Μεταμόσχευση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η πρώτη μεταμόσχευση καρδιάς στην Μπρατισλάβα της Τσεχοσλοβακίας το 1968.

Η μεταμόσχευση οργάνων είναι πολύπλοκη διαδικασία κατά την οποία, με εγχείρηση, μεταφέρονται υγιή όργανα, από νεκρό ή ζωντανό δότη σε έναν σοβαρά πάσχοντα λήπτη, με σκοπό την αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού του.[1] Ουσιαστικά αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της ιατρικής του 20ού αιώνα και έχει καθιερωθεί πλέον ως θεραπευτική πρακτική.[2] Επιτρέπει την αποκατάσταση των λειτουργιών του σώματος, που είχαν μέχρι τότε χαθεί ή είχαν υποκατασταθεί με μια μηχανικού τύπου μέθοδο. Πιο συγκεκριμένα, η μεταμόσχευση είναι η εγχείρηση κατά την οποία υγιή όργανα, ιστοί ή κύτταρα μεταφέρονται από έναν εκλιπόντα ή ζωντανό δότη σε ένα χρονίως πάσχοντα ασθενή, με σκοπό την αποκατάσταση της λειτουργίας κάποιου οργάνου του, το οποίο βρίσκεται σε ανεπάρκεια.[3][4]

Τα όργανα τα οποία μπορούν να μεταμοσχευτούν είναι οι νεφροί, η καρδιά, το ήπαρ, οι πνεύμονες, το πάγκρεας και τμήμα του λεπτού εντέρου.[3][5] Οι ιστοί και τα κύτταρα που μπορούν σήμερα να μεταμοσχευτούν είναι δέρμα, επιδερμίδα, οστά, χόνδροι, μύες, τένοντες, σύνδεσμοι, περιτονίες, αγγεία, βαλβίδες της καρδιάς, κερατοειδής χιτώνας του οφθαλμού, σκληρός χιτώνας του οφθαλμού, εμβρυϊκή μεμβράνη, χόριο, ενδοκρινείς ιστοί και ενδοκρινικά κύτταρα, νευρικά κύτταρα, αιμοποιητικά κύτταρα κ.α. Οι τεχνικές συνεχώς βελτιώνονται και σύντομα θα είναι δυνατή η μεταμόσχευση και άλλων οργάνων, ιστών και κυττάρων.[4]

Οι μεταμοσχεύσεις πολλαπλών οργάνων, αν και λιγότερο συχνές από τις μεταμοσχεύσεις ενός οργάνου, γίνονται κάθε χρόνο. Οι κοινές μεταμοσχεύσεις πολλαπλών οργάνων περιλαμβάνουν καρδιά και πνεύμονες ή πάγκρεας και νεφροί.[4] Παγκοσμίως, οι νεφροί είναι τα πιο συχνά μεταμοσχευμένα όργανα, ακολουθούμενα από το ήπαρ και μετά από την καρδιά.[6] Ο κερατοειδής και τα μυοσκελετικά μοσχεύματα είναι οι πιο συχνά μεταμοσχευμένοι ιστοί. Οι δότες οργάνων μπορεί να είναι ζωντανοί, εγκεφαλικά νεκροί ή νεκροί λόγω κυκλοφορικού θανάτου.[7] Ο ιστός μπορεί να ανακτηθεί από δότες που έχουν πεθάνει από κυκλοφορικό θάνατο,[8] καθώς και από εγκεφαλικό θάνατο[1] – έως και 24 ώρες μετά τη διακοπή του καρδιακού παλμού. Σε αντίθεση με τα όργανα, οι περισσότεροι ιστοί (με εξαίρεση τους κερατοειδείς) μπορούν να διατηρηθούν και να αποθηκευτούν για έως και πέντε χρόνια.

Η μεταμόσχευση εγείρει μια σειρά από ζητήματα βιοηθικής, συμπεριλαμβανομένου του ορισμού του θανάτου, του πότε και του τρόπου που πρέπει να δοθεί η συγκατάθεση για τη μεταμόσχευση οργάνου και της πληρωμής για τα όργανα προς μεταμόσχευση.[9][10] Άλλα ζητήματα ηθικής περιλαμβάνουν τον μεταμοσχευτικό τουρισμό και ευρύτερα το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο στο οποίο μπορεί να συμβεί η προμήθεια οργάνων ή η μεταμόσχευση. Ένα ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελεί η εμπορία οργάνων, όπως επίσης και το ηθικό ζήτημα του να μην καλλιεργείται ψεύτικη ελπίδα στους ασθενείς.[11]

Η μεταμοσχευτική ιατρική είναι ένας από τους πιο απαιτητικούς και πολύπλοκους τομείς της σύγχρονης ιατρικής. Μερικοί από τους βασικούς τομείς για την ιατρική διαχείριση είναι τα προβλήματα απόρριψης μοσχεύματος, κατά τα οποία το σώμα έχει μια ανοσολογική απόκριση στο μεταμοσχευμένο όργανο, που πιθανώς οδηγήσει σε απόρριψη του μοσχεύματος και στην ανάγκη άμεσης αφαίρεσης του οργάνου από τον λήπτη.[1] Όταν είναι δυνατόν, η απόρριψη μοσχεύματος μπορεί να μειωθεί μέσω ορότυπου για τον προσδιορισμό της καταλληλότερης αντιστοίχισης δότη-λήπτη,[12] και μέσω της χρήσης ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων.[13]

Είδη μοσχευμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτομόσχευμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αυτομόσχευμα είναι η μεταμόσχευση ιστού από ένας σημείο του σώματος σε ένα άλλο σημείο στο ίδιο άτομο.[1][14] Μερικές φορές αυτό γίνεται με πλεονάζοντα ιστό, ιστό που μπορεί να αναγεννηθεί ή ιστό που χρειάζεται περισσότερο σε ένα άλλο σημείο (ορθοτοπικό μόσχευμα). Παραδείγματα αποτελούν τα δερματικά μοσχεύματα μετά την αφαίρεση μελανώματος ή μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος,[15] η εξαγωγή φλέβας για επέμβαση παράκαμψης στεφανιαίας αρτηρίας (CABG) κ.α. Μερικές φορές χρησιμοποιείται ένα αυτομόσχευμα για την αφαίρεση του ιστού και στη συνέχεια τη θεραπεία του ή του ατόμου πριν από την επιστροφή του. Παραδείγματα αποτελούν τα αυτομοσχεύματα βλαστοκυττάρων, και η αποθήκευση αίματος πριν από τη χειρουργική επέμβαση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μια περιφερική άρθρωση χρησιμοποιείται για να αντικαταστήσει μια άλλη που βρίσκεται κοντά (ετεροτοπικό μόσχευμα).[1] Για παράδειγμα, μια άρθρωση ποδιού ή αστραγάλου χρησιμοποιείται για να αντικαταστήσει μια άρθρωση γόνατος.

Ισομόσχευμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ισομόσχευμα είναι η μεταμόσχευση ιστού από έναν γενετικά πανομοιότυπο δότη, όπως ένα μονοζυγωτικό δίδυμο.[15] Τα ισομοσχεύματα διαφοροποιούνται από άλλους τύπους μοσχευμάτων επειδή, ενώ είναι ανατομικά πανομοιότυπα με τα αλλομοσχεύματα, δεν προκαλούν ανοσοαπόκριση.[1]

Αλλομόσχευμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνα χεριού 20 μέρες μετά τη μεταμόσχευσή του.

Το αλλομόσχευμα είναι η μεταμόσχευση ιστού ή οργάνου από δότη σε λήπτη του ίδιου είδους.[15] Οι περισσότερες μεταμοσχεύσεις ανθρώπινου ιστού και οργάνων είναι αλλομοσχεύματα. Λόγω της γενετικής διαφοράς μεταξύ του οργάνου του δότου και του λήπτη, το ανοσοποιητικό σύστημα του λήπτη θα αναγνωρίσει το όργανο ως ξένο και θα προσπαθήσει να το καταστρέψει, προκαλώντας απόρριψη μοσχεύματος. Ο κίνδυνος απόρριψης μοσχεύματος μπορεί να εκτιμηθεί μετρώντας το επίπεδο των ειδικών αντιδραστικών αντισωμάτων (panel-reactive antibodies).[16]

Ετερομόσχευμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ετερομόσχευμα είναι η μεταμόσχευση ιστού από δότη σε λήπτη διαφορετικού είδους.[1] Ένα παράδειγμα είναι η μεταμόσχευση βαλβίδας καρδιάς χοίρου, η οποία είναι αρκετά συνηθισμένη και επιτυχημένη. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί το δέρμα που λαμβάνεται από μια ποικιλία ζώων, συνήθως ενός χοίρου. Το δέρμα ετερομοσχεύματος χρησιμοποιείται συχνά λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας και του υψηλού κόστους του ανθρώπινου δερματικού ιστού. Η κάλυψη τραύματος με χρήση ετερομοσχεύματος είναι μια προσωρινή λύση μέχρι το χρησιμοποιηθεί το αυτομόσχευμα.[17]

Το ετερομόσχευμα είναι συχνά ένας εξαιρετικά επικίνδυνος τύπος μοσχεύματος λόγω του αυξημένου κινδύνου μη λειτουργικής συμβατότητας, απόρριψης και ασθένειας που μεταφέρεται στον ιστό.

Μεταμόσχευση οργάνων και ιστών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάγραμμα που απεικονίζει την τοποθέτηση μιας καρδιάς δότη σε μια ορθοτοπική διαδικασία. Tο πίσω μέρος του αριστερού κόλπου του ασθενούς (left atrium) και τα μεγάλα αγγεία παραμένουν στη θέση τους.
Ο νεφρός του δότη είναι τυπικά τοποθετημένος κάτω από την κανονική ανατομική θέση.

Τα όργανα και οι ιστοί που συνήθως μεταμοσχεύονται (υπάρχουν και άλλα) είναι τα παρακάτω:

Κύρια όργανα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καρδιά (μόνο νεκρός δότης)
  • Πνεύμονας (νεκρός δότης ή γενετικά συμβατός ζωντάνος δότης)
  • Νεφρό (νεκρός ή ζωντανός δότης)
  • Ήπαρ (νεκρός δότης, που επιτρέπει τη δωρεά ολόκληρου του ήπατος, ή ζωντανός δότης, όπου η δωρεά περιλαμβάνει μόνο μέρος του οργάνου)
  • Πάγκρεας (μόνο νεκρός δότης, σε αντίθετη περίπτωση προκύπτει ένας πολύ σοβαρός τύπος διαβήτη εάν αφαιρεθεί ολόκληρο το πάγκρεας από ζωντανό άτομο)
  • Έντερο (νεκρός ή ζωντανός δότης - αναφέρεται συνήθως στο λεπτό έντερο)
  • Στομάχι (μόνο νεκρός δότης)
  • Πρόσωπο (σε πειραματική διαδικασία - εκτός από το δέρμα, η μεταμόσχευση μπορεί να περιλαμβάνει οστά, μαζί με μύες, δέρμα, αιμοφόρα αγγεία και νεύρα).

Ιστοί, κύτταρα και υγρά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είδη δωρητών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζωντανοί δότες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αυτή την περίπτωση, ο δότης παραμένει ζωντανός και δωρίζει έναν ανανεώσιμο ιστό, κύτταρο ή υγρό (π.χ. αίμα, δέρμα) ή δωρίζει ένα όργανο ή μέρος ενός οργάνου στο οποίο το υπόλοιπο όργανο μπορεί να αναγεννηθεί ή να αναλάβει το φόρτο εργασίας του μέρους που απομακρύνθηκε (κυρίως δωρεά μονήρους νεφρού, μερική δωρεά ήπατος, λοβού του πνεύμονα, λεπτού εντέρου). Προς το παρόν πραγματοποιούνται έρευνες αναγεννητικής ιατρικής που μια μέρα θα δίνουν τη δυνατότητα επιστροφής οργάνων που αναπτύσσονται στο εργαστήριο, χρησιμοποιώντας κύτταρα του ίδιου του ατόμου μέσω βλαστοκυττάρων ή υγιών κυττάρων που εξάγονται από τα όργανα που παρουσιάζουν βλάβη.[18]

Νεκροί δότες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νεκροί δότες είναι άτομα που έχουν κηρυχθεί εγκεφαλικά νεκρά και των οποίων τα όργανα διατηρούνται βιώσιμα με αναπνευστήρες ή άλλους μηχανισμούς υποστήριξης μέχρι να μπορέσουν να αφαιρεθούν για μεταμόσχευση. Εκτός από τους εγκεφαλικά νεκρούς δότες, οι οποίοι αποτελούν την πλειονότητα των αποθανόντων δοτών τα τελευταία 20 χρόνια, υπάρχει αυξανόμενη χρήση δοτών μετά από κυκλοφορικό θάνατο για να αυξηθεί η πιθανή δεξαμενή των δοτών καθώς η ζήτηση για μοσχεύματα συνεχίζει να αυξάνεται.[19][20][2] Πριν από την αναγνώριση του εγκεφαλικού θανάτου στη δεκαετία του 1980, όλοι οι νεκροί δότες οργάνων προσδιορίζονταν νεκροί από κυκλοφορικό θάνατο. Τα όργανα που προέρχονται από κυκλοφορικό θάνατο έχουν κατώτερη έκβαση από τα όργανα ενός εγκεφαλικά νεκρού δότη.[21] Για παράδειγμα, οι ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση ήπατος δότη μετά από κυκλοφορικό θάνατο έχουν σημαντικά χαμηλότερη επιβίωση μοσχεύματος από εκείνους που έχουν λάβει μόσχευμα δότη μετά από εγκεφαλικό θάνατο. Τα προβλήματα προκαλούνται από επιπλοκές των χοληφόρων και λόγω της πρωτοπαθούς μη λειτουργίας του ήπατος. Ωστόσο, δεδομένης της σπανιότητας των κατάλληλων οργάνων και του αριθμού των ανθρώπων που πεθαίνουν περιμένοντας, κάθε δυνητικά κατάλληλο όργανο αναγκαστικά λαμβάνεται υπόψη.

Ηθικά ζητήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμός του θανάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εγκεφαλικό στέλεχος, με βάση το οποίο προσδιορίζεται ο εγκεφαλικός θάνατος.

Η μεταμόσχευση εγείρει σημαντικά ζητήματα ηθικής σχετικά με τη διάγνωση του θανάτου πιθανών δοτών και, ιδιαίτερα, του πόσο μακριά πρέπει να συνεχιστεί η ανάνηψη. Στην περίπτωση του κυκλοφορικού θανάτου, πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για να αποκατασταθεί ο καρδιακός παλμός σε κάποιον που έχει υποστεί ξαφνική καρδιακή ανακοπή ή για να αποκατασταθεί η αναπνοή σε κάποιον που δεν μπορεί να αναπνεύσει. Η τεχνητή αναπνοή και το μασάζ της καρδιάς, οι καθιερωμένες μέθοδοι ανάνηψης, συνεχίζονται μέχρι να καταστεί σαφές ότι ο εγκέφαλος είναι νεκρός. Οι περισσότεροι γιατροί θεωρούν ότι πέρα από αυτό το σημείο οι προσπάθειες για ανάνηψη είναι χωρίς αποτέλεσμα.[1]

Σε πολλές χώρες, το ζήτημα του τρόπου διάγνωσης του εγκεφαλικού θανάτου —δηλαδή της μη αναστρέψιμης καταστροφής του εγκεφάλου— έχει συζητηθεί από νευρολόγους και άλλους ειδικούς γιατρούς. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ειδικούς συμφωνούν ότι όταν καταστραφεί το εγκεφαλικό στέλεχος, δεν μπορεί να υπάρξει ανάκαμψη. Το εγκεφαλικό στέλεχος ελέγχει τη ζωτική λειτουργία της αναπνοής και τα αντανακλαστικά των ματιών και των αυτιών και μεταδίδει όλες τις πληροφορίες μεταξύ του εγκεφάλου και του υπόλοιπου σώματος. Οι περισσότερες χώρες έχουν θεσπίσει αυστηρές κατευθυντήριες γραμμές για το πώς πρέπει να διαγνωστεί ο θάνατος του εγκεφαλικού στελέχους και ποιες περιπτώσεις πρέπει να αποκλειστούν - για παράδειγμα, ασθενείς που έχουν δηλητηριαστεί, τους έχουν χορηγηθεί φάρμακα ή έχουν αναπτύξει υποθερμία. Τα νευρολογικά σημάδια του θανάτου του εγκεφαλικού στελέχους πρέπει να διαπιστωθούν από έναν εκπαιδευμένο κλινικό ιατρό που δεν ασχολείται άμεσα με τη μεταμόσχευση. Αυτά τα σημάδια επαληθεύονται εκ νέου μετά από ένα διάστημα, και, εάν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, γίνονται περαιτέρω επαληθεύσεις μέχρις ότου πληρούνται όλα τα κριτήρια. Όταν πληρούνται όλα τα κριτήρια του θανάτου του εγκεφαλικού στελέχους, δεν έχει καταγραφεί ποτέ ανάκαμψη του ασθενούς.[1]

Νομικές πτυχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε χώρες με καθιερωμένα προγράμματα μεταμόσχευσης, η μεταμόσχευση οργάνων υπόκειται σε αυστηρές ρυθμίσεις.[1] Τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν διαφορετικά εθνικά (και μερικές φορές περιφερειακά) συστήματα που επιτρέπουν στους ανθρώπους να συναινούν στη δωρεά οργάνων μετά θάνατον. Σύμφωνα με το σύστημα «opt-in» (που ονομάζεται επίσης σύστημα «ρητής συναίνεσης»), η συγκατάθεση πρέπει να δίνεται ρητά. Το σύστημα «opt-out» υποστηρίζει την αρχή της «εικαζόμενης συναίνεσης» (η σιωπή ισοδυναμεί με συναίνεση), εκτός εάν υποβληθεί συγκεκριμένο αίτημα για μη αφαίρεση οργάνων για δωρεά πριν από το θάνατο. Υπάρχουν και μικτά συστήματα. Στην πράξη, υπάρχουν λειτουργικές διαφοροποιήσεις, καθώς η οικογένεια του θανόντος εξακολουθεί να παίζει εξέχοντα ρόλο στη λήψη αποφάσεων. Το σύστημα εικαζόμενης συναίνεσης θεωρείται συχνά ότι συμβάλλει σε υψηλότερα ποσοστά δωρεών. Είναι ωστόσο ένα αμφιλεγόμενο σύστημα που συζητείται ευρέως μεταξύ του κοινού και των πολιτικών.[2]

Απόρριψη μοσχεύματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απόρριψη μοσχεύματος συμβαίνει όταν το ανοσοποιητικό σύστημα του λήπτη επιτίθεται στο μόσχευμα του δότη και αρχίζει να καταστρέφει τον μεταμοσχευμένο ιστό ή όργανο. Η ανοσολογική απόκριση πυροδοτείται συνήθως από την παρουσία του μοναδικού συνόλου πρωτεϊνών του δότη (λέγεται μείζον σύμπλεγμα ιστοσυμβατότητας [MHC] ή αντιγόνο ανθρώπινων λευκοκυττάρων [HLA]), το οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα του λήπτη θα αναγνωρίσει ως ξένο. Ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των γονιδίων HLA του δότη και του λήπτη είναι γνωστός ως ιστοσυμβατότητα. Όσο πιο γενετικά συμβατοί είναι ο δότης και ο λήπτης, τόσο πιο ανεκτικό είναι το ανοσοποιητικό σύστημα του λήπτη στο μόσχευμα. Ωστόσο, εκτός εάν ο δότης και ο λήπτης είναι γενετικά πανομοιότυποι (π.χ. όπως συμβαίνει σε μονοζυγωτικά δίδυμα) θα υπάρχει πάντα κάποιος βαθμός απόρριψης. Εκτός από τις ανόμοιες πρωτεΐνες HLA, άλλες επιφανειακές πρωτεΐνες στο μόσχευμα δότη μπορούν επίσης να αναγνωριστούν ως ξένες και να προκαλέσουν ανοσολογική απόκριση.[22]

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένας ασθενής μπορεί να εμφανίσει τη λεγόμενη αντίδραση μοσχεύματος έναντι ξενιστή, όπου τα ώριμα ανοσοκύτταρα που υπάρχουν ήδη στο μόσχευμα του δότη αρχίζουν να επιτίθενται στα υγιή κύτταρα του λήπτη. Η αντίδραση μοσχεύματος έναντι ξενιστή, όπου το μόσχευμα δότη περιγράφεται ως «ανοσοποιητικό» (δηλαδή ικανό να παράγει ανοσοαπόκριση) προκαλεί σοβαρά προβλήματα σε μεταμοσχεύσεις βλαστοκυττάρων (μεταμόσχευση μυελού των οστών) και μπορεί επίσης να συμβεί μετά από μεταγγίσεις αίματος.[22]

Τα κλινικά στάδια απόρριψης του μοσχεύματος περιλαμβάνουν την υπεροξεία απόρριψη, την οξεία απόρριψη, και τη χρόνια απόρριψη. Η υπεροξεία απόρριψη συμβαίνει μέσα σε λίγα λεπτά ή ώρες μετά τη μεταμόσχευση και προκαλείται από την παρουσία προϋπαρχόντων αντισωμάτων του λήπτη, που ταιριάζουν με τα ξένα αντιγόνα του δότη, πυροδοτώντας μια ανοσολογική απόκριση κατά του μοσχεύματος. Η οξεία απόρριψη εμφανίζεται μέσα στους πρώτους 6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Τέλος, επαναλαμβανόμενα επεισόδια οξείας απόρριψης μπορεί τελικά να οδηγήσουν σε χρόνια απόρριψη του μοσχεύματος και αποτυχία του μοσχεύματος. Η χρόνια απόρριψη εκδηλώνεται συνήθως ως ουλή του ιστού ή του οργάνου που μπορεί να εμφανιστεί μήνες έως χρόνια μετά την υποχώρηση της οξείας απόρριψης. Προς το παρόν, δεν υπάρχει θεραπεία για τη χρόνια απόρριψη εκτός από την αφαίρεση του μοσχεύματος.[22]

Στατιστικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατανομή της δραστηριότητας μεταμόσχευσης οργάνων, ανά περιοχή που χρησιμοποιείται στη μελέτη Global Burden of Disease, 2006–2011.[19]

Αριθμός μεταμοσχεύσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νεφρό είναι το πιο μεταμοσχευμένο όργανο παγκοσμίως και ακολουθούν το ήπαρ και η καρδιά. Το 2019, υπήρξαν συνολικά περίπου 153.863 μεταμοσχεύσεις οργάνων παγκοσμίως (με βάση τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και τον Ισπανικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων).[23] Η μεταμόσχευση οργάνων είναι συχνά η καλύτερη ή μοναδική θεραπεία για την ανεπάρκεια οργάνων τελικού σταδίου, αν και η μεταμόσχευση μπορεί να είναι δύσκολη και πολύπλοκη. Η μεταμόσχευση νεφρού, είναι μακράν ο πιο κοινός τύπος μεταμόσχευσης οργάνων παγκοσμίως. Αν και η νεφρική νόσος τελικού σταδίου μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλα μέσα, όπως η αιμοκάθαρση, η μεταμόσχευση νεφρού θεωρείται σε μεγάλο βαθμό ως η καλύτερη θεραπευτική επιλογή. Οι περισσότερες μεταμοσχεύσεις νεφρού γίνονται στην Αμερική και στην Ευρώπη όπου υπάρχει μεγαλύτερος αριθμός δωρητών και καλύτερη πρόσβαση σε διαδικασίες μεταμόσχευσης. Η Ισπανία, η Πορτογαλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τα υψηλότερα ποσοστά νεκρών δοτών οργάνων παγκοσμίως, ωστόσο εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλος αριθμός ασθενών που περιμένουν σε λίστα αναμονής. Μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν πάνω από 108.000 υποψήφιοι που περιμένουν δωρεά οργάνου, η πλειονότητα των οποίων απαιτεί μεταμόσχευση νεφρού.[6]

Ποσοστά επιτυχίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη δεκαετία του 1980, η μεταμόσχευση οργάνων έχει εξελιχθεί, χάρη στην πρόοδο στην ανοσοκαταστολή, στις μεθόδους απεικόνισης, στους αντιμικροβιακούς παράγοντες και στην αντιστοίχιση δότη-λήπτη.[24]

Η μεταμόσχευση νεφρού σε ενήλικες είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία μεταξύ όλων των διαδικασιών. Η λήψη ενός μοσχεύματος από νεκρό δότη διπλασιάζει τις πιθανότητες επιβίωσης ενός ασθενούς, ενώ ένα μόσχευμα από ζωντανό δότη τις τετραπλασιάζει, σε σύγκριση με αυτούς που παραμένουν στη λίστα αναμονής. Ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης μεταξύ των ληπτών είναι τα 12,4 έτη, σε σύγκριση με τα 5,4 έτη μεταξύ αυτών που βρίσκονται στη λίστα αναμονής. Περισσότερο από το 50% των ληπτών μοσχευμάτων ήπατος επιβιώνει για 7 χρόνια, σε σύγκριση με περίπου 25% των ασθενών στη λίστα αναμονής. Η μεταμόσχευση ήπατος από νεκρό δότη σε ενήλικες σχεδόν τετραπλασιάζει τον διάμεσο χρόνο επιβίωσης, από 3,1 σε 11,1 χρόνια. Ο πιο αξιοσημείωτος αντίκτυπος είναι στον παιδιατρικό πληθυσμό - η διάρκεια επιβίωσης συχνά υπερβαίνει τα 25 χρόνια. Παρόμοια ποσοστά 7ετούς επιβίωσης παρατηρούνται στη μεταμόσχευση καρδιάς: περισσότερο από το 50% των ληπτών επιβιώνει, σε σύγκριση με περίπου 25% των ατόμων στη λίστα αναμονής. Στους ενήλικες λήπτες, ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης είναι τα 9,4 έτη, σε σύγκριση με τα 2,4 έτη μεταξύ των ασθενών που περιμένουν καρδιά. Σε παιδιατρικούς λήπτες, ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης είναι τα 12,8 χρόνια.[24][25]

Η επιτυχία της επαναλαμβανόμενης μεταμόσχευσης νεφρού, ήπατος ή καρδιάς μειώνεται, αν και τα ποσοστά επιβίωσης εξακολουθούν να είναι σημαντικά υψηλότερα στους λήπτες. Η λιγότερο παραγωγική επαναλαμβανόμενη διαδικασία, η μεταμόσχευση ήπατος, προσθέτει μόνο περίπου 1,5 χρόνο ζωής στον λήπτη.[24]

