Διονύσιος ο Φιλόσοφος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Διονύσιος ο Φιλόσοφος
Dionysios Skylosophos.jpg
Ο Διονύσιος Φιλόσοφος και η υπογραφή του (από ανακοίνωση του Λ. Ι. Βρανούση)
Γενικές πληροφορίες
Γέννησηάγνωστη
Παραμυθιά Θεσπρωτίας
ΘάνατοςΣεπτέμβριος 1611
Ιωάννινα
ΘρησκείαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταχριστιανός ιερέας
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΜητροπολίτης

Ο Διονύσιος Β΄, μητροπολίτης Λαρίσης - Τρίκης, επονομαζόμενος και Φιλόσοφος ή, από τους εχθρούς του, Σκυλόσοφος (Ήπειρος; - Ιωάννινα, 1611) ήταν Έλληνας κληρικός. Θεωρείται ως ένας από τους δύο πιο σημαντικούς ιεράρχες της Ορθόδοξης Εκκλησίας οι οποίοι έδρασαν συνομωτικά και επαναστατικά εναντίον των Τούρκων, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας[1]. Εξαπέλυσε δύο αποτυχημένες αγροτικές εξεγέρσεις εναντίον τους και, κατά τη δεύτερη από αυτές, συνελήφθη και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτομή του Διονυσίου στην ομώνυμη οδό, στα Ιωάννινα

Δεν είναι γνωστός ο τόπος γέννησης του Διονυσίου, αν και εικάζεται πως ήταν η Ήπειρος[2]. Αν και ο βασικός βιογράφος του Διονυσίου, ο μητροπολίτης Αθηναγόρας, ανάγει την καταγωγή του στους Καντακουζηνούς, η συνήθης βιβλιογραφία θεωρεί πως είχε ρίζες από τη Θεσπρωτία[3]. Φαίνεται πάντως ότι καταγόταν από πλούσια οικογένεια[2]. Κατά μία άποψη, έγινε μοναχός σε σχετικά ώριμη ηλικία, στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου στο Διχούνι, μεταξύ των χωριών Κεράσοβο και Ραδοβίζι της τότε Θεσπρωτίας και, αργότερα, έφυγε στην Πάδοβα για σπουδές στη Φιλοσοφία και Φιλολογία, ίσως δε και στην Ιατρική και Φυσική[2]. Κατά άλλη άποψη, εφόσον χειροτονήθηκε το 1582 στην Κωνσταντινούπολη, η μετάβασή του στην Πάδοβα για σπουδές πρέπει να έγινε τουλάχιστο το 1575, σε ηλικία 15 ετών, και η διαμονή του στη μονή του Αγίου Δημητρίου πρέπει να προηγήθηκε της αναχώρησής του για την Ιταλία[3].

Το 1582 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη[3]. Γνωρίζουμε ότι, επί πατριάρχη Ιερεμία Β΄ Τρανού, ήταν μέγας αρχιδιάκονος, στη συνέχεια πρωτοσύγκελλος στον Γαλατά και έξαρχος του πατριάρχη με ειδική αποστολή στη Θεσσαλία, Ήπειρο και Πελοπόννησο[2]. Το 1591 ή το 1592, χειροτονήθηκε μητροπολίτης Λάρισας, καθώς όμως αυτή η πόλη δεν είχε πια Χριστιανούς, μετακινήθηκε στα Τρίκαλα, που εκείνη την εποχή ονομάζονταν Τρίκκη [4][5].

Λόγω της ευρυμάθειας και της γλωσσομάθειάς του, απέκτησε το προσωνύμιο «Φιλόσοφος»[6] ενώ από τους εχθρούς του αποκαλούνταν, μετά την αποτυχία της εξέγερσής του, ειρωνικά, «Σκυλόσοφος»[2]. Έχαιρε της εκτίμησης σημαντικών προσωπικοτήτων της εποχής του και αλληλογραφούσε με με μεγάλους λόγιους κληρικούς όπως οι Μελέτιος Πηγάς και Μάξιμος Μαργούνιος και άλλους. Αλληλογραφούσε ακόμη και με τον ιερομόναχο Μάξιμο τον Πελοποννήσιο, ο οποίος έγινε αργότερα ο κυριότερος αντίπαλός του[7].

Πρώτη εξέγερση κατά των Τούρκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα Τρίκαλα ο Διονύσιος άρχισε να οργανώνει εξέγερση, θεωρώντας τον χώρο κατάλληλο για τον σκοπό αυτό, επειδή η περιοχή συνόρευε με τα δυσπροσπέλαστα κρησφύγετα της Πίνδου και των Αγράφων. Τον Δεκέμβριο του 1598, απέστειλε καλόγερο στην ελληνική παροικία της Βενετίας, προκειμένου να ζητήσει τη μεσολάβησή της προς τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Ροδόλφο Β΄, τον βασιλιά της Ισπανίας, Φίλιππο Γ΄ και τον πάπα, Κλήμη Η΄.[3][7] Οι Έλληνες της Βενετίας ανταποκρίθηκαν θετικά, υποβάλλοντας υπόμνημα στην Αυλή του Ροδόλφου, στη Βιέννη, εκ μέρους των κατοίκων της Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας, με την παράκληση να αποσταλούν στον Διονύσιο και τον μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτας, στρατός, όπλα και εφόδια για 40.000 άνδρες και ο αυτοκράτορας να μεσολαβήσει προς τον Πάπα και την Ισπανία. Ο Διονύσιος έκανε και μια ακόμη προσπάθεια προς τον Πάπα, τον Μάιο του 1600.[3] Το κείμενο της επιστολής προς τον Πάπα, γραμμένο στα ελληνικά, είναι επηρεασμένο από τις επιτυχίες του Ροδόλφου Β΄ κατά των Τούρκων και τα κατορθώματα του Μιχαήλ Γενναίου. Αναφέρει, μεταξύ άλλων:

...κέχηνε πρὸς τοῦτο ὁ τοῦ Χριστοῦ λαός, ὁ Θεσσαλίας, Ηπείρου τε καὶ Μακεδονίας· καὶ σύμπασα ἐφεξής ἡ Ἑλλάς, καὶ μυρίους ὑπὲρ πίστεως θανάτους ὑποστήσεται... Μικρὸς καὶ ὀλίγιστος ὁ συρφετὸς τῶν ἀπίστων καὶ μάλιστα καὶ ἀνίσχυρος, διά τε ἄλλα πολλὰ καὶ διὰ τῶν τούτων εὐκλεῆ τρόπαια, τοῦ τε αὐτοκράτορος αυτοῦ καὶ τοῦ πολεμιστοῦ Μιχαήλου· ἑτοιμοτάτη λοιπόν ἡ ὁδός· ἐξελοῦ ἡμᾶς τῆς τοῦ ἀπηνοῦς τυράννου χειρός...[7]

Πέραν αυτών των επαφών, ο Διονύσιος άρχισε να παρακρατά τις εισφορές προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο («δοσίματα») και την αυτοκρατορία («χαράτσι») για να τα χρησιμοποιήσει στον επικείμενο αγώνα. Τελικά, ξεκίνησε την εξέγερση χωρίς κάποια ουσιαστική ξένη βοήθεια, πέραν ίσως κάποιας αόριστης υπόσχεσης από τη Βενετία. Το κίνημα αυτό ίσως σχετίζεται με την εξέγερση που υποκίνησαν οι Βενετοί στην Αλβανία, κατά τα μέσα Νοεμβρίου του 1600.[7]

Λίγο μετά τις 15 Νοεμβρίου 1600 επαναστάτησε η Θεσσαλία, από τα Τρίκαλα έως την Καρδίτσα και τα γύρω βουνά, ίσως με τη στήριξη των αρματολικών σωμάτων των Αγράφων. Η εξέγερση απέτυχε και, σε λίγες ημέρες, οι Τούρκοι επικράτησαν, εφαρμόζοντας σκληρά αντίποινα. Ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου (Καρδίτσας) Σεραφείμ απαγχονίστηκε στις αρχές Δεκεμβρίου (αργότερα, ανακηρύχθηκε από την Εκκλησία νεομάρτυρας) και θανατώθηκαν πολλοί κληρικοί και λαϊκοί. Ο Διονύσιος προσπάθησε να διαφύγει προς τα Άγραφα αλλά, μη μπορώντας να το επιτύχει, διέφυγε προς τις ακτές του Ιονίου και έφθασε στη Νάπολη και μετά στη Ρώμη. Στις 15 Μαΐου 1601, το Οικουμενικό Πατριαρχείο καθαίρεσε με πράξη του τον Διονύσιο, χωρίς όμως να τον αφορίσει.[3][7] Το Πατριαρχείο στήριξε την απόφασή του περισσότερο στην παρακράτηση του χαρατσιού και λιγότερο στην εξέγερση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς η τελευταία δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο κίνημα και γι αυτόν τον λόγο δεν ζήτησε να τον αφορίσουν[3].

Δεύτερη εξέγερση και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την εξορία του στη Δύση, ο Διονύσιος εξακολούθησε να καταστρώνει σχέδια εξεγέρσεως κατά των Τούρκων. Στη Νάπολη συνάντησε τον Ισπανό Αντιβασιλιά και υπέβαλε, μέσω εκείνου, υπόμνημα προς τον Ισπανό ηγεμόνα, Φίλιππο Γ΄, ενώ, τον Νοέμβριο του 1602, απέστειλε παρόμοιο υπόμνημα και προς τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εξηγώντας τα περιστατικά τις εξέγερσης και ζητώντας συμπαράσταση[3][7]. Τον Φεβρουάριο του 1603 παρουσιάστηκε στον Πάπα, στον οποίο βεβαίωσε την καθολική του πίστη. Ο Πάπας, σε αντάλλαγμα, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα σχέδια του Διονύσου και του επέδωσε συστατικές επιστολές προς τον Ισπανό αυτοκράτορα. Ο Διονύσιος έφθασε στη Βαγιαδολίδ της Ισπανίας, το καλοκαίρι του, συνοδευόμενος από τον Κωνσταντίνο Σοφία, απόφοιτο του Ποντιφίκειου Ελληνικού Κολλεγίου της Ρώμης και ισπανομαθή, ως βοηθό και διερμηνέα.[3][7]

Εκεί ο αποστολικός νούντσιος στην ισπανική Αυλή, D. Ginassi, τον εφοδίασε με συστατική επιστολή και χρήματα[7]. Στη συνέχεια, ο Διονύσιος έφθασε στο Μπούργος, όπου θα συνάντησε τον βασιλιά. Εκεί βρίσκονταν και άλλοι Έλληνες, όπως ο Ιωάννης Πίκκολος, ο οποίος αυτοαποκαλούνταν επίσημος απεσταλμένος των υπόδουλων Ελλήνων, καθώς και οι Ηπειρώτες, αλλά μόνιμα εγκατεστημένοι στη Νάπολη, Εμμανουήλ Ηγούμενος (πατέρας του Επιφανείου), Σταύρος Αψαράς και Σκαρλάτος Μάτσας.[3][7] Τότε όμως, για άγνωστους ακόμη και σήμερα λόγους, ο Σοφίας στράφηκε εναντίον του Διονυσίου, κατηγορώντας τον ως απατεώνα, ανήθικο και αιρετικό, ο οποίος δεν είχε προσχωρήσει ειλικρινά στον Καθολικισμό και είχε πλαστογραφήσει τα έγγραφα με τα οποία οι πληθυσμοί της Θεσσαλίας και της Ηπείρου συναινούσαν στην Ένωση των Εκκλησιών. Αν και δεν είναι γνωστό αν αληθεύουν οι κατηγορίες αυτές, αλλά δεν θεωρείται απίθανο ο Διονύσιος να πλαστογράφησε αυτά τα υπομνήματα προκειμένου να πετύχει τον ιερό σκοπό του.[3][7]

Είναι πιθανό ότι, ως αποτέλεσμα των ενεργειών του Διονυσίου, ο Πάπας και ο Ισπανός βασιλιάς να του έδωσαν υποσχέσεις για βοήθεια[8][3]. Θεωρείται, πάντως, αποτέλεσμα των δικών του ενεργειών, αλλά και άλλων Ελλήνων απεσταλμένων, η δραστηριότητα διάφορων Ισπανών πρακτόρων, εκείνη την εποχή, στην Αλβανία και τις δαλματικές ακτές[7] .

Μετά το 1609, ο Διονύσιος επέστρεψε στην Ελλάδα όπου εγκαταστάθηκε στο, οικείο γι' αυτόν, μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου του Διχούνη. Σχεδίαζε να οργανώσει νέα εξέγερση και να καταλάβει κάποιο φρούριο ώστε μετά να ειδοποιήσει τους Ισπανούς της Νάπολης οι οποίοι είχαν υποσχεθεί πως θα τον βοηθήσουν. Παρά την ηλικία του (ίσως άνω των 60), διέτρεχε την ύπαιθρο θεραπεύοντας τους χωρικούς και ξεσηκώνοντάς τους εναντίον των Τούρκων.[8] Για να θερμάνει την πίστη του απλού λαού, ο Διονύσιος χρησιμοποίησε και προφητείες.[9][3] Στενοί του συνεργάτες υπήρξαν οι Ζώτος Τσίριπος από την Παραμυθιά, Γεώργιος Ντελής, καθώς και ο Λάμπρος, γραμματικός του Οσμάν Πασά των Ιωαννίνων. Υποστηρικτής των ιδεών του ήταν και ο επίσκοπος Δρυινουπόλεως, Ματθαίος, τοποτηρητής του μητροπολίτη Ιωαννίνων, Μανασσή.[8] Επίσης, ζήτησε βοήθεια από τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας, Αθανάσιο, ο οποίος το 1596 είχε ηγηθεί εξέγερσης στη Χιμάρα, εκείνος όμως δεν ανταποκρίθηκε[5]. Σφοδρά αντίθετη στις ενέργειές του ήταν η συντηρητική, τουρκόφιλη μερίδα του κλήρου, με επικεφαλής τον Μάξιμο τον Πελοποννήσιο[10], αντίθεση που εκφράστηκε και σε μυστικές συναντήσεις που έλαβαν χώρα στο μητροπολιτικό μέγαρο των Ιωαννίνων[3]. Σταδιακά, ο επαναστατικός ενθουσιασμός επεκτάθηκε σε όλα τα χωριά και τις κωμοπόλεις της Θεσπρωτίας καθώς και σε άλλα μέρη της Ηπείρου[8].

Η εξέγερση ξέσπασε τη νύχτα της 10-11 Σεπτεμβρίου (Τρίτη προς Τετάρτη)[3][8]. Ο Διονύσιος, μαζί με περίπου 1.000 περίπου Αλβανούς χωρικούς[11][12][8], βοσκούς και γεωργούς, από 70 χωριά της Παραμυθιάς[12][11], οπλισμένους με ακόντια, τόξα και γεωργικά εργαλεία, καθώς μόνο 40 από αυτούς διέθεταν αρκεβούζια[8], κατόρθωσε να εξουδετερώσει τους Τούρκους των γειτονικών χωριών, Τουρκογρανίτσας (σημ. Γρανίτσας) και Ζαραβούσας (σημ. Αγ. Νικολάου), και κατέλαβε τα Ιωάννινα, αιφνιδιάζοντας τους Τούρκους. Οι επαναστάτες ακολούθησαν τη παλιά διαδρομή που αφήνει στα νότια το θέατρο της Δωδώνης και εισέρχεται στο λεκανοπέδιο από την Πεδινή. Κατόπιν πορεύθηκαν προς τη σημερινή Ανατολή και μέσω της παλιάς εισόδου της πόλης, μπήκαν στη συνοικία Καλού Τσεσμέ (σημ. Καλούτσιανη), όπου έμενε ο Οσμάν πασάς.[3] Εκεί έβαλαν φωτιά στο σπίτι του πασά, στο Διοικητήριο και ίσως και σε άλλα τουρκικά κτίρια. Ο πασάς με την οικογένειά του διέφυγαν, αλλά σκοτώθηκαν είκοσι άτομα από τη φρουρά και το προσωπικό του. Κατά τις βενετικές πηγές, που πρέπει να είναι πιο αξιόπιστες, διαρπάχθηκαν 1.200.000 άσπρα από το δημόσιο ταμείο και σκοτώθηκαν 1 ή 2 Τούρκοι αξιωματούχοι ενώ ο Οσμάν κατέφυγε σε πύργο[3]. Από εκεί το πρωί αντεπιτέθηκε έχοντας στη διάθεσή του λίγους ιππείς, οπλισμένους Τούρκους από την πόλη, τους Χριστιανούς σπαχήδες του κάστρου και τους κληρικούς οπαδούς του Μαξίμου[8]. Οι ανοργάνωτοι επαναστατες διαλύθηκαν εύκολα. Διακόσιοι από αυτούς κατέφυγαν στις καλαμιές της λίμνης Παμβώτιδας, όπου κάηκαν ενώ ο Διονύσιος και ο Ντελή Γιώργος κατέφυγαν σε σπήλαιο κάτω από το σημερινό Ασλάν τζαμί, μάλλον χρησιμοποιώντας βάρκα.[8] Ο Διονύσιος συνελήφθη μετά από προδοσία και και γδάρθηκε ζωντανός, το δε δέρμα του το γέμισαν με άχυρα και, φορώντας του τα αρχιερατικά άμφια, το περιέφεραν στους δρόμους των Ιωαννίνων. Μετά τρεις ημέρες οι Τούρκοι ανακάλυψαν και τους Ντελή Γιώργο και Λάμπρο, τους οποίους έκαψαν ζωντανούς.[8] Κατά άλλη εκδοχή ο Γιώργος σταυρώθηκε «και αντί στεφάνου στην κεφαλή του έκαμαν τρύπες στις οποίες τοποθέτησαν φτερά»[3]. Το δέρμα του Διονυσίου, μαζί με 85 κεφάλια εξεγερμένων, εστάλη στην Κωνσταντινούπολη, όπου το πέταξαν στους στάβλους του Σουλτάνου[3][8].

