την αποστροφή του λαού και του Αγγλικού Κοινοβουλίου προς τον δούκα.[57]

Ο Κάρολος προκάλεσε περαιτέρω αναταραχή προσπαθώντας να συγκεντρώσει χρήματα για τον πόλεμο μέσω ενός "αναγκαστικού δανείου": ενός φόρου επιβεβλημένου χωρίς κοινοβουλευτική συναίνεση. Τον Νοέμβριο 1627, η υπόθεση θέσπισης δεδικασμένου (test case) στην Έδρα του Βασιλιά (King's Bench), η "υπόθεση των Πέντε Ιπποτών", απεφάνθη ότι ο βασιλιάς είχε προνομιακό δικαίωμα να φυλακίσει χωρίς δίκη εκείνους που αρνούντο να πληρώσουν το αναγκαστικό δάνειο.[58] Συγκεκλημένο ξανά τον Μάρτιο 1628, στις 26 Μαΐου το Κοινοβούλιο υιοθέτησε ένα Υπόμνημα Δικαίου, καλώντας τον βασιλιά να αναγνωρίσει ότι δεν μπορούσε να επιβάλει φόρους χωρίς τη συναίνεση του Κοινοβουλίου, να εφαρμόσει στρατιωτικό νόμο σε πολίτες, να φυλακίσει κάποιον χωρίς due process, and not quarter troops in their homes.[59] Ο Κάρολος συγκατένευσε στο υπόμνημα στις 7 Ιουνίου,[60] αλλά μέχρι το τέλος του μήνα είχε αναστείλει το Κοινοβούλιο και επαναβεβαίωσε το δικαίωμά του να συλλέγει δασμούς χωρίς την εξουσιοδότηση του Κοινοβουλίου.[61]

Στις 23 Αυγούστου 1628, ο Μπάκινγκχαμ δολοφονήθηκε.[62] Ο Κάρολος ήταν βαθιά καταρρακωμένος. Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Χάιντ, 1ο Κόμητα του Κλάρεντον, "έπεσε πάνω στο κρεβάτι του, θρηνώντας με πολύ πάθος και με αφθονία δακρύων".[63] Παρέμεινε θρηνών στο δωμάτιό του για δύο ημέρες.[64] Αντίθετα, ο λαός χάρηκε με τον θάνατο του Μπάκιγχαμ, ο οποίος επέτεινε την απόσταση μεταξύ της αυλής και του έθνους, και μεταξύ του Στέμματος και των Κοινοτήτων.[65] Αν και ο θάνατος του Μπάκιγχαμ ουσιαστικά τερμάτισε τον πόλεμο με την Ισπανία και εξαφάνισε την εξουσία του ως ζήτημα, δεν τερμάτισε τις συγκρούσεις ανάμεσα στον Κάρολο και το Κοινοβούλιο.[66] Όμως, συνέπεσε με μια βελτίωση στη σχέση του Καρόλου με τη σύζυγό του, και μέχρι τον Νοέμβριο του 1628 οι παλιές τους φιλονικίες έληξαν.[67] Ίσως οι συναισθηματικοί δεσμοί του Καρόλου μεταφέρθηκαν από τον Μπάκινγκχαμ στην Ενριέττα Μαρία.[68] Εκείνη έμεινε έγκυος για πρώτη φορά, και ο δεσμός μεταξύ τους έγινε ακόμα ισχυρότερος.[69] Μαζί, ενσάρκωναν μια εικόνα αρετής και οικογενειακής ζωής, και η αυλή τους έγινε μοντέλο επισημότητας και ηθικής.[70]

Προσωπική εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοινοβούλιο επ'αόριστον[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάρολος απεικονιζόμενος ως νικηφόρος και ιπποτικός Άγιος Γεώργιος στην Αγγλική ύπαιθρο από τον Ρούμπενς, 1629–30.[lower-alpha 3]

Τον Ιανουάριο 1629 ο Κάρολος άνοιξε τη δεύτερη συνεδρίαση του Αγγλικού Κοινοβουλίου, το οποίο είχε ανασταλεί τον Ιούνιο 1628, με έναν μετριοπαθή λόγο για τα θέματα των τόνων και της λίβρας (tonnage and poundage).[74] Μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων άρχισαν να εκδηλώνουν αντίθεση στις πολιτικές του Καρόλου υπό το φως της υπόθεσης του Τζον Ρολ, ενός Μέλους του Κοινοβουλίου του οποίου τα αγαθά είχαν κατασχεθεί επειδή δεν πλήρωσε τα tonnage και poundage.[75] Πολλά ΜΚ είδαν την εφαρμογή του φόρου ως καταπάτηση του Υπομνήματος Δικαίου. Όταν ο Κάρολος διέταξε μια κοινοβουλευτική παύση στις 2 Μαρτίου,[76] τα μέλη κράτησαν τον Ομιλητή, Σερ Τζον Φιντς, καθηλωμένο στην καρέκλα του ώστε να καταστεί δυνατό να καθυστερήσει η λήξη της συνεδρίασης αρκετά ώστε να αναγνωστούν και να γίνουν δεκτές δια βοής από την αίθουσα αποφάσεις ενάντια στον Καθολικισμό, τον Αρμινιανισμό και τα tonnage και poundage.[77] Η πρόκληση ήταν υπερβολική για τον Κάρολο, ο οποίος διέλυσε το Κοινοβούλιο και φυλάκισε εννέα κοινοβουλευτικούς ηγέτες, περιλαμβανομένου του Σερ Τζον Έλιοτ, για το ζήτημα αυτό,[78] μετατρέποντας αυτούς τους άνδρες σε μάρτυρες,[79] και προσδίδοντας λαϊκή χροιά στη διαμαρτυρία τους.[80]

Λίγο μετά την αναβολή των συνεδριάσεων, χωρίς μέσα στο βραχυπρόθεσμο μέλλον να συγκεντρώσει κεφάλαια για έναν Ευρωπαϊκό πόλεμο και χωρίς την επιρροή του Μπάκιγχαμ, ο Κάρολος έκανε ειρήνη με τη Γαλλία και την Ισπανία.[81] Τα επόμενα έντεκα χρόνια, κατά τα οποία ο Κάρλος κυβέρνησε την Αγγλία χωρίς Κοινοβούλιο, αναφέρονται ως προσωπική εξουσία ή "τυραννία των έντεκα χρόνων".[82] Η διακυβέρνηση χωρίς Κοινοβούλιο δεν ήταν εξαίρεση και είχε προηγούμενο.[lower-alpha 4] Μόνο το Κοινοβούλιο, όμως, μπορούσε νόμιμα να αυξήσει τους φόρους και χωρίς αυτό η δυνατότητα του Καρόλου να αποκτήσει χρήματα για το θησαυροφυλάκιό του περιοριζόταν στα συνήθη δικαιώματα και προνόμιά του.[84]

Οικονομικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Sixpence of Charles I

Ένα μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα είχε αναδυθεί στις βασιλείες της Ελισάβετ Α' και του Ιακώβου Α'.[85] Παρά τις βραχύβιες εκστρατείες του Μπάκινγκχαμ ενάντια στην Ισπανία και τη Γαλλία, υπήρχε μικρή οικονομική δυνατότητα για τον Κάρολο να διεξαγάγει υπερπόντιους πολέμους. Καθ'όλη τη βασιλεία του ο Κάρολος αναγκαζόταν να βασίζεται κυρίως σε εθελοντικές δυνάμεις για την άμυνα και σε διπλωματικές προσπάθειες για να υποστηρίξει την αδελφή του, Ελισάβετ, και τον σκοπό της εξωτερικής του πολιτικής για παλινόρθωση του Παλατινάτου.[86] Η Αγγλία εξακολουθούσε να είναι η λιγότερο φορολογούμενη χώρα στην Ευρώπη, χωρίς επίσημο φόρο κατανάλωσης και χωρίς τακτική απευθείας φορολόγηση.[87] Για να αποκτήσει έσοδα χωρίς να επανασυγκαλέσει το Κοινοβούλιο, ο Κάρολος ανέστησε έναν όχι και τόσο ξεχασμένο νόμο ονόματι "Distraint of Knighthood", σε αχρηστία επί περισσότερο από έναν αιώνα, ο οποίος απαιτούσε κάθε άντρας που κέρδιζε £40 ή περισσότερο από τη γη κάθε χρόνο να παρίσταται στη στέψη του βασιλιά για να χριστεί ιππότης. Βασιζόμενος σε αυτό το νομοθέτημα, ο Κάρολος έβαλε πρόστιμο σε άτομα που δεν προσήλθαν στη στέψη του το 1626.[88][lower-alpha 5]

Ο κύριος φόρος που επέβαλε ο Κάρολος ήταν μια φεουδαλική εισφορά γνωστή ως ship money,[90] η οποία αποδείχθηκε ακόμη πιο λαομίσητη και επικερδέστερη από ότι το poundage and tonnage πριν από αυτήν. Προηγουμένως, η συλλογή των ship money είχε διαταχθεί μόνο στη διάρκεια πολέμων και μόνο σε παράκτιες περιοχές. Ο Κάρολος όμως ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε νομική απαγόρευση της συλλογής του φόρου για την άμυνα σε καιρό ειρήνης και σε όλο το βασίλειο. Τα Ship money, καταβαλλόμενα απευθείας στο θησαυροφυλάκιο του Ναυτικού, απέφεραν μεταξύ £150.000 και £200.000 ετησίως μεταξύ 1634 και 1638, αλλά αργότερα τα έσοδα αυτά μειώθηκαν.[91] Η αντίθεση προς τα ship money σταθερά αυξανόταν, αλλά the 12 common law judges of England declared that the tax was within the king's prerogative, though some of them had reservations.[92] Η δίωξη του Τζον Χάμντεν για μη καταβολή το 1637–38 παρέσχε μια πλατφόρμα λαϊκής διαμαρτυρίας και οι δικαστές καταδίκασαν τον Χάμντεν με μικρή διαφορά of 7–5.[93]

Ο βασιλιάς επίσης κέρδιζε χρήματα μέσω απόδοσης μονοπωλίων, παρότι ένας νόμος το απαγόρευε, τα οποία, αν και αναποτελεσματικά, απέφεραν περίπου £100.000 κάθε χρόνο στην ύστερη δεκαετία του 1630.[94][lower-alpha 6] Ο Κάρολος συγκέντρωνε επίσης χρήματα από τους Σκώτους ευγενείς, με αντίτιμο την πικρία τους, μέσω της Πράξης της Ανάκλησης (1625), με την οποία όλες οι δωρεές βασιλικής και εκκλησιαστικής γης προς τους ευγενείς μετά το 1540 ανακαλούντο, με υποχρέωση καταβολής ενοικίου για χρήση τους έκτοτε.[96] Επιπλέον, τα σύνορα των βασιλικών δασών στην Αγγλία επεκτάθηκαν στα αρχαία τους όρια ως μέρος ενός σχεδίου μεγιστοποίησης εισοδημάτων μέσω εκμετάλλευσης της γης και της επιβολής προστίμων στους χρήστες της γης μέσα στα επανακαθορισμένα όρια για καταπάτηση.[97]

Θρησκευτικές συγκρούσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε όλη τη βασιλεία του Καρόλου, το θέμα του πόσο μακριά έπρεπε να φτάσει η Αγγλική Μεταρρύθμιση ήταν μονίμως στο προσκήνιο του πολιτικού διαλόγου. Η Αρμινιανή θεολογία έδινε έμφαση στην εξουσία των κληρικών και την ατομική ικανότητα της απόρριψης ή της αποδοχής της σωτηρίας, και επομένως θεωρείτο αιρετική και ως πιθανό όχημα για την επανεισαγωγή του Ρωμαιοκαθολικισμού από τους Καλβινιστές αντιπάλους της. Η συμπάθεια του Καρόλου προς τις διδασκαλίες του Αρμινιανισμού, και ειδικά η επιθυμία του να απομακρύνει την Εκκλησία της Αγγλίας από τον Καλβινισμό προς μια πιο παραδοσιακή και μυστηριακή κατεύθυνση εξελήφθησαν από τους Πουριτανούς ως τάσεις προς την αθρησκεία.[98] Επιπλέον, οι υπήκοοι του Καρόλου πληροφορούντο τα νέα του Ευρωπαϊκού πολέμου τακτικά[99] και γίνονταν αυξανόμενα δυσαρεστημένοι από την διπλωματική του Καρόλου με την Ισπανία και την αποτυχία του να υποστηρίξει το Προτεσταντικό ζήτημα στο εξωτερικό αποτελεσματικά.[100]

Το 1633 ο Κάρολος διόρισε τον Ουίλλιαμ Λοντ Αρχιεπίσκοπο του Κάντερμπερι.[101] Μαζί, ξεκίνησαν μια σειρά αντικαλβινιστικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες αποπειράθηκαν να διασφαλίσουν την θρησκευτική ομοιομορφία περιορίζοντας τους αντισυμβατικούς ιεροκήρυκες, επιμένοντας η λειτουργία να εορτάζεται όπως περιγράφεται στο Βιβλίο της Κοινής Προσευχής, οργανώνοντας την εσωτερική αρχιτεκτονική των Αγγλικών εκκλησιών ώστε να δοθεί έμφαση στο μυστήριο της αγίας τράπεζας και να επανεκδοθεί η Declaration of Sports του Βασιλιά Ιακώβου, η οποία επέτρεπε κοσμικές δραστηριότητες την ημέρα αργίας.[102] Οι Feoffees for Impropriations, μια οργάνωση που αγόραζε benefices and advowsons so that Puritans could be appointed to them, was dissolved.[103] Για να διώξει εκείνους που αντιτίθενταν στις μεταρρυθμίσεις του, ο Λοντ χρησιμοποίησε τα δυο ισχυρότερα δικαστήρια στη χώρα, the Court of High Commission and the Court of Star Chamber.[104] Τα δικαστήρια έγιναν φόβητρα λογοκρισίας σε αντίθετες θρησκευτικές απόψεις, και έγιναν λαομίσητα among the propertied classes for inflicting degrading punishments on gentlemen.[105] Για παράδειγμα, το 1637 ο Ουίλλιαμ Πρυν, ο Χένρι Μπάρτον και ο Τζο Μπάστγουικ were pilloried, μαστιγώθηκαν και ακρωτηριάστηκαν από by cropping and imprisoned indefinitely for publishing anti-episcopal pamphlets.[106]

Charles I in Three Positions by Anthony van Dyck, 1635–36

Όταν ο Κάρολος προσπάθησε να επιβάλει τις θρησκευτικές του πολιτικές στη Σκωτία αντιμετώπισε πολυάριθμες δυσκολίες. Αν και γεννημένος στη Σκωτία, ο Κάρολος είχε αποξενωθεί από το βόρειο βασίλειό του· η πρώτη του επίσκεψη μετά την παιδική ου ηλικία ήταν για την Σκωτική του στέψη το 1633.[107] Προς απογοήτευση των Σκώτων, οι οποίοι είχαν απομακρύνει οποιοδήποτε παραδοσιακό τελετουργικό από τη λειτουργική τους πρακτική, ο Κάρολος επέμεινε η στέψη να πραγματοποιηθεί στο Αγγλικανικό τυπικό.[108] Το 1637 ο βασιλιάς διέταξε τη χρήση ενός νέου βιβλίου προσευχής στη Σκωτία το οποίο ήταν σχεδόν πανομοιότυπο με το Αγγλικό Βιβλίο της Κοινής Προσευχής, χωρίς να συμβουλευτεί το Σκωτικό Κοινοβούλιο ή την Κιρκ.[109] Παρότι γράφηκε, καθ' υπόδειξη του Καρόλου, από Σκώτους επισκόπους, πολλοί Σκώτοι την αντιστρατεύονταν, βλέποντας το νέο βιβλίο προσευχής ως όχημα εισαγωγής του Αγγλικανισμού στη Σκωτία.[110] Στις 23 Ιουλίου, ξέσπασαν ταραχές στο Εδιμβούργο την πρώτη Κυριακή της χρήσης του βιβλίου προσευχής, και η αναταραχή εξαπλώθηκε σε όλη την Κιρκ. Ο λαός άρχισε να κινητοποιείται γύρω από μια επαναβεβαίωση του Εθνικού Συμβολαίου, οι υπογράφοντες το οποίο είχαν υποσχεθεί να στηρίζουν την μεταρρυθμισμένη θρησκεία της Σκωτίας και να απορρίψουν οιεσδήποτε καινοτομίες οι οποίες δεν εξουσιοδοτούντο από την Κιρκ και το Κοινοβούλιο.[111] Όταν η Γενική Συνέλευση της Εκκλησίας της Σκωτίας συνήλθε τον Νοέμβριο 1638, καταδίκασε το νέο βιβλίο προσευχής, κατάργησε την επισκοπική διακυβέρνηση της εκκλησίας, και υιοθέτησε Πρεσβυτεριανή κυβέρνηση από πρεσβύτερους και διάκονους.[112]

Πόλεμοι των Επισκόπων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάρολος εξέλαβε την αναταραχή στη Σκωτία ως εξέγερση εναντίον της εξουσίας του, δημιουργώντας τον Πρώτο Πόλεμο των Επισκόπων το 1639.[113] Ο Κάρολος δεν ζήτησε χορηγίες από το Αγγλικό Κοινοβούλιο για να διεξάγει τον πόλεμο, αλλά αντίθετα συγκέντρωσε έναν στρατό χωρίς κοινοβουλευτική βοήθεια και προέλασε στο Μπέργουικ-απόν-Τουίντ, στο σύνορο της Σκωτίας.[114] Ο στρατός του Καρόλου δεν ενεπλάκη με τους Κόβεναντερς καθώς ο βασιλιάς φοβόταν την ήττα των δυνάμεών του, τις οποίες θεωρούσε σημαντικά αριθμητικά κατώτερες από τους Σκώτους.[115] Στη Συνθήκη του Μπέργουικ, ο Κάρολος κέρδισε ξανά την επιμέλεια των Σκωτικών του φρουρίων και εξασφάλισε τη διάλυση της προσωρινής κυβέρνησης των Κόβεναντερς, αλλά με την σημαντική υποχώρηση ότι το Σκωτικό Κοινοβούλιο και η Γενική Συνέλευση της Σκωτικής Εκκλησίας θα συγκαλούντο.[116]

Η στρατιωτική αποτυχία του Καρόλου στον Πρώτο Πόλεμο των Επισκόπων του προκάλεσε μια οικονομική και διπλωματική κρίση η οποία βάθυνε όταν οι προσπάθειές του να χρηματοδοτηθεί από την Ισπανία, while simultaneously continuing his support for his Palatine relatives, led to the public humiliation of the Battle of the Downs, όπου οι Ολλανδοί κατέστρεψαν έναν Ισπανικό στόλο με ράβδους πολύτιμων μετάλλων ανοιχτά του Κεντ in sight of the impotent English navy.[117]

Ο Κάρολος συνέχισε τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τους Σκώτους σε μια απόπειρα να κερδίσει χρόνο προτού ξεκινήσει μια νέα στρατιωτική επιχείρηση. Λόγω της οικονομικής του αδυναμίας, αναγκάστηκε να συγκαλέσει το Κοινοβούλιο σε συνεδρίαση.[118] Αμφότερα το Αγγλικό και το Ιρλανδικό κοινοβούλιο συγκλήθηκαν τους πρώτους μήνες του 1640.[119] Τον Μάρτιο 1640, το Ιρλανδικό Κοινοβούλιο ψήφισε δεόντως μια χορηγία £180.000 με την υπόσχεση να συγκεντρωθεί ένας ισχυρός στρατός 9.000 μέχρι το τέλος Μαΐου.[119] Στην Αγγλική γενική εκλογή το Μάρτιο, όμως, οι υποψήφιοι της αυλής είχαν κακές επιδόσεις[120] και οι υποθέσεις του Καρόλου με το Αγγλικό Κοινοβούλιο τον Απρίλιο έφτασαν ταχέως σε αδιέξοδο.[121] Οι κόμητες του Νορθάμπερλαντ και του Στράφορντ προσπάθησαν να μεσολαβήσουν για έναν συμβιβασμό σύμφωνα με τον οποίο ο βασιλιάς θα συμφωνούσε να απαρνηθεί τα ship money σε αντάλλαγμα για £650.000 (αν και το κόστος του επερχόμενου πολέμου εκτιμάτο σε περίπου £1&nbspεκατομμύριο).[122] Παρόλα αυτά, αυτό από μόνο του ήταν ανεπαρκές για να δημιουργήσει συναίνεση στις Κοινότητες.[123] Οι αιτήσεις των Κοινοβουλευτικών για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις αγνοήθηκαν από τον Κάρολο, ο οποίος διατηρούσε ακόμα την υποστήριξη της Βουλής των Λόρδων. Παρά τις διαμαρτυρίες του Νορθάμπερλαντ,[124] το Βραχύ Κοινοβούλιο (όπως έμεινε γνωστό) διαλύθηκε τον Μάιο του 1640, λιγότερο από ένα μήνα αφότου συνήλθε.[125]

The Earl of Strafford (left) and William Laud (right): two of Charles's most influential advisors during the personal rule[126]

Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Στράφορντ, Λόρδος Αντπρόσωπος της Ιρλανδίας από το 1632,[127] είχε αναδειχθεί σε δεξί χέρι του Καρόλου και μαζί με τον Λοντ, pursued a policy of "Thorough" that aimed to make central royal authority more efficient and effective at the expense of local or anti-government interests.[128] Παρότι αρχικά κριτικός προς τον βασιλιά, ο Στράφορντ μεταστράφηκε στη βασιλική υπηρεσία το 1628 (λόγω εν μέρει της πειθούς του Μπάκινγκχαμ),[129] και έκτοτε αναδείχθηκε, μαζί με τον Λοντ, ως ο πλέον ισχυρός από τους επιτελείς του Καρόλου.[130]

Αναθαρρημένο από την αποτυχία του Αγγλικού Βραχέως Κοινοβουλίου, το Σκωτικό Κοινοβούλιο αυτοκηρύχθηκε ικανό να κυβερνά χωρίς την συναίνεση του βασιλιά και, τον Αύγουστο 1640, ο στρατός των Covenanter μετακινήθηκε στην Αγγλική κομητεία του Νορθάμπερλαντ.[131] Μετά την ασθένεια του κόμητα του Νορθάμπερλαντ, ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος του βασιλιάς, ο Κάρολος και ο Στράφορντ κινήθηκαν βόρεια για να διοικήσουν τις Αγγλικές δυνάμεις, παρότι ο Στράφορντ ήταν ο ίδιος άρρωστος με ποδάγρα και δυσεντερία.[132] Ο Σκωτικός στρατός, μεγάλο μέρος του οποίου ήταν βετεράνοι του Τριακονταετούς Πολέμου,[133] είχε μακράν υψηλότερο ηθικό και εκπαίδευση συγκριτικά με τον αντίστοιχο Αγγλικό, και δεν συνάντησε ουσιαστικά αντίσταση μέχρι το Νιούκασλ απόν Τάιν όπου, στη Μάχη του Νιούμπερν, νίκησαν τις Αγγλικές δυνάμεις και κατέλαβαν την πόλη, καθώς και την γειτονική κομητεία του Ντέρχαμ.[134]

Καθώς οι απαιτήσεις για ένα κοινοβούλιο αυξάνονταν,[135] Ο Κάρολος προχώρησε στην ασυνήθιστη πράξη της σύγκλησης ενός μεγάλο συμβούλιο των peers. By the time it met, on 24 September at York, Charles had resolved to follow the almost universal advice to call a parliament. After informing the peers that a parliament would convene in November, he asked them to consider how he could acquire funds to maintain his army against the Scots in the meantime. They recommended making peace.[136] Μια παύση πυρός, αν και όχι τελικός συμβιβασμός, διαπραγματεύτηκε στην ταπεινωτική[137] Treaty of Ripon, υπογεγραμμένη τον Οκτώβριο 1640.[138] Η συνθήκη δήλωνε ότι οι Σκώτοι θα συνέχιζαν να καταλαμβάνουν το Νορθάμπερλαντ και το Ντέρχαμ και να πληρώνονται £850 καθημερινά, μέχρι την αποκατάσταση της ειρήνης και την αποκατάσταση του Αγγλικού Κοινοβουλίου, το οποίο θα έπρεπε να συγκεντρώσει επαρκή ποσά για να πληρώνει τις Σκωτικές δυνάμεις.[139]

Ακολούθως, το Νοέμβριο ο Κάρολος συγκάλεσε το αργότερα γνωστό ως Μακρύ Κοινοβούλιο. Ακόμη μια φορά, οι υποστηρικτές του Καρόλου απέτυχαν στις εκλογές. Από τα 493 μέλη των Κοινοτήτων, πάνω από 350 αντιτίθενταν στο βασιλιά.[140]

Μακρύ Κοινοβούλιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μακρύ Κοινοβούλιο

Βλέπε επίσης:Πόλεμοι των Τριών Βασιλείων

Οι εντάσεις κλιμακώνονται[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μακρύ Κοινοβούλιο αποδείχτηκε τόσο δύσκολο γα τον Κάρολο όσο και το Βραχύ Κοινοβούλιο. Συνήλθε στις 3 Νοεμβρίου 1640 και σύντομα άρχισε διαδικασίες για να παραπέμψει τους ηγετικούς συμβούλους του βασιλιά για εσχάτη προδοσία.[141] Ο Στράφορντ τέθηκε υπό επιτήρηση στις 10 Νοεμβρίου· ο Λοντ παραπέμφθηκε στις 18 Δεκεμβρίου· ο Λόρδος Keeper Φιντς παραπέμφθηκε την επόμενη ημέρα, και ακολούθως διέφυγε στη Χάγη με την άδεια του Καρόλου στις 21 Δεκεμβρίου.[142] Για να αποτρέψει τον βασιλιά από το να το διαλύει κατά βούληση, το Κοινοβούλιο πέρασε την Πράξη Τριετίας, η οποία απαιτούσε το Κοινοβούλιο να συγκαλείται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια, και επέτρεπε στον Λόρδο Κάτοχο της Μεγάλης Σφραγίδας και 12 ευγενείς να συγκαλούν το Κοινοβούλιο αν ο βασιλιάς δεν μποροούσε.[143] Η Πράξη συνοδευόταν από ένα νομοσχέδιο επιχορήγησης, και για να διασφαλίσει το τελευταίο, ο Κάρολος έδωσε την βασιλική συγκατάθεση τον Φεβρουάριο του 1641.[144]

Ο Στράφορντ είχε γίνει ο βασικός στόχος των Κοινοβουλευτικών, ειδικά του Τζον Πυμ, και προσήχθη σε δίκη για εσχάτη προδοσία στις 22 Μαρτίου 1641.[145] Όμως, ο σημαντικός ισχυρισμός του Σερ Χένρι Βέιν ότι ο Στράφορντ είχε απειλήσει να χρησιμοποιήσει τον Ιρλανδικό στρατό για να υποτάξει την Αγγλίαδεν επιβεβαιώθηκε και στις 10 Απριλίου Pym's case κατέρρευσε.[146] ο Πυμ και οι σύμμαχοί του άμεσα συνέταξαν ένα ένταλμα εξωδικαστικής καταδίκης, το οποίο απλά κήρυξε τον Στράφορντ ένοχο και επέβαλε την ποινή του θανάτου.[147]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:

Charles assured Strafford that "upon the word of a king you shall not suffer in life, honour or fortune",[148] and the attainder could not succeed if Charles withheld assent.[149] Furthermore, many members and most peers were opposed to the attainder, not wishing, in the words of one, to "commit murder with the sword of justice".[150] However, increased tensions and an attempted coup by royalist army officers in support of Strafford and in which Charles was involved began to sway the issue.[151] Οι Κοινότητες πέρασαν το νομοσχέδιο στις 20 Απριλίου με μεγάλη διαφορά (204 υπέρ, 59 κατά, και 230 απέχοντες), και οι Λόρδοι συναίνεσαν (με 26 ψήφους έναντι 19, με 79 απόντες) τον Μάιο.[152] Ο Κάρολος, φοβούμενος για την ασφάλεια της οικογένειας του σε περίπτωση αναταραχής, συγκατένευσε απρόθυμα στις 9 Μαΐου αφότου συμβουλεύτηκε τους δικαστές του και τους επισκόπους του.[153] Ο Στράφορντ αποκεφαλίστηκε τρεις ημέρες μετά.[154]

Στις 3 Μαΐου, η Διαμαρτυρία του Κοινοβουλίου είχε επιτεθεί στους "κακόβουλους συμβούλους" της "αυθαίρετης και τυραννικής κυβέρνησης" του Καρόλου· ενώ εκείνοι που υπέγραψαν το υπόμνημα ανέλαβαν να υπερασπιστούν το "πρόσωπο, την τιμή και τη γη" του βασιλιά, και επίσης ανέλαβαν να διατηρήσουν "την αληθινή μεταρρυθμισμένη θρησκεία", το κοινοβούλιο και τα "δικαιώματα και τις ελευθερίες των υπηκόων".[155] Μέσα σε μια εβδομάδα, ο Κάρολος είχε εγκρίνει μια άνευ προηγουμένου Πράξη, η οποία απαγόρευε τη διάλυση του Αγγλικού Κοινοβουλίου χωρίς την έγκριση του Κοινοβουλίου.[156] Τους επόμενους μήνες, τα ship money, fines in distraint of knighthood and excise without parliamentary consent were declared unlawful, and the Courts of Star Chamber and High Commission were abolished.[157] Όλες οι εναπομείνασες μορφές φορολόγησης νομιμοποιήθηκαν και ρυθμίστηκαν από την Tonnage and Poundage Act.[158] Η Βουλή των Κοινοτήτων επίσης ετοίμασε νομοσχέδια που επιτίθενταν στους επισκόπους και την επισκοπική οργάνωση, αλλά απορρίφθηκαν στη Βουλή των Λόρδων.[159]

Ο Κάρολος είχε κάνει σημαντικές υποχωρήσεις στην Αγγλία, και προσωρινά βελτίωσε τη θέση του στη Σκωτία μέσω της εξασφάλισης της εύνοιας των Σκώτων σε μια επίσκεψη από τν Αύγουστο μέχρι τον Νοέμβριο του 1641 κατά την διάρκεια της οποίας υποχώρησε στην επίσημη εγκαθίδρυση του Πρεσβυτεριανισμού.[160] Παρ'ολα αυτά, μετά από μια απόπειρα πραξικοπήματος από βασιλόφρονες στη Σκωτία, γνωστή ως "The Incident", η αξιοπιστία του Καρόλου υπονομεύτηκε σημαντικά.[161]

Ιρλανδική εξέγερση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ιρλανδία ο πληθυσμός ήταν διασπασμένος σε τρεις κύριες κοινωνικοοικονομικές ομάδες: τους Γαελικούς Ιρλανδούς, οι οποίοι ήταν Καθολικοί· τους Παλαιούς Άγγλους, οι οποίοι κατάγονταν από τους μεσαιωνικούς Νορμανδούς και επίσης ήταν ως επί το πλείστον Καθολικοί· και τους Νέους Άγγλους, οι οποίοι ήταν Προτεστάντες έποικοι από την Αγγλία και τη Σκωτία ευθυγραμμισμένοι με το Αγγλικό Κοινοβούλιο και τους Κόβεναντερς. Η διοίκηση του Στράφορντ είχε βελτιώσει την Ιρλανδική οικονομία και αύξησε θεαματικά τα φορολογικά έσοδα, αλλά το είχε επιτύχει με την επιβολή της τάξης με σιδηρά πυγμή.[162] Είχε εκπαιδεύσει έναν μεγάλο Καθολικό στρατό προς υποστήριξη του βασιλιά και είχε εξασθενήσει την εξουσία του Ιρλανδικού Κοινοβουλίου,[163] ενώ συνέχισε να κατάσχει γη από τους Καθολικούς για τον Προτεσταντικό εποικισμό προωθώντας ταυτόχρονα έναν Λοντιανό Αγγλικανισμό ο οποίος ήταν ανάθεμα για τους Πρεσβυτεριανούς.[164] Αποτέλεσμα ήταν και οι τρεις ομάδες να είναι δυσαρεστημένες προς αλλήλες.[165] Η παραπομπή του Στράφορντ δημιούργησε μια νέα αφετηρία για τα πολιτικά της Ιρλανδίας όπου όλες ο πλευρές ενώθηκαν για να παρουσιάσουν στοιχεία εναντίον του.[166] Με τρόπο παρόμοιο με αυτόν του Αγγλικού Κοινοβουλίου, οι Παλαιοί Άγγλοι μέλη του Ιρλανδικού Κοινοβουλίου ισχυρίζονταν ότι παρότι αντετίθεντο στον Στράφορντ, παρέμεναν πιστοί στον Κάρολο. Διατάθηκαν ότι ο βασιλιάς είχε παρασυρθεί από κακεντρεχείς συμβούλους,[167] και ότι, επιπλέον, ένας αντιβασιλιάς όπως ο Στράφορντ μπορούσε να αναδυθεί ως δεσποτική φιγούρα αντί να διασφαλίσει ότι ο βασιλιάς ήταν απευθείας εμπλεκόμενος στη διακυβέρνηση.[168] Strafford's fall from power weakened Charles's influence in Ireland.[169] Η διάλυση του Ιρλανδικού στρατού απαιτήθηκε ανεπιτυχώς τρεις φορές από τις Αγγλικές Κοινότητες κατά την φυλάκιση του Στράφορντ,[155] μέχρις ότου ο Κάρολος τελικά αναγκάστηκε λόγω έλλειψης χρημάτων να διαλύσει τον στρατό στο τέλος της δίκης του Στράφορντ.[170] Αντιδικίες σχετικά με τη μεταφορά γης από τους ιθαγενείς Καθολικούς σε εποίκους Προτεστάντες,[171] particularly in relation to the plantation of Ulster,[172] coupled with resentment at moves to ensure the Irish Parliament was subordinate to the Parliament of England,[173] sowed the seeds of rebellion. Όταν ξέσπασε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των Γαελικών Ιρλανδών και των Νέων Άγγλων, στα τέλη Οκτωβρίου 1641, οι Παλαιοί Άγγλοι τάχθηκαν με τους Γαελικούς Ιρλανδούς ενώ ταυτόχρονα δήλωσαν την πίστη τους στο βασιλιά.[174]

Τον Νοέμβριο 1641, η Βουλή των Κοινοτήτων ψήφισε την Grand Remonstrance, μια μακρά λίστα παραπόνων ενάντια σε πράξεις των υπουργών του Καρόλου που διαπράχθηκαν από την αρχή της βασιλείας του (that were asserted to be part of a grand Catholic conspiracy of which the king was an unwitting member),[175] but it was in many ways a step too far by Pym and passed by only 11 votes – 159 to 148.[176] Επιπλέον, η Remonstrance είχε πολύ μικρή υποστήριξη στη Βουλή των Λόρδων, στην οποία η Remonstrance επετίθετο.[177] Η ένταση κορυφώθηκε από νέα της Ιρλανδικής εξέγερσης, συνδυαστικά με ανακριβείς φήμες περί συνενοχής του Καρόλου.[178] Καθ'όλο το Νοέμβριο, μια σειρά of alarmist pamphlets published stories of atrocities in Ireland,[179] which included massacres of New English settlers by the native Irish who could not be controlled by the Old English lords.[180] Φήμες για "παπικές" συνωμοσίες στην Αγγλία κυκλοφόρησαν στο βασίλειο,[181] και οι Αγγλικές αντικαθολικές πεποιθήσεις ενισχύθηκαν, πλήττοντας την φήμη και την εξουσία του Καρόλου.[182]

Η Ενριέττα Μαρία από τον Σερ Άντονι βαν Ντάικ, 1632

Το Αγγλικό Κοινοβούλιο δυσπιστούσε στα κίνητρα του Καρόλου όταν εκείνος ζήτησε χρήματα για να καταστείλει την Ιρλανδική εξέγερση· πολλά μέλη των Κοινοτήτων υποπτεύονταν ότι οι δυνάμεις που θα συγκέντρωνε ο Κάρολος μπορούσαν αργότερα να χρησιμοποιηθούν εναντίον του ίδιου του Κοινοβουλίου.[183] Το Militia Bill του Πυμ στόχευε να αποσπάσει τον έλεγχο του στρατού από τον βασιλιά, αλλά δεν είχε την στήριξη των Λόρδων, και βέβαια ούτε του Καρόλου.[184] Αντίθετα, οι Κοινότητες πέρασαν το νομοσχέδιο ως διάταξη, η οποία ισχυρίζονταν ότι δεν χρειάζεται βασιλική συγκατάθεση.[185] The Militia Ordinance appears to have prompted more members of the Lords to support the king.[186] Σε μια απόπειρα να ενισχύσει τη θέση του, ο Κάρολος δημιούργησε μεγάλη αντιπάθεια στο Λονδίνο, το οποίο βυθιζόταν στην αναρχία, όταν έθεσε τον Πύργο του Λονδίνου υπό τις διαταγές το Τόμας Λούνσφορντ ενός διαβόητου, αλλά αποτελεσματικού, αξιωματικού καριέρας.[187] Όταν έφτασαν στον Κάρολο φήμες ότι το Κοινοβούλιο σκόπευε να παραπέμψει τη σύζυγό του επειδή υποτιθέμενα συνωμοτούσε με τους Ιρλανδούς εξεγερθέντες, ο βασιλιάς αποφάσισε να κάνει δραστικές ενέργειες.[188]

Πέντε μέλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάρολος υποπτευόταν, πιθανώς σωστά, ότι μερικά μέλη του Αγγλικού Κοινοβουλίου είχαν συνωμοτήσει με τους εισβολείς Σκώτους.[189] Στις 3 Ιανουαρίου ο Κάρολος διέταξε το Κοινοβούλιο να παραδώσει πέντε μέλη, - τον Πυμ, τον Τζον Χάμντεν, τον Ντένζιλ Χολς, τον Ουίλλιαμ Στροντ και τον Σερ Άρθουρ Χέιζελριγκ – και έναν ευγενή – τον Lord Mandeville – με τη δικαιολογία της έσχατης προδοσίας.[190] Όταν το Κοινοβούλιο αρνήθηκε, ήταν πιθανώς η Ενριέττα Μαρία που έπεισε τον Κάρολο να συλλάβει τα πέντε μέλη δια της βίας, πράγμα που ο Κάρολος σκόπευε να κάνει ο ίδιος προσωπικά.[191] Όμως, τα νέα του εντάλματος έφτασαν στο Κοινοβούλιο πριν από εκείνον, και οι καταζητούμενοι άνδρες διέφυγαν με πλωτό μέσο λίγο προτού ο Κάρολος εισέλθει στη Βουλή των Κοινοτήτων με μια ένοπλη φρουρά στις 4 Ιανουαρίου 1642.[192] Έχοντας εκτοπίσει τον Ομιλητή, Ουίλλιαμ Λένδαλ, από την θέση του, ο βασιλιάς τον ρώτησε που είχαν καταφύγει τα μέλη. Ο Λένδαλ, γονατιστός,[193] απάντησε αξιοσημείωτα, "Είθε να ευχαριστήσει την Μεγαλειότητά σας, δεν έχω ούτε μάτια να δω ούτε γλώσσα να μιλήσω σε αυτό το μέρος παρά μόνο όπως η Βουλή ευαρεστείται να με κατευθύνει, υπηρέτης της οποίας είμαι."[194] Ο Κάρολο αξιοθρήνητα δήλωσε ότι "όλα τα πουλιά μου πέταξαν", και αναγκάστηκε να αποχωρήσει με άδεια χέρια.[195]

Η κακοστημένη προσπάθεια ήταν πολιτικά καταστροφική για τον Κάρολο.[196] Ουδείς Άγγλος ηγεμόνας είχε ουδέποτε εισέλθει στη Βουλή των Κοινοτήτων, και η άνευ προηγουμένου εισβολή του στην αίθουσα για να συλλάβει τα μέλη της θεωρήθηκε σοβαρή παραβίαση του κοινοβουλευτικού προνομίου.[197] Σε μια στιγμή ο Κάρολος κατέστρεψε τις προσπάθειες των υποστηρικτών του να τον εμφανίσουν σαν μια άμυνα ενάντια στην καινοτομία και την αναταραχή.[198]

Το Κοινοβούλιο γρήγορα κατέλαβε το Λονδίνο και ο Κάρολος διέφυγε από την πρωτεύουσα για τοΠαλάτι Χάμπτον Κορτ στις 10 Ιανουαρίου 1642,[199] moving two days later to Windsor Castle.[200] Αφότου έστειλε την σύζυγο και την μεγαλύτερη κόρη του για ασφάλεια στο εξωτερικό το Φεβρουάριο, he travelled northwards, hoping to seize the military arsenal at Hull.[201] To his dismay, he was rebuffed by the town's Parliamentary governor, Sir John Hotham, who refused him entry in April, and Charles was forced to withdraw.[202]

Αγγλικός Εμφύλιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πίνακας του δέκατου αιώνα που απεικονίζει τον Κάρολο (στο κέντρο με μπλε ζώνη) πριν τη μάχη του Έτζχιλ, 1642

Εν μέσω του 1642, αμφότερες οι πλευρές άρχισαν να εξοπλίζονται. Ο Κάρολος δημιούργησε έναν στρατό χρησιμοποιώντας την μεσαιωνική μέθοδο commission of array, και το Κοινοβούλιο ζήτησε εθελοντές για την πολιτοφυλακή του.[203] Μετά από άκαρπες διαπραγματεύσεις, ο Κάρολος ύψωσε το βασιλικό λάβαρο στο Νότιγνγκαμ στις 22 Αυγούστου 1642.[204] Στην αρχή του Πρώτου Αγγλικού Εμφυλίου Πολέμου, οι δυνάμεις του Καρόλου έλεγχαν περίπου τα Μίντλαντς, την Ουαλία, την West Country και τη βόρεια Αγγλία. Έστησε την αυλή του στην Οξφόρδη. Το Κοινοβούλιο έλεγχε το Λονδίνο, τα νοτιοανατολικά και την Ανατολική Άνγκλια, καθώς και το Αγγλικό ναυτικό.[205]

Μετά από μερικές αψιμαχίες, οι αντίπαλες δυνάμεις συναντήθηκαν κανονικά στο Έτζχιλ, στις 23 Οκτωβρίου 1642. Ο ανιψιός του Καρόλου Πρίγκιπας Ρούπερτ του Ρήνου διαφωνούσε με τη στρατηγική μάχης του βασιλόφρονα διοικητή Λόρδου Λίντσεϊ, και ο Κάρολος τάχθηκε υπέρ του Ρούπερτt. Ο Λίντσεϊ παραιτήθηκε, αφήνοντας τον Κάρολο να αναλάβει συνολικά τη διοίκηση βοηθούμενος από τον Λόρδο Φορθ.[206] Το ιππικό του Ρούπερτ έκανε επιτυχώς έφοδο στις τάξεις των κοινοβουλευτικών, αλλά αντί να επιστρέψει ταχέως στο πεδίο, κινήθηκε μακριά για να λεηλατήσει το τρένο ανεφοδιασμού των κοινοβουλευτικών.[207] Ο Λίντσεϊ, ενεργώντας ως συνταγματάρχης, was wounded and bled to death without medical attention. Η μάχη τελείωσε χωρίς έκβαση καθώς έδυε ο ήλιος.[208]

Κατά τα δικά του λόγια, η εμπειρία της μάχης had left Charles "exceedingly and deeply grieved".[209] Ανασυντάχθηκε στην Οξφόρδη, απορρίπτοντας την πρόταση του Ρούπερτ για άμεση επίθεση στο Λονδίνο. Μετά από μια εβδομάδα, ξεκίνησε για την πρωτεύουσα στις 3 Νοεμβρίου, καταλαμβάνοντας το Μπρέντφορντ στο δρόμο συνεχίζοντας ταυτόχρονα να διαπραγματεύεται με κοινοτικές και κοινοβουλευτικές αντιπροσωπείες. Στο Τέρνχαμ Γκριν στα περίχωρα του Λονδίνου, ο βασιλικός στρατός συνάντησε αντίσταση από την πολιτοφυλακή της πόλης, και αντιμέτωπος με μια αριθμητικά υπέρτερη δύναμη, ο Κάρολος διέταξε οπισθοχώρηση.[209] He over-wintered in Oxford, strengthening the city's defences and preparing for the next season's campaign. Peace talks between the two sides collapsed in April.[210]

Charles depicted by Wenceslaus Hollar on horseback in front of his troops, 1644

Ο πόλεμος συνεχίστηκε διστακτικά κατά το 1643 και το 1644, και η Ενριέττα Μαρία επέστρεψε στη Βρετανία για 17 μήνες από τον Φεβρουάριο 1643.[211] Αφότου ο Ρούπερτ κατέλαβε το Μπρίστολ τον Ιούλιο 1643, ο Κάρολος επισκέφτηκε την πόλη και πολιόρκησε το Gloucester, further up the river Severn. His plan to undermine the city walls failed due to heavy rain, and on the approach of a parliamentary relief force, Charles lifted the siege and withdrew to Sudeley Castle.[212] The parliamentary army turned back towards London, and Charles set off in pursuit. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στο Νιούμπερι, Μπέρκσαϊρ, στις 20 Σεπτεμβρίου. Όπως στο Έτζχιλ, η μάχη stalemated at nightfall, and the armies disengaged.[213] Τον Ιανουάριο 1644, ο Κάρολος συγκάλεσε ένα Κοινοβούλιο στην Οξφόρδη, στο οποίο προσήλθαν περίπου 40 ευγενείς και 118 μέλη των Κοινοτήτων· all told, the Oxford Parliament, which sat until March 1645, was supported by the majority of peers and about a third of the Commons.[214] Charles became disillusioned by the assembly's ineffectiveness, calling it a "mongrel" in private letters to his wife.[215]

Το 1644 ο Κάρολος παρέμεινε στο νότιο μισό της Αγγλίας ενώ ο Ρούπερτ προέλασε βόρεια για να ανακουφίσει το relieve Newark and York, which were under threat from parliamentary and Scottish Covenanter armies. Charles was victorious at the battle of Cropredy Bridge in late June, but the royalists in the north were defeated at the battle of Marston Moor just a few days later.[216] The king continued his campaign in the south, encircling and disarming the parliamentary army of the Earl of Essex.[217] Επιστρέφοντας βόρεια στην Οξφόρδη, πολέμησε στο Νιούμπερι για δεύτερη φορά πριν έλθει ο χειμώνας· η μάχη τελείωσε χωρίς αποφασιστική έκβαση.[218] Προσπάθειες να διαπραγματευτούν έναν συμβιβασμό κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ενώ και οι δύο πλευρές επανεξοπλίζονταν και αναδιοργανώνονταν, ήταν πάλι ανεπιτυχείς.[219]

Στη μάχη του Νάζμπι στις 14 Ιουνίου 1645, οι ιππείς του Ρούπερτ έκαναν πάλι μια επιτυχημένη έφοδο, against the flank of Parliament's New Model Army, but Charles's troops elsewhere on the field were pushed back by the opposing forces. Charles, attempting to rally his men, rode forward but as he did so, Lord Carnwath seized his bridle and pulled him back, fearing for the king's safety. Carnwath's action was misinterpreted by the royalist soldiers as a signal to move back, leading to a collapse of their position.[220] Η στρατιωτική ζυγαριά έγειρε αποφασιστικά υπέρ του Κοινοβουλίου.[221] Ακολούθησε μια σειρά ηττών για τους βασιλόφρονες,[222] και μετά η Πολιορκία της Οξφόρδης, από την οποία ο Κάρολος διέφυγε (μεταμφιεσμένος σε υπηρέτη) τον Απρίλιο του 1646.[223] He put himself into the hands of the Scottish Presbyterian army besieging Newark, and was taken northwards to Newcastle upon Tyne.[224] Μετά από εννέα μήνες διαπραγματεύσεων, οι Σκώτοι τελικά ήλθαν σε συμφωνία με το Αγγλικό Κοινοβούλιο: σε αντάλλαγμα για £100.000, και την υπόσχεση περισσοτέρων χρημάτων στο μέλλον,[lower-alpha 7] οι Σκώτοι αποχώρησαν από το Νιούκαστλ και παρέδωσαν τον Κάρολο στους κοινοβουλευτικούς επιτρόπους τον Ιανουάριο 1647.[226]

Αιχμαλωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κοινοβούλιο κράτησε τον Κάρολο σε κατ'οίκον περιορισμό στο Χόλντενμπι Χάουζ στο Νορθάμπτονσαϊρ, μέχρις ότου ο Cornet Τζορτζ Τζόυς τον πήρε υπό απειλή βίας από το Χόλντενμπι στις 3 Ιουνίου στο όνομα του New Model Army.[227] Μέχρι τότε, αμοιβαία καχυποψία είχε αναπτυχθεί μεταξύ του Κοινοβουλίου, το οποίο ευνοούσε την διάλυση του στρατού και τον Πρεσβυτεριανισμό, και του New Model Army, which was primarily officered by Independent non-conformists who sought a greater political role.[228] Ο Κάρολος ήταν πρόθυμος να εκμεταλλευτεί τις διευρυνόμενες διαιρέσεις, και φαινομενικά είδε τις πράξεις του Τζόυς ως ευκαιρία παρά απειλή.[229] μεταφέρθηκε πρώτα στο Νιούμαρκετ, με δική του πρόταση,[230] και αργότερα μεταφέρθηκε στο Ότλαντς και ακολούθως στο Χάμπτν Κορτ, ενώ περαιτέρω τελικά άκαρπες διαπραγματεύσεις έλαβαν χώρα.[231] Κατά τον Νοέμβριο, είχε καθορίσει ότι θα ήταν προς το βέλτιστο συμφέρον του να διαφύγει-ίσως στη Γαλλία, τη Νότια Αγγλία ή το Μπέργουικ-απόν-Τουίντ, κοντά στο Σκωτικό σύνορο.[232] Διέφυγε από το Χάμπτον Κορτ στις 11 Νοεμβρίου, και από τις ακτές του Southampton Water ήλθε σε επαφή με τον Συνταγματάρχη Ρόμπερτ Χάμοντ, Κοινοβουλευτικό Κυβερνήτη της Νήσου Γουάιτ, τον οποίο φαινομενικά θεωρούσε φιλικά διακείμενο.[233] Ο Χάμοντ, όμως, περιόρισε τον Κάρολο στο Κάστρο Κάρισμπρουκ και πληροφόρησε το Κοινοβούλιο ότι ο Κάρολος ήταν υπό την κράτηση από τον ίδιο.[234]

Από το Κάρισμπρουκ, ο Κάρολος συνέχισε να προσπαθεί να επωφεληθεί από τς διάφορες παρατάξεις. Σε άμεση αντίθεση με την προηγούμενη σύγκρουση του με την Σκωτική Kirk, στις 26 Δεκεμβρίου 1647 υπέγραψε ένα μυστικό σύμφωνο με τους Σκώτους. Σύμφωνα με αυτό, το οποίο ονομάστηκε "Engagement", οι Σκώτοι ανέλαβαν να εισβάλουν στην Αγγλία στο πλευρό του Καρόλου και να τον αποκαταστήσουν στο θρόνο με προϋπόθεση ο Πρεσβυτεριανισμός να εγκαθιδρυθεί στην Αγγλία για τρία χρόνια.[235]

Οι βασιλόφρονες εξεγέρθηκαν τον Μάιο 1648, πυροδοτώντας τον Δεύτερο Εμφύλιο Πόλεμο, και όπως συμφωνήθηκε με τον Κάρολο, οι Σκώτοι εισέβαλαν στην Αγγλία. Εξεγέρσεις στο Κεντ, το Έσσεξ και το Κάμπερλαντ, και μια εξέγερση στη Νότια Ουαλία, καταπνίγηκαν από τον New Model Army, και με την ήττα των Σκώτων στη Μάχη του Πρέστον τον Αύγουστο 1648, οι βασιλόφρονες έχασαν κάθε δυνατότητα να κερδίσουν τον πόλεμο.[236]

Η μόνη δυνατότητα για τον Κάρολο ήταν να επιστρέψει σε διαπραγματεύσεις,[237] οι οποίες έγιναν στο Νιούπορτ στη Νήσο Γουάιτ.[238] Στις 5 Δεκεμβρίου 1648, το Κοινοβούλιο ψήφισε 129 προς 83 να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με τον βασιλιά,[239] αλλά ο Όλιβερ Κρόμγουελ και ο στρατός αντιτέθηκαν σε οποιεσδήποτε περαιτέρω συνομιλίες με κάποιον που θεωρούσαν αιμοσταγή τύραννο και ήδη δρούσαν για να ισχυροποιήσουν την εξουσία τους.[240] Ο Χάμοντ αντικαταστάθηκε ως Κυβερνήτης της Νήσου Γουάιτ στις 27 Νοεμβρίου, και τέθηκε in the custody of the army the following day.[241] Στην Εκκαθάριση του Πράιντ στις 6 και 7 Δεκεμβρίου, τα μέλη του Κοινοβουλίου που δεν είχαν την εύνοια του στρατού συνελήφθησαν ή αποκλείστηκαν από τον Συνταγματάρχη Τόμας Πράιντ,[242] ενώ άλλοι έμειναν μακριά εθελοντικά.[243] Τα υπόλοιπα μέλη αποτέλεσαν το Κολοβό Κοινοβούλιο. ήταν ουσιαστικά ένα στρατιωτικό πραξικόπημα.[244]

Δίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάρολος στη δίκη του, από τον Έντουαρντ Μπάουερ, 1649. Άφησε τη γενειάδα και τα μαλλιά του να μεγαλώσουν πολύ επειδή το Κοινοβούλιο είχε αποπέμψει τον κουρέα του, και αρνείτο να έχει κοντά του οποιονδήποτε άλλον με ξυράφι.[245]
Charles (in the dock with his back to the viewer) facing the High Court of Justice, 1649[246]