Χρονοδιάγραμμα μεταμοσχεύσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1869: Πρώτη μεταμόσχευση αυτομοσχεύματος δέρματος από τον Καρλ Μπούνγκερ. Ο Μπούνγκερ επισκεύασε τη μύτη ενός ατόμου που είχε καταστραφεί από τη σύφιλη εμβολιάζοντας σάρκα από το εσωτερικό του μηρού στη μύτη
  • 1905: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση κερατοειδούς από τον Έντουαρντ Ζιρμ (Τσεχία)
  • 1908: Πρώτη μεταμόσχευση αλλομοσχεύματος δέρματος από δότη σε λήπτη (Ελβετία)
  • 1931: Πρώτη μεταμόσχευση μήτρας
  • 1950: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση νεφρού από τον Ρίτσαρντ Λόουλερ (Σικάγο, ΗΠΑ)[26]
  • 1954: Πρώτη μεταμόσχευση ισομοσχεύματος νεφρού από ζωντανό δότη (μονοζυγωτικά δίδυμα) (ΗΠΑ)[27]
  • 1954: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση κερατοειδούς, καθώς και το πρώτο ήπαρ (Βραζιλία)
  • 1955: Πρώτο αλλομόσχευμα καρδιακής βαλβίδας (Καναδάς)
  • 1963: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση πνεύμονα από τον Τζέιμς Χάρντι σε ασθενή που έζησε 18 ημέρες (ΗΠΑ)
  • 1964: Ο Τζέιμς Χάρντι επιχειρεί μεταμόσχευση καρδιάς χρησιμοποιώντας καρδιά χιμπατζή (ΗΠΑ)
  • 1964: Ένας ασθενής έζησε εννέα μήνες με νεφρά χιμπατζή, άλλοι δώδεκα έζησαν έναν έως δύο μήνες, χάρη στον Κιθ Ρίμτσμα και την ομάδα του (Νέα Ορλεάνη, ΗΠΑ)
  • 1965: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση νεφρού από ζωντανό δότη (Νοσοκομείο «Βασίλισσα Ελισάβετ», Αυστραλία)
  • 1966: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση παγκρέατος από τους Ρίτσαρντ Λίλεχεϊ και Ουίλιαμ Κέλι (Μινεσότα, ΗΠΑ)
  • 1967: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση ήπατος από τον Τόμας Στάρτζλ (Ντένβερ, ΗΠΑ)
  • 1967: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση καρδιάς από τον Κρίστιαν Μπάρναρντ (Κέιπ Τάουν, Νότια Αφρική)
  • 1981: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση καρδιάς/πνεύμονα από τον Μπρους Ρέιτζ (Στάνφορντ, ΗΠΑ)
  • 1983: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση λοβού πνεύμονα από τον Τζόελ Κούπερ στο Γενικό Νοσοκομείο του Τορόντο (Τορόντο, Καναδάς)
  • 1984: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση διπλού οργάνου από τους Τόμας Στάρτζλ και Χένρι Μπάνσον (Πίτσμπουργκ, ΗΠΑ)
  • 1986: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση διπλού πνεύμονα από τον Τζόελ Κούπερ στο Γενικό Νοσοκομείο του Τορόντο (Τορόντο, Καναδάς)
  • 1990: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση μέρους ήπατος από ζωντανό δότη από τον Μεχμέτ Χαμπεράλ (Άγκυρα, Τουρκία)
  • 1992: Πρώτη επιτυχημένη συνδυασμένη μεταμόσχευση ήπατος-νεφρού από ζωντανό δότη από τον Μεχμέτ Χαμπεράλ (Άγκυρα, Τουρκία)
  • 1995: Πρώτη επιτυχημένη λαπαροσκοπική νεφρεκτομή από ζωντανό δότη από τους Λόιντ Ράτνερ και Λούις Καβούσι (Βαλτιμόρη, ΗΠΑ)
  • 1997: Πρώτη επιτυχημένη αλλογενής μεταμόσχευση ανθρώπινης άρθρωσης γονάτου από τον Γκάνθερ Χόφμαν
  • 1997: Πρώτη μεταμόσχευση νεφρού-παγκρέατος από ζωντανό δότη στο Ιλινόις και η πρώτη ρομποτική παγκρεατεκτομή ζωντανού δότη στις ΗΠΑ (Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Ιλινόις)
  • 1998: Πρώτη επιτυχημένη μερική μεταμόσχευση παγκρέατος από ζωντανό δότη από τον Ντέιβιντ Σάδερλαντ (Μινεσότα, ΗΠΑ)
  • 1998: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση χεριού από τον Ζαν-Μισέλ Ντουμπερνάρ (Λυών, Γαλλία)
  • 1998: Πρώτη μεταμόσχευση ήπατος από ενήλικα ζωντανό δότη σε ενήλικα (Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Ιλινόις)
  • 1999: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση ιστού κύστης από τον Άντονι Ατάλα (Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης, ΗΠΑ)
  • 2000: Πρώτη ρομποτική νεφρεκτομή ζωντανού δότη προς μεταμόσχευση νεφρού (Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Ιλινόις)
  • 2004: Πρώτη μεταμόσχευση ήπατος και λεπτού εντέρου από ζωντανό δότη (Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Ιλινόις)
  • 2005: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση ωοθηκών από τον Δρ. Μάτρε (Νοσοκομείο Βάντια, Βομβάη, Ινδία)
  • 2005: Πρώτη επιτυχημένη μερική μεταμόσχευση προσώπου (Γαλλία)
  • 2005: Πρώτη ρομποτική ηπατεκτομή στις ΗΠΑ (Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Ιλινόις)
  • 2006: Πρώτη ζευγαρωμένη δωρεά για ασύμβατη ως προς ΑΒΟ μεταμόσχευση νεφρού στο Ιλινόις (Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Ιλινόις)
  • 2006: Πρώτη μεταμόσχευση γνάθου για συνδυαστική χειρουργική γνάθου δότη με μυελό των οστών ασθενή, από τον Έρικ Γκέντεν (Νοσοκομείο Μάουντ Σινέι, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ)
  • 2006: Πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση ανθρώπινου πέους (Γκουανγκζού, Κίνα)[28][29]
  • 2008: Πρώτη επιτυχημένη πλήρης μεταμόσχευση διπλού βραχίονα από τους Έντγκαρ Μπίμερ, Κρίστοφ Χόνκε και Μάνφρεντ Στάνγκλ (Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου, Γερμανία)
