Τιντορέττο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τιντορέττο: Αυτοπροσωπογραφία

Ο Τιντορέττο (ιταλ. Tintoretto, περ. 1518 - 31 Μαΐου 1594), πραγματικό όνομα Τζάκοπο Ρομπούστι (Jacopo Robusti) ή, σύμφωνα με νεότερες έρευνες Τζάκοπο Κομίν (Jacopo Comin)[1] ήταν σημαντικός ζωγράφος της Βενετικής Σχολής, ο οποίος έζησε και δημιούργησε στη Βενετία του 16ου αιώνα. Εκτός από θρησκευτικά και μυθολογικά θέματα, ο Τιντορέττο ολοκλήρωσε αρκετές προσωπογραφίες επιφανών Βενετών, αν και ο ίδιος ουδέποτε έγινε καθολικά δεκτός από τις αριστοκρατικές οικογένειες της Βενετίας, όπως αποτυπώνεται στις παραγγελίες έργων που δέχτηκε. Ο γρήγορος ρυθμός με τον οποίο ολοκλήρωνε τα έργα του προκάλεσε διχασμό μεταξύ των σύγχρονων κριτικών, καθώς για πολλούς συνιστούσε δείγμα προχειρότητας[2], ενώ κοινή σε πολλούς κριτικούς υπήρξε και η άποψη πως παρέκκλινε των αποδεκτών ορίων της καλλιτεχνικής παράδοσης[3]. Σήμερα συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους ζωγράφους της ύστερης Αναγέννησης.

Σύντομο βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τιντορέττο γεννήθηκε στη Βενετία το 1518 και η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν είναι εξακριβωμένη. Ήταν το μεγαλύτερο από 21 αδέλφια. Ο πατέρας του, Τζοβάννι, ήταν βαφέας υφασμάτων (ιταλ. tintore) απ' όπου και προέρχεται το προσωνύμιο του Τζάκοπο: Τιντορέττο (tintoretto = ο μικρός βαφέας ή ο γιος του βαφέα).[4] Παλαιότερα πιστευόταν ότι η οικογένεια καταγόταν από την πόλη Λούκα (Lucca) στην Τοσκάνη, νεότερες έρευνες όμως αποκάλυψαν ότι η καταγόταν από τη Μπρέσια. Το πραγματικό όνομα της οικογένειας ήταν Κομίν[5], (προερχόμενο πιθανόν από το μπαχαρικό κύμινο), αλλά ο πατέρας έλαβε το προσωνύμιο Robusti (= ρωμαλέος) λόγω της συμμετοχής του στην υπεράσπιση των πυλών της πόλης κατά την πολιορκία της Πάδοβα.[6] Ο ίδιος ο Τιντορέττο απέκτησε το προσωνύμιο Furioso (ακάθεκτος) λόγω του μανιώδους τρόπου με τον οποίο ζωγράφιζε. Όταν οι συμπολίτες του τον ρώτησαν γιατί ζωγραφίζει με τόσο φρενιτιώδεις ρυθμούς, σε αντίθεση με τους άλλους συναδέλφους του, ο καλλιτέχνης απάντησε: «Επειδή αυτοί δεν έχουν γύρω τους τόσα πολλά ζωύφια που να τους τρελλαίνουν»[4] Εν γένει παραμένουν άγνωστες οι λεπτομέρειες που σχετίζονται με την εκπαίδευσή του. Πρώιμες πηγές παραδίδουν πως εκδιώχτηκε από το εργαστήριο του Τιτσιάνο είτε, κατά τον Ριντόλφι, από ζήλια είτε, κατά τον Μποσκίνι, από αδυναμία κατανόησής του εκ μέρους του δασκάλου του[2]. Η μελέτη του έργου του οδηγεί στο συμπέρασμα πως διδάχτηκε στο πλευρό ενός Βενετού καλλιτέχνη της εποχής, επηρεασμένος παράλληλα έντονα από τον ιταλικό μανιερισμό. Υποθέτουμε πως μαθήτευσε κοντά στον Αντρέα Μελντόλλα (Andrea Meldolla), ο οποίος είναι γνωστός με το προσωνύμιο Il Schiavone, από τον οποίο επηρεάστηκε, και επίσης με τους Μπονιφάτσιο Βερονέζε (Bonifacio Veronese, 1487 – 1557), και Πάρις Μπορντόνε (Paris Bordone).[5] Παρόλ' αυτά, ο Τιντορέττο ανέπτυξε δικό του στυλ και δεν αποκάλυπτε τις μεθόδους του.

Τιντορέττο: Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει τον Δράκοντα

Στον τοίχο του εργαστηρίου του, σύμφωνα με τον ζωγράφο και βιογράφο Κάρλο Ριντόλφι[7], υπήρχε χαραγμένο το "σλόγκαν" «Σχεδίαζε σαν τον Μιχαήλ Άγγελο και χρωμάτιζε όπως ο Τιτσιάνο».[8] Αντίθετα από τον Τιτσιάνο, ο οποίος είχε ταξιδέψει πολύ και η πελατεία του βρισκόταν ανάμεσα σε πλούσιους συλλέκτες της εποχής, ο Τιντορέττο δεν εγκατέλειψε ποτέ τη Βενετία, εκτός από μια επίσκεψη που πραγματοποίησε στη Μάντοβα το 1580. [9] Ζωγράφιζε περισσότερο για τους απλούς πολίτες της Βενετίας, ορισμένες φορές με αμοιβή μόνο το κόστος των υλικών του και κάποιες φορές χωρίς καθόλου χρήματα, επιδιώκοντας κυρίως να αναγνωριστεί το έργο του. Συνέπεια των χαμηλών αμοιβών του ήταν να λαμβάνει πολλές παραγγελίες.[10], ωστόσο δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής, καθώς ήταν πολύ αμελής στην παράδοσή τους. Η χρωματική του παλέτα είναι επηρεασμένη από αυτή του Τιτσιάνο και η αρχική τεχνοτροπία του από αυτή του "Schiavone". Λέγεται ότι χρησιμοποιούσε μοντέλα από πηλό ή από κερί, τα οποία έλιωνε, αφού τα φώτιζε όπως επιθυμούσε μέσα σε ένα είδος κουτιού, για να μελετήσει τις αλλαγές του φωτός επάνω τους. Αυτή η τεχνική, επίσης, εξηγεί γιατί στους πίνακές του συχνά απεικονίζονται παρόμοιες μορφές, φωτισμένες όμως από διαφορετικές οπτικές γωνίες.[7] Διασώζονται ελάχιστα σχέδια και προσχέδιά του, γι' αυτό πιστεύεται ότι ζωγράφιζε χωρίς να προσχεδιάζει.[11]

Ο Τιντορέττο απεβίωσε στη Βενετία στις 31 Μαΐου 1594. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Ντομένικο, στον οποίο αποδίδονται - χωρίς βεβαιότητα - πολλά από τα πορτρέτα του έργου του καλλιτέχνη. Η επίδραση της ζωγραφικής του είναι εμφανής στη Βενετική ζωγραφική, αν και ο ζωγράφος που εμπέδωσε καλύτερα την ένταση και την ενέργεια του έργου του ήταν ο Ελ Γκρέκο.[8]

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Τιτσιάνο απεβίωσε, ο Τιντορέττο, μαζί με τον Πάολο Βερονέζε αναγνωρίστηκαν ως οι σημαντικότεροι ζωγράφοι της εποχής. Ο Τιντορέττο δημιούργησε το δικό του εργαστήριο, στο οποίο απασχόλησε, ως βοηθούς του, δύο από τους γιους του, τον Ντομένικο και τον Μάρκο, και την κόρη του Μαριέττα.[11] Τα περισσότερα έργα του έγιναν σε τοιχογραφίες και κτίρια της πόλης του και παραμένουν ακόμη εκεί: Ύστερα από τις καταστροφικές πυρκαϊές στο Παλάτι των Δόγηδων (1574 και 1577) οι Καναλέττο και Βερονέζε ήταν αυτοί στους οποίους ανατέθηκε η ανακατασκευή του εσωτερικού. Ο Τιντορέττο ζωγράφισε, μεταξύ άλλων, το γιγαντιαίο πίνακα "Παράδεισος" στον κεντρικό χώρο υποδοχής, ο οποίος θεωρείται ως ο μεγαλύτερος πίνακας σε καμβά που έχει ποτέ δημιουργηθεί.

Ο καλλιτέχνης έγινε ευρύτερα γνωστός για τους θρησκευτικού περιεχομένου πίνακές του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ζωγράφισε και αρκετά πορτρέτα.[12] Από τις σημαντικότερες εργασίες του είναι η σειρά πινάκων που δημιούργησε για τη Σχολή του San Rocco (Scuola Grande di San Rocco) στη Βενετία κατά το χρονικό διάστημα 1565 - 1587, αν και εκεί συνέχισε να εργάζεται ως το θάνατό του το 1594[5]. Ζωγράφισε, επίσης, σκηνές από τη ζωή του Ιησού Χριστού καθώς και αρκετές σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, ενώ στον ισόγειο χώρο υποδοχής απεικονίζονται σκηνές από τη ζωή της Παρθένου Μαρίας. Σημαντικό έργο επίσης είναι και η "Σταύρωση" (1565. Στα έργα αυτά αξιοσημείωτα και ανορθόδοξα ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε πολύ αδρές πινελιές, γεγονός που επικρίθηκε από τον Τζόρτζιο Βαζάρι. Αργότερα, όμως, εκτιμήθηκε ότι η τεχνική αυτή είχε επίτηδες χρησιμοποιηθεί, ως μέσο για να τονιστεί τόσο η ένταση όσο και το δράμα των σκηνών που απεικονίζονταν.[7]

Γενικότερα ο Τιντορέττο θεωρείται ως ο Βενετός ζωγράφος που υιοθέτησε όσο κανείς συμπατριώτης του τις συναισθηματικές απόψεις του Μανιερισμού, καθώς ήταν φανατικός θαυμαστής του Μιχαήλ Αγγέλου, η επίδραση του οποίου είναι έντονη στο έργο του.

Ενδεικτική εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολυάριθμα έργα του καλλιτέχνη βρίσκονται και σήμερα στη Μεγάλη Σχολή του San Rocco, στο Παλάτι των Δόγηδων και σε ιερούς ναούς της Βενετίας. Αναφέρονται μόνον ορισμένα από αυτά καθώς και οι πιο γνωστοί του πίνακες, που βρίσκονται σε πολυάριθμα μουσεία ανά τον κόσμο.

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Nichols, Tom. Tintoretto: Tradition and Identity, Reaktion, 2004
  • Condon, Patricia. "Jacopo Tintoretto." Grove Art Online. Oxford Art Online. 2011

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα