Αγγλικός εμφύλιος πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αγγλικός Εμφύλιος Πόλεμος
Burton, William Shakespeare- The Wounded Cavalier.jpg
Μια αλληγορία του Αγγλικού Εμφυλίου Πολέμου από τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ Μπάρτον. Απεικονίζει έναν Βασιλόφρονα (Cavalier) να κείται πληγωμένος στο έδαφος, ενώ μια Πουριτανή με μαύρα στέκεται πίσω.
Ημερομηνία 22 Αυγούστου 1642 – 3 Σεπτεμβρίου 1651
Τόπος Βασίλειο της Αγγλίας
Έκβαση Κοινοβουλευτική νίκη· εκτέλεση του βασιλιά Καρόλου Α', εγκαθίδρυση της Κοινοπολιτείας της Αγγλίας υπό την ηγεσία του Όλιβερ Κρόμγουελ.
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα

Ο Αγγλικός Εμφύλιος Πόλεμος (1642–1651) ήταν μια σειρά ένοπλων συγκρούσεων και πολιτικών μηχανορραφιών μεταξύ των Κοινοβουλευτικών και των Βασιλοφρόνων. Στον πρώτο (1642–46) και τον δεύτερο (1648–49) εμφύλιο πόλεμο αντιπαρατάχθηκαν οι υποστηρικτές του Βασιλιά Καρόλου Α' εναντίον των υποστηρικτών του Μακρέος Κοινοβουλίου, ενώ ο τρίτος πόλεμος (1649–51) αποτελούνταν από διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών του Βασιλιά Καρόλου Β' και τους υποστηρικτές του Κολοβού Κοινοβουλίου. Ο Εμφύλιος Πόλεμος τελείωσε με την Κοινοβουλευτική νίκη στη Μάχη του Ουόρσεστερ στις 3 Σεπτεμβρίου 1651.

Ο Εμφύλιος Πόλεμος οδήγησε στη δίκη και εκτέλεση του Καρόλου Α', την εξορία του γιου του, Καρόλου Β', και την αντικατάσταση της Αγγλικής Μοναρχίας με πρώτα, την Κοινοπολιτεία της Αγγλίας (1649–53), και μετά με ένα Προτεκτοράτο (1653–59), υπό την προσωπική διοίκηση του Όλιβερ Κρόμγουελ. Το μονοπώλιο της Εκκλησίας της Αγγλίας στη Χριστιανική λατρεία στην Αγγλία τελείωσε με τους νικητές να σταθεροποιούν την εγκαθιδρυμένη Προτεσταντική Υπεροχή στην Ιρλανδία. Συνταγματικά, οι πόλεμοι εγκαθίδρυσαν το προηγούμενο ότι ένας Άγγλος μονάρχης δεν μπορεί να κυβερνήσει χωρίς την συγκατάθεση του Κοινοβουλίου, αν και αυτή η γενική ιδέα νομικά εγκαθιδρύθηκε μόνο με την Ένδοξη Επανάσταση αργότερα μέσα στον αιώνα.

Ορολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Αγγλικός Εμφύλιος Πόλεμος εμφανίζεται πιο κοινά στην ενική μορφή, αν και οι ιστορικοί συχνά διαιρούν την σύγκρουση σε δύο ή τρεις ξεχωριστούς πολέμους. Αν και ο όρος περιγράφει τα γεγονότα να συμβαίνουν στην Αγγλία, από την αρχή οι συγκρούσεις περιελάμβαναν πολέμους με και εμφύλιους πολέμους στην Σκωτία και την Ιρλανδία.

Αντίθετα με άλλους εμφυλίους πολέμους στην Αγγλία, που επικεντρώνονταν στο ποιος κυβερνούσε, αυτός ο πόλεμος ήταν σχετικός με τον τρόπο διακυβέρνησης της Βρετανίας και της Ιρλανδίας. Οι ιστορικοί μερικές φορές αναφέρονται στον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο ως English Revolution (Αγγλική Επανάσταση) και έργα όπως η Ενδεκάτη Έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας Μπριτάνικα τον αποκαλούν Μεγάλη Εξέγερση (Great Rebellion). Οι Μαρξιστές ιστορικοί όπως ο Κρίστοφερ Χιλ (1912–2003) έχουν μακράν ευνοήσει τον όρο English Revolution.[1]

Παρασκήνιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγγλία

Coat of Arms of England

Αυτό το λήμμα είναι μέρος μιας σειράς

Προϊστορική Βρετανία
Ρωμαϊκή Βρετανία
Μεταρωμαϊκή Βρετανία
Αγγλοσαξωνική Αγγλία
Επταρχία
Βασίλειο της Αγγλίας
Αγγλονορμανδική Αγγλία
Οίκος των Πλανταγενετών
Οίκος του Λάνκαστερ
Οίκος της Υόρκης
Οίκος των Τυδόρ
Οίκος των Στιούαρτ
Κοινοπολιτεία της Αγγλίας
Παλινόρθωση των Στιούαρτ
Ένδοξη Επανάσταση
Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας
ΗΒ της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας
ΗΒ της Μεγάλης Βρετανίας
και της Βόρειας Ιρλανδίας

Αλφρέδος του ΟυέσσεξΓουλιέλμος Α'
Ερρίκος Β'Ριχάρδος Λεοντόκαρδος
Ερρίκος Η'Ελισάβετ Α'

πσε

Η Διοίκηση του Βασιλιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πόλεμος ξέσπασε λιγότερο από σαράντα έτη μετά τον θάνατο της Ελισάβετ Α' το 1603. Κατά την άνοδο του Καρόλου Α' το 1625, η Αγγλία και η Σκωτία είχαν αμφότερες βιώσει σχετική ειρήνη, και εσωτερικά και στις σχέσεις μεταξύ τους, για όσο μπορούσε να θυμηθεί κανείς. Ο Κάρολος ήλπιζε να ενώσει τα βασίλεια της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίαας σε ένα νέο ενιαίο βασίλειο, εκπληρώνοντας το όνειρο του πατέρα του, Ιακώβου Α' της Αγγλίας (James VI of Scotland).[2] .[3] Πολλοί Άγγλοι Κοινοβουλευτικοί είχαν υποψίες σχετικά με μια τέτοια κίνηση, επειδή φοβούνταν ότι η εγκαθίδρυση ενός νέου βασιλείου θα κατέστρεφε τις παλαιές Αγγλικές παραδόσεις οι οποίες είχαν δέσει την Αγγλική μοναρχία. Καθώς ο Κάρολος ασπαζόταν την άποψη του πατέρα του σχετικά με την εξουσία του στέμματος (ο Ιάκωβος είχε περιγράψει τους βασιλείς ως "μικρούς Θεούς πάνω στη Γη", επιλεγμένους από το Θεό να κυβερνήσουν σύμφωνα με το δόγμα του "Θείου Δικαιώματος των Βασιλέων"), οι υποψίες των Κοινοβουλευτικών δικαιολογούνταν εν μέρει.[4]

Το Κοινοβούλιο στο Αγγλικό συνταγματικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασιλιάς Κάρολος Α' από τον Van Dyck

Πριν τις εχθροπραξίες, το Κοινοβούλιο της Αγγλίας δεν είχε έναν μεγάλο μόνιμο ρόλο στο Αγγλικό σύστημα διακυβέρνησης, λειτουργώντας ως προσωρινή συμβουλευτική επιτροπή, καλούμενο από τον μονάρχη όταν το Στέμμα απαιτούσε επιπλέον φορολογικά έσοδα, και υποκείμενο σε διάλυση από τον μονάρχη ανά πάσα στιγμή.

Παρά τον περιορισμένο του ρόλο, το Κοινοβούλιο είχε, κατά τους προηγούμενους αιώνες, αποκτήσει de facto εξουσίες αρκετής σημασίας τις οποίες οι μονάρχες δεν μπορούσαν απλά να αγνοήσουν αόριστα. Χωρίς αμφιβολία, για έναν μονάρχη, η πιο απαραίτητη εξουσία του Κοινοβουλίου ήταν η ικανότητά του να αυξάνει τα φορολογικά έσοδα μακράν περισσότερο από άλλες πηγές εσόδων που ήταν στη διάθεση του Στέμματος. Κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα, οι εξουσίες αύξησης των φόρων του Κοινοβουλίου είχαν φτάσει να προέρχονται από το γεγονός ότι η τάξη gentry ήταν το μόνο στρώμα της κοινωνίας με την ικανότητα και την αρμοδιότητα ουσιαστικά να συλλέγει και να αποστέλλει τις πιο σημαντικές μορφές φορολογίας που ήταν τότε διαθέσιμες σε τοπικό επίπεδο. Αυτό σήμαινε ότι αν ο Βασιλιάς ήθελε να διασφαλίσει μια ομαλή συλλογή εσόδων, χρειαζόταν την συνεργασία των gentry - for all of the Crown's legal authority, by any modern standard its resources were limited to the extent that if and when the gentry refused to collect the King's taxes on a national scale, the Crown lacked any practical means with which to compel them.

Therefore, in order to secure their co-operation, monarchs permitted the gentry (and only the gentry) to elect representatives to sit in the House of Commons. When assembled along with the House of Lords, these elected representatives formed a Parliament. Parliaments therefore allowed representatives of the gentry to meet, primarily (at least in the opinion of the monarch) so that they could give their sanction to whatever taxes the monarch expected their electorate to collect. In the process, the representatives could also confer and send policy-proposals to the King in the form of Bills. However, Parliament lacked any legal means of forcing its will upon the monarch — its only leverage with the King was the threat of its withholding of the financial means required to execute his plans.[5]


Επειδή η ευθύνη για την συλλογή των φόρων βρισκόταν στα χέρια των ευγενών, οι Άγγλο βασιλείς χρειάζονταν την βοήθεια αυτού του κοινωνικού στρώματος ώστε να διασφαλιστεί ένα συνεχές ρεύμα εσόδων. Αν οι ευγενείς αρνούνταν να μαζέψουν τους φόρους του Βασιλιά, το Στέμμα θα έχανε κάθε πρακτικό μέσο για να τους υποχρεώσει. Τα κοινοβούλια επέτρεπαν στους αντιπροσώπους των ευγενών να συναντώνται, να συνεδριάζουν και να στέλνουν προτάσεις πολιτικών στο μονάρχη με τη μορφή σχεδίων νόμου. Αυτοί οι αντιπρόσωποι δεν είχαν, παρ' όλ'αυτά, οποιοδήποτε μέσο να επιβάλουν τη θέλησή τους στο βασιλιά—εκτός από το να παρακρατήσουν τα οικονομικά μέσα που απαιτούνταν για να εκτελεστούν τα σχέδιά του.[6]

Κοινοβουλευτικές ανησυχίες και το Υπόμνημα Δικαίου (Petition of Right)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα γεγονός που ήγειρε υποψίες για τη βασιλεία του Καρόλου ήταν ο γάμος του με μια Ρωμαιοκαθολική, την Γαλλίδα πριγκίπισσα Ενριέττα Μαρία, το 1625, αμέσως μετά την άνοδο του στο θρόνο.[7] Ο γάμος του Καρόλου αύξησε την πιθανότητα τα παιδιά του, περιλαμβανομένου ενός διαδόχου στο θρόνο, να μεγαλώσουν ως Καθολικοί, μια προοπτική που σήμανε συναγερμό για την επίσημα Προτεσταντική Αγγλία, όπου η Εκκλησία της Αγγλίας έχει ως ηγέτη της τον Υπέρτατο Κυβερνήτη, ενσωματώνοντας την Κεφαλή της Εκκλησίας στο ίδιο πρόσωπο με τον Αρχηγό του Κράτους, σε αυτή την περίσταση τον Βασιλιά.[7]

Ο Κάρολος ήταν πρόθυμος να παρέμβει στην Προτεσταντική πλευρά του Τριακονταετούς Πολέμου ο οποίος εκείνη την περίοδο έζωνε την Ευρώπη.[8] Οι εξωτερικοί πόλεμοι έκαναν απαραίτητες τις βαριές δαπάνες, και το Στέμμα μπορούσε να αντλήσει φόρους μόνο μέσω της Προτεσταντικής συναίνεσης. Ο Κάρολος αντιμετώπισε περαιτέρω οικονομικές δυσκολίες όταν το πρώτο του Κοινοβούλιο αρνήθηκε να του εκχωρήσει το παραδοσιακό δικαίωμα να συγκεντρώνει τα καθήκοντα των τελωνείων γα ολόκληρη τη βασιλεία του, αποφασίζοντας αντί αυτού να του το παραχωρεί μόνο σε προσωρινή βάση και να διαπραγματευτεί με εκείνον[9]

Ο Κάρολος, εντωμεταξύ, αποφάσισε να στείλει μια εκστρατευτική δύναμη για να ανακουφίσει τους Γάλλους Ουγενότους τους οποίους τα Γαλλικά βασιλικά στρατεύματα κρατούσαν σε κατάσταση πολιορκίας στη Λα Ροσέλ. Η στρατιωτική υποστήριξη για τους Προτεστάντες στην Ήπειρο ήταν από μόνη της δημοφιλής τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και γενικά στην Προτεσταντική πλειονότητα,[εκκρεμεί παραπομπή] και είχε την δυναμική να εξασθενήσει τις ανησυχίες για το γάμο του Βασιλιά με μία Καθολική. Ωστόσο η επιμονή του Καρόλου να έχει τον άσημο, βασιλικά προσφιλές Τζορτζ Βίλιερς, 1ο Δούκα του Μπάκιγχαμ ως αρχηγό της Αγγλικής δύναμης υπέσκαψε αυτήν την υποστήριξη. Δυστυχώς για τον Κάρολο και τον Μπάκιγχαμ, η εκστρατεία ανακούφισης αποδείχθηκε ένα φιάσκο (1627),[10] και το Κοινοβούλιο, ήδη εχθρικό προς τον Μπάκιγχαμ για το μονοπώλιο του ως προς την βασιλική προστασία, ξεκίνησε τις διαδικασίες υποβολής πρότασης μομφής εναντίον του.[11]Ο Κάρολος ανταποκρίθηκε διαλύοντας το Κοινοβούλιο. Αυτή η κίνηση, ενώ έσωσε τον Μπάκιγχαμ, ενίσχυσε την εντύπωση ότι ο Κάρολος ήθελε να αποφύγει τον Κοινοβουλευτικό έλεγχο των υπουργών του.[11]

Έχοντας διαλύσει το Κοινοβούλιο και ανίκανος να συγκεντρώσει χρήματα χωρίς αυτό, ο βασιλιάς συγκάλεσε ένα νέο το 1628. (Τα εκλεγμένα μέλη περιελάμβαναν τον Όλιβερ Κρόμγουελ και τον Έντουαρντ Κόουκ). Το νέο Κοινοβούλιο υπέβαλε το Υπόμνημα Δικαίου και ο Κάρολος το αποδέχθηκε ως μια υποχώρηση προς όφελος της επιδότησης του.[12] Μεταξύ άλλων, το Υπόμνημα αναφερόταν στην Μάγκνα Κάρτα.[13]

Προσωπική εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάρολος Α' απέφυγε να καλέσει ένα Κοινοβούλιο για την επόμενη δεκαετία, μια περίοδος που έμεινε γνωστή ως η "Ενδεκαετής Τυραννία" ή "Προσωπική Εξουσία του Καρόλου".[14] Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Κάρολος στερείτο πολιτικών που σχετίζονταν με τα χρήματα. Πρώτον και κυριότερο, για να αποφύγει το Κοινοβούλιο ο Βασιλιάς χρειαζόταν να αποφύγει τον πόλεμο. Ο Κάρολος συνήψε ειρήνη με τη Γαλλία και την Ισπανία, τερματίζοντας αποτελεσματικά την ανάμειξη της Αγγλίας στον Τριακονταετή Πόλεμο· όμως αυτό από μόνο απείχε αρκετά από το να εξισορροπήσει τα χρηματοοικονομικά του Καρόλου.

Ανίκανος να συγκεντρώσει έσοδα μέσω του Κοινοβουλίου – και απρόθυμος να το συγκαλέσει – κατέφυγε σε άλλα μέσα. Για παράδειγμα, η μη παρακολούθηση συχνά από καιρό απαρχαιωμένων εκδηλώσεων και τελετών έγινε, σε μερικές περιπτώσεις, ένα αδίκημα τιμωρούμενο με πρόστιμο (για παράδειγμα, μια αδυναμία να παρακολουθήσει κάποιος και να χριστεί ιππότης στη στέψη του Καρόλου), με το πρόστιμο να πληρώνεται στο Στέμμα. Ο Βασιλιάς επίσης προσπάθησε να μαζέψει έσοδα μέσω του φόρου ship money, εκμεταλλευόμενος τον φόβο ενός ναυτικού πολέμου το 1635, απαιτώντας οι Αγγλικές κομητείες της ενδοχώρας να πληρώσουν τον φόρο για το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό. Ο θεσπισμένος νόμος υποστήριζε αυτή την πολιτική, αλλά οι αρχές τον είχαν αγνοήσει για αιώνες, και πολλοί τον θεωρούσαν ως έναν ακόμη εξωκοινοβουλευτικό (και ούτως παράνομο) φόρο.[15] Μερικοί επιφανείς άνδρες αρνήθηκαν να πληρώσουν το ship money υποστηρίζοντας ότι ο φόρος ήταν παράνομος, αλλά έχασαν στα δικαστήρια και τα πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν επειδή αρνήθηκαν να πληρώσουν το ship money (και για το ότι διαφώνησαν με την νομιμότητα του φόρου) ήγειραν ευρεία αγανάκτηση.[15]

Κατά την διάρκεια της "Προσωπικής Εξουσίας," ο Κάρολος δημιούργησε ανταγωνισμό μέσω των θρησκευτικών του μέτρων: πίστευε στον Άνω Αγγλικανισμό, μια μυστηριακή εκδοχή της Εκκλησίας της Αγγλίας, θεολογικά βασισμένη στον Αρμινιανισμό, ένα θρήσκευμα που μοιραζόταν με τον πολιτικό του σύμβουλο, Αρχιεπίσκοπο Ουίλλιαμ Λοντ.[16] Το 1633, ο Κάρολος διόρισε τον Λοντ Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ και άρχισε να κάνει την Εκκλησία πιο τυπική, αντικαθιστώντας τα ξύλινα τραπέζια της Κοινωνίας με πέτρινους τοίχους-βωμούς που διαχώριζαν το ιερό από τον υπόλοιπο ναό.[17] Οι πουριτανοί κατηγόρησαν τον Λοντ για επανεισαγωγή του Καθολικισμού· όταν παραπονέθηκαν, έβαλε να τους συλλάβουν. Το 1637 ο Τζον Μπάστγουικ, ο Χένρι Μπάρτον, και ο Ουίλλιαμ Πρυν τιμωρήθηκαν με κόψιμο των αυτιών τους επειδή έγραψαν φυλλάδια πο επιτίθενταν στις απόψεις του Λοντ—μια σπάνια ποινή για τους κυρίους, και μια ποινή που ήγειρε θυμό.[18] Επιπλέον, οι αρχές της Εκκλησίας αναζωογόνησαν τους νόμους που πέρασαν την εποχή της Ελισάβετ Α' σχετικά με τον εκκλησιασμό, και οι οποίοι τιμωρούσαν τους Πουριτανούς για την μη προσέλευση σε Αγγλικανικές εκκλησιαστικές τελετές.[19]

Εξέγερση στη Σκωτία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τέλος της ανεξάρτητης διακυβέρνησης το Καρόλου ήλθε όταν προσπάθησε να εφαρμόσει τις ίδιες θρησκευτικές πολιτικές στη Σκωτία. Η Εκκλησία της Σκωτίας, διστακτικά Επισκοπική στην δομή της, είχε ανεξάρτητες παραδόσεις.[20] Ο Κάρολος ωστόσο, ήθελε μία, ομοιόμορφη Εκκλησία παντού στην Βρετανία,[21] και εισήγαγε μια νέα, Υψηλά Αγγλικανική, έκδοση της Αγγλικής Βίβλου Κοινής Προσευχής στην Σκωτία το καλοκαίρι του 1637. Αυτή η κίνηση αντιμετώπισε βίαιη αντίσταση· μια εξέγερση ξέσπασε στο Εδινβούργο,[22] η οποία μπορεί να είχε ξεκινήσει από μια εκκλησία από τον Τζένι Γκέντες· και, τον Φεβρουάριο του 1638, οι Σκώτοι μετασχημάτισαν τις αντιρρήσεις τους στην βασιλική πολιτική υπό την μορφή του Εθνικού Συμβολαίου.[23] Αυτό το έγγραφο πήρε την μορφή μιας «πιστής διαμαρτυρίας», απορρίπτοντας όλες τις καινοτομίες οι οποίες δεν είχαν δοκιμαστεί από ελεύθερα κοινοβούλια και Γενικές Συνελεύσεις της Εκκλησίας.

Την άνοιξη του 1639, ο Κάρολος Α' συνόδευσε τις δυνάμεις του στα Σκωτικά σύνορα, για να τερματίσει την εξέγερση γνωστή ως Πόλεμος των Επισκόπων,[24] αλλά, έπειτα από μια ασαφή στρατιωτική εκστρατεία, αποδέχθηκε την προτεινόμενη Σκωτική εκεχειρία - την Ειρήνευση του Μπέργουικ. Η εκεχειρία αποδείχθηκε προσωρινή και ένας δεύτερος πόλεμος ακολούθησε το καλοκαίρι του 1640. Αυτήν την φορά, ένα στρατός των Σκώτων νίκησε τις δυνάμεις του Καρόλου στον βορρά και έπειτα κατέκτησε το Νιούκασλ.[25] Ο Κάρολος τελικά συμφώνησε να μην παρέμβει στην θρησκεία της Σκωτίας και πλήρωσε τα έξοδα πολέμου των Σκώτων.[εκκρεμεί παραπομπή]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hill 1972, για παράδειγμα.
  2. Croft 2003, σελ. 63
  3. McClelland 1996, σελ. 224.
  4. McClelland 1996, σελ. 224.
  5. Johnston 1901, σσ. 83–86.
  6. William Dawson Johnston, The history of England from the accession of James the Second Volume I, Boston and New York, Houghton, Mifflin and company, 1901. [Χρειάζεται σελίδα]
  7. 7,0 7,1 Gregg 1984, σελ. 73.
  8. Gregg 1984, σελ. 123.
  9. Gregg 1984, σελίδες 129–30.
  10. Gregg 1984, σελ. 166.
  11. 11,0 11,1 Gregg 1984, σελ. 175.
  12. Purkiss 2007, σελ. 93.
  13. Υπόμνημα Δικαίου στις παραγράφους III, VII.
  14. Rosner & Theibault 2000, σελ. 103.
  15. 15,0 15,1 Pipes 1999, σελ. 143.
  16. Carlton 1987, σελ. 48.
  17. Carlton 1987, σελ. 96.
  18. Purkiss 2007, σελ. 201.
  19. Carlton 1987, σελ. 173.
  20. Purkiss 2007, σελ. 74
  21. Purkiss 2007, σελ. 83.
  22. Purkiss 2007, σελ. 75
  23. Purkiss 2007, σελ. 77.
  24. Purkiss 2007, σελ. 96.
  25. Purkiss 2007, σελ. 97

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]