Ιστορία της ιατρικής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Όρκος του Ιπποκράτη περιλαμβάνεται σε συλλογή αρχαιοελληνικών ιατρικών έργων που συνδέεται με την ανάδειξη της ιατρικής σε επιστήμη και αποδίδεται στον Ιπποκράτη τον Κώο και τους μαθητές του.

Η ιστορία της ιατρικής, όπως αυτή ασκείται από εκπαιδευμένα σε αυτή πρόσωπα, ως επιστήμη και ως σύνολο τεχνικών, δείχνει το πώς οι ανθρώπινες κοινωνίες μετέβαλλαν τη στάση τους σχετικώς με τις ασθένειες και την αντιμετώπισή τους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Οι αρχαιότερες ιατρικές παραδόσεις δημιουργήθηκαν στη Βαβυλωνία, στην Κίνα, στην Αίγυπτο και στην Ινδία. Οι αρχαίοι Έλληνες εισήγαγαν τις έννοιες της ιατρικής διαγνώσεως και της ιατρικής ηθικής, ενώ συστηματοποίησαν την ιατρική τέχνη σε επιστήμη. Κατά τον Μεσαίωνα οι χειρουργικές πρακτικές που κληρονομήθηκαν από τους αρχαίους βελτιώθηκαν και η εκπαίδευση συστηματοποιήθηκε, με τα πρώτα πανεπιστήμια να αρχίζουν να εκπαιδεύουν συστηματικά ιατρούς περί το 1220 στην Ιταλία. Κατά την Αναγέννηση βελτιώθηκε η κατανόηση της ανθρώπινης ανατομίας. Η θεωρία του 19ου αιώνα ότι οι ασθένειες προκαλούνται από μικρόβια οδήγησε στην ανακάλυψη θεραπειών για πολλά λοιμώδη νοσήματα. Οι στρατιωτικοί γιατροί ανέπτυξαν και βελτίωσαν τις μεθόδους αντιμετωπίσεως των τραυμάτων και τη χειρουργική τεχνική. Η δημόσια υγιεινή αναπτύχθηκε ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα, καθώς η ραγδαία ανάπτυξη των πόλεων απαιτούσε συστηματικά μέτρα προστασίας από τις μολύνσεις. Τα πρώτα ερευνητικά κέντρα ιατρικής ιδρύθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, συνήθως ως παραρτήματα μεγάλων νοσοκομείων. Ο εμβολιασμός άρχισε να γενικεύεται, ενώ τα μέσα του αιώνα σημαδεύθηκαν από την εμφάνιση των αντιβιοτικών φαρμάκων. Οι τεράστιες πρόοδοι στις λεγόμενες «βασικές επιστήμες» της ιατρικής, ιδίως στη βιοχημεία, στην κυτταρολογία, στην ιατρική φυσική (ιδίως στις απεικονιστικές τεχνικές, με παλαιότερη την ακτινογραφία) και στη γενετική, οδήγησαν στη σύγχρονη ιατρική.

Πίνακας περιεχομένων

Προϊστορική ιατρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά το ότι δεν υπάρχουν καταγραφές για το πότε πρωτοχρησιμοποιήθηκαν φυτά για ιατρικούς σκοπούς, η θεραπευτική χρήση φυτών και συστατικών του εδάφους είναι προϊστορική. Με την πάροδο των αιώνων και με τη μίμηση της συμπεριφοράς των ζώων, αναπτύχθηκε μία γνωσιακή βάση, που μεταδιδόταν από γενεά σε γενεά. Καθώς ο πολιτισμός οδήγησε σε εξειδίκευση προσώπων σε ορισμένες ασχολίες, εμφανίσθηκαν οι πρώτοι εμπειρικοί θεραπευτές και φαρμακοποιοί, που συνδέονταν στενά με τη μαγεία και την πρωτόγονη θρησκεία (σαμανισμός).

Η πρώτη απόδειξη οδοντιατρικής θεραπείας χρονολογείται στο 7000 π.Χ. περίπου: στο σημερινό Βαλουχιστάν, όπου νεολιθικοί οδοντίατροι χρησιμοποίησαν τρυπάνια από πυριτόλιθο και χορδές τόξου.[1]

Η πρώτη γνωστή χειρουργική επέμβαση, ο τρυπανισμός, χρονολογείται στο 5000 π.Χ. και έγινε στο Ανσισαΐμ της Γαλλίας.[2] Στη Γαλλία (Buthiers-Bulancourt) έγινε και ο πρώτος γνωστός χειρουργικός ακρωτηριασμός, περί το 4900 π.Χ..[3]

Η ιατρική στους πρώτους πολιτισμούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αίγυπτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πάπυρος Έντγουιν Σμιθ (17ος αι. π.Χ.) περιέχει αυτή την πρώτη γραπτή αναφορά στον εγκέφαλο.

Στην Αρχαία Αίγυπτο αναπτύχθηκε μία μεγάλη, πολυσχιδής και αποδοτική ιατρική παράδοση. Ο Ηρόδοτος περιγράφει τους Αιγύπτιους ως «τους υγιέστερους των ανθρώπων, μετά τους Λίβυους»[4], εξαιτίας του ξηρού κλίματος και του αξιοσημείωτου συστήματος δημόσιας υγείας που είχαν αναπτύξει. Σύμφωνα με αυτόν, «η εξάσκηση της ιατρικής είναι τόσο εξειδικευμένη σε αυτούς, ώστε κάθε γιατρός είναι θεραπευτής μιας μόνης νόσου.» Παρά το ότι σε μεγάλο βαθμό η αιγυπτιακή ιατρική ασχολείτο με το υπερφυσικό[5], τελικώς έδινε πρακτικά αποτελέσματα στα πεδία της διαγνώσεως και της δημόσιας υγείας.

Οι ιατρικές πληροφορίες που δίνονται στον Πάπυρο Έντγουιν Σμιθ μπορεί να προέρχονται από το 3000 π.Χ.[6]: Ο Ιμχοτέπ, ιατρός της 3ης Δυναστείας, θεωρείται ο ιδρυτής της αρχαίας αιγυπτιακής ιατρικής και ο αρχικός συγγραφέας του Παπύρου, όπου περιγράφει θεραπείες, παθήσεις και ανατομικές παρατηρήσεις. Ο Πάπυρος Έντγουιν Σμιθ θεωρείται αντίγραφο παλαιότερων έργων και γράφτηκε περί το 1600 π.Χ.. Είναι ένα αρχαίο σύγγραμμα χειρουργικής σχεδόν ελεύθερο από μαγική σκέψη και δίνει με μεγάλη λεπτομέρεια την εξέταση, τη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση πολλών παθήσεων.[7]

Ο γυναικολογικός Πάπυρος του Kahun[8] χρονολογείται ακόμα παλαιότερα, από το 1800 π.Χ., και είναι το αρχαιότερο σωζόμενο ιατρικό κείμενο οποιουδήποτε είδους. Ασχολείται με τα προβλήματα των γυναικών, όπως με την υπογονιμότητα και την αντισύλληψη. Σώζονται σε αυτόν 34 περιπτώσεις με λεπτομερή διάγνωση και θεραπεία, κάποιες αποσπασματικά.[9]

Ιατρικά ιδρύματα, αναφερόμενα ως «Σπίτια της Ζωής», είναι γνωστό ότι είχαν ιδρυθεί στην αρχαία Αίγυπτο από το 2200 π.Χ. περίπου.[10]

Ο αρχαιότερος ιατρός που είναι γνωστός με το όνομά του είναι ο Εζύ-Ρα, «Μέγας των οδοντιάτρων και ιατρών» για τον Φαραώ Ντζοζέρ της 3ης Δυναστείας, περί το 2600 π.Χ..[11] Αλλά και η αρχαιότερη γυναίκα ιατρός που είναι γνωστή με το όνομά της, η Πεσεσέτ, άσκησε την ιατρική στην αρχαία Αίγυπτο, κατά την 4η Δυναστεία. Είχε ρόλο επιθεωρήτριας και επιπλέον εκπαίδευε μαίες στην ιατρική σχολή της Σαΐδα.

Βαβυλωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βαβυλωνιακή κυλινδρική σφραγίδα και η αποτύπωσή της, που δείχνει τον Νεργκάλ, θεό της πανούκλας, με σύμβολο το στραβό ραβδί. Συλλογή Wellcome.

Τα αρχαιότερα βαβυλωνιακά κείμενα ιατρικής ανάγονται στο πρώτο μισό της Β΄ Χιλιετίας π.Χ.. Αλλά το πλέον εκτεταμένο βαβυλωνιακό ιατρικό κείμενο είναι το «Διαγνωστικό Εγχειρίδιο» που γράφτηκε από τον ummânū («αρχισοφό») Εσαγκίλ-κιν-απλί από την Μπορσιπά[12], που άκμασε κατά τη βασιλεία του Αντάντ απλά ιντινά (1069–1046 π.Χ.).[13]

Οι Βαβυλώνιοι, όπως και οι Αιγύπτιοι, εισήγαγαν τη διάγνωση, τη φυσική εξέταση και τις θεραπευτικές μεθόδους. Επιπλέον, «Διαγνωστικό Εγχειρίδιο» συσχετίζει τη θεραπεία με την αιτία της ασθένειας. Περιέχει κατάλογο ιατρικών συμπτωμάτων και εμπειρικές παρατηρήσεις μαζί με λογικούς κανόνες για τη συσχέτιση των συμπτωμάτων με τη διάγνωση και την πρόγνωση.[14]

Το εγχειρίδιο βασίζεται πάνω σε ένα λογικό σύνολο αξιωμάτων και παραδοχών, όπως τη σύγχρονη άποψη ότι με την εξέταση και την παρατήρηση των συμπτωμάτων ενός ασθενούς είναι δυνατό να προσδιορισθεί η ασθένεια από την οποία πάσχει, η αιτία της και η μελλοντική της εξέλιξη, όπως και οι πιθανότητες για ανάρρωση ή θάνατο του ασθενούς. Τα θεραπευτικά μέσα που αναφέρονται είναι επίδεσμοι, βότανα και αλοιφές.[12]

Ινδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγιουρβεδικά παρασκευάσματα από βότανα

Η Αθάρβα Βέδα, ιερό κείμενο του Ινδουισμού της εποχής του Σιδήρου, είναι ένα από τα πρώτα ινδικά ιατρικά κείμενα. Περιέχει μεταξύ άλλων συνταγές από βότανα για διάφορες παθήσεις. Η χρήση βοτάνων απετέλεσε αργότερα μεγάλο μέρος της Αγιούρ Βέδα.

Η Αγιούρ Βέδα (= «πλήρης γνώση για μακροζωία») είναι ένα ιατρικό σύστημα που αναπτύχθηκε στην αρχαία Ινδία. Τα δύο γνωστότερα κείμενά του ανήκουν στις σχολές Τσαράκα και Σουσρούτα. Τα πρώτα στοιχεία της Αγιουρβέδα βασίσθηκαν σε μία σύνθεση παραδοσιακών βοτανοθεραπευτικών πρακτικών με μεγάλες θεωρητικές προσθήκες, νέες νοσολογίες και θεραπείες από το 600 π.Χ. και μετά.[15]

Σύμφωνα με τη σύνοψη της Τσαράκα, την «Τσαράκα Σαμχίτα», η υγεία και η ασθένεια δεν είναι προκαθορισμένες από τη «μοίρα» και η ζωή του ανθρώπου μπορεί να παραταθεί με τις δικές του προσπάθειες. Η σύνοψη της Σουσρούτα, η «Σουσρούτα Σαμχίτα», ορίζει τον σκοπό της ιατρικής ως τη θεραπεία των ασθενών, την προστασία των υγιών και την παράταση της ζωής. Αμφότερες αυτές οι αρχαίες γραφές περιλαμβάνουν λεπτομέρειες για την εξέταση, τη διάγνωση, τη θεραπεία και την πρόγνωση πολλών ασθενειών. Η «Σουσρούτα Σαμχίτα» ξεχωρίζει για την περιγραφή τεχνικών διάφορων χειρουργικών επεμβάσεων, όπως η ρινοπλαστική, η επιδιόρθωση κομμένων λοβών αυτιού, η αφαίρεση λίθων, η επέμβαση για καταρράκτη κ.ά.. Ιδιαίτερα άξια μνείας είναι η τάση της «Σουσρούτα Σαμχίτα» για επιστημονική ταξινόμηση: έχει 184 κεφάλαια και περιγράφει 1.120 ιατρικές καταστάσεις (μεταξύ των οποίων τραυματισμοί και ασθένειες του γήρατος, όπως και νοητικές ασθένειες) 125 χειρουργικά εργαλεία, 300 χειρουργικές διαδικασίες και ταξινόμηση της χειρουργικής σε 8 κατηγορίες.[16]

Παρόμοια, η Αγιούρ Βέδα αναφέρει οκτώ κλάδους της ιατρικής: την kāyācikitsā (παθολογία), τη śalyacikitsā (χειρουργική συν ανατομία), τη śālākyacikitsā (οφθαλμολογικές και ωτορινολαρυγγολογικές παθήσεις), την kaumārabhṛtya (παιδιατρική, μαιευτική και γυναικολογία), την bhūtavidyā (ψυχιατρική), την agada tantra (τοξικολογία με περιποίηση δαγκωμάτων και κεντρισμάτων), τη rasāyana (επιστήμη «επαναφοράς της νεότητας») και τη vājīkaraṇa (σεξολογία και γονιμότητα). Πέρα από αυτά, ο σπουδάζων την Αγιούρ Βέδα έπρεπε να γνωρίζει δέκα «τέχνες» απαραίτητες για την παρασκευή και τη χορήγηση των φαρμάκων, όπως η απόσταξη, η καλλιέργεια των βοτάνων, η μεταλλουργία, η φαρμακολογία, η ανάλυση και ο διαχωρισμός ουσιών και η παρασκευή αλκαλικών αλάτων. Η διδασκαλία θεωρητικών γνώσεων γινόταν κατά τη διδαχή κλινικών θεμάτων. Π.χ. η διδασκαλία της ανατομίας ήταν μέρος της διδασκαλίας της χειρουργικής, της εμβρυολογίας ήταν μέρος της διδασκαλίας της παιδιατρικής και της μαιευτικής, της φυσιολογίας και της παθολογίας ήταν αλληλένδετη με τη διδασκαλία όλων των κλινικών μαθημάτων.

Η κανονική διάρκεια της μαθητείας της ιατρικής φαίνεται ότι ήταν επτά χρόνια, αλλά αναμενόταν από τον ιατρό να συνεχίσει να μαθαίνει σε όλη τη ζωή του.[17]

Μία εναλλακτική μορφή-σύστημα ιατρικής για την Ινδία ήταν μεταγενέστερα η «(Γι)ουνάνι», δηλαδή η αρχαία ελληνική ιατρική όπως τη γνώρισαν οι Ινδοί μέσω των Περσών και των Αράβων. Ρίζωσε και υποστηρίχθηκε από βασιλείς κατά τον Μεσαίωνα, ιδίως κατά την περίοδο της Μογγολικής αυτοκρατορίας της Ινδίας. Δεν ερχόταν σε αντίθεση με την Αγιούρ Βέδα στη θεωρία των διαφορετικών στοιχείων του κόσμου (φωτιά, νερό, γη και αέρας κατά τον Αριστοτέλη και τη Γιουνάνι). Κατά τους ακόλουθους της Γιουνάνι ιατρικής, τα στοιχεία αυτά ήταν παρόντα σε διάφορα υγρά του ανθρώπινου σώματος και η ανισορροπία τους οδηγούσε στην ασθένεια.[18]

Οι ηγέτες της μουσουλμανικής περιόδου έκτισαν μεγάλα νοσοκομεία, π.χ. το 1595 στο Χαϊντεραμπάντ και το 1719 στο Δελχί. Πολυάριθμα σχόλια των αρχαίων κειμένων γράφτηκαν, με την αρχαία ιατρική να κυριαρχεί μέχρι το 1800 περίπου.[19]

Κίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάφορα αποξηραμένα μέρη φυτών και ζώων που χρησιμεύουν ως φάρμακα, όπως το γανόδερμα, το τζινσένγκ και τα φίδια

Η Κίνα ανέπτυξε ένα μεγάλο σώμα παραδοσιακής ιατρικής. Μεγάλο μέρος του προέκυψε από εμπειρικές παρατηρήσεις ασθενειών από Ταοϊστές γιατρούς και αντανακλά την κλασική κινεζική άποψη ότι οι προσωπικές ανθρώπινες εμπειρίες εκφράζουν αιτιακές αρχές που δρουν στο περιβάλλον σε όλες τις κλίμακες. Αυτές οι αιτιακές αρχές, υλικές ή μυστικιστικές, συσχετίζονται ως η έκφραση της φυσικής τάξεως του Σύμπαντος.

Το «ιδρυτικό» κείμενο της κινεζικής ιατρικής είναι το Χουανγκ-τζι Νεϊτσίνγκ (= «Ο Εσωτερικός Κανόνας του Κίτρινου Αυτοκράτορα») ή Νεϊτσίνγκ Σουγουέν, γραμμένο από τον 5ο μέχρι τον 3ο αιώνα π.Χ.[20]. Τον ύστερο 2ο αιώνα μ.Χ. ο Τζανγκ Τζονγκ-τσινγκ έγραψε την «Πραγματεία περί της βλάβης από το κρύο», που περιέχει την αρχαιότερη γνωστή αναφορά στο προηγούμενο έργο. Ο θιασώτης του βελονισμού Χουάνγκ-φου Μι (215-282 μ.Χ.) επίσης αναφέρεται σε αυτό. Κατά τη Δυναστεία Τανγκ το Νεϊτσίνγκ Σουγουέν επεκτάθηκε και αναθεωρήθηκε. Σήμερα αποτελεί την καλύτερη σωζόμενη παράθεση των βάσεων της παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής, η οποία ασκείται στη χώρα επί χιλιάδες χρόνια.

Ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περί το 800 π.Χ. ο Όμηρος στην Ιλιάδα περιγράφει την περιποίηση τραυμάτων από τους δύο γιους του Ασκληπιού, τους ιατρούς Ποδαλείριο και Μαχάονα. Ο Πάτροκλος εμφανίζεται επίσης να δρα ως ιατρός, καθώς, όταν ο Μαχάων τραυματίζεται και ο Ποδαλείριος απουσιάζει στη μάχη, ο Ευρύπυλος ζητά από τον Πάτροκλο να κόψει το βέλος από το πόδι του, να ξεπλύνει το αίμα με χλιαρό νερό και να απλώσει αλοιφή στην πληγή.[21]

Το Ασκληπιείο στην Κω, το καλύτερα διατηρημένο Ασκληπιείο

Ναοί αφιερωμένοι στον θεραπευτή-θεό της ιατρικής Ασκληπιό, γνωστοί ως Ἀσκληπιεῖα, λειτουργούσαν ως κέντρα ιατρικών συμβουλών και θεραπευτήρια.[22] Οι ασθενείς, κοιμώμενοι μέσα σε αυτά («ἐγκοίμησις») λάμβαναν στα όνειρά τους συμβουλές από τη θεότητα ή θεραπεύονταν με χειρουργική επέμβαση, καθώς ο ύπνος ήταν πιθανότατα μία μορφή αναισθησίας.[23] Τα Ασκληπιεία παρείχαν προσεκτικά ελεγχόμενους χώρους που συνέτειναν στην ίαση και ικανοποιούσαν πολλές από τις απαιτήσεις θεραπευτικών ιδρυμάτων.[22] Στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, τρεις μεγάλοι μαρμάρινοι πίνακες, που χρονολογήθηκαν στο 350 π.Χ., αναγράφουν τα ονόματα, το ιστορικό, τα συμπτώματα και τις θεραπείες περίπου 70 ασθενών που είχαν προστρέξει εκεί. Κάποιες από τις αναφερόμενες χειρουργικές θεραπείες, όπως το άνοιγμα κοιλιακού αποστήματος ή η αφαίρεση ξένων θραυσμάτων από πληγή, είναι αρκετά ρεαλιστικές ώστε να έχουν γίνει στην πραγματικότητα.[23] Ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης συνέγραψε ιατρικά έργα κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. και υπεστήριξε ότι τα αισθητήρια όργανα συνδέονταν με «κανάλια» με τον εγκέφαλο. Είναι πιθανό ότι είχε ανακαλύψει το οπτικό νεύρο ανατέμνοντας πτώματα.[24]

Ο Ιπποκράτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία επιβλητική μορφή στην ιστορία της ιατρικής είναι ο Ιπποκράτης ο Κώος (460-377 π.Χ.), θεωρούμενος ως ο «πατέρας της ιατρικής»[25][26] Αυτός και οι μαθητές του φέρονται να συνέγραψαν περί τα 70 ιατρικά έργα, το «Corpus Hippocraticum». Είναι ίσως γνωστότερος παγκοσμίως για τον «Όρκο του Ιπποκράτη», τον οποίο δίνουν μέχρι σήμερα οι γιατροί.

Ο Ιπποκράτης και οι μαθητές του υπήρξαν οι πρώτοι που περιέγραψαν πολλές ασθένειες και καταστάσεις. Για παράδειγμα, το «ιπποκράτειον προσωπείον», ή το σύμπτωμα των «ιπποκράτειων δακτύλων» (παραμόρφωση των νυχιών), που αποτελεί διαγνωστικό χρόνιας διαπυητικής πνευμονοπάθειας, μεγαλοκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα και συγγενούς κυανωτικής καρδιοπάθειας[27].

Ο Ιπποκράτης είναι ο πρώτος που ταξινόμησε τις ασθένειες σε οξείες, χρόνιες, ενδημικές και επιδημικές, ενώ εισήγαγε και όρους όπως υποτροπή, κρίση, παροξυσμός και ανάρρωση.[28][29][30]

Μια άλλη μεγάλη συνεισφορά του ήταν οι περιγραφές της συμπτωματολογίας, των ευρημάτων, της χειρουργικής αντιμετώπισης και της πρόγνωσης του θωρακικού εμπυήματος, δηλαδή της συγκεντρώσεως πύου στη θωρακική κοιλότητα, που παραμένουν σημαντικές για τους σημερινούς φοιτητές της πνευμονολογίας και της σχετικής χειρουργικής. Ο Ιπποκράτης υπήρξε ο πρώτος ιατρός που αναφέρεται ότι πραγματοποίησε καρδιοθωρακική χειρουργική επέμβαση και τα ευρήματά του είναι ακόμα χρήσιμα.

Κάποιες θεωρίες του Ιπποκράτη εφαρμόζονται σήμερα από την περιβαλλοντική και ολιστική ιατρική, όπως η σημασία της λήψεως του πλήρους ιστορικού, που περιλαμβάνει την έκθεση σε περιβαλλοντικούς παράγοντες και τις τροφές που έτρωγε ο ασθενής.

Ηρόφιλος και Ερασίστρατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πλίνθιος βρόχος όπως περιγράφεται από τον Έλληνα ιατρό Ηρακλά, για τη στερέωση σπασμένης κάτω σιαγόνας.[31]

Δύο μεγάλοι Αλεξανδρινοί ιατροί έθεσαν τα θεμέλια της επιστημονικής ανατομίας και φυσιολογίας: ο Ηρόφιλος και ο Ερασίστρατος.[32] Επίσης, άλλοι χειρουργοί της ελληνιστικής Αλεξάνδρειας πρωτοπόρησαν στις επεμβάσεις κήλης, οφθαλμών, αφαιρέσεως λίθων, στην πλαστική χειρουργική, σε μεθόδους ανατάξεως εξαρθρώσεων και καταγμάτων, στην τραχειοτομή και στη χρήση της ρίζας του μανδραγόρα ως αναισθητικού.

Ο Ηρόφιλος υπεστήριξε ότι η νόηση εδράζεται στον εγκέφαλο και συνέδεσε το νευρικό σύστημα με την κίνηση και τις αισθήσεις. Επεσήμανε τη διαφορά μεταξύ φλεβών και αρτηριών, σημειώνοντας ότι οι αρτηρίες έχουν παλμό, ενώ οι φλέβες όχι. Αυτός και ο Ερασίστρατος ερεύνησαν τον ρόλο των φλεβών και των νεύρων, χαρτογραφώντας τις πορείες τους κατά μήκος του σώματος. Ο Ερασίστρατος συσχέτισε την αυξημένη πολυπλοκότητα της επιφάνειας του ανθρώπινου εγκεφάλου ως προς τον εγκέφαλο άλλων ζώων με την ανώτερη ευφυΐα. Μερικές φορές έκανε πειράματα για να προωθήσει την έρευνά του, όπως την επανειλημμένη ζύγιση ενός πτηνού σε κλουβί για τη σημείωση της απώλειας βάρους του ανάμεσα σε χρόνους ταΐσματος.

Γαληνός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κλαύδιος Γαληνός (περ. 129–200/216 μ.Χ.) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους γιατρούς της αρχαιότητας, που ταξίδεψε και δίδαξε σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ανέτεμνε ζώα και εκτέλεσε πολλές παράτολμες χειρουργικές επεμβάσεις (όπως στον εγκέφαλο και στο μάτι) που κανένας δεν τόλμησε να τις ξαναεπιχειρήσει μέχρι τον 20ό αιώνα. Στο έργο του Ars medica («Ιατρική Τέχνη») ερμήνευσε τις νοητικές ιδιότητες με όρους των μελών του σώματος.[33][34]

Τα έργα του Γαληνού θεωρούνται απόλυτη αυθεντία μέχρι και τον ύστερο Μεσαίωνα. Το μοντέλο του για την ανθρώπινη φυσιολογία έγινε η βάση της πανεπιστημιακής ανατομίας στη μεσαιωνική Ευρώπη, αλλά δυστυχώς κάποιες από τις απόψεις του ήταν λανθασμένες, καθώς δεν ανέτεμνε ανθρώπινα, παρά μόνο ζωικά σώματα, όπως και οι μεσαιωνικοί καθηγητές της ιατρικής.[35]

Στην Αναγέννηση ο Γαληνός επαναξιολογήθηκε. Το 1523 το έργο του On the Natural Faculties εκδόθηκε στο Λονδίνο και την επόμενη δεκαετία ο Φλαμανδός ανατόμος και ιατρός Ανδρέας Βεσάλιος έβαλε πρόγραμμα να μεταφράσει πολλά από τα ελληνικά κείμενα του Γαληνού στα λατινικά και το κορυφαίο έργο του, το Περί της κατασκευής του ανθρωπίνου σώματος, επηρεάσθηκε πολύ από τη γραφή και το ύφος του Γαληνού.[36]

Η ρωμαΐκή ιατρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μανδραγόρας στο χειρόγραφο του Διοσκουρίδη της Νεαπόλεως (7ος αιώνας)

Οι Ρωμαίοι επινόησαν πολλά χειρουργικά εργαλεία, μεταξύ των οποίων τα πρώτα καθαρώς γυναικολογικά[37], και χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά στην ιατρική άλλα εργαλεία, όπως τη λαβίδα, το ψαλίδι, τη χειρουργική βελόνη, τον καθετήρα, το ενδοσκόπιο (speculum)[38], καθώς και την τεχνική του καυτηριασμού. Οι Ρωμαίοι έκαναν επίσης εγχειρήσεις καταρράκτη.[39]

Ο Ρωμαίος στρατιωτικός ιατρός Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος (περ. 40-90 μ.Χ.), ελληνικής καταγωγής φαρμακολόγος και βοτανολόγος, είναι γνωστός για την εγκυκλοπαίδεια Περί ύλης ιατρικής, όπου περιγράφει περισσότερες από 600 θεραπείες με βότανα. Το έργο του υπήρξε σημείο αναφοράς για τα επόμενα 1500 χρόνια.[40]

Ο Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βυζαντινή ιατρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Βυζαντινή ιατρική

Η ιατρική στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία βασίσθηκε στην ελληνορωμαϊκή ιατρική και με τη σειρά της επηρέασε την ισλαμική ιατρική και υπέθαλψε την αναγεννησιακή.

Οι Βυζαντινοί ιατροί συχνά συνέλεγαν και προτυποποιούσαν την ιατρική γνώση σε συγγράμματα. Οι καταγραφές τους περιελάμβαναν τόσο διαγνωστικές ερμηνείες όσο και τεχνικά διαγράμματα. Το έργο Επιτομαί ιατρικαί σε επτά βιβλία του Παύλου του Αιγινήτη (7ος αι.) σώζεται ως ένα ιδιαίτερα επιμελές έργο αναφοράς για τις ιατρικές γνώσεις και παρέμεινε το πρότυπο σύγγραμμα για τα επόμενα 800 χρόνια. Σημαντικοί ιατροί της Αυτοκρατορίας υπήρξαν και οι Ορειβάσιος (ο προσωπικός ιατρός του Αυτοκράτορα Ιουλιανού), Αέτιος ο Αμιδηνός, Αλέξανδρος ο Τραλλιανός, Νικόλαος Μυρεψός, Δημήτριος Πεπαγωμένος και Ιωάννης Ακτουάριος (Ζαχαρίου).

Η μεγαλύτερη όμως συμβολή του Βυζαντίου στην ιατρική ήταν η λειτουργία των πρώτων μεγάλων νοσοκομείων για το γενικό κοινό.[41]. Οι Ρωμαίοι είχαν μερικά άθλια καταλύματα περιθάλψεως, που όμως προορίζονταν μόνο για τους δούλους και τους στρατιώτες. Αν και δεν έχουν ανακαλυφθεί ερείπια βυζαντινών νοσοκομείων σε ανασκαφές, οι γραπτές πηγές φανερώνουν ότι ήταν μεγάλα κτήρια με το κοινό χαρακτηριστικό μιας κεντρικής μεγάλης πυροστιάς, σε συμφωνία με την παρατήρηση του Ιπποκράτη για την προστασία από λοιμώδη νοσήματα που δίνει η φωτιά.

Οι διαγνωστικές τεχνικές επικεντρώνονταν, εκτός από τη μέτρηση των σφυγμών, στις εξετάσεις των ούρων και για μερικές ασθένειες στη μέτρηση του ρυθμού της αναπνοής. Το έργο Επιτομαί ιατρικαί αναφέρει 40 και πλέον είδη χειρουργικών επεμβάσεων και 15 χειρουργικά εργαλεία. Υπάρχει επίσης αναφορά ότι προσλαμβάνονταν ειδικοί υπάλληλοι στα νοσοκομεία, γνωστοί ως ακονητές, προκειμένου να διατηρούν καθαρά τα χειρουργικά εργαλεία.[42]. Αυτό δείχνει τη σημασία που δινόταν στην καθαριότητα στα βυζαντινά νοσοκομεία και στη χειρουργική πράξη.

Ισλαμική ιατρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ισλαμική ιατρική
Το αραβικό χειρόγραφο Ανατομία του οφθαλμού του αλ-Μουταντιμπί (1200 μ.Χ.)

Οι γιατροί του Ισλαμικού Χρυσού Αιώνα συνεισέφεραν σημαντικά στην ανατομία, στην οφθαλμολογία, στη φαρμακολογία και στη χειρουργική. Επηρεάσθηκαν από τις αρχαίες ινδικές, ελληνικές και βυζαντινές ιατρικές πρακτικές, αναπτύσσοντάς τις περαιτέρω.[43] Ο Γαληνός και ο Ιπποκράτης παρέμεναν οι εξέχουσες αυθεντίες. Η μετάφραση στην αραβική γλώσσα 129 εκ των έργων του Γαληνού από τον Νεστοριανό Χριστιανό Χουναΰν ιμπν Ισάκ και τους βοηθούς του, καθώς και η επιμονή σε μία ορθολογική και συστηματική προσέγγιση της ιατρικής, διαμόρφωσαν το πλαίσιο για την ιατρική του ισλαμικού κόσμου.[44]

Δυτική Ευρώπη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον 3ο αιώνα μ.Χ. οι σπουδές και η άσκηση της ιατρικής στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περιέπεσαν σε βαθιά παρακμή. Ιατρικές υπηρεσίες παρέχονταν, ιδίως για τους φτωχούς, στα πολλά μοναστήρια, αλλά η φροντίδα ήταν στοιχειώδης και κυρίως ανακουφιστική.[45] Τα περισσότερα έργα του Γαληνού και του Ιπποκράτους είχαν χαθεί στη Δύση και οι περιλήψεις τους από τον Αγ. Ισίδωρο της Σεβίλλης ήταν η βασική πηγή των αρχαιοελληνικών ιατρικών ιδεών.[46] Η Καρολίγγεια Αναγέννηση έφερε αυξημένη επαφή με το Βυζάντιο και άρα μεγαλύτερη γνωριμία με την αρχαία ιατρική[47], αλλά μόλις τον 12ο αιώνα και τις νέες μεταφράσεις από τα αραβικά και εβραϊκά κείμενα στην Ισπανία, και με την πλημμύρα πηγών τον 15ο αιώνα με την πτώση της Κωνσταντινούπολης έγινε η πλήρης επανασύνδεση της Δύσεως με την κλασική κληρονομιά.

Σχολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μινιατούρα που απεικονίζει την ιατρική σχολή του Σαλέρνο.
Εικονογράφηση του 13ου αιώνα που δείχνει τις φλέβες.

Η πρώτη ιατρική σχολή (ή η πιο αξιοσημείωτη από τις πρώτες) ήταν η Schola Medica Salernitana στο Σαλέρνο της νότιας Ιταλίας, που ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα σε μοναστήρι. Οι κοσμοπολίτικες επιρροές από τις αρχαίες πηγές τής προσέδωσαν διεθνή φήμη ως «Πόλη του Ιπποκράτους». Φοιτητές από εύπορες οικογένειες έρχονταν σε αυτή για τρία έτη προκαταρκτικών σπουδών και άλλα πέντε ιατρικών. Μόλις τον 13ο αιώνα η ιατρική σχολή στο μετέπειτα Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ άρχισε να επισκιάζει τη Σχολή του Σαλέρνο. Κατά τον 12ο αιώνα ιδρύθηκαν τα πρώτα πανεπιστήμια, που σύντομα απέκτησαν σχολές ιατρικής. Το Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ στη Γαλλία και εκείνα της Πάδοβας και της Μπολόνια στην Ιταλία είχαν τις καλύτερες ιατρικές σχολές. Σχεδόν όλη η μάθηση βασιζόταν στα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων και του Αβικέννα, με ελάχιστη κλινική εξάσκηση ή ανατομία. Κυριαρχούσε η θεωρία της ισορροπίας των χυμών. Οι γιατροί συνιστούσαν την κατάλληλη βοτανοθεραπεία, δίαιτα, καθαριότητα και ψυχολογική υποστήριξη με προσευχές, προσκύνηση λειψάνων αγίων και μουσική.[48]

Από την Αναγέννηση μέχρι και τον 18ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ευρωπαϊκή Αναγέννηση κατ' αρχή έφερε μία μεγάλη προσπάθεια να μεταφρασθούν τα αραβικά και ελληνικά επιστημονικά έργα στη λατινική. Αρκετά αργότερα ήρθε η έμφαση στην πειραματική διερεύνηση, που στην ιατρική σήμαινε ανατομία και εξέταση ανθρώπινων πτωμάτων, αυξάνοντας τη γνώση του ανθρώπινου σώματος.[49]

Πείραμα από το έργο του Γουίλιαμ Χάρβεϋ Exercitatio Anatomica de Motu Cordis et Sanguinis in Animalibus (1628)

Η ανάπτυξη της νεότερης νευρολογίας άρχισε τον 16ο αιώνα με τον Ανδρέα Βεσάλιο, που περιέγραψε την ανατομία του εγκεφάλου και άλλων οργάνων, αν και δεν γνώριζε τη λειτουργία που επιτελούσε ο εγκέφαλος. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, διόρθωσε περισσότερα από 200 λάθη του Γαληνού. Η κατανόηση των ιατρικών επιστημών και η διάγνωση βελτιώθηκαν, αλλά με ελάχιστη συμβολή στη βελτίωση της φροντίδας υγείας. Λίγα ήταν τα αποτελεσματικά φάρμακα που υπήρχαν, πέρα από το αφιόνι και την κινίνη. Η λαϊκή πρακτική παραδοσιακή ιατρική κυριαρχούσε στην επαρχία και δυνητικώς επικίνδυνες ουσίες όπως ο υδράργυρος συνιστώνταν ως φάρμακα. Ο Μιχαήλ Σερβέτος ξανα-ανακάλυψε μετά τον Ιμπν Αλ - Ναφίς την πνευμονική κυκλοφορία, αλλά αυτή η ανακάλυψη δεν διαδόθηκε τότε ευρύτερα. Αργότερα ο Γουίλιαμ Χάρβεϋ περιέγραψε σωστά το κυκλοφορικό (καρδιαγγειακό) σύστημα. Τα χρησιμότερα ιατρικά συγγράμματα που μεταχειρίζονταν τόσο οι φοιτητές, όσο και οι φτασμένοι γιατροί ήταν το Περί ύλης ιατρικής και μια φαρμακοποιία.

Αντίγραφο του πρώτου μικροσκοπίου του Λέβενχουκ (17ος αι.)

Βακτήρια και πρώτιστα (ευκαρυωτικοί μικροοργανισμοί) παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά με το μικροσκόπιο, που ανακαλύφθηκε από τον Λέβενχουκ το 1676, γεγονός που έθεσε τις βάσεις της μικροβιολογίας.

Παράκελσος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παράκελσος (1493-1541) ήταν ένας επιρρεπής στα λάθη και αλαζόνας καινοτόμος, που απέρριπτε τον Γαληνό και τις γνώσεις των βιβλίων, προτρέποντας σε πειραματικές έρευνες, αλλά με μεγάλες δόσεις μυστικισμού, αλχημείας και μαγείας. Απέρριπτε τα θαύματα της θρησκείας και αναζητούσε γιατρειές στη φύση.[50] Κήρυττε αλλά και πρωτοπόρησε στη χρήση χημικών ουσιών και ορυκτών στην ιατρική. Οι ερμητιστικές του απόψεις ήταν ότι η ασθένεια και η υγεία στο σώμα εξαρτώνταν από την αρμονία μεταξύ του ανθρώπου (μικρόκοσμος) και της Φύσεως (μακρόκοσμός). Δοκίμασε μία προσέγγιση διαφορετική από αυτή όλων των προγενέστερων, επεκτείνοντας αυτή την αρχή στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι πρέπει να έχουν ορισμένες ισορροπίες ορυκτών μέσα στο σώμα τους, και στο ότι κάποιες ασθένειες επιδέχονταν χημική αντιμετώπιση, που μπορούσε να τις θεραπεύσει.[51] Περισσότερη επίδραση άσκησαν οι απόψεις του μετά τον θάνατό του. Ο Παράκελσος αποτελεί μία ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενη μορφή στην ιστορία της ιατρικής, με τους περισσότερους ιστορικούς να τον δέχονται ως πατέρα της σύγχρονης ιατρικής και εμπνευστή πολλών ερευνητών στον χώρο. Σύμφωνα με άλλους, ήταν περισσότερο ένας μυστικιστής παρά ένας επιστήμονας και τελικά όχι και τόσο σημαντικός.[52][53]

Πάδοβα και Μπολόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Βεσάλιου De humani corporis fabrica (1543) περιείχε λεπτομερείς εικονογραφήσεις ανθρώπινων ανατομών, συχνά σε αλληγορικές στάσεις.

Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση των ιατρών άρχισε κατά τον 13ο αιώνα.

Το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας ιδρύθηκε περί το 1220 και άρχισε να διδάσκει την ιατρική το 1222. Διεδραμάτισε ηγετικό ρόλο στην ταυτοποίηση και την αντιμετώπιση των ασθενειών, με ειδικότητα στις αυτοψίες και τις εσωτερικές λειτουργίες του σώματος.[54] Από το 1595 και μετά, το περίφημο ανατομικό αμφιθέατρό του προσέλκυε επιστήμονες αλλά και καλλιτέχνες που μελετούσαν το ανθρώπινο σώμα κατά τη διάρκεια δημόσιων ανατομών. Η εντατική μελέτη του Γαληνού οδήγησε στη διατύπωση των επικρίσεων εναντίον του με τον ίδιο τον δικό του τρόπο, όπως στο πρώτο βιβλίο του έργου του Βεσάλιου De humani corporis fabrica («Περί της κατασκευής του ανθρωπίνου σώματος»). Ο Βεσάλιος κατείχε την έδρα της Χειρουργικής και Ανατομίας (explicator chirurgiae), και το 1543 εξέδωσε τις ανατομικές ανακαλύψεις του στο παραπάνω επτάτομο έργο, όπου απεικόνισε το ανθρώπινο σώμα ως ένα σύστημα από αλληλοεξαρτώμενες ομάδες οργάνων. Το έργο αυτό πυροδότησε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανατομία και τη δημιουργία ανατομικών αμφιθεάτρων σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.[55]

Στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια η εκπαίδευση ιατρών άρχισε το 1219. Το ίδρυμα αυτό προσέλκυε φοιτητές από όλη την Ευρώπη. Ο Ταντέο Αλντερόττι έχτισε μία χαρακτηριστική παράδοση στην ιατρική εκπαίδευση, που αντιγράφηκε από ιατρικές σχολές σε άλλες χώρες. Το πρόγραμμα των μαθημάτων αναθεωρήθηκε και ενισχύθηκε την περίοδο από το 1560 ως 1590.[56] Αντιπροσωπευτικός καθηγητής ήταν ο Αράντιος (1529-1589), ο οποίος καθιέρωσε την ανατομία για πρώτη φορά ως μείζονα κλάδο της ιατρικής παιδείας. Ο Αράντιος συνεδύασε την ανατομία με μία περιγραφή των παθολογικών διεργασιών, βασιζόμενος σε μεγάλο βαθμό πάνω στη δική του έρευνα, στον Γαληνό και στο έργο των σύγχρονών του Ιταλών. Τα συγγράμματά του, γραμμένα στη λατινική, κάλυπταν χειρουργικές τεχνικές για πολλές παθολογικές καταστάσεις, όπως την υδροκεφαλία, την υπερπλασία του θυρεοειδούς, τους όγκους, τη φίμωση, την υδρωπικία, τις αιμορροΐδες και τα συρίγγια.[57]

Οι γυναίκες στην ιατρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γυναίκες επιτελούσαν σημαντικό έργο στην περίθαλψη των ασθενών στη μεσαιωνική και στην αναγεννησιακή Ευρώπη.[58] Οι μοναχές στα μοναστήρια παρείχαν δωρεάν νοσηλεία για τους φτωχούς.[59] Οι πλούσιοι έκαναν δωρεές σε μονές με νοσηλευτήρια και σε νοσοκομεία εξαιτίας της ίδιας θεολογίας της σωτηρίας, κατά την οποία τα καλά έργα ήταν ο δρόμος προς τον παράδεισο. Η Μεταρρύθμιση απέρριψε τη διδασκαλία ότι οι πλούσιοι μπορούσαν να κερδίσουν τη χάρη του Θεού δια των καλών έργων, παρέχοντας δωρεές σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Απέρριψαν επίσης την άποψη ότι οι φτωχοί ασθενείς κέρδιζαν τη Θεία Χάρη και τη σωτηρία απλώς και μόνο επειδή υπέφεραν.[60] Εξάλλου οι Προτεστάντες έκλεισαν και διέλυσαν όλα τα μοναστήρια[61] και τα περισσότερα νοσοκομεία, στέλνοντας τις νοσηλεύτριες στα σπίτια τους να ασχοληθούν με τα οικιακά, συχνά ενάντια στη θέλησή τους.[62] Από την άλλη, οι τοπικοί αξιωματούχοι ανεγνώρισαν τη δημόσια αξία των νοσοκομείων και μερικά από αυτά επέζησαν στις προτεσταντικές χώρες, χωρίς πλέον να υπάγονται σε μοναστήρια.[63]

Σύμφωνα με μία μελέτη[64], οι γυναίκες στην Αγγλία (μερικές από αυτές πρώην μοναχές) έγιναν μέρος ενός νέους συστήματος που προσέφερε ουσιαστικές ιατρικές υπηρεσίες σε ανθρώπους πέρα από την οικογένειά τους. Προσλαμβάνονταν από ενορίες και θεραπευτήρια, αλλά και από οικογένειες, για να παρέχουν νοσηλευτική φροντίδα και κάποιες ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες.

Στο μεταξύ, στις χώρες που παρέμειναν ρωμαιοκαθολικές, όπως στη Γαλλία, οι εύπορες οικογένειες συνέχισαν να ιδρύουν μοναστήρια και οι θυγατέρες τους συνέχισαν να γίνονται μοναχές που παρείχαν δωρεάν υπηρεσίες υγείας στους απόρους. Η νοσηλευτική δράση αποτελούσε θρησκευτικό έργο για τη νοσοκόμα και δεν υπήρχε σημαντική σχέση με τη θύραθεν επιστήμη.[65]

Η εποχή του Διαφωτισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Διαφωτισμό του 18ου αιώνα η επιστήμη ανέβηκε σε υπόληψη και οι γιατροί αναβαθμίσθηκαν ως προς τη θέση τους στην κοινωνία καθιστάμενοι περισσότερο «επιστημονικοί». Ο χώρος της υγείας ήταν ωστόσο ακόμα γεμάτος με αυτοδίδακτους κουρείς-χειρουργούς, φαρμακοτρίφτες, μαίες, εμπόρους βοτάνων και τσαρλατάνους.

Οι ιατρικές σχολές σε όλη την Ευρώπη συνέχιζαν να επαφίενται κυρίως στη θεωρητική διδασκαλία και το διάβασμα συγγραμμάτων. Κατά το τελευταίο έτος των σπουδών τους, οι φοιτητές είχαν μια περιορισμένη κλινική εμπειρία, ακολουθώντας τον καθηγητή τους στους θαλάμους των ασθενών. Η εργαστηριακή έρευνα ήταν σπάνια, όπως και τα πτώματα για ανατομεία εξαιτίας νομικών περιορισμών στη μεταχείρισή τους. Οι περισσότερες ιατρικές σχολές ήσαν μικρές και μόνο αυτή του Εδιμβούργου είχε μεγάλους αριθμούς αποφοίτων.[66][67]

Η ιατρική στη Βρετανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ολόκληρη τη Μεγάλη Βρετανία υπήρχαν μετά το 1550 μόλις τρία νοσοκομεία, κι αυτά μικρά. Οι Pelling & Webster εκτιμούν ότι στο Λονδίνο το 1580-1600, με πληθυσμό σχεδόν 200 χιλιάδων, υπήρχαν περί τους 500 ασκούντες ιατρικά επαγγέλματα, εκτός από τις νοσοκόμες και τις μαίες: Μόνο 50 από αυτούς ήταν γιατροί, οι 100 ήταν πρακτικοί χειρουργοί με άδεια εξασκήσεως, 100 φαρμακοποιοί και άλλοι 250 πρακτικοί γιατροί χωρίς άδεια.[68] Καθώς συνέβαινε σε όλο τον κόσμο εκείνη την εποχή, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων (στις πόλεις ή στην ύπαιθρο) επαφίονταν ως προς την ιατρική φροντίδα τους σε ερασιτέχνες χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, αλλά με κάποια φήμη θεραπευτή, που μπορούσαν να διαγνώσουν προβλήματα υγείας και να συμβουλεύσουν τους αρρώστους τι να κάνουν. Μπορούσαν ίσως να ανατάξουν κατάγματα, να βγάλουν ένα δόντι, να χορηγήσουν βότανα ή αφεψήματα και να κάνουν μάγια.

Το Νοσοκομείο Guy το 1820

Στις αποικίες, μικρά νοσοκομεία άνοιξαν στη Φιλαδέλφεια το 1752, στη Νέα Υόρκη το 1771 και στη Βοστώνη μόλις το 1811, μετά την Επανάσταση (είναι το σημερινό Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης).[69]

Το Νοσοκομείο Guy, το πρώτο μεγάλο βρετανικό νοσοκομείο, άνοιξε το 1721 στο Λονδίνο με ιδρυτική δωρεά του επιχειρηματία Thomas Guy. Εκεί έγινε διάσημος ο χειρουργός Σάμιουελ Σαρπ (1709-1778), του οποίου το έργο Treatise on the Operations of Surgery (1739) ήταν η πρώτη βρετανική μελέτη που εστίαζε αποκλειστικά στη χειρουργική τεχνική.[70]

Ο Άγγλος ιατρός Τόμας Πέρσιβαλ (1740-1804) συνέγραψε ένα ολοκληρωμένο σύστημα ιατρικής συμπεριφοράς, το Medical Ethics, or a Code of Institutes and Precepts, Adapted to the Professional Conduct of Physicians and Surgeons (1803), που έθεσε το πρότυπο για πολλά μετέπειτα συγγράμματα.[71]

Η ιατρική στην Ισπανική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονογράφηση κρούσματος ευλογιάς στην ιστορία της κατακτήσεως του Μεξικού που έγραψε ο Μπερναρδίνο δε Σααγούν, Φλωρεντινός Κώδικας, Βιβλίο XII

Στην Ισπανική Αυτοκρατορία η συμπρωτεύουσα Πόλη του Μεξικού απετέλεσε κέντρο ιατρικής παιδείας και ιδρύθηκαν νοσοκομεία. Οι επιδημίες είχαν αποδεκατίσει τους ιθαγενείς πληθυσμούς από τον 16ο αιώνα, όταν ένας μαύρος βοηθητικός στις ένοπλες δυνάμεις του κατακτητή Ερνάν Κορτές, που έπασχε από ευλογιά, προκάλεσε εξάπλωση στους ντόπιους, που δεν είχαν ανοσία. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας των Αζτέκων, ο Κουιτλάουακ, πέθανε από ευλογιά.[72][73] Η ασθένεια υπήρξε και αλλού σημαντικός παράγοντας στην ισπανική κατάκτηση.[74]

Η επιδημία του 1737 στην Πόλη του Μεξικού, με τους προύχοντες να προσεύχονται για τη μεσιτεία της Παναγίας της Γουαδαλούπης.

Η ιατρική παιδεία που παρεχόταν στο Βασιλικό και Ποντιφίκειο Πανεπιστήμιο του Μεξικού υπηρετούσε τις ανάγκες των ελίτ. Για τις λαϊκές τάξεις υπήρχαν οι πρακτικοί θεραπευτές curanderos, άνδρες και γυναίκες. Το ισπανικό στέμμα άρχισε να ρυθμίζει τα του ιατρικού επαγγέλματος μόλις λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση του Μεξικού, θεσμοθετώντας τη Βασιλική Επιτροπή Protomedicato, με αποστολή την αδειοδότηση του ιατρικού προσωπικού (1527). Η αδειοδότηση έγινε πιο συστηματική μετά το 1646, οπότε πλέον χρειαζόταν ξεχωριστή άδεια ασκήσεως επαγγέλματος για τους ιατρούς, τους φαρμακοποιούς, τους πρακτικούς χειρουργούς και τους αφαιμάκτες.[75]

Από την ελίτ μέχρι και τα φτωχότερα στρώματα, όλοι προσεύχονταν για τη θεϊκή παρέμβαση σε προσωπικές όσο και σε γενικευμένες κρίσεις της υγείας, όπως ήταν η επιδημία του 1737. Στα τέλη του 18ου αιώνα το ισπανικό στέμμα άρχισε να εφαρμόζει πολιτικές για τον συστηματικότερο και επιστημονικότερο έλεγχο των ασθενειών.[76][77]

Η ελληνική ιατρική και οι Έλληνες ιατροί κατά την Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από την αρχική μεγάλη έξοδο των μορφωμένων Ελλήνων μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, όσοι από τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επιθυμούσαν μία μόρφωση πέρα από τη στοιχειώδη και είχαν την οικονομική δυνατότητα (και οι τελευταίοι ήταν ελάχιστοι) κατέφευγαν στη συντριπτική τους πλειονότητα στην Ιταλία για σπουδές. Οι περισσότεροι από αυτούς σπούδαζαν ιατρική, συνδυάζοντάς τη πολλές φορές με τη φιλοσοφία και τη θεολογία (από όπου και ο όρος ιατροφιλόσοφος). Η ιδιαίτερη προτίμηση προς την ιατρική οφειλόταν σε συγκεκριμένους παράγοντες[78]: Στην εξέχουσα θέση στην κοινωνία, την εκτίμηση και σεβασμό που απελάμβαναν οι γιατροί όχι μόνο από τους Έλληνες, αλλά και από τους Τούρκους κατακτητές. Η συμπεριφορά των Οθωμανών απέναντί τους ήταν εξαιρετικά επιεικής, με δεδομένη τη μεγάλη έλλειψη ιατρών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνδυαζόμενη με τις μεγάλες επιδημίες (κυρίως πανώλους, χολέρας και ευλογιάς) του 16ου και του 17ου αιώνα. Αρκετές φορές Έλληνες ιατροί έφθαναν μέχρι το υπνοδωμάτιο του Σουλτάνου ή του Μεγάλου Βεζύρη, προσλαμβάνονταν ως προσωπικοί ιατροί πασάδων και άλλων σημαντικών προσώπων, απολαμβάνοντας τον σεβασμό ολόκληρης της οθωμανικής κοινωνικής ιεραρχίας. Είχαν φορολογικές διευκολύνσεις και τους επιτρεπόταν να φορούν υποδήματα από μαροκινό κίτρινο και ζωηρόχρωμα ρούχα, κάτι που απαγορευόταν στους υπόλοιπους Χριστιανούς υπηκόους[79] Αλλά και οι ομόθρησκοι Χριστιανοί, ιδίως σε περιοχές με εντονότερη την επίδραση της προηγηθείσας Ενετοκρατίας και Γενουατοκρατίας, απέδιδαν στους ιατρούς τον τίτλο του «εξοχώτατου» ή «μισέ» και στους ναούς τούς διέθεταν ιδιαίτερο στασίδι[80] Η βυζαντινή παράδοση των νοσοκομείων συνεχίσθηκε σε αρκετά μέρη, π.χ. στην Κρήτη τον 16ο αιώνα λειτουργούσαν 4 αξιόλογα νοσοκομεία (έναντι των τριών που προαναφέρθηκαν στη Μ. Βρετανία), όλα υπό την εποπτεία της Εκκλησίας, ενώ στον Χάνδακα το έτος 1584 αναφέρονται 20 γιατροί πτυχιούχοι ευρωπαϊκών πανεπιστημίων[81]

Από την άλλη, οι πρακτικοί γιατροί αναπλήρωναν το κενό που άφηναν οι ελάχιστοι σπουδασμένοι στη Δύση. Ο Τουρνεφόρ, που είχε σπουδάσει και ιατρική, γράφει για την καλή εντύπωσή του από την επιτυχή άσκηση της ιατρικής και από τις πολλές γνώσεις, που διαπίστωσε στους μοναχούς των ορθόδοξων μοναστηριών της Ελλάδας το έτος 1699.

Αξιόλογες προσωπικότητες του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού που υπήρξαν ιατροί ήταν μεταξύ άλλων και οι εξής:

Μεταγενέστερος των παραπάνω ήταν ο δάσκαλος του γένους και διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής, που είχε σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ. Αν και δεν εξάσκησε την ιατρική, έχει γράψει πραγματείες περί ιατρικής, μεταφράσεις και σχόλια έργων αρχαίων ιατρών, περί τα 12 έργα συνολικά. Η διδακτορική διατριβή του έχει τίτλο Πυρετολογίας σύνοψις (1786). Την ιατρική είχαν σπουδάσει επίσης οι Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος, Μιχαήλ Περδικάρης, Κωνσταντίνος Ζαχαρόπουλος (ο επιλεγόμενος «Νοσήμαχος»), Αθανάσιος Χριστόπουλος, Δημήτριος Αλεξανδρίδης, Γεώργιος Γλαράκης, Πέτρος Ηπίτης, Στέφανος Καραθεοδωρή (προσωπικός ιατρός του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄), Παναγιώτης Γιατράκος και Ιωάννης Κωλέττης.

18ος αιώνας και ιατρικές θεωρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 18ο αιώνα, παρόλη τη διάδοση του Διαφωτισμού, παρουσιάστηκε κρίση στους σπουδαγμένους στα Ευρωπαϊκά πανεπιστήμια γιατρούς, που οφειλόταν στην έλλειψη επιστημονικά τεκμηριωμένης Θεραπευτικής [82]. Οι σπουδές των «ιατροφιλοσόφων» επέτρεπαν και τους μη-θεραπευτές φιλοσόφους, όπως αυτούς του γερμανικού ιδεαλισμού, τον Καντ, τον Φίχτε και τον Σέλινγκ [83] να εκφέρουν γνώμες για θέματα φυσικής και φυσιολογίας, καθώς η επικρατούσα άποψη ήταν ότι όλες οι επιστήμες έπρεπε να υπάγονται σε κοινές αρχές. Έτσι ήταν δύσκολο να αποφευχθεί η επιρροή της φιλοσοφίας στην Ιατρική, μια επιστήμη που εκ των υστέρων αποδείχθηκε κατεξοχήν θετική, με αποτέλεσμα εκείνη την εποχή πολλά ιατρικά προβλήματα να αντιμετωπίζονται με υποθέσεις, υπό μορφή θεωριών, που συζητούντο και έβρισκαν υποστηρικτές. Παραδείγματα τέτοιων θεωριών είναι το ιατρικό σύστημα του Friedrich Hoffmann [84] , που αναφερόταν σε μηχανικές δυνάμεις, ο Μεσμερισμός του Αυστριακού Φραντς Άντον Μέσμερ, που βασίζονταν στο ζωικό μαγνητισμό, ο Βραουνισμός του Σκωτσέζου Τζον Μπράουν, που βασίζονταν στη διεγερσιμότητα του ανθρώπινου οργανισμού, κ.α., ενώ οι συντηρητικοί γιατροί εξακολουθούσαν να πρεσβεύουν τα δόγματα του Ιπποκράτη και του Γαληνού περί των χυμών. Η επιστημονική αυτή κρίση είχε αντίκτυπο και στην απασχόληση των επαγγελματιών αυτών, καθώς δεν υπήρχαν ουσιαστικές διαφορές στην θεραπευτική πρακτική μεταξύ αυτών και των παραδοσιακών θεραπευτών. Οι περισσότεροι ασθενείς προτιμούσαν τους πρακτικούς, τους χειρουργούς της εποχής, και τους κουρείς, που ήταν και κατά πολύ φθηνότεροι. Οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων αποκαλούνταν «ιατροφιλόσοφοι», και όντας ελάχιστοι, για οικονομικούς λόγους και για την ανάλογη κοινωνική αναγνώριση, επιδίωκαν να εργασθούν στους άρχοντες και στις βασιλικές αυλές της Ευρώπης, καθώς και στους αξιωματούχους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Προς το τέλος του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις στην ιατρική σκέψη και διδασκαλία. Πολλοί γιατροί συνειδητοποίησαν ότι οι ιατρικές γνώσεις δεν ήταν δυνατό να οργανωθούν σε βασικές αρχές και νόμους, όπως στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες, ούτε οι ασθένειες μπορούσαν να ταξινομηθούν όπως τα φυτικά και τα ζωικά είδη [85]. Οι ασθένειες άρχισαν να περιγράφονται ως βλάβες ή αλλοιώσεις συγκεκριμένων οργάνων και όχι ως συμπτώματα. Παθολογικές αλλοιώσεις σε όργανα και ιστούς άρχισαν να μελετούνται σε νεκροτομές και νεκροψίες. Νέες διαγνωστικές τεχνικές, όπως η ακρόαση και η επίκρουση επέτρεψαν την αποκάλυψη αλλαγών στο σώμα των ασθενών. Τέλος, ιδρύθηκαν περισσότερες εκπαιδευτικές κλινικές και νοσοκομεία, όπου οι ασθένειες μπορούσαν να μελετηθούν πληρέστερα.

Ο 19ος αιώνας, με την επικράτηση του ορθολογικού εμπειρισμού [86] [87], της επιστημονικής μεθόδου, καθώς και με τις ανακαλύψεις που ακολούθησαν, δικαίως χαρακτηρίζεται ως ο πρώτος αιώνας ανόδου της επιστημονικής ιατρικής.

Ο 19ος αιώνας: Η ανάδυση της σύγχρονης ιατρικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξάσκηση της ιατρικής μεταβλήθηκε εξαιτίας της μεγάλης προόδου στις βασικές της επιστήμες, αλλά και νέων προσεγγίσεων από πλευράς των γιατρών. Οι νοσοκομειακοί γιατροί άρχισαν να αναλύουν πολύ συστηματικότερα τα συμπτώματα των ασθενών τους κατά τη διάγνωση.[88] Από τις σημαντικότερες νέες εξελίξεις ήταν η αναισθησία και η ανάπτυξη των αντισηπτικών και των άσηπτων χειρουργείων.[89] Αποτελεσματικές θεραπείες αναπτύχθηκαν για ορισμένα ενδημικά λοιμώδη νοσήματα. Ωστόσο, η μείωση των κρουσμάτων πολλών από τις πλέον θανατηφόρες ασθένειες της εποχής οφειλόταν περισσότερο σε βελτιώσεις στη δημόσια υγεία και στη διατροφή του πληθυσμού, παρά σε προόδους της ιατρικής.

Η ιατρική γνώρισε μία πραγματική επανάσταση κατά τον 19ο αιώνα εξαιτίας της μεγάλης προόδου της χημείας, των εργαστηριακών μεθόδων και του εξοπλισμού. Οι παλαιές θεωρίες για τις μολυσματικές νόσους αντικαταστάθηκαν βαθμιαία από την ανάπτυξη της μικροβιολογίας.[90]

Η ανακάλυψη του αιτίου των μολυσματικών νόσων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του 1830 στην Ιταλία ο Αγκοστίνο Μπάσσι απέδωσε τη νόσο των μεταξοσκωλήκων muscardine σε μικροοργανισμούς. Στο μεταξύ, στη Γερμανία, ο Τέοντορ Σβαν υπεστήριξε μετά από έρευνες ότι η αλκοολική ζύμωση οφείλεται επίσης σε μικροοργανισμούς. Ωστόσο, κορυφαίοι χημικοί, όπως ο Γιούστους φον Λήμπιχ, που αναζητούσαν καθαρά φυσικοχημικές ερμηνείες για όλα, απέρριψαν τη θεωρία του, ισχυριζόμενοι ότι ο Σβαν επέστρεφε στον βιταλισμό.

Το 1847 στη Βιέννη ο Ούγγρος ιατρός Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς μείωσε εντυπωσιακά τους θανάτους από επιλόχειο πυρετό απαιτώντας απλώς οι μαιευτήρες να πλένουν τα χέρια τους πριν ξεγεννήσουν. Και όμως, η πρακτική αυτή περιθωριοποιήθηκε και δέχθηκε επιθέσεις από τους επαγγελματίες συναδέλφους του.

Ο Παστέρ πειραματιζόμενος με βακτήρια, περί το 1870

Ο Λουί Παστέρ επιβεβαίωσε τη θεωρία του Σβαν το 1857 και ανέφερε οτι παρόμοια ήταν πιθανότατα τα αίτια των μεταδοτικών νοσημάτων. Το 1860 η δημοσίευση του Παστέρ για τη βακτηριακή ζύμωση του βουτυρικού οξέος παρακίνησε τον Καζιμίρ Νταβαίν (Casimir Davaine) να ταυτοποιήσει ένα παρόμοιο είδος μικροοργανισμού (τον οποίο απεκάλεσε βακτηρίδιο) ως το αίτιο (παθογόνο παράγοντα) της θανατηφόρου ασθένειας άνθρακα. Τα βακτηρίδια θεωρήθηκαν από άλλους απλά παραπροϊόντα της ασθένειας. Ωστόσο, ο χειρουργός Τζόζεφ Λίστερ στη Γλασκώβη έλαβε σοβαρά υπόψη του αυτά τα ευρήματα και εισήγαγε την αντισηψία στην αντιμετώπιση των τραυμάτων το 1865.

Ο Γερμανός ιατρός Ρόμπερτ Κοχ, αφού διάβασε την αναφορά του Φέρντιναντ Κον για ένα στάδιο σπορίου ορισμένων ειδών βακτηριδίων, ιχνηλάτησε τον κύκλο ζωής των βακτηριδίων του άνθρακα, ταυτοποίησε τα σπόριά τους, μόλυνε με αυτά πειραματόζωα και βρήκε ότι εμφάνισαν τη νόσο. Αυτό άνοιξε νέους δρόμους για την πειραματική παθολογία και τη θεωρία ότι τα μεταδοτικά νοσήματα προκαλούνται από μικρόβια. Η ομάδα του Παστέρ προσέθεσε έρευνες στη φύση, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο των σπορίων στο φυσικό περιβάλλον, ενώ ο Κοχ δημοσίευσε μία πραγματεία-ορόσημο το 1878 περί της βακτηριακής παθολογίας των τραυμάτων. Το 1881 ο Κοχ ανέφερε την ανακάλυψη του μυκοβακτηρίου της φυματιώσεως, στερεώνοντας έτσι τη θεωρία της μικροβιακής προελεύσεως των μεταδοτικών νόσων και τη φήμη του.

Όταν ξέσπασε επιδημία χολέρας στην Αλεξάνδρεια, δύο ιατρικές αποστολές πήγαν εκεί για να φροντίσουν τους αρρώστους και να ερευνήσουν την ασθένεια: η μία στάλθηκε από τον Παστέρ και η άλλη έφθασε με τον Κοχ αυτοπροσώπως ως αρχηγό.[91] Η ομάδα του Κοχ επέστρεψε θριαμβευτικά το 1883, έχοντας ανακαλύψει τον παθογόνο οργανισμό που προκαλεί τη χολέρα, το δονάκιο της χολέρας (Vibrio cholerae).[91] Ωστόσο, στη Γερμανία είχαν να αντιμετωπίσουν τον Μαξ φον Πέτενκόφερ, τον κυριότερο εκπρόσωπο της μιασματικής θεωρίας.[92] Ο Πέτενκόφερ δεχόταν την ανάμιξη βακτηριδίων σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά επέμενε ότι άλλοι, περιβαλλοντικοί παράγοντες απαιτούνταν για να τα καταστήσουν παθογόνα, ενώ περιφρονούσε τον καθαρισμό του νερού ως προσπάθεια που περισπούσε την προσοχή από άλλους, σημαντικότερους τρόπους βελτιώσεως της δημόσιας υγείας.[92] Αλλά η μαζική επιδημία χολέρας στο Αμβούργο το 1892 κατέρριψε την άποψή του και παρέδωσε τη γερμανική δημόσια υγεία στη «βακτηριολογία του Κοχ».[92]

Μετά την Αλεξάνδρεια, ο Παστέρ ανακατεύθυνε τις έρευνές του, εισάγοντας το τρίτο του εμβόλιο, το εμβόλιο της λύσσας ή «αντιλυσσικό ορό». Αυτό υπήρξε το πρώτο εμβόλιο για ανθρώπους μετά το εμβόλιο της ευλογιάς των Τιμόνη και Πυλαρινού.[91] Δωρεές άρχισαν να έρχονται από όλο τον κόσμο, χρηματοδοτώντας την ίδρυση του Ινστιτούτου Παστέρ, του πρώτου βιοϊατρικού ινστιτούτου στην ιστορία της ανθρωπότητας, το οποίο άνοιξε το 1888.[91] Μαζί με τους βακτηριολόγους του Κοχ, η ομάδα του Παστέρ (που προτιμούσε τον όρο «μικροβιολογία») εισήγαγε την ιατρική σε μία νέα εποχή, αυτή της «επιστημονικής ιατρικής».[91] Τα βήματα του Κοχ για την επιβεβαίωση της ενοχής μικροοργανισμού για κάποια νόσο, έγιναν διάσημα ως τα «Κριτήρια του Κοχ». Αν και η θεραπεία που είχε προτείνει για τη φυματίωση φάνηκε να αποτυγχάνει, σύντομα χρησιμοποιήθηκε για το τεστ μολύνσεως από το μυκοβακτήριο της φυματίωσης. Το 1905 ο Κοχ τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής και παραμένει διάσημος ως ο πατέρας της ιατρικής μικροβιολογίας.[93]

Το Παρίσι και η Βιέννη εξελίχθηκαν στα δύο κορυφαία ιατρικά κέντρα της Ευρώπης, μέχρι και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Παρίσι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η «σχολή των Παρισίων» έδινε έμφαση στο να έχουν η ιατρική διδασκαλία και έρευνα την έδρα τους σε μεγάλα νοσοκομεία, ενώ προήγαγε την αξία της υγιεινής και των μέτρων δημόσιας υγείας. Σημαντικός μεταρρυθμιστής ήταν ο πολύπλευρος Ζαν-Αντουάν Σαπτάλ, ιατρός που διετέλεσε και Υπουργός Εσωτερικών, ιδρύοντας το Νοσοκομείο των Παρισίων, τα συμβούλια υγείας και άλλους θεσμούς.[94]

Εκτός από «πατέρας της μικροβιολογίας» και της ανοσολογίας, ο Παστέρ προσέφερε επίσης πολλά στη δημόσια υγεία επινοώντας τη μέθοδο κατεργασίας του γάλακτος και του κρασιού που φέρει το όνομά του. Εργάσθηκε κυρίως στο Παρίσι και ίδρυσε το Ινστιτούτο Παστέρ για να επιβεβαιώσει την αφοσίωσή του στη βασική έρευνα ως γεννήτρια των πρακτικών εφαρμογών: Φρόντισε να συγκεντρώσει σε αυτό επιφανείς επιστήμονες διάφορων ειδικοτήτων. Στα 5 πρώτα τμήματά του διευθυντές ήταν οι Εμίλ Ντυκλώ (γενική μικροβιολογία), Σαρλ Σαμπερλάν (μικροβιολογία εφαρμοσμένη στην υγιεινή), ο βιολόγος Ιλιά Μέτσνικοφ (μορφολογική μικροβιολογία) και δύο ιατροί: ο Ζακ-Ζοζέφ Γκρανσέ (Grancher), ειδικός στη λύσσα, και ο Εμίλ Ρου (τεχνικές μέθοδοι). Σύντομα ο Ρου διοργάνωσε το πρώτο μάθημα μικροβιολογίας που διδάχθηκε ποτέ παγκοσμίως, το «Cours de Microbie Technique». Το ινστιτούτο έγινε το πρότυπο για πολλά ερευνητικά κέντρα σε όλο τον κόσμο, που ονομάσθηκαν «Ινστιτούτα Παστέρ».[95]

Βιέννη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη Σχολή Ιατρικής της Βιέννης (1750-1800) διευθυνόταν αρχικώς από έναν Ολλανδό, τον Γκέραρντ φαν Σβίτεν, που στόχευε στη θεμελίωση της ιατρικής πάνω σε νέες επιστημονικές βάσεις, προάγοντας την απροκατάληπτη κλινική παρατήρηση, τη βοτανολογική και χημική έρευνα, καθώς και την εισαγωγή απλών αλλά ισχυρών θεραπευτικών μεθόδων. Σχεδόν αμέσως μετά το άνοιγμά του το 1784, το Γενικό Νοσοκομείο της Βιέννης έγινε το μεγαλύτερο του κόσμου και βαθμιαία αναπτύχθηκε στο σημαντικότερο ερευνητικό κέντρο.[96] Η πρώτη αυτή ακμή έληξε με τους Ναπολεόντειους Πολέμους, μετά τους οποίους η κυβέρνηση έκλεισε όλα τα φιλελεύθερα έντυπα και σχολές, προκαλώντας μία επιστροφή στις παλαιές μεθόδους και στον εκλεκτικισμό στην ιατρική.[97]

Ωστόσο, ως πρωτεύουσα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας, η Βιέννη προσείλκυε Τσέχους, Ούγγρους, Εβραίους, Πολωνούς και άλλους στα ιατρικά της ιδρύματα. Μετά το 1820 αναδύθηκε η δεύτερη Σχολή Ιατρικής της Βιέννης, χάρη σε ιατρούς όπως οι Καρλ φον Ροκιτάνσκυ, Γιόζεφ Σκόντα, Φέρντιναντ Ρίτερ φον Χέμπρα και ο προαναφερθείς Ιγκνάτς Ζέμελβαϊς. Η βασική ιατρική επιστήμη επεκτάθηκε και η εξειδίκευση προχώρησε. Η πρώτη δερματολογική, η πρώτη οφθαλμολογική και η πρώτη ωτορινολαρρυγολογική κλινική στον κόσμο ιδρύθηκαν στη Βιέννη. Το σύγγραμμα του οφθαλμιάτρου Γκέοργκ Γιόζεφ Μπέερ Lehre von den Augenkrankheiten συνεδύαζε την πρακτική έρευνα με φιλοσοφικές προεκτάσεις και έγινε το πρότυπο έργο αναφοράς επί δεκαετίες.[98]

Βερολίνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το 1871, το Βερολίνο, ως πρωτεύουσα της νέας Γερμανικής Αυτοκρατορίας, έγινε και αυτό κέντρο πρωτοπόρας ιατρικής έρευνας, με κεντρική μορφή τον Ρόμπερτ Κοχ (1843–1910). Τα «κριτήρια του Κοχ» για την απόδοση μιας ασθένειας σε μικρόβιο ήταν επί δεκαετίες κυρίαρχα. Οι ανακαλύψεις του Κοχ ενέπνευσαν τους Πάουλ Έρλιχ και Γκέρχαρντ Ντόμαγκκ, που επίσης τιμήθηκαν με βραβεία Νόμπελ.

Η στρατιωτική ιατρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νοσοκομείο του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου σε σκηνές στο Γκέτισμπεργκ, 1863

Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-1856) και ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος (1861–1865) έδωσαν τα κίνητρα για την ανάπτυξη της στρατιωτικής ιατρικής, με εξειδικευμένο στόχο και προσανατολισμό. Σε αυτούς τους πολέμους, όπως συνήθως συνέβαινε τον 19ο αιώνα, περισσότεροι στρατιώτες πέθαναν από ασθένειες και μολύνσεις, παρά στο πεδίο της μάχης.[99] Η εμπειρία και μόνο μπόρεσε να δώσει νέες χειρουργικές τεχνικές. Η εξέλιξη των πυροβόλων όπλων, ιδίως τουφεκιών με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια στη σκόπευση από ό,τι τα μουσκέτα, είχε ως συνέπεια οι στρατηγοί να υποεκτιμούν τον κίνδυνο των πυρών από μεγάλη απόσταση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον θάνατο του στρατηγού Τζων Σέτζγουικ. Τα νέα τουφέκια μπορούσαν να συντρίψουν οστά, υποχρεώνοντας σε ακρωτηριασμούς, ενώ το μεγαλύτερο βεληνεκές σήμαινε ότι τα θύματά τους δεν ανευρίσκονταν αρκετά σύντομα, π.χ. η μεταφορά των τραυματιών της Β΄ Μάχης του Μπουλ Ραν χρειάσθηκε μία εβδομάδα.[100]

Η υγιεινή στα στρατόπεδα του πολέμου αλλά και της εκπαιδεύσεως, ήταν ανεπαρκής. Υπήρξαν έτσι αρκετές επιδημίες, ακόμα και παιδικών ασθενειών, όπως η ανεμοβλογιά, η παρωτίτιδα, ο κοκκύτης και ιλαρά. Καθώς δεν είχαν ακόμα ανακαλυφθεί τα αντιβιοτικά, οι γιατροί συνταγογραφούσαν καφέ, ουίσκυ και κινίνη.[101]

Ως συνέπεια των παραπάνω, μετά τους πολέμους αυτούς συστήθηκαν τα πρώτα Υγειονομικά Σώματα των ένοπλων δυνάμεων στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Συνακόλουθα, ιδρύθηκαν οι πρώτες Στρατιωτικές Ιατρικές Σχολές, όπως η Στρατιωτική Ιατρική Σχολή του Γαλλικού Στρατού στη Λυών. Το 1863 ιδρύθηκε ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, αρχικώς για την περίθαλψη των τραυματιών πολέμου.

Η εισαγωγή στατιστικών μεθόδων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Διάγραμμα των αιτίων της θνησιμότητος του στρατού της Ανατολής» της Florence Nightingale.

Μεγάλη καινοτομία στην επιδημιολογία υπήρξε η εισαγωγή στατιστικών μεθόδων και διαγραμμάτων. Εγκαινιάσθηκε έτσι η προσεκτική ανάλυση θεμάτων εποχικότητας στα κρούσματα ασθενειών, ενώ χάρτες με στατιστικά στοιχεία επέτρεψαν στους αρμόδιους για τη δημόσια υγεία να ταυτοποιούν τις κρίσιμες τοποθεσίες για την απαρχή και τη διάδωση επιδημιών. Η Αγγλίδα νοσηλεύτρια Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ πρωτοπόρησε στην ανάλυση μεγάλων ποσοτήτων στατιστικών δεδομένων με χρήση γραφικών και πινάκων, σχετικών με την κατάσταση χιλιάδων τραυματιών και ασθενών του Πολέμου της Κριμαίας, ώστε να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα των νοσοκομειακών υπηρεσιών. Οι μέθοδοί της έπεισαν και οδήγησαν σε μεταρρυθμίσεις στα στρατιωτικά και στα πολιτικά νοσοκομεία, συνήθως με την πλήρη κυβερνητική στήριξη.[102][103][104]

Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, επιστήμονες όπως οι Φράνσις Γκάλτον, Καρλ Πίερσον και Ρόναλντ Φίσερ ανέπτυξαν τα μαθηματικά εργαλεία που κατέστησαν δυνατή την πληρέστερη ανάλυση των στατιστικών δεδομένων.[105]

Η ψυχιατρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ασθενής στο «Άσυλο Φρενοβλαβών» της Κομητείας του Σάρεϋ, περ. 1850-1858. Οι ασθενείς σε ψυχιατρικά άσυλα στην Αγγλία και στην Ουαλλία αυξήθηκαν από 1.027 το 1827 σε 74.004 το 1900.

Μέχρι τον 19ο αιώνα η φροντίδα των ψυχικών νόσων αποτελούσε κυρίως ευθύνη της οικογένειάς τους και της κοινότητάς τους, και όχι του ιατρικού κόσμου. Η μεγάλη πλειονότητα των ψυχασθενών ζούσε στο οικιακό περιβάλλον και μόνο όσοι ήταν αδύνατο να γίνουν ανεκτοί περιορίζονταν σε ιδρύματα.[106] Αυτή η κατάσταση άλλαξε ριζικά από τα τέλη του 18ου αιώνα, με τη μεταβαλλόμενη αντίληψη του δυτικού πολιτισμού για την τρέλα και μία νέα αισιόδοξη άποψη στην ιασιμότητά της μέσα σε ιδρυματικό περιβάλλον.[107] Η τρέλα άρχισε να γίνεται αντιληπτή λιγότερο ως θέμα φυσιολογίας και περισσότερο ως διανοητική και ηθική κατάσταση[108], για την οποία η ορθή προσέγγιση ήταν η πειθώ.[109] Αυτή η νέα προσέγγιση υιοθετήθηκε από τον Γάλλο ιατρό Φιλίπ Πινέλ στο άσυλο Μπισέτρ στο Παρίσι.[110]

Πριν από τα μέσα του αιώνα, οι κυβερνήσεις των δυτικών χωρών άρχισαν να επεκτείνουν τη δράση τους στην περίθαλψη των ψυχικά άρρωστων.[111] Μικρά άσυλα ψυχασθενών ευδοκίμησαν εκεί.[112] Μετά το 1830 άρχισε να αυξάνεται η «ιατρικοποίηση» της φροντίδας που αυτά προσέφεραν[113] και οι γιατροί τους άρχισαν να θεμελιώνουν μία ξεχωριστή ιατρική ταυτότητα, ιδρύοντας κατά τη δεκαετία του 1840 τις δικές τους ενώσεις και εταιρείες στη Γαλλία, στη Γερμανία, την Αγγλία και τις ΗΠΑ, ενώ εμφανίσθηκαν και τα πρώτα «ιατρο-ψυχολογικά» επιστημονικά περιοδικά. Με τον καιρό, η αισιοδοξία ότι τα άσυλα μπορούσαν να θεραπεύσουν τους ασθενείς τους υπεχώρησε.[114] Καθώς η θεωρία του «εκφυλισμού» άρχισε να επικρατεί από τα μέσα του αιώνα[115], η κληρονομικότητα θεωρήθηκε ως η κυριότερη αιτία της χρόνιας ψυχασθένειας[116], ενώ ο υπερπληθυσμός των ασύλων και η συνακόλουθη άποψη του διαρκώς αυξανόμενου αριθμού ψυχοπαθών δημιούργησαν την ανησυχία για τη διατήρηση της υγείας του γενικού πληθυσμού.[117]

Ο Γερμανός ψυχίατρος Έμιλ Κρέπελιν (1856-1926) εισήγαγε νέες κατηγορίες της ψυχικής νόσου, που τελικώς επεκράτησαν στην ψυχιατρική, παρά το ότι βασίζονταν στη συμπεριφορά αντί της παθολογίας ή της υποκείμενης αιτίας. Τη δεκαετία του 1930 αρκετές αμφιλεγόμενες μέθοδοι εισάχθηκαν, όπως η επαγωγή κρίσεων (με ηλεκτροσόκ, ινσουλίνη ή άλλα φάρμακα) ή η αφαίρεση τμημάτων του εγκεφάλου (λοβοτομή). Αμφότερες γνώρισαν ευρεία χρήση στην ψυχιατρική, αλλά υπήρχαν βαθιές ανησυχίες και πολλή αντίδραση στη βάση της ηθικής, των επιβλαβών παρενεργειών ή της κακής χρήσεώς τους.[118]

Ο 20ός αιώνας και η σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον εικοστό αιώνα ο πόλεμος συνέχισε να δίνει κίνητρα για την ανάπτυξη της ιατρικής. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αλεξίς Καρέλ και Χένρυ Ντέικιν ανέπτυξαν την ομώνυμη μέθοδο για την περιποίηση τραυμάτων και το «διάλυμα του Ντέικιν», που βοηθούσε στην πρόληψη της γάγγραινας.[119] Με την αρχή του αιώνα (1901) ήρθε η ανακάλυψη του συστήματος των ομάδων ABO του αίματος, κάτι που διέδωσε πολύ τη μετάγγιση αίματος. Για πρώτη φορά κινητές νοσοκομειακές μονάδες συνόδευαν τα στρατεύματα μέχρι και σε μικρή απόσταση από το μέτωπο, και το αίμα για μεταγγίσεις κλεινόταν σε δοχεία μέσα σε κασόνια με πάγο και αποστελλόταν σε αυτές τις μονάδες. Σε αυτές αναπτύχθηκαν προχωρημένες τεχνικές για την αντιμετώπιση μειζόνων τραυματισμών και τον έλεγχο των μολύνσεων. Κατά τη Μεξικανική Επανάσταση (1910-1920) ο στρατηγός Πάντσο Βίγια δημιούργησε για πρώτη φορά στην ιστορία τρένα-νοσοκομεία για τους τραυματίες στρατιώτες. Κλειστά βαγόνια χρησιμοποιήθηκαν ως κινητά χειρουργεία ή χώροι αναρρώσεως, με έως και 40 ιατρούς ανά συρμό. Οι σοβαρότερα τραυματισμένοι μεταφέρονταν σε κεντρικά νοσοκομεία πόλεων με το τρένο.[120] Οι χιλιάδες ακρωτηριασμένοι των πολέμων έδωσαν κίνητρο για την ανάπτυξη βελτιωμένων προσθετικών μελών και της πλαστικής χειρουργικής. Στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο διαδόθηκε η χρήση των ακτίνων Χ του Βίλχελμ Κόνραντ Ρέντγκεν και του ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Μετά τη λήξη του πολέμου αναπτύχθηκαν οι πρώτοι αντιμικροβιακοί παράγοντες, οι σουλφοναμίδες.

Η δημόσια υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Δημόσια Υγεία

Τα μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία κατά τη διάρκεια της πανδημίας γρίπης του 1918, η οποία σκότωσε τουλάχιστον 50 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο[121] και κατέστη σημαντική περίπτωση μελέτης από την επιδημιολογία.[122]

Κατά τον Μεσοπόλεμο, για πρώτη φορά δόθηκε μεγάλη προτεραιότητα στα προγράμματα παιδικής υγείας. Οργανώθηκαν μαθήματα απευθυνόμενα σε γυναίκες με θεματική τη βρεφική υγιεινή.[123]

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμερικανικό χειρουργείο μάχης κατά τον Πόλεμος του Ειρηνικού, το 1943. Οι μεγάλοι πόλεμοι κατέδειξαν την ανάγκη αποτελεσματικής υγιεινής και της ταχείας ιατρικής φροντίδας.

Οι πρόοδοι της ιατρικής βοήθησαν ιδιαίτερα τα στρατεύματα των Συμμάχων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ οι Γερμανοί (και ακόμα περισσότερο οι Ιάπωνες) υπέφεραν από μεγάλες ελλείψεις των νέων φαρμάκων και τεχνικών, καθώς και υποδομών. Ο Μ. Harrison υπολογίζει[124] ότι οι πιθανότητες αναρρώσεως ενός βαρέως τραυματισμένoυ Βρετανού στρατιώτη του πεζικού ήσαν έως και 25 φορές μεγαλύτερες από ό,τι κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αιτία ήταν ότι τώρα πλέον οι περισσότεροι τραυματίες δέχονταν ιατρική φροντίδα μέσα σε μερικές ώρες από τον τραυματισμό τους, καθώς υπήρχαν τα κινητά νοσοκομεία και η εκτεταμένη χρήση αεροπλάνων για τη μεταφορά των βαρύτερα τραυματισμένων. Επανάσταση έφεραν επίσης οι νέες ιατρικές τεχνολογίες, όπως η ανοσοποίηση έναντι του τετάνου, οι σουλφοναμίδες και αργότερα η πενικιλλίνη.

Τα διαβόητα ιατρικά πειράματα των Ναζί και των Ιαπώνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έρευνα σε ανθρώπινα πειραματόζωα και η θανάτωση ασθενών με αναπηρία κορυφώθηκε στην ίδια περίοδο, όπως με το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4 και άλλες δράσεις κατά το Ολοκαύτωμα. Πολλές από τις λεπτομέρειες αυτών και παρόμοιων γεγονότων απετέλεσαν το αντικείμενο της λεγόμενης «Δίκης των Ιατρών». Μετά από αυτά, εισάχθηκαν αρχές της ιατρικής ηθικής, όπως ο Κώδικας της Νυρεμβέργης για την αποτροπή της επαναλήψεως παρόμοιων πρακτικών.[125] Μετά το 1937 ο ιαπωνικός στρατός άρχισε προγράμματα βιολογικού πολέμου στην Κίνα. Στη Μονάδα 731, Ιάπωνες γιατροί και ερευνητές επιστήμονες έκαναν πάρα πολλές ανατομές και πειράματα πάνω σε ζωντανούς ανθρώπους, κυρίως Κινέζους.[126] Σε ένα μαζικό πείραμα, ψύλλοι μολυσμένοι με πανώλη, που εκτρέφονταν στα εργαστήρια της Μονάδας 731 και της Μονάδας 1644, και απελευθερώθηκαν από αεροπλάνα κατά τη διάρκεια χαμηλών πτήσεων πάνω από κινέζικες πόλεις (στο Νίγκμπο το 1940, και στο Changde το 1941). Ως αποτέλεσμα των δοκιμών αυτών, χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από επιδημία βουβωνικής πανώλης.

Η ελονοσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχίζοντας από τη δεκαετία του 1940, το DDT χρησιμοποιήθηκε ως εντομοκτόνο για την καταπολέμηση των φορέων της ελονοσίας, ενδημικής νόσου στις περισσότερες τροπικές περιοχές της Γης.[127] Το 1953 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εγκαινίασε ένα ανθελονοσιακό πρόγραμμα σε περιοχές της Λιβερίας ως δοκιμή για το αν θα ήταν εφικτή η εξάλειψη της ελονοσίας σε ολόκληρη την τροπική Αφρική. Ωστόσο, τέτοια προγράμματα συνάντησαν σωρεία δυσκολιών και υποχώρησαν την επόμενη δεκαετία.[128]

Η μεταπολεμική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμβολιασμός για την ευλογιά στον Νίγηρα το 1969. Μία δεκαετία αργότερα, αυτή ήταν η πρώτη μεταδοτική νόσος που εξαλείφθηκε.
Οι περισσότερες χώρες γνώρισαν μεγάλη αύξηση στο προσδόκιμο επιβίωσης από το 1945 ως σήμερα. Ωστόσο, στις χώρες της νότιας Αφρικής η πανδημία του AIDS που άρχισε περί το 1990 έχει υποβαθμίσει τη δημόσια υγεία.
Το κοχλιακό εμφύτευμα είναι συνηθισμένο είδος νευρολογικής προσθετικής, δηλαδή μία συσκευή που αντικαθιστά τμήμα του ανθρώπινου νευρικού συστήματος.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ιδρύθηκε το 1948 ως υπηρεσία του ΟΗΕ για τη βελτίωση της ανθρώπινης υγείας παγκοσμίως. Το προσδόκιμο επιβίωσης στο μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού αυξήθηκε από τότε, σε περίπου 67 χρόνια το 2010 (και αρκετά πάνω από τα 80 σε κάποιες χώρες. Η εξάλειψη μολυσματικών νόσων είναι μία διεθνής προσπάθεια και αρκετά νέα εμβόλια αναπτύχθηκαν μεταπολεμικά, κατά ασθενειών όπως η ιλαρά, η παρωτίτιδα, αρκετών στελεχών της γρίπης και του HPV. Το από αιώνων γνωστό εμβόλιο κατά της ευλογιάς εξάλειψε τελικώς τη νόσο αυτή τη δεκαετία του 1970, ενώ η πολιομυελίτιδα βρίσκεται επίσης κοντά στην εξάλειψή της. Εξαιτίας της επιτυχίας των εμβολίων κατά των ιών, τα φάρμακα κατά των ιών δεν αναπτύχθηκαν ιδιαιτέρως μέχρι το 1975-1980. Η διεθνής κοινότητα, δια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, έχει αναπτύξει ένα πρωτόκολλο αποκρίσεως κατά των επιδημιών, που ενεργοποιήθηκε στην επιδημία του SARS το 2003, της γρίπης A - H5N1 το 2004, του ιού έμπολα το 2014 στη δυτική Αφρική και άλλες. Η προσέγγιση της ενυδατώσεως έχει χρησιμοποιηθεί ευρύτατα μετά τη δεκαετία του 1970 για την αποτροπή των θανάτων από τη χολέρα και άλλες ασθένειες που προκαλούν έντονη διάρροια.

Καθώς οι μολυσματικές ασθένειες έχουν καταστεί λιγότερο θανατηφόρες και οι συνηθέστερες αιτίες θανάτου στις ανεπτυγμένες χώρες είναι σήμερα οι όγκοι και οι καρδιαγγειακές ασθένειες, οι ασθένειες αυτές έχουν ερευνηθεί ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1970. Το κάπνισμα αναδείχθηκε ως αιτία του καρκίνου του πνεύμονα κατά τη δεκαετία του 1950. Για την αντιμετώπιση του καρκίνου αναπτύχθηκαν η ακτινοθεραπεία, η χημειοθεραπεία και η ογκολογική χειρουργική.

Η βιοϊατρική έρευνα εκτός των άλλων οδήγησε και σε μεταβολές στα κοινωνικά ήθη: η επινόηση της χημικής (ορμονικής) αντισυλλήψεως συνέτεινε στη λεγόμενη «σεξουαλική επανάσταση», ενώ σε διάφορες χρονολογίες του 20ού αιώνα νομιμοποιήθηκαν οι αμβλώσεις στα περισσότερα κράτη του κόσμου. Η απειλή σοβαρών σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, όπως το AIDS και η ηπατίτιδα C, συνέτεινε στη χρήση αντισυλληπτικών μεθόδων φραγμού. Ο αγώνας κατά του AIDS βελτίωσε τα φάρμακα κατά των ρετροϊών.

Η ιατρική ακτινογραφία υπήρξε το πρώτο είδος ιατρικής εσωτερικής απεικονιστικής μεθόδου. Στα τέλη του 20ού αιώνα έγιναν διαθέσιμες και άλλες τέτοιες μέθοδοι, όπως η υπερηχοτομογραφία, η αξονική τομογραφία, η πυρηνική μαγνητική τομογραφία και η τομογραφία PET.

Η γενετική επανιδρύθηκε ουσιαστικά με την ανακάλυψη της δομής του DNA. Ακολούθησαν η γονιδιακή χαρτογράφηση και η γονιδιακή θεραπεία. Η έρευνα των βλαστοκυττάρων απογειώθηκε μετά το έτος 2000 και κατέστησε τη θεραπεία με βλαστοκύτταρα μια πολλά υποσχόμενη μέθοδο. Μια άλλη σύγχρονη έννοια είναι η βασιζόμενη στις επιστημονικές μεθόδους λήψη ιατρικών αποφάσεων (Evidence-based medicine, EBM).

Η σύγχρονη εποχή έφερε και τα εσωτερικά τεχνητά βοηθήματα, αρχίζοντας από το 1958, όταν ο Σουηδός Άρνε Λάρσον έγινε ο πρώτος ασθενής στον οποίο εμφυτεύθηκε καρδιακός βηματοδότης. Απεβίωσε σε ηλικία 86 ετών, μετά τον χειρουργό που τού έβαλε τον βηματοδότη.

Σύγχρονη χειρουργική και μεταμοσχεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καρδιοχειρουργική εισήλθε στην περίοδο των εγχειρήσεων ανοικτής καρδιάς το 1948, αν και η πρώτη τέτοια απόπειρα έγινε το 1925.

Το 1954 οι Τζόζεφ Μάρεϋ, Τζ. Χάρτγουελ Χάρισον και άλλοι πραγματοποίησαν την πρώτη μεταμόσχευση νεφρού.[129] Ακολούθησαν μεταμοσχεύσεις και άλλων οργάνων, όπως το ήπαρ, το πάγκρεας και τελικώς η καρδιά. Η πρώτη μερική μεταμόσχευση προσώπου έγινε το 2005 και η πρώτη ολική το 2010. Στα τέλη του 20ού αιώνα η μικροτεχνολογία είχε δημιουργήσει μικρές αυτόματες συσκευές για χρήση στη μικροχειρουργική, εφοδιασμένες με μικροκάμερες με οπτικές ίνες για την εξέταση εσωτερικών ιστών κατά τη διάρκεια επεμβάσεων.

Η τάση για την ελάχιστη δυνατή παρεμβατικότητα στη χειρουργική καθιερώθηκε με τη διάδοση της λαπαροσκοπικής χειρουργικής κατά τη δεκαετία του 1990. Ακολούθησε η τηλεχειρουργική, με σχετικό σταθμό τη λεγόμενη «Εγχείρηση Λίντμπεργκ» το 2001.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. http://news.bbc.co.uk/2/hi/science/nature/4882968.stm
  2. http://archive.archaeology.org/9709/newsbriefs/trepanation.html
  3. http://www.antiquity.ac.uk/projgall/buquet322/
  4. Ηροδότου Ιστορίαι, [http://www.perseus.tufts.edu/cgi-bin/ptext?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0126&layout=&loc=2.77.3 Βιβλίο II, κεφ. 77
  5. Nunn, John F. (2002). Ancient Egyptian Medicine. University of Oklahoma Press. 
  6. J.H. Breasted: The Edwin Smith Surgical Papyrus, University of Chicago Press, 1930
  7. «Edwin Smith papyrus – Britannica Online Encyclopedia». Britannica.com. Ανακτήθηκε στις 2012-04-21. 
  8. Griffith, F. Ll.: The Petrie Papyri: Hieratic Papyri from Kahun and Gurob
  9. «The Kahun Gynaecological Papyrus». Reshafim.org.il. Ανακτήθηκε στις 2012-04-21. 
  10. «Museum: House of Life». www.ucl.ac.uk. Ανακτήθηκε στις 2017-02-17. 
  11. Helaine Selin, Hugh Shapiro (επιμ.): Medicine Across Cultures: History and Practice of Medicine in Non-Western Cultures, Springer 2003, σελ. 35
  12. 12,0 12,1 Horstmanshoff, Tilburg & Stol 2004, σελ. 99
  13. Marten Stol: Epilepsy in Babylonia (1993), σελ. 55
  14. Horstmanshoff, Tilburg & Stol 2004, σελίδες 97–98
  15. Kenneth G. Zysk: Asceticism and Healing in Ancient India: Medicine in the Buddhist Monastery, Oxford University Press, αναθεωρ. έκδ. (1998), ISBN 0-19-505956-5
  16. «Sushruta: The first Plastic Surgeon in 600 B.C.». ISPUB. Ανακτήθηκε στις 2012-04-21. 
  17. Dominik Wujastyk (επιμ.): The Roots of Ayurveda, εκδ. Penguin, 2003, ISBN 0-14-044824-1
  18. Hakim Syed Zillur Rahman: «Arab Medicine during the Ages», Studies in History of Medicine and Science, IHMMR, Νέο Δελχί, τόμος XIV, νo. 1-2 (1996), σσ. 1–39
  19. Deepak Kumar: «India», στο έργο του Roy Porter (επιμ.): The Cambridge History of Science: Volume 4: 18th-century Science (2003), σσ. 680–83
  20. Unschuld (2003), 1.
  21. Ομήρου Ιλιάδα, στίχοι Λ 804–848
  22. 22,0 22,1 Risse, G.B. (1990). Mending bodies, saving souls: a history of hospitals. Oxford University Press, σελ. 56. https://books.google.com/books?id=htLTvdz5HDEC&pg=PA56&dq=History+of+Hospital%2BAsclepieion&lr=lang_en&as_brr=0&cd=2#v=onepage&q=History%20of%20Hospital%2BAsclepieion&f=false. 
  23. 23,0 23,1 Askitopoulou, H.; Konsolaki, E.; Ramoutsaki, I.; Anastassaki, E. (2002). «Surgical cures by sleep induction as the Asclepieion of Epidaurus». The history of anesthesia: proceedings of the Fifth International Symposium, by José Carlos Diz, Avelino Franco, Douglas R. Bacon, J. Rupreht, Julián Alvarez. Elsevier Science B.V., International Congress Series 1242. σελίδες 11–17. 
  24. «Alcmaeon». Stanford University. 10 Ιουνίου 2013. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2015. 
  25. Hippocrates: The "Greek Miracle" in Medicine
  26. «The Father of Modern Medicine: Hippocrates». Web.archive.org. 2008-02-28. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2008-02-28. Ανακτήθηκε στις 2012-04-21. 
  27. «What is finger clubbing?». Cancer Research UK. Ανακτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2015. 
  28. Silverberg, Robert (1967). The dawn of medicine. Putnam. https://books.google.com/books?id=5IyFf8j7JrUC. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2013. 
  29. Loudon, Irvine (2002-03-07). Western Medicine: An Illustrated History. Oxford University Press. ISBN 978-0-19-924813-1. https://books.google.com/books?id=dJEWZq0bq8kC. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2013. 
  30. Nutton, Vivian (2012). Ancient Medicine. Routledge. ISBN 978-0-415-52094-2. https://books.google.com/books?id=uWGr2Be9NjMC. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2013. 
  31. Day, Cyrus L. (1967). Quipus and Witches' Knots. Lawrence, Kansas: University of Kansas Press, σελ. 86–89, 124–26. 
  32. Longrigg, James (1993). Greek Rational Medicine: Philosophy and Medicine from Alcmaeon to the Alexandrians. Psychology Press. ISBN 978-0-415-02594-2. https://books.google.com/books?id=TT5lzingflYC. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουάριος 2013. 
  33. Susan P. Mattern (2013). The Prince of Medicine: Galen in the Roman Empire. https://books.google.com/books?id=8t3fGNpA3PEC. 
  34. Rudolph E. Siegel: Galen's system of physiology and medicine, Karger, 1973
  35. Faith Wallis (2010). Medieval Medicine: A Reader, σελ. 14, 26, 222. https://books.google.com/books?id=xqS1wz_0_DUC&pg=PA222. 
  36. Peter Dear: Revolutionizing the Sciences: European Knowledge and Its Ambitions, 1500–1700 (2001), σσ. 37–39.
  37. «Surgical Instruments from Ancient Rome». Healthsystem.virginia.edu. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2008-01-31. Ανακτήθηκε στις 2012-04-21. 
  38. «Roman period surgery set on show». BBC. http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/7137224.stm. 
  39. The Romans carried out cataract ops, BBC
  40. «Greek Medicine». National Institutes of Health, USA. 16 Σεπτεμβρίου 2002. Ανακτήθηκε στις 29 Αυγούστου 2014. 
  41. Miller, Timothy: ΅The Birth of the Hospital in the Byzantine Empire, εκδ. Πανεπ. Johns Hopkins, Βαλτιμόρη 1985
  42. Bouras-Vallianatos, Petros: «The Art of Healing in the Byzantine Empire» Pera Museum, 2015
  43. Josef W. Meri, Jere L. Bacharach: Medieval Islamic Civilization: An Encyclopedia, σελ. 783
  44. George Sarton: Introduction to the History of Science. Dr. A. Zahoor & Dr. Z. Haq (1997): «Quotations From Famous Historians of Science», Cyberistan.
  45. Roy Porter: The Greatest Benefit to Mankind. A medical history of humanity (1997), σσ. 106–34
  46. William D. Sharpe: Isidore of Seville: The Medical Writings, An English Translation with an Introduction and Commentary (1964).
  47. Rosamond McKitterick: «The Carolingian Renaissance of Culture and Learning» στο Charlemagne: Empire and Society (2005).»
  48. Barbara S. Bowers (επιμ.): The Medieval Hospital and Medical Practice (2007), σελ. 89
  49. Siraisi, Nancy G. (2012). «Medicine, 1450–1620, and the History of Science». Isis 103 (3): 491–514. doi:10.1086/667970. PMID 23286188. 
  50. Webster, Charles (1995). «Paracelsus Confronts the Saints: Miracles, Healing and the Secularization of Magic». Social History of Medicine 8 (3): 403–21. doi:10.1093/shm/8.3.403. 
  51. Charles Webster: Paracelsus: Medicine, Magic, and Mission at the End of Time, Yale Univ. Press, 2008)
  52. Roy Porter: The Greatest Benefit to Mankind (1997), σσ. 201–11
  53. Robert Krieger (2001). Handbook of Pesticide Toxicology. Academic Press, σελ. xxvii – xxviii. https://books.google.com/books?id=ib8Qhju9EQEC&pg=PR27. 
  54. Jerome J. Bylebyl: «The School of Padua: humanistic medicine in the 16th century» στο Health, Medicine and Mortality in the Sixteenth Century (1979), κεφ. 10
  55. Lo Presti, Roberto (2010). «Anatomy as Epistemology: The Body of Man and the Body of Medicine in Vesalius and his Ancient Sources (Celsus, Galen)». Renaissance and Reformation/Renaissance et Reforme 33 (3): 27–60. http://jps.library.utoronto.ca/index.php/renref/article/view/15351. 
  56. Lines, David A. (2012). «Reorganizing the Curriculum: Teaching and Learning in the University of Bologna, c. 1560–1590». History of Universities 25 (2): 1-59. 
  57. Gurunluoglu, Raffi (2011). «Giulio Cesare Aranzio (Arantius) (1530–89) in the pageant of anatomy and surgery». Journal of Medical Biography 19 (2): 63–69. doi:10.1258/jmb.2010.010049. 
  58. Fissell, Mary E. (2008). «Introduction: Women, Health, and Healing in Early Modern Europe». Bulletin of the History of Medicine 82 (1): 1–17. doi:10.1353/bhm.2008.0024. 
  59. Monica Green: «Women's Medical Practice and Health Care in Medieval Europe» στο Sisters and Workers in the Middle Ages, επιμ. J.M. Bennett et al., University of Chicago Press, 1989, σσ. 39–78
  60. C. Scott Dixon (2009). Living With Religious Diversity in Early-Modern Europe. Ashgate, σελ. 128–30. https://books.google.com/books?id=l9fVJYNd61oC&pg=PA129. 
  61. Amy E. Leonard: «Female Religious Orders» στο A Companion to the Reformation World (2004), σσ. 237–54
  62. Andrew Cunningham. Ole Peter Grell (2002). Health Care and Poor Relief in Protestant Europe 1500–1700. Routledge, σελ. 130–33. https://books.google.com/books?id=dd-44kXLh1QC&pg=PA130. 
  63. Virpi Mäkinen (2006). Lutheran Reformation And the Law. BRILL, σελ. 227–29. https://books.google.com/books?id=5Dkk1CDZ1UsC&pg=PA227. 
  64. Harkness, Deborah E. (2008). «A View from the Streets: Women and Medical Work in Elizabethan London». Bulletin of the History of Medicine 82 (1): 52–85. doi:10.1353/bhm.2008.0001. 
  65. Tim McHugh: «Expanding Women's Rural Medical Work in Early Modern Brittany / The Daughters of the Holy Spirit», Journal of the History of Medicine and Allied Sciences, τόμος 67#3 (2012), σσ. 428–56. in project MJUSE
  66. Thomas H. Broman: «The Medical Sciences» στο The Cambridge History of Science΅, τόμος 4: 18th-century Science (2003), σσ. 465–68
  67. Lisa Rosner: Medical Education in the Age of Improvement: Edinburgh Students and Apprentices 1760–1826 (1991)
  68. Margaret Pelling & Charles Webster: «Medical Practitioners» στο Health, Medicine, and Mortality in the Sixteenth Century (1979), σελ. 183.
  69. Michael Marks Davis. Andrew Robert Warner (1918). Dispensaries, Their Management and Development: A Book for Administrators, Public Health Workers, and All Interested in Better Medical Service for the People. MacMillan, σελ. 2–5. https://books.google.com/books?id=QME0AQAAMAAJ&pg=PA2. 
  70. Kirkup, John (1996). «Samuel Sharp and the 'Operations Of Surgery,' 1739». Journal of Medical Biography 4 (1): 1–7. 
  71. Waddington, Ivan (1975). «The Development of Medical Ethics – A Sociological Analysis». Medical History 19 (1): 36–51. doi:10.1017/s002572730001992x. 
  72. Ida Altman, Sarah Cline, Javier Pescador: The Early History of Greater Mexico. Prentice Hall 2003, σελ. 99.
  73. Cook, Sherburne F. (1946). «The Incidence of Disease Among the Aztecs and Related Tribes». Hispanic American Historical Review 36: 32–35. 
  74. Noble David Cook: Born to Die: Disease and New World Conquest, 1492–1650, Cambridge University Press, 1998.
  75. Gordon Schendel: Medicine in Mexico, From Aztec Herbs to Betatrons, University of Texas Press, Austin 1968, σελ. 99.
  76. Michael E. Burke: The Royal College of San Carlos / Surgery and Spanish Medical Reform in the Late Eighteenth Century, Duke University Press, 1977.
  77. Donald Cooper: Epidemic Disease in Mexico City, 1761–1813: An Administrative, Social, and Medical History, University of Texas Press, Austin 1965.
  78. Αθανάσιος Ι. Γκιάλας: Η ελληνική Ιατρική και οι `Ελληνες ιατροί από της Αλώσεως μέχρι της Εθνεγερσίας, Αθήναι 1979, σελ. 27
  79. Galland, J.: Recueil des rites et ceremonies du pelerinage de la Mecque auquel on a joint divers ecrits relatifs a la religion, aux sciences et aux moeurs des Turcs, Άμστερνταμ 1754, σελ. 172
  80. Παϊδούση, Μ.: Η ιατρική εις την Χίον κατά τους τελευταίους αιώνας, Αθήναι 1940, σελ. 45
  81. Ιστορία του Ελληνικού `Εθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος 10, σσ. 215, 377, Αθήνα 1975
  82. Tsouyopoulos, Nelly: The influence of John Brown’s ideas in Germany, Medical History, No 8, σελ. 68, 1988. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2557344/pdf/medhistsuppl00039-0070.pdf
  83. Risse GB.: Kant-Schelling, and the early search for a philosophical 'science' of medicine in Germany. J Hist Med Allied Sci. 1972 Apr;27(2):145-58. PMID: 4561649
  84. Chisholm, Hugh, ed. (1911). "Hoffmann, Friedrich". Encyclopædia Britannica (11th ed.). Cambridge University Press.
  85. Kondratas, Ramunas: «The Brunonian Influence on the Medical Thought and Practice of Joseph Frank». Med Hist Suppl 8, 1988, σελ. 75. PMC 2557343. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2557344/pdf/medhistsuppl00039-0070.pdf
  86. Duckworth, Dyce : Rational Empiricism and Scientific Medicine, British Medical J., 1911, σελ. 1217-1218. PMID: 20765636
  87. Robert Dawson, Rudolf: Rational Empiricism, Can Med Assoc J., 1921, 11: 622–625. PMID: 20313194
  88. Mary Fissell: «The Disappearance of the Patient's Narrative and the Invention of Hospital Medicine» στο British Medicine in an Age of Reform (επιμ. Roger French και Andrew Wear), 1991.
  89. Guenter B. Risse: Mending Bodies, Saving Souls: A History of Hospitals (1999)
  90. Madigan M., Martinko J. (επιμ.) (2006). Brock Biology of Microorganisms (11η έκδοση). Prentice Hall. ISBN 0-13-144329-1. 
  91. 91,0 91,1 91,2 91,3 91,4 Guénel, Annick (Ιανουάριος 1999). «The creation of the first overseas Pasteur Institute, or the beginning of Albert Calmette's Pastorian career». Medical History 43 (1): 1–25 [1–2]. doi:10.1017/s0025727300064693. PMID 10885131. 
  92. 92,0 92,1 92,2 Morabia, A. (2007). «Epidemiologic Interactions, Complexity, and the Lonesome Death of Max von Pettenkofer». American Journal of Epidemiology 166 (11): 1233–38. doi:10.1093/aje/kwm279. PMID 17934200. 
    Oppenheimer, G.M.; Susser, E. (2007). «Invited Commentary: The Context and Challenge of von Pettenkofer's Contributions to Epidemiology». American Journal of Epidemiology 166 (11): 1239–41; discussion 1241–3. doi:10.1093/aje/kwm284. PMID 17934199. 
  93. Blevins, S.M.; Bronze, M.S. (2010). «Robert Koch and the 'golden age' of bacteriology». Internat. Journal of Infectious Diseases 14 (9): e744–e751. doi:10.1016/j.ijid.2009.12.003. PMID 20413340. 
  94. Weiner, Dora B.; Sauter, Michael J. (2003). «The City of Paris and the Rise of Clinical Medicine». Osiris 18 (1): 23–42. doi:10.1086/649375. 
  95. Moira Davison Reynolds: How Pasteur Changed History: The Story of Louis Pasteur and the Pasteur Institute (1994)
  96. Paula Sutter Fichtner (2009). Historical Dictionary of Austria. Scarecrow Press, σελ. 326–27. ISBN 9780810863101. https://books.google.com/books?id=TKkuN007YcYC&pg=PA326. 
  97. Nelly Tsouyopoulos: "The Influence of John Brown's Ideas in Germany" Medical History (1988). Supplement no. 8, σσ. 63–74 online.
  98. Erna Lesky: The Vienna Medical School of the 19th Century, Johns Hopkins University Press, 1976
  99. George Worthington Adams: Doctors in Blue: The Medical History of the Union Army in the Civil War (1996), excerpt and text search; Glenna R. Schroeder-Lein, The Encyclopedia of Civil War Medicine (2012) απόσπασμα και αναζήτηση κειμένου.
  100. John Keegan (17 Σεπτεμβρίου 2009). «The American Civil War: the gruesome suffering of soldiers exposed». Daily Telegraph. http://www.telegraph.co.uk/culture/books/6199297/The-American-Civil-War-the-gruesome-suffering-of-soldiers-exposed.html. Ανακτήθηκε στις 4 Μαρτίου 2017. 
  101. Link, Kenneth (1983). «Potomac Fever: The Hazards of Camp Life». Vermont History 51 (2): 69–88. PMID 11633534. 
  102. Magnello, M. Eileen (2012). «Victorian statistical graphics and the iconography of Florence Nightingale's polar area graph». BSHM Bulletin: Journal of the British Society for the History of Mathematics 27 (1): 13–37. doi:10.1080/17498430.2012.618102. 
  103. Gunn, S. William A. και Masellis, Michele: Concepts and Practice of Humanitarian Medicine, Springer, 2007, σσ. 87 κ.ε., ISBN 978-0-387-72264-1}}.
  104. http://www.ph.ucla.edu/epi/snow/Snow_Laura_Ball.pdf
  105. Brian S. Everitt. Christopher Palmer (2011). Encyclopaedic Companion to Medical Statistics. Wiley, σελ. 447–48. ISBN 9781119957409. https://books.google.com/books?id=sn1odhRXaCkC&pg=PT447. 
  106. Porter, Roy (1999). The Greatest Benefit to Mankind: A Medical History of Humanity from Antiquity to the Present. London: Fontana, σελ. 493. ISBN 9780393319804. https://books.google.com/books?id=igGdz9g7tmAC&dq. ; Porter, Roy (1992). «Madness and its Institutions». Στο: Wear, Andrew, επιμ. Medicine in Society: Historical Essays. Cambridge: Cambridge University Press, σελ. 277–302. ISBN 978-0-521-33639-0. https://books.google.com/books?id=pFUU6GyOoQUC&pg=PA109. ; Suzuki, A. (1991). «Lunacy in seventeenth- and eighteenth-century England: Analysis of Quarter Sessions records Part I». History of Psychiatry 2 (8): 437–56. doi:10.1177/0957154X9100200807. PMID 11612606. 
  107. Porter, Roy (1992). «Madness and its Institutions». Στο: Wear, Andrew, επιμ. Medicine in Society: Historical Essays. Cambridge: Cambridge University Press, σελ. 277–302. ISBN 978-0-521-33639-0. https://books.google.com/books?id=pFUU6GyOoQUC&pg=PA109. ; Goldstein, Jan (2001) [1987]. Console and Classify: The French Psychiatric Profession in the Nineteenth Century. Σικάγο & Λονδίνο: University of Chicago Press, σελ. 42. ISBN 0-226-30160-5. https://books.google.com/books?id=WiqKcO5OawgC&pg=PA42. ; Grob, Gerald N. (1994). Mad Among Us. Simon & Schuster, σελ. 25–30. ISBN 978-1-4391-0571-9. https://books.google.com/books?id=VQF1IAbZFuYC. 
  108. Porter, Roy (2004). Madmen: a social history of madhouses, mad-doctors & lunatics. Tempus, σελ. 57–76, 239–44, 257–312. ISBN 978-0-7524-3730-9. https://books.google.com/books?id=XashAQAAMAAJ. ; Hayward, Rhodri (2011). «Medicine and the Mind». Στο: Jackson, Mark, επιμ. The Oxford Handbook of the History of Medicine. Oxford University Press, σελ. 524–42. ISBN 978-0-19-954649-7. https://books.google.com/books?id=cpjgoazGIC4C. 
  109. Digby, Anne (1988). «Moral Treatment at the Retreat 1796–1846». Στο: Porter, Roy, επιμ. The Anatomy of Madness: Essays in the History of Psychiatry. 2. Λονδίνο & Ν. Υόρκη: Tavistock, σελ. 52–71. ISBN 978-0-415-00859-4. https://books.google.com/books?id=XsLalQEACAAJ. 
  110. Weiner, Dora B. (1994). « 'La geste du Pinel': The History of a Psychiatric Myth». Στο: Micale, Mark S., επιμ. Discovering the History of Psychiatry. Νέα Υόρκη & Οξφόρδη: Oxford University Press, σελ. 232–47. ISBN 0-19-507739-3. https://books.google.com/books?id=h52sUVA3i20C&dq. 
  111. Marx, Otto M. (1994). «The Beginning of Psychiatric Historiography in Nineteenth-Century Germany». Στο: Micale, Mark S., επιμ. Discovering the History of Psychiatry. Νέα Υόρκη & Οξφόρδη: Oxford University Press, σελ. 39–51. ISBN 0-19-507739-3. https://books.google.com/books?id=h52sUVA3i20C&dq. 
  112. Andrews, Jonathan (2004). «The Rise of the Asylum in Britain». Στο: Brunton, Deborah, επιμ. Medicine Transformed: Health, Disease and Society in Europe 1800–1930. Manchester University Press, σελ. 298–330. ISBN 978-0-7190-6735-8. https://books.google.com/books?id=iFWASHAZH9gC. ; Porter, Roy (2003). «Introduction». Στο: Porter, Roy, επιμ. The Confinement of the Insane: International Perspectives, 1800–1965. Cambridge University Press, σελ. 1–19. ISBN 978-1-139-43962-6. https://books.google.com/books?id=i7ktMJZC_HsC. 
  113. Cooter, R.J. (1976). «Phrenology and British alienists, c. 1825–1845. Part I: Converts to a doctrine». Medical History 20 (1): 1–21. doi:10.1017/s0025727300021761. PMID 765647. 
  114. Shorter, Edward (1997). A history of psychiatry: from the era of the asylum to the age of Prozac. John Wiley & Sons, σελ. 46–48. ISBN 978-0-471-15749-6. https://books.google.com/books?id=9a9rAAAAMAAJ. 
  115. Pick, Daniel (1993). Faces of Degeneration: A European Disorder, c. 1848–1918. Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-45753-8. https://books.google.com/books?id=QAqbUKuj_tAC. 
  116. Malcolm, Elizabeth (2003). «'Ireland's Crowded Madhouses': The Institutional Confinement of the Insane in Nineteenth- and Twentieth-Century Ireland». Στο: Porter, Roy, επιμ. The Confinement of the Insane: International Perspectives, 1800–1965. Cambridge University Press, σελ. 315–33. ISBN 978-1-139-43962-6. https://books.google.com/books?id=i7ktMJZC_HsC. 
  117. Hayward, Rhodri (2011). «Medicine and the Mind». Στο: Jackson, Mark, επιμ. The Oxford Handbook of the History of Medicine. Oxford University Press, σελ. 524–42. ISBN 978-0-19-954649-7. https://books.google.com/books?id=cpjgoazGIC4C. ; Scull, Andrew (2005). Most Solitary of Afflictions: Madness And Society in Britain, 1700–1900. Yale University Press, σελ. 324–28. ISBN 978-0-300-10754-8. https://books.google.com/books?id=xiaa2hMYRokC. 
  118. G.E. Berrios & Roy Porter: The History of Clinical Psychiatry (1995)
  119. Mark Harrison: The Medical War: British Military Medicine in the First World War (2010) excerpt and text search
  120. Friedrich Katz: The Life and Times of Pancho Villa, Stanford University Press, 1998, σελ. 292.
  121. John M. Barry: The Great Influenza: The Story of the Deadliest Pandemic in History (2004) reviews, excerpt and text search
  122. Fred R. Van Hartesveldt: «The Doctors and the 'Flu': The British Medical Profession's Response to the Influenza Pandemic of 1918–19» International Social Science Review (2010) 85#1, σσ. 28–39, online
  123. Julia F. Irwin: «Sauvons les Bébés: Child Health and U.S. Humanitarian Aid in the First World War Era», Bulletin of the History of Medicine (2012), τόμος 86#1, σσ. 37–65. in Project MUSE; John F. Hutchinson, Champions of Charity: War and the Rise of the Red Cross (1996), σσ. 224–277
  124. Mark Harrison: Medicine and Victory: British Military Medicine in the Second World War (2004), σελ. 275
  125. Horst H. Freyhofer: The Nuremberg Medical Trial: The Holocaust and the Origin of the Nuremberg Medical Code (2004) online
  126. Jing Bao Nie, κ.ά.: Japan's Wartime Medical Atrocities: Comparative Inquiries in Science, History, and Ethics (2011) excerpt and text search
  127. James L.A. Webb Jr.: Humanity's Burden: A Global History of Malaria (2009). Randall M. Packard: The Making of a Tropical Disease: A Short History of Malaria (2007). Leo B. Slater: War and Disease: Biomedical Research on Malaria in the Twentieth Century (2009).
  128. James L.A. Webb: «The First Large-Scale Use of Synthetic Insecticide for Malaria Control in Tropical Africa: Lessons from Liberia, 1945–1962», Journal of the History of Medicine & Allied Sciences (2011), τόμος 66#3, σσ. 347–76 in Project MUSE
  129. Murray, Joseph E.: «The First Successful Organ Transplants in Man», διάλεξη Nobel του 1990, Nobelprize.org., 7 Ιουλίου 2010

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bonner, Thomas Neville: Becoming a Physician: Medical Education in Britain, France, Germany, and the United States, 1750–1945, Johns Hopkins Univ. Press, 2000
  • Bowers, Barbara S. (επιμ.): The Medieval Hospital and Medical Practice, Ashgate, 2007
  • Breslaw, Elaine G. (2014). Lotions, Potions, Pills, and Magic: Health Care in Early America. ISBN 978-1479807048. 
  • Brockliss, Laurence and Colin Jones: The Medical World of Early Modern France (1997)
  • Burnham, John C.: Health Care in America: A History (2015)
  • Bynum, W.F. και Roy Porter (επιμ.): Companion Encyclopedia of the History of Medicine, 2 τόμοι, 1997 (36 κείμενα από ειδικούς)
  • Bynum, W.F., κ.ά.: The Western Medical Tradition: 1800–2000 (2006)
  • Conrad, Lawrence I., κ.ά.: The Western Medical Tradition: 800 BC to AD 1800, 1995
  • Companion to Medicine in the 20th Century. Taylor & Francis. 2003, 756pp. ISBN 978-0-415-28603-9. https://books.google.com/books?id=K4KGLs2LoAwC. 
  • Donahue, M. Patricia: Nursing, The Finest Art: An Illustrated History (3η έκδ.), 2010 / απόσπασμα και αναζήτηση κειμένου
  • Horstmanshoff, H.F.J.. Tilburg, CR Van. Stol, M (2004). Magic and Rationality in Ancient Near Eastern and Graeco-Roman Medicine. Leiden: Brill. ISBN 90-04-13666-5. 
  • Γκιάλας, Αθανάσιος: Η ελληνική ιατρική και οι Έλληνες ιατροί από της Αλώσεως μέχρι της Εθνεγερσίας, Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών, Αθήναι 1979
  • Jackson, Mark, επιμ. (2011). The Oxford Handbook of the History of Medicine. Oxford University Press, 672pp. ISBN 978-0-19-954649-7. https://books.google.com/books?id=cpjgoazGIC4C. 
  • Loudon, Irvine (επιμ.): Western Medicine: An Illustrated History, 1997, online
  • Majno, Guido (1991). The Healing Hand: Man and Wound in the Ancient World. ISBN 978-0674383319. 
  • McGrew, Roderick: Encyclopedia of Medical History (1985)
  • More, Ellen S.: Restoring the Balance: Women Physicians and the Profession of Medicine, 1850–1995 Harvard Univ. Press, 1999
  • Nutton, Vivian. Ancient Medicine, 2004, online
  • Porter, Roy (1997). The Greatest Benefit to Mankind: A Medical History of Humanity from Antiquity to the Present. Harper Collins. ISBN 0-00-215173-1. 
  • Porter, Roy (επιμ.): The Cambridge Illustrated History of Medicine, 2001
  • Porter, Roy: Blood and Guts: A Short History of Medicine, 2004
  • Rosenberg, Charles Ernest, επιμ. (1992). Framing Disease: Studies in Cultural History. Rutgers University Press, 326pp. ISBN 978-0-8135-1757-5. https://books.google.com/books?id=agi08bNtBwgC. 
  • Singer, Charles και E. Ashworth Underwood: A Short History of Medicine, 2η έκδ., 1962
  • Siraisi, Nancy G (2012). «Medicine, 1450–1620, and the History of Science». Isis 103 (3): 491–514. doi:10.1086/667970. PMID 23286188. 
  • Siraisi, Nancy G.: Medieval and Early Renaissance Medicine: An Introduction to Knowledge and Practice, 1990
  • Watts, Sheldon: Disease and Medicine in World History, 2003, online
  • Wear, Andrew, επιμ. (1992). Medicine in Society: Historical Essays. Cambridge University Press, 397pp. ISBN 978-0-521-33639-0. https://books.google.com/books?id=pFUU6GyOoQUC. 
  • Weatherall, Miles: In Search of a Cure: A History of Pharmaceutical Discovery, 1990 (η έμφαση δίνεται στα αντιβιοτικά)

Ιστοριογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Andrews, Jonathan (2011). «History of Medicine: Health, Medicine and Disease in the Eighteenth Century». Journal for Eighteenth-Century Studies 34 (4): 503–15. doi:10.1111/j.1754-0208.2011.00448.x. 
  • Birn, Anne-Emanuelle & Raúl Necochea López: «Footprints on the Future: Looking Forward to the History of Health and Medicine in Latin America in the Twenty-First Century», Hispanic American Historical Review (2011), τόμ. 91#3, σσ. 503–27
  • Burnham, John C.: What Is Medical History?, 2005
  • Chaplin, Simon: «Why Creating a Digital Library for the History of Medicine is Harder than You’d Think!», Medical history, τόμ. 60#1 (2016), σσ. 126-129, online
  • Cooter, R. (2007). «After Death/After-'Life': The Social History of Medicine in Post-Postmodernity». Social History of Medicine 20 (3): 441–64. doi:10.1093/shm/hkm074. 
  • Digby, Anne (2008). «The Medical History of South Africa: An Overview». History Compass 6 (5): 1194–1210. doi:10.1111/j.1478-0542.2008.00544.x. 
  • Gorsky, Martin (2008). «The British National Health Service 1948–2008: A Review of the Historiography». Social History of Medicine 21 (3): 437–460. doi:10.1093/shm/hkn064. 
  • Green, Monica H.: «Gendering the History of Women's Healthcare», Gender & History, 2008, τόμ. 20#3, σσ. 487–518
  • Harrison, Mark (1996). «The Medicalization of War – The Militarization of Medicine». Social History of Medicine 9 (2): 267–76. doi:10.1093/shm/9.2.267. PMID 11613451. 
  • Huisman, Frank και John Harley Warner (επιμ.): Locating Medical History: The Stories and Their Meanings, 2006
  • Καραμπερόπουλος, Δημήτριος Α.: Ιστορία της ιατρικής: Ελληνική βιβλιογραφία 1750-2000, εκδ. Σταμούλη Α.Ε., Αθήνα 2009, ISBN 978-960-351-802-0
  • Lewenson, Sandra B. & Eleanor Krohn Herrmann (επιμ.): Capturing Nursing History: A Guide to Historical Methods in Research, 2008
  • Lo, Vivienne (2009). «But is it [History of Medicine? Twenty Years in the History of the Healing Arts of China»]. Social History of Medicine 22 (2): 283–303. doi:10.1093/shm/hkp004. 
  • Mossensohn, Miri Shefer (2008). «A Tale of Two Discourses: The Historiography of Ottoman-Muslim Medicine». Social History of Medicine 21 (1): 1–12. doi:10.1093/shm/hkn002. 
  • Sturdy, Steve (2011). «Looking for Trouble: Medical Science and Clinical Practice in the Historiography of Modern Medicine». Social History of Medicine 24 (3): 739–57. doi:10.1093/shm/hkq106. 
  • Sweet, Helen: «Establishing Connections, Restoring Relationships: Exploring the Historiography of Nursing in Britain», Gender & History, τόμ. 19#3 (2007), σσ. 565-580. doi:10.1111/j.1468-0424.2007.00490.x

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα History of medicine της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).