Ντιέγο Βελάθκεθ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αυτοπροσωπογραφία (1643)

O Ντιέγο Βελάθκεθ (Diego Rodríguez de Silva y Velázquez, Ντιέγο Ροδρίγκεθ ντε Σίλβα ι Βελάθκεθ, 5 Ιουνίου 1599 - 6 Αυγούστου 1660) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ζωγράφους της περιόδου του μπαρόκ, γνωστός κυρίως για τις προσωπογραφίες που φιλοτέχνησε ως καλλιτέχνης της αυλής του βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππου Δ'. Αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες στην ιστορία της τέχνης, με σημαντική επίδραση στη ζωγραφική του 19ου αιώνα, ειδικότερα στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού. Αρκετοί καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης, όπως ο Πάμπλο Πικάσσο ή ο Σαλβαδόρ Νταλί, απέδωσαν επίσης φόρο τιμής στον Ισπανό ζωγράφο, αναπαράγοντας ορισμένους από τους διασημότερους πίνακές του.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντιέγο Ροδρίγκεθ ντε Σίλβα ι Βελάθκεθ, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στη Σεβίλλη στις 5 Ιουνίου του 1599, γόνος οικογένειας που ανήκε στην κατώτερη αριστοκρατία. Ο πατέρας του, Χουάν Ροδρίγκεθ ντε Σίλβα, ήταν ευγενούς πορτογαλικής καταγωγής και δικηγόρος στο επάγγελμα, ενώ η μητέρα του, Χερόνιμα Βελάθκεθ[1], ήταν μέλος της αριστοκρατίας της Σεβίλλης. Είχε επίσης πέντε αδελφούς και μία αδελφή, αν και λίγα είναι γνωστά για την εξέλιξη τους. Από νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη ζωγραφική και σε ηλικία δώδεκα ετών άρχισε να εκπαιδεύεται πιθανότατα δίπλα στον Φρανθίσκο ντε Ερρέρα τον Πρεσβύτερο (περ. 1590-1654). Παρέμεινε κοντά του μόλις για ένα χρόνο αποκτώντας τις πρώτες του βασικές γνώσεις γύρω από την τέχνη της ζωγραφικής και αργότερα μαθήτευσε στο εργαστήριο του Φρανθίσκο Πατσέκο (1564-1644), ο οποίος αν και υπήρξε μέτριος ζωγράφος της σχολής του μανιερισμού, ήταν καλός δάσκαλος, με κατάρτιση σε καλλιτεχνικά θέματα αλλά και γνωριμίες με καλλιτέχνες και λόγιους της Σεβίλλης. Ο Βελάθκεθ εκπαιδεύτηκε κοντά στον Πατσέκο για πέντε χρόνια, σε μία χρονική περίοδο κατά την οποία η Σεβίλλη αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά κέντρα της Ισπανίας.

Γριά που τηγανίζει αυγά, 1618
Λάδι σε μουσαμά, 100,5x119,5 εκ., Εδιμβούργο, Εθνική Πινακοθήκη της Σκωτίας

Πριν γίνει δεκαοκτώ ετών, έγινε δεκτός στη συντεχνία ζωγράφων του Αγίου Λουκά και επιχειρώντας τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα στη Σεβίλλη, ακολούθησε τα θεματολογικά πρότυπα της εποχής του, φιλοτεχνώντας ένα είδος ρωπογραφίας, κοινό για την εποχή εκείνη, αποκαλούμενο bodegon. Το είδος αυτό απεικόνιζε συνήθως καθημερινές σκηνές, με επίκεντρο το φαγητό και το ποτό μίας παρέας ανθρώπων. Από το 1617 έως το 1622, ολοκλήρωσε εννέα bodegons, με χαρακτηριστικά δείγματα τους πίνακες Γριά που τηγανίζει αβγά (1618), Τρεις άνδρες στο τραπέζι (π. 1618) και Ο νεροκουβαλητής (π. 1620).

Μαδρίτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1618, παντρεύτηκε την κόρη του δασκάλου του, έπειτα από σχετική έγκρισή του. Την ίδια περίπου περίοδο, ο Πατσέκο τον παρότρυνε να στραφεί σε θρησκευτικά θέματα. Ο Βελάθκεθ ολοκλήρωσε ορισμένες εικόνες μικρών διαστάσεων καθώς και μια σειρά από ρετάμπλ, ωστόσο στο επίκεντρο της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας συνέχισαν να βρίσκονται οι προσωπογραφίες. Στις αρχές του 1620, η φήμη του είχε αρχίσει να εδραιώνεται στη Σεβίλλη και το 1622 αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Μαδρίτη, η οποία αποτελούσε πολιτικό κέντρο της χώρας, καθώς δύο χρόνια νωρίτερα είχε μεταφερθεί εκεί η βασιλική αυλή του Φίλιππου Δ'. Την άνοιξη του 1623, ευνοημένος από τις διασυνδέσεις του Πατσέκο, κατάφερε να γίνει αυλικός ζωγράφος. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε σημειωθεί ο θάνατος του Ροντρίγκο ντε Βιγιαντράντο, ενός εκ των τεσσάρων ζωγράφων της βασιλικής αυλής και τότε ο κόμης-δούκας του Ολιβάρες κάλεσε τον Βελάθκεθ, για τον οποίο η επόμενη περίοδος υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξή του.

Βάκχος, 1629
Λάδι σε μουσαμά, 165,5x227,5 εκ., Μαδρίτη, Πράδο

Ως ζωγράφος της αυλής παρέμεινε πιστός στην παράδοση του bodegon και διακρίθηκε κυρίως ως δεξιοτέχνης προσωπογράφος. Η πρώτη παραγγελία που του ανατέθηκε ήταν μία προσωπογραφία του ίδιου του Φιλίππου Δ', πράγμα που του εξασφάλισε και το προνόμιο να είναι ο αποκλειστικός προσωπογράφος του βασιλιά. Το Σεπτέμβριο του 1628, ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς επισκέφτηκε τη Μαδρίτη με διπλωματική αποστολή και ο Βελάθκεθ ήταν ο μοναδικός Ισπανός ζωγράφος με το προνόμιο να τον επισκέπτεται στο εργαστήριο που του είχε παραχωρηθεί στο Αλκάθαρ. Ο Ρούμπενς είχε σε εκτίμηση τις ικανότητες του Βελάθκεθ, ο οποίος με τη σειρά του επηρεάστηκε σημαντικά από εκείνον, στο διάστημα των επτά μηνών που παρέμεινε στη Μαδρίτη. Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς πίνακες του Βελάθκεθ αυτής της περιόδου είναι ο Βάκχος (1629), ο οποίος φανερώνει παράλληλα την επιρροή του Καραβάτζιο, τόσο ως προς το θέμα του Βάκχου, όσο και ως προς τους ανθρώπινους τύπους που επιχειρεί να απεικονίσει.

Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς της Ισπανίας χρηματοδότησε το 1629 το ταξίδι του Βελάθκεθ στην Ιταλία, στα πλαίσια μίας ευρύτερης καλλιτεχνικής αναζήτησης του ζωγράφου. Έφθασε με πλοίο στη Γένοβα και λίγες ημέρες αργότερα αναχώρησε για τη Βενετία. Εκεί είχε την ευκαιρία να δει και πιθανόν να αντιγράψει έργα του Τιντορέττο, του Βερονέζε και του Τιτσιάνο. Στη συνέχεια επισκέφτηκε τη Ρώμη, όπου έμεινε επί ένα χρόνο μελετώντας τα έργα του Μιχαήλ Άγγελου και του Ραφαήλ.