Ο Κάρολος μετακινήθηκε στο Κάστρο Χερστ στο τέλος του 1648, και μετά στο Κάστρο Ουίνδσορ.[247] Τον Ιανουάριο 1649, η Κολοβή Βουλή των Κοινοτήτων του απήγγειλε την κατηγορία της προδοσίας, η οποία απορρίφθηκε από τη Βουλή των Λόρδων.[248] Η ιδέα της δίκης ενός βασιλιά ήταν μια καινοτόμα.[249] Οι Αρχιδικαστές των τριών common law δικαστηρίων της Αγγλίας – Χένρι Ρολ, Oliver St John and John Wilde – all opposed the indictment as unlawful.[250] Οι Κολοβές Κοινότητες αυτοανακηρύχτηκαν ικανές να νομοθετούν μόνες, πέρασαν ένα νομοσχέδιο που δημιουργούσε ένα ξεχωριστό δικαστήριο για την δίκη το Καρόλου, και κήρυξε το νομοσχέδιο πράξη χωρίς την ανάγκη βασιλικής έγκρισης.[251] Το Ανώτερο Δικαστήριο (High Court of Justice) που ιδρύθηκε από την Πράξη αποτελείτο από 135 επιτρόπους, αλλά πολλοί είτε αρνήθηκαν να υπηρετήσουν είτε επέλεξαν να μείνουν μακριά.[252] Μόνο 68 (όλοι ακραιφνείς Κοινοβουλευτικοί) προσήλθαν στη δίκη του Καρόλου για κατηγορία εσχάτης προδοσίας και "άλλα ύψιστα εγκλήματα" η οποία άρχισε στις 20 Ιανουαρίου 1649 στο Ουεστμίνστερ Χολ.[253] Ο Τζον Μπράντσο ενέργησε ως Πρόεδρος του Δικαστηρίου, και η prosecution was led by the Solicitor General, John Cook.[254]

Ο Κάρολος κατηγορήθηκε για προδοσία εναντίον της Αγγλίας λόγω χρήσης της δύναμης του για την επιδίωξη του προσωπικού του συμφέροντος αντί του καλού της χώρας.[255] Το κατηγορητήριο ανέφερε ότι εκείνος, "για την επίτευξη αυτών του των σχεδίων, και για την προστασία του εαυτού του και των οπαδών του μέσα στις δικές του και τις δικές του φαύλες πρακτικές, to the same ends hath traitorously and maliciously levied war against the present Parliament, and the people therein represented", και ότι τα "κακόβουλα σχέδια, πόλεμοι και κακές πρακτικές του, ο αναφερθείς Τσαρλς Στιούαρτ, have been, and are carried on for the advancement and upholding of a personal interest of will, power, and pretended prerogative to himself and his family, against the public interest, common right, liberty, justice, and peace of the people of this nation."[255] Reflecting the modern concept of command responsibility,[256] the indictment held him "guilty of all the treasons, murders, rapines, burnings, spoils, desolations, damages and mischiefs to this nation, acted and committed in the said wars, or occasioned thereby."[257] Περίπου 300.000 άνθρωποι, ή 6% του πληθυσμού, πέθαναν κατά τη διάρκεια του πολέμου.[258]

Κατά τις πρώτες τρεις ημέρες της δίκης, όποτε στον Κάρολο ζητείτο να απολογηθεί, εκείνος αρνείτο,[259] δηλώνοντας την αντίθεση του με τις λέξεις: "I would know by what power I am called hither, by what lawful authority...?"[260] Ισχυρίστηκε ότι ουδέν δικαστήριο είχε δικαιοδοσία επί ενός μονάρχη,[249] ότι η εξουσία του να κυβερνά του είχε δοθεί από το Θεό και από τους παραδοσιακούς νόμους της Αγγλίας, και ότι η εξουσία που ασκούσαν εκείνοι που τον δικάζουν ήταν αυτή της δύναμης των όπλων. Ο Κάρολος επέμεινε ότι η δίκη ήταν παράνομη, εξηγώντας ότι,

ουδεμία επίγεια δύναμη μπορεί δίκαια να με καλέσει (ως Βασιλέα σας) σε απολογία ως εγκληματία ... this day's proceeding cannot be warranted by God's laws; for, on the contrary, the authority of obedience unto Kings is clearly warranted, and strictly commanded in both the Old and New Testament ... for the law of this land, I am no less confident, that no learned lawyer will affirm that an impeachment can lie against the King, they all going in his name: and one of their maxims is, that the King can do no wrong ... the higher House is totally excluded; and for the House of Commons, it is too well known that the major part of them are detained or deterred from sitting ... the arms I took up were only to defend the fundamental laws of this kingdom against those who have supposed my power hath totally changed the ancient government.[261]

Το δικαστήριο, αντίθετα, αντέκρουσε το δόγμα της αμνηστίας του ηγεμόνα, και διατάθηκε ότι "ο Βασιλιάς της Αγγλίας δεν ήταν πρόσωπο, αλλά ένα αξίωμα που κάθε κάτοχος του είχε εξουσιοδοτηθεί με περιορισμένη εξουσία να κυβερνά 'με και σύμφωνα με τους νόμους της χώρας και όχι αλλιώς'."[262]

Στο τέλος της τρίτης ημέρας, ο Κάρολος απομακρύνθηκε από το δικαστήριο,[263] το οποίο μετά άκουσε περισσότερους από 30 μάρτυρες κατηγορίας του βασιλιά εν απουσία του κατά τις επόμενες δύο ημέρες, και στις 26 Ιανουαρίου τον καταδίκασε σε θάνατο. Την επόμενη ημέρα, ο βασιλιάς μεταφέρθηκε σε μια δημόσια συνεδρίαση της επιτροπής, κηρύχτηκε ένοχος και καταδικάστηκε.[264] Πενήντα εννέα επίτροποι υπέγραψαν το ένταλμα εκτέλεσης του Καρόλου.[265]

Εκτέλεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανικό εκτύπωση της εποχής που δείχνει τον αποκεφαλισμό του Καρόλου Α'

Ο αποκεφαλισμός του Καρόλου προγραμματίστηκε για την 30ή Ιανουαρίου 1649. Δύο από τα παιδιά του παρέμειναν στην Αγγλία υπό τον έλεγχο των Κοινοβουλευτικών: η Ελίζαμπεθ και ο Χένρι. Τους επιτράπηκε να τον επισκεφτούν στις 29 Ιανουαρίου, και τους επεφύλαξε έναν δακρύβρεχτο αποχαιρετισμό.[266] Το επόμενο πρωινό ζήτησε δύο πουκάμισα για να αποτρέψει τον ψυχρό καιρό να προκαλέσει ρίγη τα οποία το πλήθος θα μπορούσε να εκλάβει λανθασμένα ως φόβο:[267][268]

"η εποχή είναι τόσο δριμεία όσο πιθανώς μπορεί να με ταρακουνήσει, κάτι που μερικοί παρατηρητές μπορεί να φανταστούν ότι προέρχεται από φόβο. Δεν θα είχα ποτέ τέτοια αντίδραση."[267]

Περπάτησε φρουρούμενος από το Παλάτι του Αγίου Ιακώβου, όπου ήταν σε περιορισμό μέχρι το Παλάτι του Ουάιτχολ, όπου είχε ανεγερθεί ένα ικρίωμα εκτέλεσης μπροστά από το Μπάνκετινγκ Χάουζ.[269] Ο Κάρολος χωριζόταν από τους θεατές με μεγάλες ομάδες στρατιωτών, και ο τελευταίος λόγος του ακούστηκε μόνο σε αυτούς που ήταν μαζί του στο ικρίωμα.[270] Κατηγορούσε τον εαυτό του επειδή απέτυχε να αποτρέψει την εκτέλεση του πιστού υπηρέτη του Στράφορντ: "Μια άδικη ποινή την οποία υπέφερα να βλέπω να πραγματοποιείται, τιμωρείται τώρα με μια άδικη ποινή σε εμένα."[271] Δήλωσε ότι είχε επιθυμήσει την ελευθερία του λαού όσο κανείς, "αλλά πρέπει να σας πω ότι η ελευθερία του αποτελείται από την ύπαρξη κυβέρνησης ... Όχι από την συμμετοχή σε αυτή την κυβέρνηση· δηλαδή τίποτα δεν τους αφορά. Ένας υπήκοος και ένας ηγεμόνας είναι ξεκάθαρα διαφορετικά πράγματα."[272] Συνέχισε, "Θα μεταφερθώ από ένα φθαρτό προς ένα αδιάφθορο Στέμμα, wόπου δεν θα υπάρχει διαταραχή."[273]

Περίπου στις 2 μ.μ.,[274] ο Κάρολος έθεσε το κεφάλι του στον πάγκο αφότου είπε μια προσευχή και σήμανε στον εκτελεστή ότι είναι έτοιμος εκτείνοντας τα χέρια του· και τότε αποκεφαλίστηκε με ένα καθαρό χτύπημα.[275] Σύμφωνα με τον παρατηρητή Φίλιπ Χένρι, ένα θρήνος "που δεν είχα ακούσει ποτέ πριν και επιθυμώ να μην ακούσω ποτέ ξανά" σηκώθηκε από το συγκεντρωμένο πλήθος,[276] μερικοί εκ του οποίου τότε βούτηξαν τα μαντήλια τους στο αίμα του βασιλικά ως ενθύμιο.[277]

Ο εκτελεστής ήταν μασκοφόρος και μεταμφιεσμένος, και η ταυτότητα του είναι αντικείμενο συζήτησης. Οι επίτροποι προσέγγισαν τον Ρίτσαρντ Μπράντον, τον κοινό δήμιο του Λονδίνου, αλλά αρνήθηκε, τουλάχιστον αρχικά, παρότι του προσφέρθηκαν £200. Είναι πιθανό ότι υποχώρησε και ανέλαβε την αποστολή αφότου απειλήθηκε με θάνατο, αλλά υπάρχουν άλλοι που έχουν ονομαστεί ως πιθανοί υποψήφιοι, όπως ο Τζορτζ Τζόυς, ο Ουίλλιαμ Χιούλετ και ο Χιου Πίτερς.[278] Το καθαρό χτύπημα, επιβεβαιωμένο από μια εξέταση στο σώμα του βασιλιά στο Ουίνδσορ το 1813,[279] δείχνει ότι η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε από έναν έμπειρο δήμιο.[280]

Ήταν κοινή πρακτική το ακρωτηριασμένο κεφάλι ενός προδότη να υψώνεται και να επιδεικνύεται στο πλήθος με τις λέξεις "Behold the head of a traitor!"[281] Παρότι το κεφάλι του Καρόλου επιδείχθηκε στο πλήθος,[282] οι έξεις δεν χρησιμοποιήθηκαν, πιθανώς επειδή ο εκτελεστής δεν ήθελε να αναγνωριστεί η φωνή του.[281] Την ημέρα μετά την εκτέλεση, το κεφάλι του βασιλιά ράφτηκε ξανά στο σώμα του, το οποίο μετά ταριχεύθηκε και τοποθετήθηκε σε μολύβδινο φέρετρο.[283]

Cromwell was said to have visited Charles's coffin, sighing "Cruel necessity!" as he did so.[284] Η ιστορία απεικονίστηκε από τον Ντελαρός τον δέκατο ένατο αιώνα.
Another of Delaroche's paintings, Charles I Insulted by Cromwell's Soldiers, is an allegory for later events in France and the mocking of Christ.[285]

Η επιτροπή αρνήθηκε να επιτραπεί η ταφή του Καρόλου στο Αββαείο του Ουεστμίνστερ, οπότε το σώμα του μεταφέρθηκε στο Ουίνδσορ τη νύχτα της 7ης Φεβρουαρίου.[286] Τάφηκε στο θόλο του Ερρίκου Η' στο Παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου, Κάστρο Ουίνδσορ, ιδιωτικά στις 9 Φεβρουαρίου 1649.[287] Ο γιος του βασιλιά, Κάρολος Β' αργότερα οργάνωσε την ανέγερση ενός περίτεχνου βασιλικού μαυσωλείου στο Χάιντ Παρκ, αλλά δεν κτίστηκε ποτέ.[126]

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βλέπε επίσης:Αγγλική Μεσοβασιλεία

Δέκα ημέρες μετά την εκτέλεση του Καρόλου, την ημέρα της ταφής του, εμφανίστηκαν προς πώληση απομνημονεύματα με ισχυρισμούς ότι είχαν γραφεί από τον βασιλιά.[283] This book, the Eikon Basilike (Greek: the "Royal Portrait"), contained an apologia for royal policies, and it proved an effective piece of royalist propaganda. John Milton wrote a Parliamentary rejoinder, the Eikonoklastes ("The Iconoclast"), but the response made little headway against the pathos of the royalist book.[288] Anglicans and royalists fashioned an image of martyrdom,[289] and Charles was recognised as a martyr king by his followers. From the latter half of the seventeenth century, high Anglicans commemorated his martyrdom on the anniversary of his death and churches, such as those at Falmouth and Tunbridge Wells, were founded in his honour.[126]

Μερικώς εμπνευσμένος από την επίσκεψή του στην Ισπανική αυλή το 1623,[290] ο Κάρολος έγινε παθιασμένος και έμπειρος συλλέκτης έργων τέχνης, συγκεντρώνοντας μία από τις πιο εκλεπτυσμένες συλλογές τέχνης που έγιναν ποτέ.[291] His intimate courtiers including the Duke of Buckingham and the Earl of Arundel shared his interest and have been dubbed the Whitehall group.[292] Στην Ισπανία, πόζαρε για ένα σκίτσο στον Βελάσκεθ, και απέκτησε έργα του Τιτσιάνο και του Κορρέτζο, μεταξύ άλλων.[293] In England, his commissions included the ceiling of the Banqueting House, Whitehall, by Rubens and paintings by other artists from the Low Countries such as van Honthorst, Mytens, and van Dyck.[294] Το 1627 και το 1628, αγόρασε ολόκληρη τη συλλογή του Δούκα της Μάντοβα, η οποία περιελάμβανε έργα του Τιτσιάνο, του Κορρέτζιο, του Ραφαήλ, του Καραβάτζιο, του ντελ Σάρτο και του Μαντένια.[295] Charles's collection grew further to encompass Bernini, Breughel, da Vinci, Holbein, Hollar, Tintoretto and Veronese, and self-portraits by both Dürer and Rembrandt.[296] By Charles's death, there were an estimated 1760 paintings,[297] most of which were sold and dispersed by Parliament.[298]

With the monarchy overthrown, England became a republic or "Commonwealth". The House of Lords was abolished by the Rump Commons, and executive power was assumed by a Council of State.[299] Όλη η σημαντική στρατιωτική αντίθεση στη Βρετανία και την Ιρλανδία έσβησε από τις δυνάμεις του Όλιβερ Κρόμγουελ στον Τρίτο Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο και την Κρομγουελιανή κατάκτηση της Ιρλανδίας.[300] Ο Κρόμγουελ βίαια διέλυσε το Κολοβό Κοινοβούλιο το 1653,[301] έκτοτε εγκαθιδρύοντας το Προτεκτοράτο με τον ίδιο ως Λόρδο Προστάτη.[302] Με τον θάνατό του το 1658, τον διαδέχτηκε προσωρινά ο ανεπαρκής γιός του, Ρίτσαρντ Κρόμγουελ.[303] Το Κοινοβούλιο λειτούργησε και πάλι και η μοναρχία αποκαταστάθηκε με τον πρωτότοκο γιο του Καρόλου Α', Κάρολο Β', το 1660[304].

Η Καρολίνα in North America – later North and South Carolina – was named after Charles I. To the north in Virginia, Cape Charles, Charles River Shire and the Charles City Shire were all likewise named after him; the king personally named the Charles River.[305]

Εκτιμήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Τζον Φίλιπς Κένυον, "ο Κάρολος Στιούαρτ είναι ένας άνδρας με αντιφάσεις και αμφιβολίες".[306] Revered by high Tories who considered him a saintly martyr,[126] he was condemned by Whig historians, such as Samuel Rawson Gardiner, who thought him duplicitous and delusional.[307] Τις πρόσφατες δεκαετίες, οι περισσότεροι ιστορικοί τον έχουν επικρίνει,[308] με εξαίρεση κυρίως τον Κέβιν Σαρπ ο οποίος παρέσχε μια πιο ευνοϊκή όψη του Καρόλου η οποία δεν έχει ευρέως υιοθετηθεί.[309] Ενώ ο Σαρπ ισχυριζόταν ότι ο βασιλιάς ήταν ένας δυναμικός άνδρας με συνείδηση, ο Καθηγητής Μπάρι Κάουαρντ νόμιζε ότι Κάρολος "ήταν ο πιο ανίκανος μονάρχης της Αγγλίας από τον Ερρίκο ΣΤ'",[310] μια άποψη που είχε και ο Ρόναλντ Χάτον, ο οποίος τον αποκάλεσε "τον χειρότερο βασιλιά που είχαμε από τον Μεσαίωνα".[311]

Ο Αρχιεπίσκοπος Ουίλλιαμ Λοντ, ο οποίος αποκεφαλίστηκε από το Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια του πολέμου, περιέγραψε τον Κάρολο ως "A mild and gracious prince who knew not how to be, or how to be made, great."[312] Ο Κάρολος ήταν πιο εγκρατής και εκλεπτυσμένος από τον πατέρα του,[313] αλλά ήταν αδιάλλακτος και εσκεμμένα ακολουθούσε αντιδημοφιλείς πολιτικές οι οποίες τελικά τον κατέστρεψαν.[314] Αμφότεροι ο Κάρολος και Ι Ιάκωβος ήταν οπαδοί του θείου δικαιώματος των βασιλέων, αλλά ενώ οι φιλοδοξίες του Ιακώβου σχετικά με το απολυταρχικό προνόμιο μετριάζονταν από τον συμβιβασμό και την συναίνεση με τους υπηκόους του, ο Κάρολος πίστευε ότι δεν ήταν αναγκαίο να συμβιβαστεί ή ακόμα και να εξηγήσει τις πράξεις του.[315] -->

Νόμιζε ότι ήταν υπόλογος μόνο στο Θεό. "Οι πρίγκιπες δεν δεσμεύονται να δίνουν λογαριασμό των πράξεών τους", έγραψε,"παρά μόνο στο Θεό".[316]

Τίτλοι, προσφωνήσεις και θυρεός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τίτλοι και προσφωνήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 23 Δεκεμβρίου 1600 – 27 Μαρτίου 1625: Δούκας του Άλμπανι, Μαρκήσιος του Όρμοντ, Κόμης του Ρος και Λόρδος Άρντμανοχ[317]
  • 6 Ιανουαρίου 1605 – 27 Μαρτίου 1625: Δούκας της Υόρκης[317]
  • 6 Νοεμβρίου 1612 – 27 Μαρτίου 1625: Δούκας της Κορνουάλης και του Ρόθσεϊ[317]
  • 4 Νοεμβρίου 1616 – 27 Μαρτίου 1625: Πρίγκιπας της Ουαλίας και Κόμης του Τσέστερ[317]
  • 27 Μαρτίου 1625 – 30 Ιανουαρίου 1649: Η Αυτού Μεγαλειότητα Ο Βασιλιάς

The official style of Charles I as king was "Charles, by the Grace of God, King of England, Scotland, France and Ireland, Defender of the Faith, etc."[318] The style "of France" was only nominal, and was used by every English monarch from Edward III to George III, regardless of the amount of French territory actually controlled.[319] The authors of his death warrant referred to him as "Charles Stuart, King of England".[320]

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θυρεός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

As Duke of York, Charles bore the royal arms of the kingdom differenced by a label Argent of three points, each bearing three torteaux Gules.[322] The Prince of Wales bore the royal arms differenced by a plain label Argent of three points.[323] As king, Charles bore the royal arms undifferenced: Quarterly, I and IV Grandquarterly, Azure three fleurs-de-lis Or (for France) and Gules three lions passant guardant in pale Or (for England); II Or a lion rampant within a tressure flory-counter-flory Gules (for Scotland); III Azure a harp Or stringed Argent (for Ireland). In Scotland, the Scottish arms were placed in the first and fourth quarters with the English and French arms in the second quarter.[324]

Επίγονοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πέντε μεγαλύτερα παιδιά του Καρόλου, 1637. Από αριστερά προς δεξιά: Mary, Ιάκωβος, Κάρολος, Ελισάβετ and Άννα.

Ο Κάρολος είχε εννέα παιδιά, δύο από τα οποία τελικά έγιναν βασιλείς, and two of whom died at or shortly after birth.[325]

Όνομα Γέννηση Θάνατος Σημειώσεις
Τσαρλς Τζέιμς, Δούκας της Κορνουάλης και του Ρόθσεϊ 13 Μαΐου 1629 13 Μαΐου 1629 Γεννήθηκε και πέθανε την ίδια ημέρα. Τάφηκε ως "Κάρολος, Πρίγκιπας της Ουαλίας".[326]
Κάρολος Β' 29 Μαΐου 1630 6 Φεβρουαρίου 1685 Παντρεύτηκε την Αικατερίνη της Μπραγκάνζα (1638–1705) το 1662. No legitimate liveborn issue.
Μαρία, Βασιλική Πριγκίπισσα 4 Νοεμβρίου 1631 24 Δεκεμβρίου 1660 Married William II, Prince of Orange (1626–1650) in 1641. She had one child: William III.
Ιάκωβος Ζ' και Β' 14 Οκτωβρίου 1633 6 Σεπτεμβρίου 1701(16 Σεπτεμβρίου Νέος Τύπος) Παντρεύτηκε την (1) Άννα Χάιντ (1637–1671) το 1659. Had issue including Mary II and Anne, Queen of Great Britain;
Νυμφεύθηκε τη (2) Μαρία της Μόντενα (1658–1718) το 1673. Απέκτησε επιγόνους.
Πριγκίπισσα Ελισάβετ 29 Δεκεμβρίου 1635 8 Σεπτεμβρίου 1650 Χωρίς επιγόνους.
Πριγκίπισσα Άννα 17 Μαρτίου 1637 5 Νοεμβρίου 1640 Died young.
Πριγκίπισσα Αικατερίνη 29 Ιουνίου 1639 29 June 1639 Born and died the same day.
Henry, Duke of Gloucester 8 July 1640 13 September 1660 No issue.
Πριγκίπισσα Ενριέττα Άννα 16 Ιουνίου 1644 30 Ιουνίου 1670 Married Philip, Duke of Orléans (1640–1701) in 1661. Had issue.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Όλες οι ημερομηνίες σε αυτό το άρθρο είναι στο Old Style Julian calendar used in Britain throughout Charles's lifetime; however, years are assumed to start on 1 January rather than 25 March, which was the English New Year.
  2. Ο Κάρολος αναπτύχθηκε μέχρι το μέγιστο ύψος των 5 ποδιών και 4 ιντσών (163 cm).[5]
  3. Ο Ρούμπενς, ο οποίος έδρασε ως Ισπανός αντιπρόσωπος κατά τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο, ζωγράφισε το Τοπίο με τον Άγιο Γεώργιο και τον Δράκοντα in 1629–30.[71]Το τοπίο είχε ως μοντέλο την Κοιλάδα του Τάμεση, και οι κεντρικές μορφές του Αγίου Γεωργίου (προστάτη αγίου της Αγγλίας) και μιας κορασίδας ομοιάζουν με τον βασιλιά και τη βασίλισσα.[72] Ο δράκος του πολέμου κείται νεκρός κάτω από τα πόδια του Καρόλου.[73]
  4. Για παράδειγμα, ο Ιάκωβος Α' κυβέρνησε χωρίς Κοινοβούλιο μεταξύ 1614 και 1621.[83]
  5. Προς σύγκριση, ένας τυπικός αγροτικός εργάτης μπορούσε να κερδίσει 8d την ημέρα ή περίπου £10 το χρόνο.[89]
  6. Το νομοθέτημα απαγόρευε την επίδοση μονοπωλίων σε άτομα αλλά ο Κάρολος παρέκαμψε τον περιορισμό δίνοντας μονοπώλια σε εταιρείες.[95]
  7. The Scots were promised £400,000 in instalments.[225]
  8. 8,0 8,1 James V and Margaret Douglas were both children of Margaret Tudor, the daughter of Henry VII of England: James V by James IV of Scotland, Margaret by Archibald Douglas, Earl of Angus.[327]
  9. 9,0 9,1 Christian III and Elizabeth were both children of Frederick I of Denmark: Christian by Anne of Brandenburg, Elizabeth by Sophia of Pomerania.[327]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Cust 2005, σελ. 2; Weir 1996, σελ. 252.
  2. Gregg 1981, σσ. 4–5.
  3. Carlton 1995, σελ. 3; Gregg 1981, σελ. 9.
  4. 4,0 4,1 Gregg 1981, σ. 11.
  5. 5,0 5,1 Gregg 1981, σ. 12.
  6. Gregg 1981, σ. 13.
  7. Gregg 1981, σελ. 16; Hibbert 1968, σελ. 22.
  8. 8,0 8,1 Carlton 1995, σ. 16.
  9. 9,0 9,1 Gregg 1981, σ. 22.
  10. Gregg 1981, σελίδες 18–19; Hibbert 1968, σελίδες 21–23.
  11. Gregg 1981, σ. 29.
  12. Gregg 1981, σ. 47.
  13. Hibbert 1968, σ. 24.
  14. Hibbert 1968, σελ. 49; Howat 1974, σελίδες 26–28.
  15. Gregg 1981, σελ. 63; Howat 1974, σελίδες 27–28; Kenyon 1978, σελ. 79.
  16. Cust 2005, σελ. 5; Hibbert 1968, σελίδες 49–50.
  17. Coward 2003, σ. 152.
  18. Gregg 1981, σελίδες 67–68; Hibbert 1968, σελίδες 49–50.
  19. Carlton 1995, σ. 31.
  20. Cust 2005, σ. 8.
  21. Cust 2005, σσ. 5–9.
  22. Carlton 1995, σελ. 33; Gregg 1981, σελ. 68.
  23. Cust 2005, σελ. 4; Hibbert 1968, σελίδες 30–32.
  24. Carlton 1995, σελίδες 34–38; Cust 2005, σελίδες 32–34; Gregg 1981, σελίδες 78–82; Quintrell 1993, σελ. 11.
  25. Gregg 1981, σελίδες 87–89; Quintrell 1993, σελ. 11; Sharpe 1992, σελ. 5.
  26. Gregg 1981, σ. 84.
  27. Gregg 1981, σσ. 85–87.
  28. Carlton 1995, σελίδες 42–43; Cust 2005, σελίδες 34–35.
  29. Carlton 1995, σελ. 46; Cust 2005, σελ. 31; Gregg 1981, σελ. 90; Hibbert 1968, σελ. 63; Quintrell 1993, σελ. 11; Sharpe 1992, σελίδες 5–6.
  30. Carlton 1995, σελ. 47; Cust 2005, σελίδες 36–38; Gregg 1981, σελ. 94; Sharpe 1992, σελ. 6.
  31. Gregg 1981, σσ. 97–99.
  32. Carlton 1995, σελ. 52; Gregg 1981, σελ. 99; Hibbert 1968, σελ. 64.
  33. Carlton 1995, σελ. 56; Gregg 1981, σελ. 124; Kenyon 1978, σελ. 92; Schama 2001, σελ. 65.
  34. Trevelyan 1922, σ. 130.
  35. Carlton 1995, σελ. 47; Gregg 1981, σελίδες 103–105; Howat 1974, σελ. 31.
  36. Gregg 1981, σελ. 114; Hibbert 1968, σελ. 86; Weir 1996, σελ. 252.
  37. Carlton 1995, σελ. 38; Gregg 1981, σελ. 80.
  38. Gregg 1981, σελ. 126; Trevelyan 1922, σελ. 133.
  39. Carlton 1995, σσ. 55, 70.
  40. Carlton 1995, σελ. 76; Gregg 1981, σελ. 156; Weir 1996, σελ. 252.
  41. Gregg 1981, σσ. 130–131.
  42. Cust 2005, σσ. 84–86.
  43. Coward 2003, σ. 153.
  44. Gregg 1981, σ. 131.
  45. Cust 2005, σελ. 46; Gregg 1981, σελ. 129.
  46. Carlton 1995, σελίδες 68–69; Gregg 1981, σελ. 129.
  47. Gregg 1981, σελ. 129; Smith 1999, σελίδες 54, 114.
  48. Smith 1999, σσ. 54, 114.
  49. Gregg 1981, σ. 138.
  50. Carlton 1995, σελίδες 71–75; Cust 2005, σελίδες 50–52; Gregg 1981, σελίδες 138–147; Quintrell 1993, σελίδες 21–28.
  51. Gregg 1981, σ. 150.
  52. Carlton 1995, σελ. 80; Gregg 1981, σελίδες 149–151.
  53. Loades 1974, σσ. 369–370.
  54. Carlton 1995, σελίδες 75, 81; Quintrell 1993, σελ. 29.
  55. Carlton 1995, σελίδες 86–88; Gregg 1981, σελίδες 154–160; Hibbert 1968, σελίδες 91–95.
  56. Howat 1974, σ. 35.
  57. Gregg 1981, σσ. 173–174.
  58. Coward 2003, σελ. 162; Cust 2005, σελ. 67.
  59. Gregg 1981, σσ. 170–173.
  60. Carlton 1995, σελ. 101; Cust 2005, σελ. 74; Quintrell 1993, σελ. 39.
  61. Cust 2005, σελ. 75; Gregg 1981, σελ. 175; Quintrell 1993, σελ. 40.
  62. Carlton 1995, σελίδες 103–104; Cust 2005, σελ. 76; Gregg 1981, σελίδες 175–176; Kenyon 1978, σελ. 104.
  63. Quoted in Cust 2005, σελ. 77.
  64. Carlton 1995, σελ. 104; Gregg 1981, σελ. 176.
  65. Carlton 1995, σελίδες 110–112; Sharpe 1992, σελίδες 48–49.
  66. Howat 1974, σελ. 38; Kenyon 1978, σελίδες 107–108.
  67. Carlton 1995, σελίδες 112–113; Kenyon 1978, σελ. 105; Sharpe 1992, σελίδες 170–171.
  68. Carlton 1995, σελ. 107; Sharpe 1992, σελ. 168.
  69. Carlton 1995, σελ. 113; Hibbert 1968, σελίδες 109–111; Sharpe 1992, σελίδες 170–171.
  70. Cust 2005, σελίδες 148–150; Hibbert 1968, σελ. 111.
  71. Gregg 1981, σσ. 190–195.
  72. Carlton 1995, σελ. 146; Cust 2005, σελ. 161; Gregg 1981, σελ. 195.
  73. Carlton 1995, σελ. 146; Cust 2005, σελ. 161.
  74. Cust 2005, σσ. 114–115.
  75. Quintrell 1993, σ. 42.
  76. Cust 2005, σελ. 118; Gregg 1981, σελ. 185; Quintrell 1993, σελ. 43.
  77. Cust 2005, σελ. 118; Gregg 1981, σελ. 186; Robertson 2005, σελ. 35.
  78. Cust 2005, σελ. 118; Gregg 1981, σελ. 186; Quintrell 1993, σελ. 43.
  79. Carlton 1995, σελ. 121; Hibbert 1968, σελ. 108.
  80. Cust 2005, σσ. 121–122.
  81. Carlton 1995, σελίδες 169–171; Gregg 1981, σελίδες 187–197; Howat 1974, σελ. 38; Sharpe 1992, σελίδες 65–68.
  82. Carlton 1995, σελίδες 153–154; Sharpe 1992, σελ. xv.
  83. Sharpe 1992, σ. 603.
  84. Starkey 2006, σ. 104.
  85. Gregg 1981, σ. 40.
  86. Sharpe 1992, σσ. 509–536, 541–545, 825–834.
  87. Gregg 1981, σ. 220.
  88. Carlton 1995, σελ. 190; Gregg 1981, σελ. 228.
  89. Edwards 1999, σ. 18.
  90. Carlton 1995, σελ. 191; Quintrell 1993, σελ. 62.
  91. Adamson 2007, σελίδες 8–9; Sharpe 1992, σελίδες 585–588.
  92. Cust 2005, σελίδες 130, 193; Quintrell 1993, σελ. 64.
  93. Cust 2005, σελ. 194; Gregg 1981, σελίδες 301–302; Quintrell 1993, σελίδες 65–66.
  94. Loades 1974, σ. 385.
  95. Coward 2003, σελ. 167; Gregg 1981, σελίδες 215–216; Hibbert 1968, σελ. 138; Loades 1974, σελ. 385.
  96. Carlton 1995, σελ. 185; Cust 2005, σελίδες 212–217; Gregg 1981, σελ. 286; Quintrell 1993, σελίδες 12–13.
  97. Carlton 1995, σελ. 190; Gregg 1981, σελίδες 224–227; Quintrell 1993, σελίδες 61–62; Sharpe 1992, σελίδες 116–120.
  98. Cust 2005, σσ. 97–103.
  99. Donaghan 1995, σσ. 65–100.
  100. Howat 1974, σσ. 40–46.
  101. Cust 2005, σ. 133.
  102. Coward 2003, σελίδες 174–175; Cust 2005, σελίδες 133–147; Gregg 1981, σελίδες 267, 273; Sharpe 1992, σελίδες 284–292, 328–345, 351–359.
  103. Coward 2003, σελ. 175; Sharpe 1992, σελίδες 310–312.
  104. Coward 2003, σσ. 175–176.
  105. Coward 2003, σελ. 176; Kenyon 1978, σελίδες 113–115; Loades 1974, σελ. 393; Sharpe 1992, σελ. 382.
  106. Coward 2003, σελ. 176; Sharpe 1992, σελίδες 680, 758–763.
  107. Cust 2005, σελίδες 212, 219; Sharpe 1992, σελίδες 774–776.
  108. Cust 2005, σελ. 219; Sharpe 1992, σελίδες 780–781.
  109. Cust 2005, σελίδες 223–224; Gregg 1981, σελ. 288; Sharpe 1992, σελίδες 783–784; Starkey 2006, σελ. 107.
  110. Carlton 1995, σελ. 195; Trevelyan 1922, σελίδες 186–187.
  111. Carlton 1995, σελίδες 189–197; Cust 2005, σελίδες 224–230; Gregg 1981, σελίδες 288–289; Sharpe 1992, σελίδες 788–791.
  112. Cust 2005, σσ. 236–237.
  113. Carlton 1995, σελίδες 197–199; Cust 2005, σελίδες 230–231; Sharpe 1992, σελίδες 792–794.
  114. Adamson 2007, σελ. 9; Gregg 1981, σελίδες 290–292; Sharpe 1992, σελίδες 797–802.
  115. Adamson 2007, σελ. 9; Cust 2005, σελίδες 246–247; Sharpe 1992, σελίδες 805–806.
  116. Adamson 2007, σελίδες 9–10; Cust 2005, σελ. 248.
  117. Howat 1974, σελίδες 44, 66; Sharpe 1992, σελίδες 809–813, 825–834, 895.
  118. Cust 2005, σελ. 251; Gregg 1981, σελ. 294.
  119. 119,0 119,1 Adamson 2007, σ. 11.
  120. Loades 1974, σ. 401.
  121. Loades 1974, σ. 402.
  122. Adamson 2007, σ. 14.
  123. Adamson 2007, σ. 15.
  124. Adamson 2007, σ. 17.
  125. Carlton 1995, σελίδες 211–212; Cust 2005, σελίδες 253–259; Gregg 1981, σελίδες 305–307; Loades 1974, σελ. 402.
  126. 126,0 126,1 126,2 126,3 Kishlansky & Morrill 2008.
  127. Gregg 1981, σ. 243.
  128. Cust 2005, σελίδες 185–186; Quintrell 1993, σελ. 114.
  129. Quintrell 1993, σ. 46.
  130. Sharpe 1992, σ. 132.
  131. Stevenson 1973, σσ. 183–208.
  132. Gregg 1981, σελίδες 313–314; Hibbert 1968, σελίδες 147, 150.
  133. Stevenson 1973, σ. 101.
  134. Cust 2005, σελίδες 262–263; Gregg 1981, σελίδες 313–315.
  135. Cust 2005, σελίδες 264–265; Sharpe 1992, σελίδες 914–916.
  136. Carlton 1995, σελ. 214; Cust 2005, σελίδες 265–266; Sharpe 1992, σελίδες 916–918.
  137. Gregg 1981, σελ. 315; Hibbert 1968, σελ. 150; Stevenson 1973, σελ. 213
  138. Gregg 1981, σελ. 315; Stevenson 1973, σελίδες 212–213.
  139. Loades 1974, σελ. 404; Stevenson 1973, σελίδες 212–213.
  140. Carlton 1995, σελ. 216; Gregg 1981, σελίδες 317–319.
  141. Gregg 1981, σ. 323.
  142. Gregg 1981, σσ. 324–325.
  143. Cust 2005, σελ. 276; Russell 1991, σελ. 225.
  144. Carlton 1995, σελ. 220; Gregg 1981, σελ. 326.
  145. Gregg 1981, σελ. 327; Hibbert 1968, σελίδες 151–153.
  146. Carlton 1995, σελ. 222; Gregg 1981, σελ. 328; Hibbert 1968, σελ. 154.
  147. Carlton 1995, σελ. 222; Hibbert 1968, σελ. 154 and Sharpe 1992, σελ. 944 assume that Pym was involved with the launch of the bill; Russell 1991, σελ. 288, quoting and agreeing with Gardiner, suspects that it was initiated by Pym's allies only.
  148. Carlton 1995, σελίδες 222–223; Cust 2005, σελ. 282; Gregg 1981, σελ. 330.
  149. Hibbert 1968, σσ. 154–155.
  150. Gregg 1981, σελ. 330; see also Cust 2005, σελ. 282 and Sharpe 1992, σελ. 944.
  151. Cust 2005, σελίδες 283–287; Russell 1991, σελίδες 291–295
  152. Gregg 1981, σσ. 329, 333.
  153. Carlton 1995, σελ. 223; Cust 2005, σελ. 287; Gregg 1981, σελίδες 333–334; Hibbert 1968, σελ. 156.
  154. Coward 2003, σελ. 191; Gregg 1981, σελ. 334; Hibbert 1968, σελίδες 156–157.
  155. 155,0 155,1 Kenyon 1978, σ. 127.
  156. Hibbert 1968, σελ. 156; Kenyon 1978, σελίδες 127–128.
  157. Gregg 1981, σελ. 335; Kenyon 1978, σελ. 128.
  158. Kenyon 1978, σ. 129.
  159. Kenyon 1978, σ. 130.
  160. Carlton 1995, σελίδες 225–226; Starkey 2006, σελ. 112.
  161. Carlton 1995, σελ. 226; Kenyon 1978, σελ. 133; Stevenson 1973, σελίδες 238–239.
  162. Carlton 1995, σελ. 183; Robertson 2005, σελίδες 42–43.
  163. Gillespie 2006, σ. 125.
  164. Coward 2003, σ. 172.
  165. Carlton 1995, σελίδες 183, 229; Robertson 2005, σελ. 42.
  166. Gillespie 2006, σ. 130.
  167. Gillespie 2006, σ. 131.
  168. Gillespie 2006, σ. 137.
  169. Carlton 1995, σελ. 229; Cust 2005, σελ. 306.
  170. Russell 1991, σ. 298.
  171. Gillespie 2006, σ. 3.
  172. Loades 1974, σελ. 413; Russell 1990, σελ. 43.
  173. Cust 2005, σελίδες 307–308; Russell 1990, σελ. 19.
  174. Schama 2001, σ. 118.
  175. Starkey 2006, σ. 112.
  176. Gregg 1981, σελίδες 340–341; Loades 1974, σελ. 415; Smith 1999, σελ. 127; Starkey 2006, σελ. 113.
  177. Kenyon 1978, σελ. 135; Smith 1999, σελ. 128.
  178. Loades 1974, σ. 414.
  179. Carlton 1995, σελ. 230; Schama 2001, σελίδες 118–120.
  180. Gillespie 2006, σελ. 144; Schama 2001, σελίδες 118–120.
  181. Loades 1974, σελίδες 416–417; Schama 2001, σελίδες 118–120.
  182. Gregg 1981, σσ. 341–342.
  183. Coward 2003, σ. 200.
  184. Kenyon 1978, σ. 136.
  185. Carlton 1995, σ. 237.
  186. Smith 1999, σ. 129.
  187. Kenyon 1978, σ. 137.
  188. Carlton 1995, σελίδες 235–236; Cust 2005, σελίδες 323–324; Gregg 1981, σελ. 343; Hibbert 1968, σελ. 160; Loades 1974, σελ. 417.
  189. Starkey 2006, σ. 113.
  190. Carlton 1995, σελ. 232; Cust 2005, σελ. 320; Hibbert 1968, σελ. 177.
  191. Cust 2005, σελίδες 321–324; Gregg 1981, σελ. 343; Hibbert 1968, σελ. 178; Starkey 2006, σελίδες 113–114.
  192. Carlton 1995, σελ. 232; Cust 2005, σελίδες 320–321; Hibbert 1968, σελ. 179.
  193. Carlton 1995, σελ. 233; Gregg 1981, σελ. 344.
  194. Robertson 2005, σ. 62.
  195. Starkey 2006, σ. 114.
  196. Loades 1974, σελ. 418; Starkey 2006, σελίδες 114–115.
  197. Gregg 1981, σ. 344.
  198. Loades 1974, σ. 418.
  199. Cust 2005, σελίδες 326–327; Hibbert 1968, σελίδες 180–181.
  200. Carlton 1995, σελίδες 234, 236; Hibbert 1968, σελ. 181.
  201. Carlton 1995, σελίδες 237–238; Hibbert 1968, σελίδες 181–182.
  202. Carlton 1995, σελ. 238; Cust 2005, σελίδες 338–341; Gregg 1981, σελ. 351.
  203. Cust 2005, σ. 350.
  204. Cust 2005, σελ. 352; Hibbert 1968, σελ. 182; Loades 1974, σελ. 422.
  205. Loades 1974, σσ. 423–424.
  206. Gregg 1981, σσ. 366–367.
  207. Carlton 1995, σ. 248.
  208. Gregg 1981, σ. 368.
  209. 209,0 209,1 Carlton 1995, σ. 249.
  210. Carlton 1995, σελ. 254; Cust 2005, σελ. 371
  211. Gregg 1981, σελίδες 378, 385; Hibbert 1968, σελίδες 195–198.
  212. Carlton 1995, σ. 257.
  213. Carlton 1995, σ. 258.
  214. Gregg 1981, σσ. 381–382.
  215. Carlton 1995, σελ. 263; Gregg 1981, σελ. 382
  216. Gregg 1981, σσ. 382–386.
  217. Carlton 1995, σελίδες 268–269, 272; Cust 2005, σελ. 389; Gregg 1981, σελίδες 387–388
  218. Gregg 1981, σσ. 388–389.
  219. Carlton 1995, σελίδες 275–278; Gregg 1981, σελίδες 391–392
  220. Cust 2005, σελίδες 404–405; Gregg 1981, σελ. 396
  221. Cust 2005, σελίδες 403–405; Gregg 1981, σελίδες 396–397; Holmes 2006, σελίδες 72–73.
  222. Carlton 1995, σελ. 294; Cust 2005, σελ. 408; Gregg 1981, σελ. 398; Hibbert 1968, σελίδες 230, 232–234, 237–238.
  223. Carlton 1995, σελ. 300; Gregg 1981, σελ. 406; Robertson 2005, σελ. 67.
  224. Carlton 1995, σελίδες 303, 305; Cust 2005, σελ. 420; Gregg 1981, σελίδες 407–408.
  225. Carlton 1995, σελ. 309· Hibbert 1968, σελ. 241.
  226. Gregg 1981, σ. 411.
  227. Carlton 1995, σελ. 310; Cust 2005, σελίδες 429–430; Gregg 1981, σελίδες 411–413.
  228. Coward 2003, σελίδες 224–236; Edwards 1999, σελ. 57; Holmes 2006, σελίδες 101–109.
  229. Gregg 1981, σσ. 412–414.
  230. Carlton 1995, σελ. 311; Cust 2005, σελ. 431.
  231. Carlton 1995, σσ. 312–314.
  232. Cust 2005, σσ. 435–436.
  233. Gregg 1981, σελ. 419; Hibbert 1968, σελ. 247.
  234. Gregg 1981, σσ. 419–420.
  235. Cust 2005, σελ. 437; Hibbert 1968, σελ. 248.
  236. Carlton 1995, σελίδες 329–330; Gregg 1981, σελ. 424.
  237. Cust 2005, σ. 442.
  238. Carlton 1995, σελ. 331; Gregg 1981, σελ. 426.
  239. Coward 2003, σελ. 237; Robertson 2005, σελ. 118.
  240. Hibbert 1968, σελ. 251; Starkey 2006, σελίδες 122–124.
  241. Gregg 1981, σ. 429.
  242. Carlton 1995, σελ. 336; Hibbert 1968, σελ. 252.
  243. Coward 2003, σελ. 237; Starkey 2006, σελ. 123.
  244. Edwards 1999, σελίδες 84–85; Robertson 2005, σελίδες 118–119; Starkey 2006, σελ. 123.
  245. Carlton 1995, σελ. 326; Gregg 1981, σελ. 422.
  246. Gregg 1981, between pages 420 and 421.
  247. Carlton 1995, σελίδες 335–337; Gregg 1981, σελίδες 429–430; Hibbert 1968, σελίδες 253–254.
  248. Edwards 1999, σελ. 99; Gregg 1981, σελ. 432; Hibbert 1968, σελίδες 255, 273.
  249. 249,0 249,1 Robertson 2002, σσ. 4–6.
  250. Edwards 1999, σσ. 99, 109.
  251. Cust 2005, σελ. 452; Gregg 1981, σελ. 432; Robertson 2005, σελ. 137.
  252. Gregg 1981, σ. 433.
  253. Edwards 1999, σελίδες 125–126; Gregg 1981, σελ. 436.
  254. Gregg 1981, σελίδες 435–436; Robertson 2005, σελίδες 143–144.
  255. 255,0 255,1 Gardiner 1906, σσ. 371–374.
  256. Robertson 2005, σσ. 15, 148–149.
  257. Gardiner 1906, σελίδες 371–374; Gregg 1981, σελ. 437; Robertson 2005, σελίδες 15, 149.
  258. Carlton 1995, σ. 304.
  259. Carlton 1995, σελίδες 345–346; Edwards 1999, σελίδες 132–146; Gregg 1981, σελίδες 437–440.
  260. Carlton 1995, σελ. 345; Robertson 2002, σελίδες 4–6.
  261. Gardiner 1906, σσ. 374–376.
  262. Robertson 2005, σ. 15.
  263. Carlton 1995, σελ. 347; Edwards 1999, σελ. 146.
  264. Gregg 1981, σσ. 440–441.
  265. Edwards 1999, σελ. 162; Hibbert 1968, σελ. 267.
  266. Carlton 1995, σελίδες 350–351; Gregg 1981, σελ. 443; Hibbert 1968, σελίδες 276–277.
  267. 267,0 267,1 Charles I (r. 1625–49), Official website of the British monarchy, http://www.royal.gov.uk/HistoryoftheMonarchy/KingsandQueensoftheUnitedKingdom/TheStuarts/CharlesI.aspx, ανακτήθηκε στις 20 April 2013 .
  268. Carlton 1995, σελ. 352; Edwards 1999, σελ. 168.
  269. Carlton 1995, σελίδες 352–353; Gregg 1981, σελ. 443.
  270. Carlton 1995, σελ. 353; Edwards 1999, σελ. 178; Gregg 1981, σελ. 444; Hibbert 1968, σελ. 279; Holmes 2006, σελ. 93.
  271. Carlton 1995, σελ. 353; Edwards 1999, σελ. 179; Gregg 1981, σελ. 444; Hibbert 1968, σελίδες 157, 279.
  272. Gregg 1981, σελ. 444; see also a virtually identical quote in Edwards 1999, σελ. 180.
  273. Carlton 1995, σελ. 354; Edwards 1999, σελ. 182; Hibbert 1968, σελ. 279; Starkey 2006, σελ. 126.
  274. Carlton 1995, σελ. 354; Edwards 1999, σελ. 183; Gregg 1981, σελίδες 443–444.
  275. Hibbert 1968, σελίδες 279–280; Robertson 2005, σελ. 200.
  276. Hibbert 1968, σ. 280.
  277. Edwards 1999, σελ. 184; Gregg 1981, σελ. 445; Hibbert 1968, σελ. 280.
  278. Edwards 1999, σ. 173.
  279. Robertson 2005, σ. 201.
  280. Robertson 2005, σ. 333.
  281. 281,0 281,1 Edwards 1999, σ. 183.
  282. Edwards 1999, σελ. 183; Gregg 1981, σελ. 445.
  283. 283,0 283,1 Gregg 1981, σ. 445.
  284. Edwards 1999, σελ. 197; Gregg 1981, σελ. 445; Hibbert 1968, σελ. 280.
  285. Higgins 2009.
  286. Edwards 1999, σελ. 188; Gregg 1981, σελ. 445.
  287. Edwards 1999, σελ. 189; Gregg 1981, σελ. 445.
  288. Gregg 1981, σελ. 445; Robertson 2005, σελίδες 208–209.
  289. Cust 2005, σ. 461.
  290. Gregg 1981, σελ. 83; Hibbert 1968, σελ. 133.
  291. Carlton 1995, σελ. 141; Cust 2005, σελίδες 156–157; Gregg 1981, σελ. 194; Hibbert 1968, σελ. 135.
  292. Millar, Oliver (1958). Rubens:the Whitehall Ceiling. Oxford University Press. σελ. 6. 
  293. Gregg 1981, σ. 83.
  294. Carlton 1995, σελ. 145; Hibbert 1968, σελ. 134.
  295. Gregg 1981, σελίδες 167–169; see also Carlton 1995, σελ. 142; Cust 2005, σελ. 157 and Hibbert 1968, σελ. 135.
  296. Gregg 1981, σσ. 249–250, 278.
  297. Carlton 1995, σ. 142.
  298. Carlton 1995, σ. 143.
  299. Edwards 1999, σελ. 190; Kenyon 1978, σελ. 166.
  300. Edwards 1999, σελ. 190; Kenyon 1978, σελίδες 166–168; Loades 1974, σελίδες 450–452.
  301. Holmes 2006, σελ. 121; Kenyon 1978, σελ. 170; Loades 1974, σελ. 454.
  302. Edwards 1999, σελ. 190; Loades 1974, σελίδες 455–459.
  303. Holmes 2006, σελ. 174; Kenyon 1978, σελ. 177; Loades 1974, σελ. 459.
  304. Holmes 2006, σελίδες 175–176; Kenyon 1978, σελίδες 177–180.
  305. Stewart 1967, σ. 38.
  306. Kenyon 1978, σ. 93.
  307. Cust 2005, σελίδες 414, 466; Kenyon 1978, σελ. 93.
  308. Carlton 1995, σελ. xvi; Coward 2003, σελ. xxiii; Cust 2005, σελίδες 472–473.
  309. Carlton 1995, σελ. xvii; Coward 2003, σελ. xxii; Cust 2005, σελ. 466.
  310. Coward 2003, σ. xxii.
  311. Quoted in Carlton 1995, σελ. xvii
  312. Archbishop Laud, quoted by his chaplain Peter Heylin in Cyprianus Angelicus, 1688
  313. Kenyon 1978, σελ. 93; Robertson 2005, σελ. 32.
  314. Cust 2005, σσ. 466–474.
  315. Kenyon 1978, σελ. 94; Sharpe 1992, σελ. 198.
  316. Gardiner 1906, σ. 83.
  317. 317,0 317,1 317,2 317,3 Weir 1996, σ. 252.
  318. Wallis 1921, σ. 61.
  319. Weir 1996, σ. 286.
  320. Edwards 1999, σελ. 160; Gregg 1981, σελίδες 436, 440.
  321. 321,0 321,1 Cokayne, Gibbs & Doubleday 1913, σελ. 445; Weir 1996, σελ. 252.
  322. Ashmole 1715, σ. 532.
  323. Ashmole 1715, σσ. 531, 534.
  324. Johnston 1906, σ. 18.
  325. Weir 1996, σσ. 252–254.
  326. Cokayne, Gibbs & Doubleday 1913, σ. 446.
  327. 327,0 327,1 327,2 327,3 327,4 327,5 327,6 327,7 327,8 327,9 Louda & Maclagan 1999, σσ. 27, 50.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ashley, Μόρις (1987), Charles I and Cromwell, London: Methuen, ISBN 978-0-413-16270-0. 
  • Hibbard, Caroline M. (1983), Charles I and the Popish Plot, Chapel Hill: University of North Carolina Press, ISBN 0-8078-1520-9. 
  • Kishlansky, Mark A. (2005), Charles I: A Case of Mistaken Identity, 189, 41–80, doi:10.1093/pastj/gti027. 
  • Lockyer, Roger, επιμ.. (1959), The Trial of Charles I, London: Folio Society. 
  • Reeve, L. J. (1989), Charles I and the Road to Personal Rule, Cambridge: Cambridge University Press, ISBN 0-521-52133-5. 
  • Wedgwood, Cicely Veronica (1955), The Great Rebellion: The King's Peace, 1637–1641, London: Collins. 
  • Wedgwood, Cicely Veronica (1958), The Great Rebellion: The King's War, 1641–1647, London: Collins. 
  • Wedgwood, Cicely Veronica (1964), A Coffin for King Charles: The Trial and Execution of Charles I, London: Macmillan. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:
Κάρολος Α΄ της Αγγλίας
Γέννηση: 19 Νοεμβρίου 1600 Θάνατος: 30 Ιανουαρίου 1649
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Ιάκωβος ΣΤ' και Α'
Βασιλιάς της Αγγλίας και Ιρλανδίας
1625–1649
Κενό
Τελευταίος που έφερε τον τίτλο ήταν
Κάρολος Β'
Βασιλιάς της Σκωτίας
1625–1649
Διάδοχος
Κάρολος Β'
Βρετανική βασιλική οικογένεια
Προκάτοχος
Ερρίκος Φρειδερίκος
Δούκας της Κορνουάλης
Δούκας του Ρόθσεϊ

1612–1625
Κενό
Τελευταίος που έφερε τον τίτλο ήταν
Κάρολος
Κενό
Τελευταίος που έφερε τον τίτλο ήταν
Ερρίκος Φρειδερίκος
Πρίγκιπας της Ουαλίας
1616–1625


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα  Charles I of England της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).