  • 2008: Το πρώτο μωρό που γεννήθηκε από μεταμοσχευμένη ωοθήκη. Η μεταμόσχευση πραγματοποιήθηκε από τον Σέρμαν Σίλμπερ στο Κέντρο Υπογονιμότητας του Σεντ Λούις στο Μιζούρι. Δότρια ήταν η δίδυμη αδερφή της[30]
  • 2008: Πρώτη μεταμόσχευση ανθρώπινης τραχείας χρησιμοποιώντας βλαστοκύτταρα του ίδιου του ασθενούς, από τον Πάολο Ματσιαρίνι (Βαρκελώνη, Ισπανία)
  • 2008: Πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση σχεδόν συνολικής επιφάνειας (80%) του προσώπου, (συμπεριλαμβανομένου του ουρανίσκου, της μύτης, των παρειών και των βλεφάρων) από τη Μαρία Σιμιόνοφ (Κλινική Κλίβελαντ, ΗΠΑ)
  • 2009: Πρώτη ρομποτική μεταμόσχευση νεφρού σε παχύσαρκο ασθενή (Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου του Ιλινόις)
  • 2010: Πρώτη πλήρης μεταμόσχευση προσώπου από τον Τζοάν Πέρε Μπαρέτ και την ομάδα του (Βαρκελώνη, Ισπανία)
  • 2011: Πρώτη μεταμόσχευση δύο ποδιών από τον Δρ. Καβαδάς και την ομάδα του (Νοσοκομείο της Βαλένθια, Λα Φε, Ισπανία)
  • 2012: Πρώτη ταυτόχρονη ρομποτική βαριατρική χειρουργική (επιμήκης γαστρεκτομή ή γαστρικό μανίκι) και μεταμόσχευση νεφρού (Πανεπιστήμιο του Ιλινόις στο Σικάγο)[31]
  • 2012: Πρώτη ρομποτική μεταμόσχευση παραθυρεοειδούς (Πανεπιστήμιο του Ιλινόις στο Σικάγο)
  • 2013: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση ολόκληρου του προσώπου ως επείγουσα χειρουργική επέμβαση για τη διάσωση της ζωής (Παράρτημα του Ογκολογικού Ινστιτούτου Μαρία Κιουρί, Γκλίβιτσε, Πολωνία[32]
  • 2014: Πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση μήτρας που οδήγησε σε τοκετό και υγιές μωρό (Σουηδία)
  • 2014: Πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση πέους (Νότια Αφρική)[33]
  • 2014: Πρώτη μεταμόσχευση οργάνου νεογνού (ΗΒ)[34]
  • 2018: Εφευρέθηκε πιστόλι δέρματος, το οποίο χρειάζεται μια μικρή ποσότητα υγιούς δέρματος που έχει αναπτυχθεί σε εργαστήριο και στη συνέχεια ψεκάζεται σε καμένο δέρμα. Με αυτό τον τρόπο το δέρμα επουλώνεται σε μέρες αντί για μήνες και δεν δημιουργούνται ουλές.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 1,9 «transplant | Definition, Types, & Rejection | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2021. 
  2. 2,0 2,1 2,2 «Organ donation and transplantation: Facts, figures and European Union action» (PDF). Ανακτήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2021. 
  3. 3,0 3,1 «Organ Transplantation». medlineplus.gov. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  4. 4,0 4,1 4,2 «Organ and tissue transplantation - Better Health Channel». www.betterhealth.vic.gov.au. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  5. Anonymous (25 Νοεμβρίου 2016). «Organs». Public Health - European Commission (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  6. 6,0 6,1 «Organ transplantation number worldwide 2019». Statista (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2021. 
  7. Manara, A. R.; Murphy, P. G.; O’Callaghan, G. (2012-01-01). «Donation after circulatory death» (στα English). British Journal of Anaesthesia 108: i108–i121. doi:10.1093/bja/aer357. ISSN 0007-0912. PMID 22194426. https://www.bjanaesthesia.org/article/S0007-0912(17)32174-8/abstract. 
  8. Bernat, J.; Capron, A.; Bleck, T.; Blosser, S.; Bratton, S.; Childress, J.; Devita, M.; Fulda, G. και άλλοι. (2010). «The circulatory–respiratory determination of death in organ donation*». Critical care medicine. doi:10.1097/CCM.0b013e3181c58916. https://www.semanticscholar.org/paper/The-circulatory%E2%80%93respiratory-determination-of-death-Bernat-Capron/2cb003a9a8adf20287ae7552f30f390a638651f6. 
  9. «Human organ and tissue transplantation» (PDF). web.archive.org. 3 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  10. «Bibliography on Transplantation & Ethics» (PDF). web.archive.org. 4 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  11. «Why did a third of Papworth transplant patients die last year?». the Guardian (στα Αγγλικά). 6 Απριλίου 2008. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  12. Frohn, C.; Fricke, L.; Puchta, J. C.; Kirchner, H. (2001-02). «The effect of HLA-C matching on acute renal transplant rejection». Nephrology, Dialysis, Transplantation: Official Publication of the European Dialysis and Transplant Association - European Renal Association 16 (2): 355–360. doi:10.1093/ndt/16.2.355. ISSN 0931-0509. PMID 11158412. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/11158412/. 
  13. «Immunosuppressant Drugs: A Complete Overview». Healthline (στα Αγγλικά). 9 Ιανουαρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2021. 
  14. Ong, D.; Itskovich, Y.; Dance, G. (2016-12). «Autotransplantation: a viable treatment option for adolescent patients with significantly compromised teeth». Australian Dental Journal 61 (4): 396–407. doi:10.1111/adj.12420. ISSN 1834-7819. PMID 27029674. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/27029674/. 
  15. 15,0 15,1 15,2 «allograft | surgery | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2021. 
  16. Mishra, Mahendra Narain; Baliga, Krishna V. (2013-05). «Significance of panel reactive antibodies in patients requiring kidney transplantation». Saudi Journal of Kidney Diseases and Transplantation: An Official Publication of the Saudi Center for Organ Transplantation, Saudi Arabia 24 (3): 495–499. doi:10.4103/1319-2442.111019. ISSN 1319-2442. PMID 23640620. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23640620/. 
  17. «Skin grafts for burn treatment | Regions Hospital». www.healthpartners.com. Ανακτήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2021. 
  18. «Regenerative medicine - Latest research and news | Nature». www.nature.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2021. 
  19. 19,0 19,1 White, Sarah L; Hirth, Richard; Mahíllo, Beatriz; Domínguez-Gil, Beatriz; Delmonico, Francis L; Noel, Luc; Chapman, Jeremy; Matesanz, Rafael και άλλοι. (2014-11-01). «The global diffusion of organ transplantation: trends, drivers and policy implications». Bulletin of the World Health Organization 92 (11): 826–835. doi:10.2471/BLT.14.137653. ISSN 0042-9686. PMID 25378744. PMC 4221768. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4221768/. 
  20. Ledinh, H.; Bonvoisin, C.; Weekers, L.; de Roover, A.; Honoré, P.; Squifflet, J. P.; Meurisse, M.; Detry, O. (2010-09-01). «Results of Kidney Transplantation From Donors After Cardiac Death» (στα αγγλικά). Transplantation Proceedings 42 (7): 2407–2414. doi:10.1016/j.transproceed.2010.07.055. ISSN 0041-1345. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0041134510011000. 
  21. Merion, Robert M.; Pelletier, Shawn J.; Goodrich, Nathan; Englesbe, Michael J.; Delmonico, Francis L. (2006-10). «Donation After Cardiac Death as a Strategy to Increase Deceased Donor Liver Availability». Annals of Surgery 244 (4): 555–562. doi:10.1097/01.sla.0000239006.33633.39. ISSN 0003-4932. PMID 16998364. PMC 1856553. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC1856553/. 
  22. 22,0 22,1 22,2 «British Society for Immunology». www.immunology.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2021. 
  23. «Home». GODT (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2021. 
  24. 24,0 24,1 24,2 Rana, Abbas; Godfrey, Elizabeth Louise (2019-02-01). «Outcomes in Solid-Organ Transplantation: Success and Stagnation». Texas Heart Institute Journal 46 (1): 75–76. doi:10.14503/THIJ-18-6749. ISSN 0730-2347. PMID 30833851. PMC 6379008. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC6379008/. 
  25. Rana, Abbas; Gruessner, Angelika; Agopian, Vatche G.; Khalpey, Zain; Riaz, Irbaz B.; Kaplan, Bruce; Halazun, Karim J.; Busuttil, Ronald W. και άλλοι. (2015-03-01). «Survival Benefit of Solid-Organ Transplant in the United States». JAMA Surgery 150 (3): 252–259. doi:10.1001/jamasurg.2014.2038. ISSN 2168-6254. https://doi.org/10.1001/jamasurg.2014.2038. 
  26. «R.H. Lawler, Pioneer of Kidney Transplants». The New York Times. 27 July 1982. https://www.nytimes.com/1982/07/27/obituaries/rh-lawler-pioneer-of-kidney-transplants.html. Ανακτήθηκε στις 25 December 2013. 
  27. «A Science Odyssey: People and Discoveries: First successful kidney transplant performed». PBS. Ανακτήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2013. 
  28. Sample, Ian (18 September 2006). «Man rejects first penis transplant». The Guardian (London). https://www.theguardian.com/science/2006/sep/18/medicineandhealth.china. Ανακτήθηκε στις 22 May 2010. 
  29. Hu, W; Lu, J; Zhang, L; Wu, W; Nie, H; Zhu, Y; Deng, Z; Zhao, Y και άλλοι. (2006). «A preliminary report of penile transplantation». European Urology 50 (4): 851–53. doi:10.1016/j.eururo.2006.07.026. PMID 16930814. 
  30. Randerson, James; Correspondent, Science (9 November 2008). «Woman to give birth after first ovary transplant pregnancy». The Guardian. https://www.theguardian.com/science/2008/nov/09/health. 
  31. «First Simultaneous Robotic Kidney Transplant, Sleeve Gastrectomy Performed | UIC Today». today.uic.edu. Ανακτήθηκε στις 1 Δεκεμβρίου 2021. 
  32. «Polish man gets quick face transplant after injury». Yahoo! News. 22 May 2013. https://news.yahoo.com/polish-man-gets-quick-face-transplant-injury-154622336.html. Ανακτήθηκε στις 29 May 2013. 
  33. Joseph Netto (13 Μαρτίου 2015). «Doctors claim first successful penis transplant». CNN. 
  34. Kat Lay (20 January 2015). «Newborn baby is youngest organ donor in Britain». The Times (U.K.). http://www.thetimes.co.uk/tto/health/news/article4328280.ece.