Βηματοδότης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπικός τεχνητός βηματοδότης.

Βηματοδότης (αγγλ. articificial cardiac maker, cardiac pacemaker), ή καρδιολογικά τεχνητός καρδιακός βηματοδότης, είναι ιατρική συσκευή που δημιουργεί ηλεκτρικά ερεθίσματα τα οποία παράγονται από ηλεκτρόδια για να προκαλέσουν συστολή των μυών της καρδιάς, και ως εκ τούτου, άμεση άντληση αίματος. Έτσι η καρδιά συσπάται έντονα και επανέρχεται στον κανονικό της ρυθμό.

Γενικά, διαταραχές που σχετίζονται με καρδιακή επιβράδυνση, σε μεγάλο ποσοστό, απαιτούν επέμβαση για την τοποθέτηση ενός βηματοδότη στην καρδιά[1]. Η επιβράδυνση αυτή είναι μια κατάσταση που εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή.

Σκοπός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία τέτοια συσκευή, η οποία εμφυτεύεται σε ασθενείς με αρρυθμίες, έχει ως σκοπό να ρυθμίζει τον καρδιακό παλμό και έτσι να διατηρεί τις σφίξεις (ανά λεπτό) σε ένα φυσιολογικό αριθμό, π.χ. 60-75.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1950, ο Καναδός ηλεκτρολόγος μηχανικός Τζων Χοπς (John Hopps), ήταν ο πρώτος που σχεδίασε και δημιούργησε τον πρώτο εξωτερικό τεχνητό βηματοδότη, βασιζόμενος στη συνεργασία του και στις παρατηρήσεις των καρδιοχειρούργων, Wilfred Gordon Bigelow και John Callaghan, στο Γενικό Νοσοκομείο του Τορόντου στον Καναδά.[2] Αυτή η πρωταρχική συσκευή βηματοδότη εφαρμόστηκε και δοκιμάστηκε σε σκύλους.[3]

Τυπική εικόνα ακτινογραφίας σε ασθενή που έχει τοποθετήσει βηματοδότη.

Αναγκαιότητα για βηματοδότη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν, για κάποιο λόγο, το ηλεκτρικό σύστημα της καρδιάς υποστεί βλάβες και ο καρδιακός ρυθμός πέσει κάτω από τα φυσιολογικά όρια (<40 σφίξεις το λεπτό), διάφορα δυσάρεστα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν όπως λ.χ. ζαλάδες, δύσπνοια, μειωμένη ικανότητα για φυσική άσκηση, ή ακόμη και απώλεια αισθήσεων (λιποθυμία), χωρίς όμως να παρατηρείται πόνος.

Λειτουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας καρδιακός βηματοδότης (ή τεχνητός βηματοδότης, ώστε να μη συγχέεται με τον φυσικό βηματοδότη της καρδιάς), είναι μια συσκευή που δημιουργεί ηλεκτρικά παλμούς με σκοπό να προκαλέσουν τους θαλάμους των καρδιακών μυών (το άνω μέρος, ή τους κόλπους ή/και τις κάτω κοιλίες της καρδιάς) να συστέλλονται και συνεπώς να αντλεί αίμα. Με αυτόν τον τρόπο, αυτή η συσκευή αντικαθιστά και ρυθμίζει τη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος αγωγιμότητας της καρδιάς.

Ο πρωταρχικός σκοπός του βηματοδότη είναι η διατήρηση ενός σταθερού καρδιακού ρυθμού, είτε επειδή ο φυσικός βηματοδότης της καρδιάς δεν είναι αρκετά γρήγορος, είτε επειδή υπάρχει ένα μπλοκάρισμα στο ηλεκτρικό σύστημα αγωγής της καρδιάς. Οι σύγχρονοι βηματοδότες μπορούν να προγραμματιστούν εξωτερικά και έτσι επιτρέπουν σε έναν καρδιολόγο ή σε ηλεκτροφυσιολόγο, να επιλέξει τους βέλτιστους τρόπους βηματοδότησης για συγκεκριμένους ασθενείς. Οι σύγχρονες συσκευές είναι βηματοδότες, στους οποίους η διέγερση της καρδιάς βασίζεται στη δυναμική ζήτηση του κυκλοφορικού συστήματος.[4][5]

Εμφύτευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εμφύτευση του βηματοδότη σήμερα είναι μια επέμβαση ρουτίνας, με εξαιρετικά χαμηλό κίνδυνο όταν γίνεται από καρδιοχειρούργους και οπωσδήποτε, σε εξειδικευμένες νοσοκομειακές μονάδες. Ωστόσο, απαιτούνται συνθήκες χειρουργείου και η εν λόγω εμφύτευση (τεχνητού) βηματοδότη γίνεται με τοπική αναισθησία, και ο ασθενής διατηρεί τις αισθήσεις του.

Η εμφύτευση λαμβάνει χώρο σε ειδικό χώρο, που διαθέτει σύγχρονο ακτινολογικό εξοπλισμό. Γίνεται μικρή τομή ελάχιστων εκατοστών στο δέρμα και ανευρίσκεται η πλέον κατάλληλη φλέβα, διά της οποίας, με προσεκτική ακτινοσκοπική παρακολούθηση, τα ηλεκτρόδια της μικροσυσκευής τοποθετούνται στη δεξιά κοιλία ή στο δεξιό κόλπο της καρδιάς. Μετά, ο χειρούργος τσεκάρει την ορθή θέση αλλά και τη βέλτιστη λειτουργία των καλωδίων με διάφορα ηλεκτρονικά τεστ. Τέλος, σε ένα χώρο κάτω από το δέρμα, εμφυτεύεται επιφανειακά ο βηματοδότης και τοποθετούνται λίγα ράμματα στο δέρμα. Η επέμβαση διαρκεί 60 λεπτά το πολύ. Για λίγες μέρες, πρέπει να προσέχει ο ασθενής όλες τις απότομες κινήσεις και απλώς αισθάνεται ένα ελαφρύ πόνο στην τομή.[6] Ο βηματοδότης συνήθως κρατάει για 7 έως 8 έτη και μετά δύναται να αλλαχτεί η μπαταρία του και να συντηρηθεί.

Απινιδωτής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας ειδικός τύπος βηματοδότη, που ονομάζεται απινιδωτής, συνδυάζει λειτουργίες βηματοδότη και απινιδωτή σε μία μόνο εμφυτεύσιμη συσκευή, η οποία θα πρέπει να ονομάζεται απινιδωτής, για λόγους σαφήνειας. Άλλοι βηματοδότες, που ονομάζονται δισκοιλιακοί βηματοδότες έχουν πολλαπλά ηλεκτρόδια διεγείροντας διαφορετικές θέσεις, εντός των κάτω καρδιακών θαλάμων, για τη βελτίωση του συγχρονισμού των κοιλιών, των κάτω θαλάμων της καρδιάς.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Βηματοδότης». Ωνάσειο. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουνίου 2021. 
  2. «John Alexander Hopps fonds». Archival description. Library and Archives Canada. 19 Μαρτίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιουλίου 2020. Ανακτήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 2016. 
  3. «IEEE Milestone in Electrical Engineering and Computing». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Φεβρουαρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 2009. 
  4. Demand pacemaker using an artificial baroreceptor reflex, https://patents.google.com/patent/US4791931A/en, ανακτήθηκε στις 10 September 2018 
  5. Cardiac implantable demand pacemaker, https://patents.google.com/patent/US3478746A/en, ανακτήθηκε στις 2018-09-10 
  6. https://www.euroclinic.gr/article/kardiakoi-vimatodotes/