Στη συνέχεια, ο Οσμάν πασάς προέβη σε αντεκδικήσεις κατά του πληθυσμού της Θεσπρωτίας, ενώ το κλίμα τρομοκρατίας απλώθηκε και στα Ιωάννινα και σε ολόκληρη την Ήπειρο όπου καταστράφηκαν πολλές εκκλησίες και μοναστήρια, όπως του Αγίου Δημητρίου Διχούνη, και δημεύτηκαν τα κτήματά τους.[3][13] Πολλοί κάτοικοι των περιοχών αυτών σκοτώθηκαν, σκλαβώθηκαν ή αναγκάστηκαν να εξισλαμιστούν ενώ οι περισσότεροι από τους επιζήσαντες σκόρπισαν στα βουνά[8]. Στα Ιωάννινα θεωρείται ότι σκοτώθηκαν τουλάχιστον 300 άνθωποι[3] ενώ οι περισσότεροι Χριστιανοί εκδιώχθηκαν οριστικά από το κάστρο των Ιωαννίνων, όπου κατοικούσαν ως τότε. Με αφορμή την εξέγερση, είναι επίσης πιθανό πως τότε καταργήθηκαν τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί το 1430 από τον Σινάν Πασά στους Γιαννιώτες, όπως η εξαίρεση από το παιδομάζωμα.[8]

Το γεγονός ότι οι επαναστάτες φώναζαν «χαράτζι χαρατζόπουλον, (α)νουζούλι (α)νουζουλόπουλον»[8] (φόροι που είχαν πρόσφατα αυξηθεί) όταν μπήκαν στα Ιωάννινα, δείχνει πως υπήρχαν και οικονομικά αιτήματα στα οποία επένδυσε ο Διονύσιος προκειμένου να προσελκύσει οπαδούς, όπως είχε κάνει και στην πρώτη εξέγερση[3].

Πάντως, οι Βενετοί όχι μόνο δεν ενδιαφέρθηκαν για την εξέγερση αλλά μάλλον θορυβήθηκαν καθώς τα γεγονότα έλαβαν χώρα την εποχή που το σιτάρι θα έπρεπε να φτάσει από τη Θεσσαλία στην Κέρκυρα. Η στάση τους δείχνει ότι έβλεπαν με ρεαλισμό πως η μόνιμη κατάκτηση της περιοχής ήταν ανεδαφικός στόχος καθώς ούτε οι ίδιοι ούτε η Ισπανία διέθεταν τις απαραίτητες χερσαίες δυνάμεις.[3]

Μέσα σε αυτό το κλίμα έγραψε ο Μάξιμος ο Πελοποννήσιος τον λίβελο «Στηλιτευτικός λόγος κατά Διονυσίου και των συναποστησάντων αυτώ εις Ιωάννινα»[14][15], όπου αποκαλεί τον Διονύσιο «απατεώνα», «νέον διάβολον», «σπορέα των κακών», «Τυφώ δαίμονα», «Δαιμονοδιονύσιον» κλπ. Και ο λαός ακόμη τον αναθεμάτιζε και τον καταριόταν, αποκαλώντας τον «Σκυλόσοφο».[8] Το παρακάτω δημοτικό, το οποίο είναι βέβαιο ότι δημιουργήθηκε εκείνη την εποχή, είναι ενδεικτικό της μεταστροφής αυτής:

Δεσπότη μου, τι σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι
και ρήμαξαν τα Γιάννενα και ρήμαξεν ο τόπος;
Μείναν τα σπίτια αδειανά, γεμίσαν τα χανδάκια
κι ο Τούρκος δεν απόσωσε να κόβη και να καίη.
Εδώ αρπάζουν κόρακες κι εκεί οι Γιαουντήδες.
Δεν έχ' η μάνα πια παιδιά και τα παιδιά γονέους.
Κι εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην Πόλη
να τρων οι κότες πίτουρα, να νταβουλάν οι Γύφτοι,
για να ξυπνάη η Τουρκιά να κάνη ραμαζάνι.[8][3]

Ωστόσο, παρά τη συμφορά αυτή, κάποιοι οπαδοί του Διονυσίου διατήρησαν την πίστη τους στις ιδέες του, ιδίως μεγάλο μέρος των κληρικών[8].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πατρινέλης Χ., Βακαλόπουλος Α. κ.α. 1974, σελ. 98.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Πατρινέλης Χ., Βακαλόπουλος Α. κ.α. 1974, σελ. 326.
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 3,12 3,13 3,14 3,15 3,16 3,17 3,18 3,19 3,20 3,21 3,22 3,23 Πλουμίδης Γεώργιος, 2000.
  4. Κονταλή 2011, σελ. 112-113.
  5. 5,0 5,1 Πατρινέλης Χ., Βακαλόπουλος Α. κ.α. 1974, σελ. 325.
  6. Παπαδόπουλος 1982, σελ. 91-92.
  7. 7,00 7,01 7,02 7,03 7,04 7,05 7,06 7,07 7,08 7,09 7,10 Πατρινέλης Χ., Βακαλόπουλος Α. κ.α. 1974, σελ. 327.
  8. 8,00 8,01 8,02 8,03 8,04 8,05 8,06 8,07 8,08 8,09 8,10 8,11 8,12 8,13 8,14 8,15 8,16 Πατρινέλης Χ., Βακαλόπουλος Α. κ.α. 1974, σελ. 328.
  9. Πατρινέλης Χ., Βακαλόπουλος Α. κ.α. 1974, σελ. 252.
  10. Παπαδόπουλος 1982, σελ. 94.
  11. 11,0 11,1 Ψιμούλη, Βάσω Δ. (2006). Σούλι και Σουλιώτες. Ιστορία και Πολιτική (Τέταρτη έκδοση). Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας. σελ. 94. 
  12. 12,0 12,1 Μέρτζιος, Κ. Δ. (1938). «Η Επανάστασις Διονυσίου του Φιλοσόφου». Ηπειρωτικά Χρονικά (13): 81-2, 83-5. 
  13. Κονταλή 2011, σελ. 112-121.
  14. Παπαδόπουλος 1982, σελ. 95.
  15. Δημ. Μ. Σάρρος, Μαξίμου ιερομονάχου του Πελοποννησίου λόγος στηλιτευτικός κατά Διονυσίου του επικληθέντος Σκυλοσόφου καί των συναποστησάντων αύτω είς Ιωάννινα εν έτει 1611, Ηπειρωτικά Χρονικά, τ. 3, 1928, σ. 169-210.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ι.Μ. Χατζηφώτης, Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων στην Τουρκοκρατία, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002.
  • Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ, τόμος 15, Αθήνα 1963.