DDT

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το DDT (συντομογραφία της κατά IUPAC ονομασίας (π, π'-διχλωρο-διφαινυλοτριχλωροαιθάνιο) είναι χλωριούχος ένωση, ισχυρά τοξική που χρησιμοποιήθηκε ως εντομοκτόνο για την καταπολέμηση των κουνουπιών στις ελώδεις περιοχές για περιορισμό της μετάδοσης της ελονοσίας. Παρασκευάστηκε το 1874 από το Γερμανό χημικό Ότμαρ Τσάιντλερ (Othmar Zeidler) χωρίς όμως να περιγραφούν εντομοκτόνες ιδιότητες, τις οποίες ανακάλυψε πολύ αργότερα (1930) ο Ελβετός χημικός της εταιρείας Ciba - Geigy Πάουλ Χέρμαν Μύλλερ (Paul Hermann Müller).[1]

Επειδή είναι μη βιοδιασπώμενη, με έρευνες που έγιναν βρέθηκαν ποσότητες DDT μέχρι και στο γάλα των Πολικών αρκούδων στο Βόρειο πόλο και στα αυγά των πιγκουίνων στο Νότιο πόλο. Θεωρήθηκε υπεύθυνο για την λείανση - λέπτυνση του κελύφους των αυγών πτηνών που οδήγησε στον περιορισμό του πληθυσμού τους εγκυμονώντας ακόμα και τον κίνδυνο της πλήρους εξαφάνισης τους. Σήμερα η χρήση του έχει απαγορευτεί.

Το DDT χρησιμοποιήθηκε αρχικά για τη θανάτωση εντόμων όπως οι ψείρες από τα τριχωτά μέρη του σώματος των στρατιωτών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου και αφού διαπιστώθηκε η ισχυρή δράση του κατά όλων των εντόμων κατέκτησε την αγορά. Μάλιστα παρατηρήθηκε και αλόγιστη χρήση του από τον άνθρωπο ενώ οι κρατικές αρχές πολλές φορές για να πείσουν τους πολίτες για την «ασφάλειά» του προέβησαν σε ακρότητες.[εκκρεμεί παραπομπή]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]