O Απόλλων στο εργαστήριο του Ήφαιστου, 1630, Λάδι σε μουσαμά, 223,5x290 εκ., Μαδρίτη, Πράδο

Στην Ιταλία, ο Βελάθκεθ φιλοτέχνησε τον πίνακα Ο Απόλλων στο εργαστήριο του Ήφαιστου (1630) που απεικονίζει το θεό Απόλλων, έτοιμο να αναγγείλει στον Ήφαιστο πως η Αφροδίτη τον απατά με τον θεό Άρη. Ολοκλήρωσε επίσης δύο τοπία – θεματολογία ασυνήθιστη για την ισπανική ζωγραφική – τα οποία απεικονίζουν τη Βίλα Μέντιτσι στη Ρώμη, όπου αποσύρθηκε το καλοκαίρι του 1630 και πιθανόν μελέτησε έργα της αρχαιότητας. Μετά από μία σύντομη διαμονή στη Νάπολη όπου επισκέφτηκε το ζωγράφο Χοθέ Ριμπέρα, ο Βελάθκεθ επέστρεψε στη Μαδρίτη το 1631.

Επιστροφή στη Μαδρίτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την επιστροφή του στην αυλή του Φίλιππου Δ', ανέλαβε να ζωγραφίσει το πορτρέτο του νεαρού πρίγκιπα Μπαλτάσαρ Κάρλος και διαδόχου του βασιλικού θρόνου. Όταν το 1630 ξεκίνησε η ανέγερση των νέων βασιλικών ανακτόρων, ο Βελάθκεθ φιλοτέχνησε μία σειρά από έφιππες προσωπογραφίες, με σημαντικότερες ίσως αυτές του Φίλιππου Δ' και του κόμη ντε Ολιβάρες, οι οποίες θα διακοσμούσαν την Αίθουσα των Βασιλείων του ανακτόρου. Ολοκλήρωσε επίσης τον πίνακα Παράδοση της Μπρέντα (1634-35) που απεικονίζει την παράδοση της ολλανδικής πόλης στους Ισπανούς, που έλαβε χώρα στις 5 Ιουνίου 1625. Το έργο αυτό αποτέλεσε έναν από τους πρώτους αμιγώς ιστορικούς πίνακες στη σύγρονη ευρωπαϊκή ζωγραφική, όπου απουσιάζουν άλλου είδους αλληγορικές αναφορές. Το 1638, ο Φίλιππος Δ' αποφάσισε να επεκτείνει τον κυνηγετικό πυργίσκο (Τόρε δε λα Παράδα) που χρησιμοποιούσε, και ο Βελάθκεθ ανέλαβε να φιλοτεχνήσει μία σειρά από προσωπογραφίες με θέμα το κυνήγι. Σήμερα διασώζονται τρεις από αυτές, όλες σε φυσικό μέγεθος.

Η παράδοση της Μπρέντα, 1634/35, Λάδι σε μουσαμά, 307,5χ370,5 εκ., Μαδρίτη, Πράδο

Το 1643, ο βασιλιάς της Ισπανίας όρισε τον Βελάθκεθ αρχιθαλαμηπόλο, με αρμοδιότητα να επιτηρεί τα βασιλικά διαμερίσματα, ενώ αργότερα έγινε παράλληλα βοηθός γενικού επιθεωρητή γύρω από τις οικοδομικές εργασίες της αυλής. Την ίδια περίπου περίοδο, η τέχνη του έφθασε στο απόγειό της με χαρακτηριστικά δείγματα γραφής, πίνακες όπως Η Αφροδίτη στον καθρέφτη της και Ο μύθος της Αράχνης ή Οι υφάντρες (Las Hilanderas) (π. 1644-48). Ο μύθος της Αράχνης αποτέλεσε παραγγελία ενός ιδιώτη και βασίζεται στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου όπου περιγράφεται ο ανταγωνισμός μεταξύ της Παλλάδας Αθηνάς και της Αράχνης. Ο Βελάθκεθ μετέφερε ένα αμιγώς μυθολογικό θέμα στο επίπεδο μίας καθημερινής σκηνής. Ο πίνακας της Αφροδίτης, γνωστό παλαιότερα ως Αφροδίτη Rokeby από το όνομα της οικογένειας των ιδιοκτητών του, είναι το μοναδικό γυναικείο γυμνό που φιλοτέχνησε ο Βελάθκεθ.

