Μετάγγιση αίματος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Blood donation - photo of arm.jpg
Συμπύκνωμα ερυθροκυττάρων
Συμπύκνωμα θρομβοκυττάρων

Μετάγγιση αίματος ονομάζεται η διαδικασία μεταφοράς αίματος ή παραγώγων του αίματος από ένα άτομο που λέγεται δότης ή αιμoδότης στο κυκλοφορικό σύστημα ενός άλλου ατόμου που λέγεται λήπτης ή αιματολήπτης. Όταν ο δότης και ο λήπτης είναι το ίδιο πρόσωπο, τότε η μετάγγιση αυτή λέγεται αυτομετάγγιση.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϋπόθεση για την επιτυχία της μετάγγισης είναι η συμβατότητα του αίματος του λήπτη και του δότη. Επίσης το αίμα που πρόκειται να μεταγγιστεί πρέπει να μην περιέχει παθογόνες ουσίες.

Εκτός από την πλήρη μετάγγιση αίματος, συχνά γίνεται μετάγγιση μέρους του αίματος, αφού αυτό προηγουμένως χωρίστηκε στα συστατικά του σύμφωνα με ειδική διαδικασία. Με τον τρόπο αυτό, αυξάνεται η αποδοτικότητα της διαδικασίας, αφού ο λήπτης δέχεται τα απαραίτητα συστατικά που έχει ανάγκη, ενώ το υπόλοιπο επιστρέφεται στο κυκλοφοριακό σύστημα του δότη, ή χρησιμοποιείται για μετάγγιση σε άλλο λήπτη.

Μετάγγιση γίνεται με τα ακόλουθα συστατικά του αίματος:

Αυτή η θεραπευτική αγωγή μπορεί να διατηρήσει στη ζωή έναν πάσχοντα, όπως σε περιπτώσεις μαζικής απώλειας αίματος λόγω τραυματισμού ή κατά τη διεγχειριτική αναπλήρωση αίματος, εμπεριέχει όμως και ορισμένους κινδύνους λόγω της ενδεχόμενης μετάδοσης ορισμένων ιών όπως το AIDS, η ηπατίτιδα κ.α., παρόλο που συνήθως γίνονται λεπτομερείς έλεγχοι. Οι μεταγγίσεις αίματος χρησιμοποιούνται επίσης σε περιπτώσεις σοβαρής αναιμίας ή θρομβοκυτταροπενίας που προκαλούνται από αιματολογικές ασθένειες. Χρησιμοποιείται επίσης σε άτομα που πάσχουν από αιμοφιλία ή δρεπανοκυτταρική αναιμία όπου μπορεί να απαιτούνται συχνές μεταγγίσεις αίματος.

Ιστορική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μετάγγιση αίματος παλιά ήταν πολύ επικίνδυνη, αφού ούτε τα μέσα υπήρχαν για να διατηρηθεί το αίμα, αλλά ούτε και η επιστήμη είχε κάνει την απαραίτητη πρόοδο και τις σημερινές επιτεύξεις. Το αίμα μεταφερόταν από το ένα σώμα στο άλλο, χωρίς προηγούμενη εξέταση. Συχνά ο λήπτης πέθαινε από σοκ, χωρίς όμως οι γιατροί να γνωρίζουν το λόγο. Το μόνο τεστ που υπήρχε ήταν η μέθοδος του Όλεκερ κατά τη οποία η μετάγγιση γινόταν με πολύ αργό τρόπο, έτσι ώστε σε περίπτωση ένδειξης κάποιας αναφυλαξίας, η μετάγγιση διακόπτονταν αμέσως. Πρωτοπόρος υπήρξε ο Γερμανός ιατρός Μάγγνους Πέγκελ (1547-1619) που έζησε στο Ρόστοκ (Rostock).

Τα ιατρικά πειράματα που γινόντουσαν στην αρχή ήταν φρικτά. Αργότερα, στον 20ό αιώνα με την εφεύρεση του μικροσκοπίου και την συστηματική επιστημονική ανάλυση των συστατικών του αίματος και την ανακάλυψη των ομάδων αίματος από τον Αυστριακό ιατρό Καρλ Λαντστάινερ το 1901 άρχισε να γίνεται κάποια πρόοδος.

Ο πρώτος σταθμός μετάγγισης αίματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πρώτος σταθμός μετάγγισης αίματος ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1921 στο Λονδίνο. Η αιματοδοσία γινόταν εθελοντικά και χωρίς αντάλλαγμα.

Σταθμοί στην εξέλιξη της μετάγγισης αίματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1628 Ο Γουίλιαμ Χάρβει ανακαλύπτει το κυκλοφορικό σύστημα.
Φεβρουάριος 1666 Ο Εγγλέζος ιατρός Ρίτσαρντ Λόουερ πραγματοποιεί την πρώτη επιτυχημένη μετάγγιση αίματος από σκύλο σε σκύλο.
15 Ιουνίου 1667 Ο Ζαν-Μπατίστ Ντενί πραγματοποιεί την πρώτη επιτυχημένη μετάγγιση αίματος σε άνθρωπο (χρησιμοποιώντας αίμα από ένα αρνάκι). Το ίδιο έτος ο Ρίτσαρντ Λόουερ επαναλαμβάνει το πείραμα και επιβεβαιώνει το αποτέλεσμα.
1668 Στην Γερμανία ο ιατρός Ματαίους Γκόντφριντ Πούρμαν (1648 - 1711) στην Φρανκφούρτη (Όντερ) θεραπεύει ένα ασθενή από την Λέπρα με μετάγγιση αίματος αρνιού.
1η Σεπτεμβρίου 1818 Στο Λονδίνο γίνεται η πρώτη μετάγγιση ανθρώπινου αίματος στο νοσοκομείο St. Guy's Hospital, δυστυχώς χωρίς επιτυχία. Ο ασθενής έλαβε μείγμα αίματος διαφόρων δοτών και πέθανε.
1870 Οι μεταγγίσεις ζωικού αίματος συνεχίσουν
1873 Ο Πολωνός ιατρός Φ. Γκεζέλιους (F. Gesellius) σημειώνει ότι ένας στους δύο λήπτες πεθαίνει μετά από μετάγγιση αίματος.
1874 Οι γιατροί όλο και περισσότερο αντιτίθενται στην μετάγγιση ανθρώπινου αίματος. Αντίθετα, θεωρούν ότι η μετάγγιση ζωικού αίματος είναι επιτρεπτή και αρχίζουν πειράματα με μετάγγιση γάλακτος.
1884 Πειράματα με αρμυρά υγρά αντί για γάλα.
1901 Ο Βιεννέζος ιατρός Δρ. Καρλ Λαντστάινερ ανακαλύπτει τις ομάδες αίματος και τις κατατάσσει σύμφωνα με το σύστημα AB0. Για την ανακάλυψή του αυτή τα πάρει το 1930 το βραβείο Νομπέλ.
1902 Οι Α. Ντεκαστέλλο (A. Decastello) και Α. Στούρλι (A. Sturli) ανακαλύπτουν την ομάδα αίματος AB.
1907 Ο 'Hektoen αναπτύσσει τεστ με συνδυασμούς για να αποκλείσει τις μη συμβατές ομάδες αίματος. Ο Ρόιμπεν Ότενμπεργκ (Reuben Ottenberg) ανακαλύπτει ότι η ομάδα αίματος 0 είναι συμβατή με την ομάδα αίματος κάθε ανθρώπου.
1915 Ο Dr. Ρίτσαρντ Λιούιζον (Richard Lewisohn) του νοσοκομείου Mount Sinai στη Νέα Υόρκη ανακαλύπτει ότι το κιτρικό νάτριο έχει αντιπηκτική επίδραση στο αίμα. Η ανακάλυψη αυτή κάνει περιττή την κατευθείαν μετάγγιση αίματος, αφού το αίμα του δότη πλέον μπορεί να συντηρηθεί.
1925 Ο Δρ. Καρλ Λαντστάινερ ανακαλύπτει μαζί με τον Φίλιπ Λιβάιν (Phillip Levine) άλλες τρεις ομάδες αίματος: την N, την M και την P.
1939/1940 Das Rhesus (Rh) Blutgruppen-System wurde von Karl Landsteiner, Alex Wiener, Philip Levine und R. E. Stetson entdeckt und als Ursache für die meisten negativen Reaktionen ausgemacht. Verlässliche Tests verminderten die negativen Reaktionen.
1940 Edwin Cohen entwickelt eine Methode, das Blutplasma in Fraktionen zu zerlegen. In der Folge wurde Albumin (erhöht den kolloidosmotischen Druck), Gammaglobulin (Antitoxin oder Antiserum, unterstützt das Immunsystem) und Fibrinogen (Basis für Gerinnungsmittel wie Faktor VIII, stillt Blutungen) für die klinische Verwendung verfügbar.
Anfang der 1940er Jahre Samuel Mitja Rapoport findet einen Zusatz, der die Haltbarkeit der Blutkonserve auf drei Wochen verlängert.
1985 Die ersten HIV-Tests für Blutkonserven werden in den USA eingeführt.
1987 Zwei indirekte Tests auf Hepatitis B werden entwickelt und eingesetzt: Hepatitis B Core-Antigen-Test (Verzögerung Tage bis Wochen) und der Alaninaminotransferase(ALT)-Test, der jedoch frühestens 4 Wochen bis maximal 12 Wochen nach Infektion die erhöhte ALT erkennen kann.
1990 Der erste Test für Hepatitis C wurde eingeführt.
1992 Spenderblut wird auf HIV-1 und HIV-2 Antikörper getestet.
1996 Start der Tests auf HIV Antigen p24. Verbesserte und beschleunigte die Tests, da nun nicht mehr indirekt die Antikörper detektiert wurden, die erst 3 - 5 Wochen nach der Infektion nachgewiesen werden können, sondern ein spezielles Virus-Protein.
1999 Die Nukleinsäure-Amplifikations-Technik (NAT) wird implementiert. NAT kann direkt die genetischen Bestandteile von HCV und HIV feststellen.
2001 Die Leukozytendepletion wird verbindlich vorgeschrieben.
2003 Einführung des Predonation-Sampling.
2005 Anzucht von Hepatitis C-Viren
Heute ... werden bei der Verträglichkeitsbestimmung bis zu 40 Merkmale und außerdem die für die Transplantat-Abstoßung verantwortlichen Gewebeantigene berücksichtigt. Es gibt 15 bis 19 bekannte Blutgruppen-Systeme. Es wurden über 400 bekannte Rote-Blutkörperchen-Antigene erkannt und charakterisiert. Im Rhesus-Blutgruppensystem können bis zu 300 Rhesusbluttypen theoretisch erkannt werden.

Durch die immer aufwändigeren Tests liegt der Preis für eine Konserve bei über 140 EUR (Stand 2001, 1999 waren es noch etwa 60 EUR). Der Aufwand beträgt geschätzt etwa 7,5 Millionen EUR pro entdeckter und eliminierter HIV-infektiöser Spende und wird in Deutschland ab 1. Mai 2004 - um den Sicherheitsaspekten gerecht zu werden - vom Gesundheitswesen getragen (Stand 2004)

Αιματοδότες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αιματοδότες θα πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις προκειμένου το αίμα τους να γίνει αποδεκτό. Με την βοήθεια ιατρικών εξετάσεων αποκλείονται οι δότες που έχουν συγκεκριμένες ασθένειες ή στο παρόν ή στο ιστορικό τους. Επίσης ειδικά τέστ υπάρχουν για την διάγνωση ηπατίτιδας τύπου Β και AIDS.

Συμβατότητα του αίματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν γίνεται μετάγγιση αίματος, η ομάδες αίματος πρέπει να είναι συμβατές.

  • Συμβατότητα των ομάδων αίματος όταν γίνεται μετάγγιση ερυθρών κυττάρων
λήπτης δότης
0 0
A A και 0
B B και 0
AB AB, A, B και 0
  • Συμβατότητα των ομάδων αίματος όταν γίνεται μετάγγιση πλάσματος αίματος
λήπτης δότης
0 AB, A, B και 0
A A και AB
B B και AB
AB AB

Επιστημονικές μελέτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τις πρόσφατες δεκαετίες η διεθνής ιατρική πρακτική δίνει ολοένα και αυξανώμενη έμφαση στη δραστική μείωση των μεταγγίσεων αίματος. Η ανάγκη για αυτή τη μείωση υφίσταται για τρεις κυρίως λόγους: α) οι κίνδυνοι της μετάγγισης είναι υπαρκτοί και, εν πολλοίς, αναπόφευκτοι, β) το προς μετάγγιση αίμα προσφέρεται από εθελοντές αιμοδότες και η προσφορά δεν είναι απεριόριστη και γ) το κόστος λήψης και επεξεργασίας κάθε μονάδας αίματος και παραγώγων είναι σημαντικό. Πέραν αυτών, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο την αυτάρκεια σε αίμα και παράγωγα του αίματος τόσο της κάθε χώρας-μέλους όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά, στόχος που απαιτεί αύξηση της προσφοράς αίματος και μείωση της κατανάλωσής του.[1].

Εναλλακτικές πρακτικές αντί της μετάγγισης αίματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι εναλλακτικές πρακτικές αντί της μετάγγισης αίματος αφορούν ιατρικές τεχνικές που αποσκοπούν στην αναίμακτη περίθαλψη του ασθενούς.

Κύριος στόχος των τεχνικών είναι ο έλεγχος της αιμορραγίας, η ενίσχυση του αιμοποιητικού συστήματος και ο περιορισμός της αναιμίας. Η πρόοδος της ιατρικής τεχνολογίας καθιστά την αναίμακτη χειρουργική ολοένα και πιο διαδεδομένη πρακτική.

Στη συνέχεια περιγράφονται κάποιες βασικές τεχνικές αναίμακτης περίθαλψης.

Χειρουργικές συσκευές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σύγχρονες χειρουργικές συσκευές δίνουν τη δυνατότητα στο ιατρικό προσωπικό να ελαχιστοποιήσει την απώλεια αίματος κατά τη διάρκεια των χειρουργικών επεμβάσεων. Τέτοια μέσα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα εξής:

  • Διαθερμικό νυστέρι μικροκυμάτων
  • Ηλεκτροκαυτηρίαση (ηλεκτροχειρουργική)
  • Νυστέρι υπερήχων[2]
  • Στερεοτακτική ακτινοχειρουργική
  • Συσκευή πήξης με ακτίνα αργού
  • Χειρουργική με τη χρήση λέιζερ

Τεχνικές ελέγχου της απώλειας αίματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις περιπτώσεις που υφίσταται αιμορραγία εφαρμόζονται τεχνικές οι οποίες περιορίζουν την απώλεια αίματος. Τέτοιες τεχνικές περιλαμβάνουν, ανάλογα με την κρισιμότητα της κατάστασης, τη χρήση αιμοστατικών παραγόντων, αιμοστατικού πιεστικού επιδέσμου (tourniquet), την άμεση εφαρμογή πίεσης, την επίσπευση της χειρουργικής επέμβασης, την ανύψωση του συγκεκριμένου μέρους του σώματος πάνω από το επίπεδο της καρδιάς, την ελεγχόμενη υπόταση και την τοποθέτηση επιθεμάτων πάγου.

Σε επείγουσες καταστάσεις, όπου είναι ορατός ο κίνδυνος καταπληξίας, επιπρόσθετες τεχνικές που χρησιμοποιούνται είναι η τοποθέτηση του ασθενούς σε θέση Trendelenburg[3], η χρήση αντισόκ παντελονιών και η κατάλληλη αντικατάσταση του όγκου του αίματος, αφού πρώτα τεθεί υπό έλεγχο η αιμορραγία.

Χειρουργικές και αναισθησιολογικές τεχνικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τον περιορισμό της απώλειας αίματος κατά την εγχειρητική φάση έχουν αναπτυχθεί διάφορες χειρουργικές και αναισθησιολογικές τεχνικές. Σε αυτές τις τεχνικές περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι εξής:

  • Αρτηριακός εμβολισμός
  • Διεγχειρητική/μετεγχειρητική συλλογή του αυτόλογου αίματος
  • Λαπαροσκοπική χειρουργική
  • Ενδαγγειακή χειρουργική[4]
  • Μείωση της ροής του αίματος προς το δέρμα
  • Οξεία ισοογκαιμική αιμοαραίωση
  • Προεγχειρητικός σχεδιασμός:
  • Διευρυμένη χειρουργική ομάδα και/ή ελαχιστοποίηση της χρονικής διάρκειας
  • Χειρουργική θέση
  • Σταδιοποίηση περίπλοκων επεμβάσεων
  • Προκλητή υποθερμία
  • Σχολαστική αιμόσταση
  • Υπερογκαιμική αιμοαραίωση
  • Υποτασική αναισθησία

Περιορισμός της ιατρογενούς απώλειας αίματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την προεγχειρητική φάση της περίθαλψης του ασθενούς είναι δυνατή η ελαχιστοποίηση της απώλειας του αίματος του ασθενούς. Ως αποτέλεσμα, ο ασθενής έχει μεγαλύτερη αυτάρκεια σε αίμα.

Το διαδερμικό παλμικό οξύμετρο παρέχει στο γιατρό τη δυνατότητα να ελέγχει την οξυγόνωση των ιστών και, αντίστοιχα, να μεταφέρει οξυγόνο σε αυτούς μέσω του διαδερμικού/παλμικού οξυμέτρου.[5] Άλλες απλές και αποτελεσματικές πρακτικές περιλαμβάνουν τη διενέργεια μόνο των απαραίτητων εξετάσεων, τη λήψη μικρότερων δειγμάτων αίματος (με σωληνάρια παιδιατρικού μεγέθους), τη χρήση εξοπλισμού μικροαιμοληψίας και την καλύτερη αξιοποίηση των δειγμάτων με πολλαπλά τεστ ανά δείγμα.

Εκτατικά όγκου του αίματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται σημαντική απώλεια αίματος του ασθενούς αποτελεί συνηθισμένη πρακτική η άμεση ανατροφοδότηση αίματος μέσω μετάγγισης. Εντούτοις, τέτοιου είδους καταστάσεις θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσω άμεσου περιορισμού της αιτίας που προκαλεί την απώλεια του αίματος και, στη συνέχεια, τη διατήρηση του σχετικού όγκου του αίματος με τη χρήση εκτατικών σκευασμάτων. Τα εκτατικά όγκου του αίματος χωρίζονται σύμφωνα με τη σύστασή τους σε κρυσταλλοειδή και κολλοειδή. Αυτά περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Κρυσταλλοειδή:
  • Γαλακτικό διάλυμα Ringer
  • Υπέρτονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου
  • Φυσιολογικός ορός
  • Κολλοειδή:
  • Pentastarch/Hetastarch
  • Δεξτράνη
  • Ζελατίνη

Αιμοστατικοί παράγοντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αιμοστατικοί παράγοντες συμβάλλουν στον έλεγχο της αιμορραγίας και στην υποβοήθηση της πήξης του αίματος. Κατά την αιμορραγία στην εγχειρητική φάση οι αιμοστατικοί παράγοντες συμβάλλουν "στην ασφάλεια του ασθενούς και τη διεκπεραίωση της χειρουργικής επέμβασης".[6] Διακρίνονται σε τοπικούς και ενέσιμους.

Οι τοπικοί αιμοστατικοί παράγοντες περιλαμβάνουν προϊόντα όπως το Avitene, το Gelfoam, το Oxycel, το Surgicel και άλλα επικολλητικά των ιστών. Στους ενέσιμους περιλαμβάνονται η Βιταμίνη Κ, η Δεσμοπρεσίνη, το ε-Αμινοκαπροϊκό οξύ και το Τρανεξαμικό οξύ.

Άλλοι αιμοστατικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τον ανασυνδυασμένο παράγοντα VIIa, την Απροτινίνη, τη Βαζοπρεσίνη, το κρυοΐζημα (Cryoprecipitate) και τα συζευγμένα οιστρογόνα.

Θεραπευτικοί παράγοντες και τεχνικές αντιμετώπισης της αναιμίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γραφική αναπαράσταση της ορμόνης ερυθροποιητίνη (αιματοποιητίνη)

Υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν θεραπευτικά σε καταστάσεις αναιμίας, όταν υπάρχει διαθέσιμος χρόνος για να εφαρμοσθούν. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι αιματινικοί παράγοντες, όπως ο σίδηρος, το φυλλικό οξύ και η βιταμίνη B12, οι ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες (εφόσον ενδείκνυνται), η χρήση ερυθροποιητίνης (rHuEPO), η θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο, η χρήση μεταφορέων οξυγόνου βασισμένων στους υπερφθοράνθρακες και τα διαλύματα αιμοσφαιρίνης.

Έρευνες έχουν δείξει ότι είναι δυνατή η ανοχή μικρότερου βαθμού ισοογκαιμικής αναιμίας, πέραν του «παραδοσιακού» κανόνα 10/30. Παράλληλα, η διακοπή οποιασδήποτε αιμορραγίας, η διατήρηση του ενδαγγειακού όγκου, η διαιτολογική υποστήριξη και η υποστήριξη με οξυγόνο μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στην αντιμετώπιση της αναιμίας.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στην ανάγκη για δραστικό περιορισμό των μεταγγίσεων αίματος κατέληξε, η πανευρωπαϊκή μελέτη Sanguis ("The SANGUIS Survey") στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στην οποία περιλαμβανόταν και η Ελλάδα. Αμερικανικές μελέτες είχαν φέρει το ζήτημα αυτό στο προσκήνιο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. (Αλίκη Καλλινίκου-Μανιάτη, «Ευρωπαϊκή Εμπειρία για τη Χρήση του Αίματος στο Χειρουργικό Ασθενή: Πρόγραμμα "Sanguis"», δημοσιευμένο στα πρακτικά του 21ου Ετήσιου Πανελλήνιου Ιατρικού Συνεδρίου με θέμα: «Στρατηγική Περιορισμού των Μεταγγίσεων», Ιατρική Εταιρία Αθηνών, 1995)
  2. Βλέπε επίσης Μακεδονία, 17 Οκτωβρίου 2007, «Ψαλίδι υπερήχων καταργεί τις μεταγγίσεις αίματος».
  3. Στη θέση Trendelenburg ο ασθενής τοποθετείται σε ύπτια θέση με το κεφάλι χαμηλότερα από τα πόδια.
  4. Αναφορά στην ενδαγγειακή χειρουργική ανευρυσμάτων γίνεται στο Έθνος, 12ης Ιουλίου 2008, «Και τώρα αναίμακτες επεμβάσεις», σ. 26.
  5. Βλέπε την ενότητα «Ο έλεγχος της οξυγονώσεως» του άρθρου Υγεία/Αναπνευστικό: Πνευμονία, στον ιστότοπο iatronet.gr.
  6. Γ. Κουταλέλης & Ι. Αναστασίου, «Oι επιπλοκές στη λαπαροσκοπική χειρουργική» (pdf), στον ιστότοπο iatrikionline.gr.

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Clinical Hospital Unversity of Chile/The Foundation for Alternative Transfusion Practices, Alternative Transfusion Practices in Emergency Situations (Εναλλακτικές των Μεταγγίσεων Πρακτικές για Επείγοντα Περιστατικά), 2nd ed, 2004.
  • "Perioperative Blood Conservation Strategies: An Update for Clinicians" (Μέθοδοι Περιεγχερητικής Εξοικονόμισης Αίματος: Ενημέρωση για Κλινικούς Γιατρούς), Canadian Journal of Anesthesia, Ιούνιος/Ιούλιος 2003, Τόμ. 50, Αρ. 6.
  • "Blood Conservation Strategies in the Surgical Patient" (Μέθοδοι Εξοικονόμισης Αίματος στον Χειρουργικό Ασθενή), Department of Surgical Education, Orlando Regional Medical Center.
  • "Transfusion-free Surgeries Help Trim Blood Use" (Χειρουργικές Τεχνικές Χωρίς Μεταγγίσεις που Βοηθούν στην Περικοπή της Χρήσης Αίματος), The Columbus Dispatch, 1/12/2006.
  • "Blood Management, Past & Present" (Διαχείριση Αίματος: Παρελθόν και Παρόν), Deborah Tolich, Society for the Advancement of Blood Management.
  • Ιατρικές Εναλλακτικές Λύσεις Αντί της Μετάγγισης Αίματος, 2002, Β.Φ.Ε. Σκοπιά.
  • "'Bloodless' surgery gains new acceptance" (Η "αναίμακτη" χειρουργική κερδίζει νέα αποδοχή), The New York Times, 21 Απριλίου 1998 (αγγλικά).
  • "'Bloodless' surgery avoids risks of transfusion" [1] (Η "αναίμακτη" χειρουργική αποφεύγει τους κινδύνους της μετάγγισης), Associated Press, 24 Απριλίου 2006 (αγγλικά).
  • "Blood management strategies for critical care patients" (Μέθοδοι διαχείρισης αίματος για ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση), Critical Care Nurse, Δεκέμβριος 2003 (αγγλικά) (pdf).
  • Πειραματική αμινοξεϊκή γέλη ανακόπτει αιματηρές τομές σε λιγότερο από 15 δευτερόλεπτα (βίντεο), στον ιστότοπο LiveScience.com.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]