Προσωπογραφία του Juan de Pareja, 1649-1650, Λάδι σε μουσαμά, 81,3x69,9 εκ., Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο

Δεύτερη επίσκεψη στην Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιανουάριο του 1649, ο Βελάθκεθ αναχώρησε από τη Μάλαγα με προορισμό την Ιταλία, συνοδευόμενος από τον Μαυριτανό σκλάβο του Pareja. Οι λόγοι της δεύτερης επίσκεψής του στην Ιταλία ήταν εν μέρει προσωπικοί, αλλά του ανατέθηκε επίσης η αγορά πινάκων και αντίγραφων αγαλμάτων για λογαριασμό του βασιλιά Φίλιππου Δ'. Μεταξύ άλλων, ο Βελάθκεθ προέβη στη αγορά έργων του Τιτσιάνο, του Τιντορέτο και του Βερονέζε, ενώ παράλληλα φιλοτέχνησε αρκετές προσωπογραφίες. Κατά την παραμονή του στη Ρώμη, ολοκλήρωσε μία ημίσωμη προσωπογραφία του Pareja, η οποία εκτέθηκε αργότερα στο Πάνθεον της Ρώμης στις 19 Μαρτίου 1650, στα πλαίσια του εορτασμού του Αγίου Ιωσήφ.

Το έργο αυτό έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και πιθανόν είχε καταλυτικό ρόλο στην μετέπειτα είσοδο του Βελάθκεθ στην Ακαδημία του Αγίου Λουκά (Accademia di San Luca'). Ένας από τους σημαντικότερους πίνακες που φιλοτέχνησε ήταν και η προσωπογραφία του Πάπα Ινοκέντιου Ι'. Το έργο ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 1650 και αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα παπικής προσωπογραφίας που πραγματοποίησαν καλλιτέχνες από την εποχή της αναγέννησης. Το έργο έγινε αποδεκτό από τον πάπα, ο οποίος δώρισε στο δημιουργό του ένα μετάλιο και μία πολύτιμη χρυσή αλυσίδα. Ο ίδιος ο Βελάθκεθ πήρε μαζί του στην Ισπανία ένα αντίγραφο του πίνακα, πιθανόν διότι ήταν και ο ίδιος απόλυτα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, ενώ και άλλοι ομότεχνοί του το αναπαρήγαγαν με τον δικό τους τρόπο.

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ινοκέντιος Ι', 1650, Λάδι σε μουσαμά, 140x120 εκ., Ρώμη, Πινακοθήκη Ντόρια-Παμφίλι

Την ίδια περίοδο που ο Βελάθκεθ γνώριζε μεγάλη αποδοχή στην Ιταλία, ο Φίλιππος Δ' επιθυμούσε την επιστροφή του στην Ισπανία προκειμένου να φιλοτεχνήσει την προσωπογραφία της βασίλισσας Μαριάννας και να συνεισφέρει στην ανακαίνιση του Αλκάθαρ. Ο Βελάθκεθ επέστρεψε τελικά στη Μαδρίτη το 1651. Τον ίδιο χρόνο, διορίστηκε από τον βασιλιά στη θέση του μεγάλου αυλάρχη των ανακτόρων, ανερχόμενος σε ακόμα υψηλότερα αξιώματα. Αν και οι ασχολίες του άφηναν λίγο χρόνο για την καλλιτεχνική του δραστηριότητα, τα έργα που ολοκλήρωσε αυτή την περίοδο θεωρείται πως ανήκουν στα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του.

Las Meninas, 1656-1657, Λάδι σε μουσαμά, 318x276 εκ., Μαδρίτη, Πράδο

Περίπου το 1656 ολοκλήρωσε ένα από τα πιο δημοφιλή σήμερα και σημαντικότερα έργα του, τον πίνακα με τίτλο Οι δεσποινίδες των τιμών (Las Meninas). Το έργο απεικονίζει την ινφάντα Μαργαρίτα με την ακολουθία της σε μία αίθουσα του Αλκάθαρ που ο Βελάθκεθ είχε μετατρέψει σε εργαστήριο. Ο ζωγράφος Λούκα Τζορντάνο (1634-1705) χαρακτήρισε τον πίνακα ως τη «θεολογία της ζωγραφικής» ενώ μέχρι σήμερα έχουν προταθεί αρκετές ερμηνείες και υποθέσεις σχετικά με αυτόν[2]. Ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ, αφιέρωσε ένα μέρος του βιβλίου του Les mots et les choses σε εκτεταμένη ανάλυση του πίνακα και του νοηματικού του περιεχομένου.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Βελάθκεθ βρισκόταν στο απόγειο της σταδιοδρομίας του ως αυλικός ζωγράφος και αξιωματούχος. Το 1659, ο βασιλιάς αποφάσισε να του απονείμει τον τίτλο του ιππότη. Σύμφωνα με το βιογράφο του, Αντόνιο Παλομίνο (1655-1726), ο Βελάθκεθ επέλεξε ανάμεσα σε τρεις στρατιωτικούς τίτλους, εκείνον του ιππότη του τάγματος του Αγίου Ιακώβου (Orden militar de la Caballeria de Santiago), ο οποίος δινόταν μόνο σε όσους είχαν παλαιές χριστιανικές ρίζες (Limpieza de sangre) και τα μέλη της οικογένειάς του ανήκαν στην ευγενή τάξη των hidalgos. Ανάμεσα στα τελευταία έργα του ανήκει η Προσωπογραφία του πρίγκιπα Φίλιππου Πρόσπερου (1660), έργο το οποίο εκθείασε ο Παλομίνο χαρακτηρίζοντάς το ως ένα από τα καλύτερα πορτρέτα του Βελάθκεθ.

Πέθανε στις 6 Αυγούστου 1660. Η ταφή του έγινε στην εκκλησία του Σαν Χουάν Μπαουτίστα, παρουσία ευγενών και αυλικών, ενώ οκτώ ημέρες αργότερα πέθανε και η σύζυγός του Χουάνα, την οποία έθαψαν δίπλα του. Σχεδόν έναν αιώνα μετά το θάνατό του, αρκετά έργα του καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές φθορές από πυρκαγιά που ξέσπασε το 1734 στα βασιλικά ανάκτορα της Μαδρίτης, ενώ το 1811, η εκκλησία και ο τάφος του καταστράφηκαν από τους Γάλλους.

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βελάθκεθ κατέχει μία θέση ανάμεσα στους σημαντικότερους ζωγράφους στην ιστορία της τέχνης, ενώ η δεξιοτεχνία και η τεχνική του, τον έκαναν να ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους καλλιτέχνες του «χρυσού αιώνα» της ισπανικής ζωγραφικής, θεωρούμενος ένας από τους πατέρες της ισπανικής σχολής. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του περιλαμβάνει προσωπογραφίες, ατομικές ή και ομαδικές, τις οποίες όφειλε να φιλοτεχνεί ως αυλικός ζωγράφος. Σε πολύ μικρότερο βαθμό, επιδόθηκε στο είδος των θρησκευτικών συνθέσεων, με σημαντικότερα ίσως έργα την Στέψη της Παναγίας (π. 1645) και τον Άγιο Ιερώνυμο με τον Άγιο Παύλο τον ερημίτη (π. 1635-1638), πίνακας βασισμένος στο ομώνυμο χαρακτικό του Ντύρερ.

Ο Βελάθκεθ κατάφερε να γνωρίσει εν ζωή μεγάλη αποδοχή ως ζωγράφος, αλλά και κύρος στην αυλή του Φίλιππου Δ', καταλαμβάνοντας ανώτερα αξιώματα. Σε αντίθεση όμως με την περίπτωση του Ρούμπενς, που καταξιώθηκε την ίδια περίπου περίοδο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το έργο του Βελάθκεθ παρέμεινε ελάχιστα γνωστό εκτός των ισπανικών συνόρων. Τόσο ο Ρούμπενς όσο και ο Βελάθκεθ, υπήρξαν σημαντικοί δεξιοτέχνες του χρώματος, ωστόσο ενώ ο φλαμανδός ζωγράφος διακρίθηκε για τον έντονο δυναμισμό των έργων του, ο Βελάθκεθ προσέγγιζε τα θέματά του με έναν απλούστερο, πιο άμεσο και απέριττο τρόπο.

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το έργο του αποτέλεσε πρότυπο για τα κινήματα του ρεαλισμού και του ιμπρεσιονισμού. Ο Εντουάρ Μανέ τον αποκάλεσε «ζωγράφο των ζωγράφων» και από τότε αρκετοί καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης, όπως ο Πάμπλο Πικάσσο ή ο Σαλβαδόρ Νταλί, συνέχισαν να του αποδίδουν φόρο τιμής, αναπαράγοντας ορισμένους από τους δημοφιλέστερους πίνακές του. Ο Πικάσο ζωγράφισε τη δική του εκδοχή του πίνακα Las Meninas το 1957, ενώ και άλλοι ζωγράφοι όπως ο Ντεγκά, ο Γκόγια ή ο Μανέ φιλοτέχνησαν τις δικές του εκδοχές ή σχετικές με το έργο σπουδές. O θαυμασμός του Νταλί για τον Βελάθκεθ είναι επίσης γνωστός και εκφράστηκε μέσα από αρκετούς πίνακές του, όπως για παράδειγμα στο έργο του Ο Βελάθκεθ πεθαίνει πίσω από το παράθυρο, απ' όπου προβάλλει ένα κουτάλι (1982) – για το οποίο βασίστηκε στην προσωπογραφία του Βελάθκεθ που απεικονίζει τον νάνο Δον Σεμπαστιάν δε Μόρα (έργο περίπου του 1645) – ή στο Πορτρέτο του Χουάν ντε Παρέγια, βοηθού του Βελάθκεθ (1960) όπου αναπαράγει ένα μικρό τμήμα από τις Δεσποινίδες των τιμών.

Ο Βρετανός ζωγράφος Φράνσις Μπέικον, εμπνεύστηκε με τη σειρά του από την προσωπογραφία του πάπα Ιννοκέντιου Ι', ολοκληρώνοντας μία σειρά από ανάλογες σπουδές[3] κατά τη δεκαετία του 1950, βασισμένες στο έργο του Βελάθκεθ.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο Βελάθκεθ έλαβε το επώνυμο της μητέρας του σύμφωνα με ισπανικό έθιμο της εποχής.
  2. Ανάμεσα στα σημεία του πίνακα που έχουν εκτεταμένα σχολιαστεί, είναι ο σταυρός του τάγματος του Αγίου Ιακώβου που βρίσκεται χαραγμένος στο ένδυμα του Βελάθκεθ (ενώ είναι γνωστό πως χρίστηκε ιππότης λίγα χρόνια αργότερα), το ζήτημα του κατά πόσο θα ήταν εφικτή η αντανάκλαση των μορφών του βασιλικού ζεύγους στον καθρέφτη αλλά και η αναγνώριση του δωματίου του παλατιού στο οποίο διαδραματίζεται η σκηνή. Σύμφωνα με ένα μύθο, ο κόκκινος σταυρός του τάγματος του Αγίου Ιακώβου προστέθηκε από τον ίδιο το βασιλιά λίγο πριν το θάνατο του Βελάθκεθ.
  3. http://replay.web.archive.org/20090228100253/http://www.francis-bacon.cx/popes/ Σπουδές του Φράνσις Μπέικον], Francis Bacon Image Gallery, ανακτήθηκε 11 Αυγούστου 2006.(Ανακτήθηκε 30 Απριλίου 2011)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα