Βάρνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 43°13′00″N 27°55′00″E / 43.2167°N 27.9167°E / 43.2167; 27.9167

Βάρνα
Варна

Warna1.jpg
Ι. Καθεδρικός Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου στην Βάρνα Varna location in Bulgaria.png


Χώρα Flag of Bulgaria.svg Βουλγαρία
Επαρχία Βάρνας
Πληθυσμός 357.821 (2010)
Υψόμετρο 80 m
Δικτυακός τόπος http://www.varna.bg/
Warna3.jpg

Εκκλησία του Αγίου Νικολάου των θαλασσινών

Η Βάρνα (βουλ.: Варна / Βάρνα) είναι η μεγαλύτερη πόλη και καλοκαιρινό θέρετρο στη Βουλγαρική Ακτή της Μαύρης Θάλασσας, έχει πληθυσμό 357,198[1] κατοίκους και είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας μετά τη Σόφια και τη Φιλιππούπολη . Είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας και του Δήμου της Βάρνας και η ενδέκατη μεγαλύτερη πόλη στα Βαλκάνια μετά την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα, το Βουκουρέστι, το Βελιγράδι, τη Σόφια, τη Θεσσαλονίκη, το Ζάγκρεμπ, τα Σκόπια, τα Τίρανα και τη Φιλιππούπολη. Aναφερόμενη συνήθως ως "Η Θαλάσσια Πρωτεύουσα" ή "Η Καλοκαιρινή Πρωτεύουσα" της Βουλγαρίας, η Βάρνα είναι μείζων τουριστικός προορισμός, αφετηρία για όλα τα θέρετρα στη Βουλγαρική Ακτή της Μαύρης Θάλασσας, περιλαμβάνοντας το Βουλγαρικό Λας Βέγκας - Χρυσή Ακτή, επιχειρηματικό και πανεπιστημιακό κέντρο, λιμάνι και έδρα του Βουλγαρικού Ναυτικού και της εμπορικής ναυτιλίας. Το 2008 η Βάρνα ορίστηκε έδρα της Ευρώ-Περιοχής της Μαύρης Θάλασσας από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ο πολιτισμός της Βάρνας κατέχει ένα ρεκόρ, ο αρχαιότερος χρυσός θησαυρός στον κόσμο ανακαλύφθηκε στη Νεκρόπολη της Βάρνας και αποτελείται από τεχνουργήματα χρονολογούμενα από το 4750 π.Χ. Η πόλη της Βάρνας έχει αδελφοποιηθεί με τον Πειραιά και την Καβάλα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προίστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορικοί οικισμοί, περισσότερο γνωστοί για τη χαλκολιθική τους νεκρόπολη (μέσα 5ης χιλιετίας π.Χ. με χρονολόγηση ραδιενεργού άνθρακα), βασικός αρχαιολογικός χώρος για την παγκόσμια προϊστορία, oνομαζόμενος αρχαίος (προ-Ινδοευρωπαικός) Ευρωπαικός πολιτισμός της Βάρνας και θεωρούμενος η αρχαιότερη παγκοσμίως μεγάλη ανακάλυψη αρχαίων αντικειμένων, υπήρχαν μέσα στα όρια της σύγχρονης πόλης. Στην ευρύτερη περιοχή των λιμνών της Βάρνας (γλυκού νερού πριν τα 1900) και των γειτονικών καρστικών πηγών και σπηλαίων έχουν ανασκαφεί πάνω από 30 προϊστορικοί οικισμοί, με τα αρχαιότερα αντικείμενα να χρονολογούνται από τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο ή πριν από 100.000 χρόνια.

Αρχαιότητα και Βουλγαρική κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή της αρχαίας Θράκης κατοικείτο από Θράκες από το 1000 π.Χ. Ελληνες από τη Μίλητο ίδρυσαν την αποικία της Οδησσού προς το τέλος του 7ου αιώνα π.Χ. (τα αρχαιότερα Ελληνικά αρχαιολογικά ευρήματα χρονολογούνται από το 600 ως το 575 π.Χ.) ή, σύμφωνα με τον Ψευδο-Σκύμνο (άγνωστο γεωγράφο του 100 π.Χ. περίπου), την εποχή του Αστυάγη (Πέρση βασιλιά (πιθανόν 572 - 570 π.Χ.)) μέσα σε προγενέστερο Θρακικό οικισμό. Το όνομα Οδησσός ήταν προελληνικό, πιθανόν Καρικής προέλευσης. Μέλος της Ποντιακής Πεντάπολης, η Οδησσός ήταν μια μεικτή κοινότητα - περιοχή επαφής των Ελλήνων της Ιωνίας με τις Θρακικές φυλές (Γέτες, Κρόβυζοι, Τέριζοι) της ενδοχώρας. Ανασκαφές σε γειτονικές Θρακικές τοποθεσίες έχουν αποκαλύψει διακοπτόμενα διαστήματα κατοχής από τον 7ο ως τον 4ο αιώνα και στενές εμπορικές σχέσεις με την αποικία. To Eλληνικό αλφάβητο έχει χρησιμοποιηθεί σε επιγραφές στη Θρακική γλώσσα τουλάχιστον από τον 5ο αιώνα π.Χ. και η πόλη λάτρευε ένα θρακικό μεγάλο θεό, του οποίου η λατρεία επέζησε και τη Ρωμαϊκή περίοδο. Η Οδησσός περιλαμβάνεται στην καταγραφή της Συμμαχίας της Δήλου το 425 π.Χ. Το 339 π.Χ. πολιορκήθηκε χωρίς επιτυχία από το Φίλιππο Β΄ (ιερείς των Γετών τον έπεισαν να συνάψει συνθήκη), αλλά παραδόθηκε στο Μέγα Αλέξανδρο το 335 π.Χ. και κυβερνήθηκε αργότερα από το διάδοχό του Λυσίμαχο, κατά του οποίου επαναστάτησε το 313 π.Χ., ως μέλος συνασπισμού με άλλες Ποντιακές πόλεις και τους Γέτες. Η Ρωμαϊκή πόλη Οδησσός, που πρώτα περιελήφθη στην ΄΄Praefectura orae maritimae΄΄ και κατόπιν το 15 μ.Χ. προσαρτήθηκε στην επαρχία της Μοισίας, καταλάμβανε 47 εκτάρια στη σημερινή κεντρική Βάρνα και είχε επιφανή δημόσια λουτρά, Θέρμες, που ανεγέρθηκαν στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. και είναι σήμερα τα μεγαλύτερα Ρωμαϊκά ερείπια στη Βουλγαρία (το κτίριο είχε πλάτος 100, μήκος 70 και ύψος 25 μέτρα) και τα τέταρτα σε μέγεθος γνωστά Ρωμαϊκά λουτρά στην Ευρώπη. Μεγάλοι αθλητικοί αγώνες τελούνταν κάθε πέντε χρόνια, που πιθανότατα τους παρακολούθησε ο Γορδιανός Γ΄ το 238 μ.Χ.

Η Οδησσός ήταν Πρωτοχριστιανικό κέντρο, όπως πιστοπιείται από ερείπια δέκα αρχαίων βασιλικών, ενός μονοφυσιτικού μοναστηριού και ενδείξεις ότι υπηρέτησε εδώ ως επίσκοπος ένας από τους Εβδομήκοντα Αποστόλους, ο Αμπλίατος, μαθητής του Αγίου Ανδρέα (που, σύμφωνα με παράδοση της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κήρυξε στην πόλη το 56 μ.Χ.). Σε αυτοκρατορικά έγγραφα του 6ου αιώνα μ.Χ. αναφερόταν ως ΄΄αγιοτάτη πόλις΄΄, ΄΄sacratissima civitas΄΄. Το 442 μ.Χ. έγινε στην Οδησσό μία συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στο Θεοδόσιο Β΄ και τον Αττίλα. Το 513 έγινε κομβικό σημείο της επανάστασης του Βιταλιανού (Βυζαντινού στρατηγού κατά του Αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄). Το 536 ο Ιουστινιανός Α΄ την έκανε έδρα της ΄΄Quaestura exercitus΄΄, που διοικείτο από ένα ΄΄έπαρχο της Σκυθίας΄΄ και περιελάμβανε την Κάτω Μοισία, τη Σκυθία, την Καρία, τα Νησιά του Αιγαίου και την Κύπρο. Αργότερα το στρατόπεδο έξω από την Οδησσό ήταν η έδρα ενός άλλου ανώτερου Ρωμαίου διοικητή, του ΄΄magister militum per Thracias΄΄.

Θεωρείται ότι η συνθήκη ειρήνης του 681 με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που ίδρυσε το νέο Βουλγαρικό κράτος, συνήφθη στη Βάρνα και η πρώτη Βουλγαρική πρωτεύουσα νότια του Δούναβη πιθανολογείται ότι βρισκόταν προσωρινά στην περιοχή της - πιθανόν σε μια αρχαία πόλη κοντά στη βόρεια ακτή της Λίμνης της Βάρνας, που ονομαζόταν Θεοδωριάς από τον Ιουστινιανό Α΄ - πριν μεταφερθεί στην Πλίσκα, 70 χιλιόμετρα δυτικά. Ο Ασπαρούχ οχύρωσε την πεδιάδα του ποταμού Βάρνα έναντι πιθανής Βυζαντινής απόβασης με το ΄΄Ασπαρούχοβ Βαλ΄΄ (Τείχος του Ασπαρούχ), που διατηρείται ακόμη. Σε όλη την πόλη και ακόμη δυτικότερα έχουν ανασκαφεί πολλοί Βουλγαρικοί οικισμοί του 7ου αιώνα. Aναμφισβήτητα, από όλες τις περιοχές, οι πυκνότερα κατοικούμενες από Βουλγάρους ήταν οι βόρεις ακτές των λιμνών της Βάρνας. Πιστέυεται ότι ο Ασπαρούχ γνώριζε τη σημασία του Ρωμαικού στρατοπέδου (campus tribunalis), που ιδρύθηκε από τον Ιουστινιανό έξω από την Οδησσό και το θεωρούσε (ή τις επάλξεις του) λογική έδρα του ελέγχου τόσο της Κάτω Μοισίας, όσο και της Σκυθίας.

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο έλεγχος της πόλης πέρασε αρκετές αφορές από τους βυζαντινούς στους Βουλγάρους κατά το Μεσαίωνα. Στα τέλη του 9ου και το πρώτο μισό του 10ου αιώνα η Βάρνα ήταν ο τόπος ενός πριγκιπικού σκριπτόριουμ (χώρου συγγραφής) της Λογοτεχνικής Σχολής της Πρεσλάβας, σε ένα μοναστήρι υπό την προστασία του Βόρις Α΄, που πιθανόν το χρησιμοποίησε ως μοναστικό του αναχωρητήριο. Το σκριπτόριουμ πρέπει να έπαιξε βασικό ρόλο στην εμφάνιση της Κυριλλικής γραφής από Βούλγαρους λογίους, υπό την καθοδήγηση ενός από τους μασθητές των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. O Kάρελ Σκόρπιλ υποστήριξε ότι ο Βόρις Α΄ μπορεί να έχει ενταφιασθεί εκεί. O σύνθετος πολιτισμός με Ελληνιστικά, Θρακικά, Ρωμαικά, καθώς και ανατολικά - Αρμενικά, συριακά, Περσικά - χαρακτηριστικά, που αναπτύχθηκε γύρω από την Οδησσό τον 6ο αιώνα υπό τον Ιουστινιανό, πιθανόν επηρέασε τον πολιτισμό της Πλίσκας και της Πρεσλάβας της Πρωτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, φαινομενικά στην αρχιτεκτονική και τις πλαστικές διακοσμητικές τέχνες, αλλά πιθανόν επίσης στη λογοτεχνία, περιλαμβανομένης της Κυριλλικής φιλολογίας. Το 1201 0 Καλογιάν ανακατέλαβε το φρούριο της Βάρνας, που τότε ήταν στα χέρια των Βυζαντινών, το Μεγάλο Σάββατο, χρησιμοποιώντας ένα πολιορκητικό πύργο και το διασφάλισε για τη Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία.

Στα τέλη του 13ου αιώνα, με τη συνθήκη του Νυμφαίου του 1261, η επιθετικοαμυντική συμμαχία μεταξύ του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου και της Γένοβας, που άνοιξε τη Μαύρη Θάλασσα στο Γενοβέζικο εμπόριο, σε μια πολύβουη εμπορική πόλη-λιμάνι, όπου σύχναζαν εμπορικά πλοία Γενοβέζικα και αργότερα επίσης από τη Βενετία και τη Ραγούζα. Oι δύο πρώτες θαλάσσιες δημοκρατίες είχαν προξενεία και αποικίες ομογενών εκεί (oι έμποροι από τη Ραγούζα διατήρησαν την παρουσία τους στο λιμάνι μέχρι το 17ο αιώνα, ενεργώντας από την αποικία τους στη γειτονική Προβάντια. Η πόλη πλαισιωνόταν από δύο φρούρια με μικρότερα δικά τους εμπορικά λιμάνια, το Καστρίτσι και το Γαλατά, με οπτική επαφή μεταξύ τους και προστατευόταν από δύο ισχυρά οχυρά, που δέσποζαν πάνω από τις λίμνες Μαγκλίζ και Πέτριτς. Εξάγονταν κυρίως σιτάρι, δέρματα ζώων, μέλι και κερί, κρασί, ξυλεία και άλλα τοπικά αγροτικά προϊόντα στις αγορές της Ιταλίας και της Κωνσταντινούπολης και εισάγονταν Μεσογειακά τρόφιμα και είδη πολυτελείας. H πόλη εισήγαγε τη δική της νομισματική μονάδα, το πέρπερ της Βάρνας, στα μέσα του 14ου αιώνα. Η συναλλαγματική ισοτιμία Βουλγαρικού και Βενετικού νομίσματος καθορίστηκε με συνθήκη. Αναπτύχθηκαν η κοσμηματοποιία, η κατασκευή οικιακών κεραμεικών ειδών, η επεξεργασία τροφίμων και δερμάτων και άλλες βιοτεχνίες και ναυπηγεία στις εκβολές του ποταμού Καμτσίγια. Ιταλικοί πορτολάνικοι χάρτες του 14ου αιώνα εμφανίζουν τη Βάρνα ως αναμφισβήτητα το σημαντικότερο λιμάνι μεταξύ Κωνσταντινούπολης και δέλτα του Δούναβη. Συνήθως ανέφεραν την περιοχή ως Ζαγκόρα. H πόλη πολιορκήθηκε χωρίς επιτυχία από τον Αμαδέο Στ΄ της Σαβοίας, που είχε καταλάβει όλα τα νότια αυτής Βουλγαρικά φρούρια, περιλαμβανομένου του γαλατά, το 1366. Το 1386 η Βάρνα έγινε για λίγο πρωτεύουσα του αποσχισθέντος Δεσποτάτου της Δοβρουτσάς και καταλήφθηκε στη συνέχεια από τους Οθωμανούς το 1389 (και πάλι το 1444), αφού παραχωρήθηκε προσωρινά στο Μιχαήλ Β΄ Παλαιολόγο το 1413 (ίσως μέχρι το 1444) και λεηλατήθηκε από [[Τάταροι της Κριμαίας}Τατάρους]] το 1414.

VarnaMemorial.jpg

Mνημείο της Μάχης της Βάρνας του 1444, χαραγμένο σε αρχαίο Θρακικό τύμβο

Μάχη της Βάρνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 10 Νοεμβρίου 1444 διεξήχθη μια από τις τελευταίες μάχες των Σταυροφοριών στην Ευρωπαϊκή ιστορία. Οι Τούρκοι κατατρόπωσαν ένα στρατό 20.000 σταυροφόρων υπό το Λαδίσλαο Γ΄ της Πολωνίας (επίσης Ουλάσζλο Α΄ της Ουγγαρίας), που είχε συγκεντρωθεί στο λιμάνι για να αποπλεύσει για την Κωνσταντινούπολη. Ο Χριστιανικός στρατός δέχτηκε επίθεση από μια υπέρτερη δύναμη 55.000 ή 60.000 Οθωμανών, υπό το σουλτάνο Μουράτ Β΄. Ο Λαδίσλαος Γ΄ σκοτώθηκε σε μια παράτολμη προσπάθεια να συλλάβει το σουλτάνο, κερδίζοντας το προσωνύμιο Warneńczyk ( ΄της Βάρνας΄ στα Πολωνικά, είναι επίσης γνωστός ως Várnai Ulászló στα Ουγγρικά ή Ladislaus Varnensis στα Λατινικά). Η αποτυχία της Σταυροφορίας της Βάρνας κατέστησε την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453 σχεδόν αναπόφευκτη και η Βάρνα (με όλη τη Βουλγαρία) επρόκειρο να παραμείνει υπό την Οθωμανική κυριαρχία για πάνω από τέσσερις αιώνες. Σήμερα υπάρχει στη Βάρνα ένα κενοτάφιο του Λαδίσλαου Γ΄.

Οθωμανική διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγάλο λιμάνι, αγροτικό, εμπορικό και ναυπηγικό κέντρο για την Οθωμανική Αυτοκρατορία τους 16ο και 17ο αιώνες, διατηρώντας σημαντικό και οικονομικά ενεργό Βουλγαρικό πληθυσμό, η Βάρνα έγινε αργότερα ένα από τα ΄Τετράπλευρα Φρούρια΄ ( με το Ρούσε, το Σούμεν και τη Σιλίστρα) αποκόπτοντας τη Δοβρουτσά από την υπόλοιπη Βουλγαρία και αναχαιτίζοντας τη Ρωσία στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους. Οι Ρώσοι την κατέλαβαν προσωρινά το 1773 και πάλι το 1828, μετά την παρατεταμένη Πολιορκία της Βάρνας, επιστρέφοντάς τη στους Οθωμανούς δύο χρόνια αργότερα, αφού κατεδάφισαν το μεσαιωνικό φρούριο.

Στις αρχές του 19ου αιώνα πολλοί ντόπιοι Ελληνες εντάχθηκαν στην πατριωτική οργάνωση Φιλική Εταιρεία. Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης (1821) σημειώθηκε στη Βάρνα επαναστατική δράση, με αποτέλεσμα ντόπιοι προύχοντες, που συμμετείχαν στο Ελληνικό εθνικό κίνημα να εκτελεσθούν από τις Οθωμανικές αεχές, ενώ άλλοι κατάφεραν να διαφύγουν στην Ελλάδα και συνέχισαν τον αγώνα τους.

Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι, που εκστράτευσαν κατά της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854 - 1856) χρησιμοποίησαν τη Βάρνα ως έδρα και κύρια ναυτική βάση. Πολλοί στρατιώτες πέθαναν από χολέρα και η πόλη καταστράφηκε από φωτιά. Ενα Βρετανικό και ένα Γαλλικό μνημείο σηματοδοτούν τα νεκροταφεία, όπου ενταφιάσθηκαν τα θύματα της χολέρας. Το 1866 η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή στη Βουλγαρία συνέδεσε τη Βάρνα με το Ρούσε στο Δούναβη, συνδέοντας την Οθωμανική πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη με την Κεντρική Ευρώπη. Για μερικά χρόνια το Οριάν Εξπρές περνούσε από αυτή τη γραμμή. Το λιμάνι της Βάρνας αναπτύχθηκε ως μείζων προμηθευτής τροφίμων - κυρίως σιταριού από το γειτονικό σιτοβολώνα της Νότιας Δοβρουτσάς - για την Κωνσταντινούπολη και πολυσύχναστο κέντρο Ευρωπαϊκών εισαγωγών προς την πρωτεύουσα. Στην πόλη άνοιξαν 12 ξένα προξενεία. Ντόπιοι Βούλγαροι συμμετείχαν στη (Βουλγαρική) Εθνική Αναγέννηση και ο Βασίλ Λέβσκι ίδρυσε μια μυστική επαναστατική επιτροπή.Etnografisch Museum.jpgΕθνογραφικό Μουσείο (αστική κατοικία της Οθωμανικής περιόδου)

Τρίτο Βουλγαρικο Κράτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1878 η πόλη, που αριθμούσε 26 χιλιάδες κατοίκους, δόθηκε στη Βουλγαρία από τα Ρωσικά στρατεύματα, που μπήκαν σ' αυτή στις 27 Ιουλίου. Η Βάρνα υπήρξε πόλη του μετώπου στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η οικονομία της επλήγη σοβαρά από την προσωρινή απώλεια της αγροτικής ενδοχώρας της της Νότιας Δοβρουτσάς στη Ρουμανία (1913 - 1916 και 1919 - 1940). Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε την πόλη το Σεπτέμβριο του 1944, βοηθώντας τη στερέωση της Κομμουνιστικής κυριαρχίας στη Βουλγαρία.

Ενα από τα πρώτα κέντρα βιομηχανικής ανάπτυξης και του Βουλγαρικού εργατικού κινήματος, η Βάρνα καθιερώθηκε ως το κύριο εξαγωγικό λιμάνι της χώρας, μεγάλο κέντρο παραγωγής σιτηρών και καλλιέργειας αμπελιών, έδρα του παλαιότερου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας εκτός της Σόφιας, δημοφιλής τόπος διεθνών φεστιβάλ και εκδηλώσεων, καθώς και ως ντε φάκτο θερινή πρωτεύουσα της χώρας, με την ανέγερση του βασιλικού θερινού ανακτόρου Ευξείνογκραντ (σήμερα η Βουλγαρική κυβέρνηση συνεδριάζει εδώ το καλοκαίρι). Ο μαζικός τουρισμός εμφανίσθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Η βαρειά βιομηχανία και το εμπόριο με τη Σοβιετική Ενωση άνθισαν από το 1950 ως το 1980Από τις 20 Δεκεμβρίου 1949 μέχρι τις 20 Οκτωβρίου 1956 η πόλη είχε μετονομαστεί από την κομμουνιστική κυβέρνηση Στάλιν, προς τιμήν του Σοβιετικού δικτάτορα Ιωσήφ Στάλιν.

Το 1962 έγινε εδώ η 15η Σκακιστική Ολυμπιάδα. Το 1969 και το 1987 η Βάρνα φιλοξένησε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ρυθμικής γυμναστικής. Από τις 30 Σεπτεμβρίου ως τις 4 Οκτωβρίου 1973 έλαβε χώρα το 10ο Ολυμπιακό Συνέδριο στο Παλάτι των Σπόρ. Η Βάρνα είναι υποψήφια Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2019.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βάρνα αποτελεί σημαντικό οικονομικό κέντρο της Βουλγαρίας και της Μαύρης Θάλασσας γενικότερα. Οι κύριες βιομηχανίες της περιλαμβάνουν το εμπόριο, τις μεταφορές και τη ναυπηγική, ενώ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της περιοχής έχει και η τουριστική δραστηριότητα.

Σήμερα η ανεργία είναι από της χαμηλότερες στη χώρα (2-3%). Ο τομέας των υπηρεσιών αντιπροσωπεύεται από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ "Πικαντίλι" και "Μαμπο",τα εστιατόρια "Χέπι" και "Καπιτάν Κουκ", τα φαρμακεία "Σανίτα" και "Μάρεσκι" και τα καταστήματα έτοιμων γυναικείων ρούχων "Δαφνέ" και "Μπλάγα Μπλαγόεβα" που είναι κομμάτια από τα σύγχρονα σύμβολα της πόλης.

Τα μεγαλύτερα προσκέδια για 2005-2009 είναι οι κατασκευές "Μολ Βάρνα", "Πφόε Μολ", "Μπίζνες παρκ Βάρνα" και το στάδιο "Βάρνα". Σύμφωνα με δημοσκόπηση μέσω του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας "24 τσασα", της ιστοσελίδας dariknews.bg και των ακροατών του δαρικράδιο, η Βάρνα είναι η καλύτερη πόλη για κατοικία στη Βουλγαρία.

Aξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιοθέατα της πόλης είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο της Βάρνας, που εκθέτει το Χρυσό της Βάρνας, τα Ρωμαϊκά Λουτρά, το Πάρκο Μουσείο της Μάχης της Βάρνας, το Ναυτικό Μουσείο στην Ιταλική Βίλα Ασαρέτο, που εκθέτει το μουσειακό πλοίο ΄αντιτορπιλικό Ντράζκι΄, το Εθνογραφικό Μουσείο σε ένα συγκρότημα της Οθωμανικής περιόδου, που περιγράφει τη ζωή των ντόπιων αστών, ψαράδων και χωρικών στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.VarnaArchMuseum.JPG Αρχαιολογικό Μουσείο Αρχοντικά χτισμένα γύρω στα 1900, έξω από το Θαλάσσιο Κήπο

O Θαλάσσιος Κήπος είναι το παλαιότερο και ίσως το μεγαλύτερο πάρκο στην πόλη, περιλαμβάνοντας ένα υπαίθριο θέατρο (χώρο διεξαγωγής του Διεθνούς Διαγωνισμού Μπαλέτου, παραστάσεων όπερας και συναυλιών), το Ενυδρείο της Βάρνας (άνοιξε το 1932), το Δελφινάριο Φέστα (άνοιξε το 1984), το Αστεροσκοπείο και Πλανητάριο Νικόλαος Κοπέρνικος, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, ένα ερπετάριο, ένα ζωολογικό και ένα αλπικό κήπο, ένα παιδικό πάρκο ψυχαγωγίας με μια λιμνούλα, ένα πλωτό σπίτι και ένα παγοδρόμιο και άλλα αξιοθέατα. Ο Δρόμος της Εθνικής Αναγέννησης είναι διακοσμημένος με ορειχάλκινα μνημεία επιφανών Βουλγάρων και ο Δρόμος των Κοσμοναυτών περιέχει δένδρα φυτεμένα από το Γιούρι Γκαγκάριν και άλλους Σοβιετικούς και Βούλγαρους κοσμοναύτες. Ο Κήπος είναι εθνικό μνημείο αρχιτεκτονικής τοπίου και θεωρείται το μεγαλύτερο διαμορφωμένο παρκο στα Βαλκάνια.Varna Bulgaria garden.jpgΘαλάσσιος Κήπος

Ο παραλιακός δρόμος πλαισιώνεται από σειρά παραλιακών κλαμπ που προσφέρουν έντονη νυχτερινή ροκ, χιπ-χόπ, Βουλγάρικη και Αμερικάνικη ποπ, τέκνο και τσάλγκα. Το 2006 ο Ιντιπέντεντ βάφτισε τη Βάρνα ΄΄νέα φάνκι-πόλη της Ευρώπης, πρωτεύουσα ευζωίας της Βουλγαρίας΄΄. Η πόλη απολαμβάνει παγκόσμια φήμη για τη ροκ, χιπ-χόπ διεθνή μουσική της και καλλιτέχνες, κλαμπ και σχετικές εκδηλώσεις, όπως το Πρωινό του Ιουλίου και χώρους διεθνούς ροκ και χιπ-χόπ.

Οι παραλίες της πόλης, γνωστές επίσης ως ΄΄θαλάσσια λουτρά΄΄, είναι διάσπαρτες με θερμές (μέχρι 55 β.C) πηγές μεταλλικών θειούχων νερών (που χρησιμοποιούνται για σπα, πισίνες και δημόσια λουτρά) και αρκετές μικρές προστατευμένες μαρίνες. Ακόμη η μήκους 2,05 χλμ. και υψους 52 μ. γέφυρα ΄΄Ασπαρούχοφ μοστ΄΄ είναι δημοφιλές σημείο για μπάντζι-τζάμπιγκ. Εξω από την πόλη είναι το ανάκτορο Ευξείνογκραντ, με πάρκο και οινοποιείο, ο Βοτανικός Κήπος του Πανεπιστημίου της Σόφιας (Εκοπαρκ Βάρνα), ο βραχώδης σχηματισμός Πόμπιτι Καμάνι και το μεσαιωνικό σπηλαιομονάστηρο Αλατζά.

Οι περιοχές τουριστικών αγορών περιλαμβάνουν τις σειρές μπουτίκ κατά μήκος της Λεωφ. Πρίγκιπα Βόρις (με τις τιμές των ενοικίων να συναγωνίζονται εκείνες της Λεωφ. Βίτοσα στη Σόφια) και γειτονικούς πεζόδρομους, καθώς και το μεγάλο εμπορικό κέντρο και συγκρότημα κινηματογράφων στη συνοικία Μλάντοστ, κατάλληλα για εποχούμενους. Δύο άλλες πλατείες με καταστήματα, η Πικαντίλι Παρκ και η Σέντραλ Πλάτσα, είναι σε βολική θέση για την εξυπhρέτηση των τουριστών στα θέρετρα βόρεια του κέντρου της πόλης, και οδηγώντας και πηγαίνοντας με τα δημόσια μέσα μεταφοράς. Αφθονούν τα ΑΤΜ και τα βενζινάδικα με ψιλικατζίδικα συνεχούς λειτουργίας.

Τα καταστήματα τροφίμων μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ Πικαντίλι και Μπούρλεκς. Στα καταστήματα και τα εστιατόρια οι πιστωτικές κάρτες γίνονται κατά κανόνα δεκτές. Υπάρχουν αρκετές λαϊκές αγορές, που διαθέτουν φρέσκα τοπικά προϊόντα. Το Παζάρι Κόλκοτσεν, η μεγαλύτερη από όλες, έχει επίσης ψαραγορά, αλλά βρίσκεται σε πολυσύχναστη περιοχή, πρακτικά απροσπέλαστη για αυτοκίνητα.

Οπως άλλες πόλεις στην περιοχή η Βάρνα έχει το δικό της μερίδιο αδέσποτων σκυλιών, επί το πλείστον ήσυχων και φιλικών, με λάμποντα κλιπς στα αυτιά τους, σημάδι ότι έχουν στειρωθεί και εμβολιασθεί. Εντούτοις η αστική άγρια ζωή κυριαρχείται από τους πανταχού παρόντες γλάρους, ενώ καφέ σκίουροι ζουν στο Θαλάσσιο Κήπο. Τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο μεταναστευτικοί κύκνοι δια χειμάζουν στις προστατευμένες παραλίες.

Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ των σημαντικών παλιών Βουλγαρικών Ορθόδοξων ναών είναι ο μητρπολιτικός Καθεδρικός της Κοίμησης της Θετόκου (της επισκοπής Βάρνας και Βελίκι Πρέσλαβ), η Θεοτόκος Παναγία των αρχών του 17ου αιώνα (χτισμένη στη θέση αρχαιότερης εκκλησίας, όπυ ο Λαδίσλαος Γ΄ ίσως έχει ταφεί), ο Αγιος Αθανάσιος (πρώην Ελληνικός μητροπολιτικός καθεδρικός) στα χνάρια μιας κατεδαφισμένης εκκλησίας του 10ου αιώνα, το 15ου αιώνα παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, η εκκλησία των ναυτικών του Αγίου Νικολάου, το παρεκκλήσι του Αρχάγγελου Μιχαήλ, θέση του πρώτου Βουλγαρικού κοσμικού σχολείου από την εποχή της Εθνικής Αναγέννησης και η εκκλησία Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του ομώνυμου μοναστηριού του 14ου αιώνα στα προάστια.

Τα υπολείμματα μιας μεγάλης φρουριακής βασιλικής του 4ου-5ου αιώνα στο πάρκο Τζανάβαρα λίγο νότια της πόλης γίνονται τουριστικός προορισμός με μερικά εξαιρετικά ψηφιδωτά εκτεθειμένα επί τόπου. Ανασκάπτονται και συντηρούνται τα υπολείμματα άλλης ογκώδους βασιλικής του 9ου αιώνα στο σκριπτόριουμ στο μοναστήρι της Θεοτόκου Παναγίας του Βόρις Α΄. Αποκαθίσταται επίσης μια επισκοπική βασιλική του 4ου-5ου αιώνα βόρεια των Λουτρών. Υπάρχουν επίσης μερικοί νεότεροι Ορθόδοξοι ναοί. Δύο αφιερωμένοι στον Απόστολο Ανδρέα και τον τοπικό μάρτυρα Αγιο Προκόπιο της Βάρνας, είναι ακόμη υπό κατασκευή. Στην περιοχή έχουν ξεφυτρώσει πολλά μικρότερα Ορθόδοξα εκκλησάκια. Στις αρχές του 2009 ο Βασίλ Ντάνεφ, ηγέτης της Εθνικής Οργάνωσης για τις Ενωμένες Κοινότητες των Ρομά, δήλωσε ότι οι ντόπιοι Ρομά θα ανήγειραν επίσης ένα Ορθόδοξο εκκλησάκι. Υπάρχει επίσης μια παλιά Αρμενική Αποστολική εκκλησία, δύο Ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες (μόνο μία είναι τώρα ανοιχτή και λειτουργεί στα Πολωνικά τις Κυριακές), μια ακμάζουσα Ευαγγελική Μεθοδική επισκοπική εκκλησία, όπου γίνονται οργανικές συναυλίες, ενεργές Ευαγγελική της Πεντηκοστής, των Αντβεντιστών της Εβδομης Ημέρας και δύο εκκλησίες των Βαπτιστών.

Δύο τζαμιά (το ένα είναι ανοιχτό) έχουν επιβιώσει από την Οθωμανική εποχή, όταν υπήρχαν στην πόλη 18, όπως και δύο κάποτε μεγαλοπρεπείς αλλά τώρα ερειπωμένες συναγωγές, μια Σεφαρδίτικη και μία Ασκεναζίτικη, η δεύτερη σε Γοτθικό ρυθμό (είναι υπό αποκατάσταση). Ενα νέο τζαμί προστέθηκε πρόσφατα στη νότια περιοχή Ασπαρούχοβο, για την εξυπηρέτηση της γειτονικής συνοικίας Μουσουλμάνων Ρομά.

Υπάρχει επίσης ένα Βουδιστικό κέντρο.

Σε μια διαφορετική νότα ο πνευματικός δάσκαλος Πέταρ Ντένωφ άρχισε να διδάσκει το δόγμα του του Εσωτερικού Χριστιανισμού στη Βάρνα στα τέλη της δεκαετίας του 1890 και εκεί συγκλήθηκαν από το 1899 ως το 1908 οι ετήσιες συναντήσεις της Συναρχικής Αλυσίδας του, αργότερας γνωστής ως Παγκόσμιας Λευκής Αδελφότητας.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1878 η Βάρνα ήταν μια Οθωμανική πόλη με σπίτια κυρίως ξύλινα σε ύφος χαρακτηριστικό των ακτών της Μαύρης Θάλασσας, πυκνοστριμωγμένα σε στενά σοκάκια. Περιβαλλόταν από ένα πέτρινο τείχος, ανακαινισμένο τη δεκαετία του 1830, με ακρόπολη, τάφρο διακοσμημένες σιδερένιες πύλες, πλαισιωμένες από πύργους και μια θολωτή γέφυρα πάνω από τον Ποταμό Βάρνα. Στην περιοχή αφθονούσαν αρχαία προοθωμανικά ερείπια, που χρησιμοποιούντο ευρέως ως λατομεία.

Σήμερα διατηρείται ελάχιστη από αυτή την κληρονομιά. Το κέντρο της πόλης ξαναχτίστηκε από την εκκολαπτόμενη Βουλγαρική μεσαία τάξη στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα σε Δυτικό στυλ με τοπικές εκδοχές της Νεοαναγέννησης, του Νεομπαρόκ, του Νεοκλασικισμού, της Αρ Νουβώ και της Αρ Ντεκό (πολλά από αυτά τα κτίρια, των οποίων η κυριότητα ξανααποδόθηκε μετά το 1989, έχουν υποστεί ανακαινίσεις).

Λιθοδομή από τα κατεδαφισμένα τείχη της πόλης χρησιμοποιήθηκαν για τον καθεδρικό, τα δύο πρότυπα γυμνάσια και την επίστρωση νέων λεωφόρων. Η μεσαία τάξη έχτισε λειτουργικές μονοκατοικίες και πολυκατοικίες. Κομψά αρχοντικά ανεγέρθηκαν στις κεντρικές λεωφόρους και στους αμπελώνες βόρεια της πόλης. Εμφανίσθηκαν μερικά βιομηχανικά προάστια της εργατικής τάξης (μονοκατοικιών με μικρές πράσινες αυλές). Πρόσφυγες από τους πολέμους της δεκαετίας του 1910 εγκαταστάθηκαν επίσης σε φτωχότερες αλλά σφύζουσες συνοικίες στα άκρα της πόλης.

Κατά τη γρήγορη αστικοποίηση από τη δεκαετία του 1960 μέχρι τις αρχές εκείνης του 1980, μεγάλα οικιστικά συγκροτήματα εξαπλώθηκαν σε εκτάσεις, όπου προηγουμένως υπήρχαν μικροί ιδιωτικοί αμπελώνες ή αγροτικές κοοπερατίβες, καθώς ο πληθυσμός της πόλης τριπλασιάσθηκε. Σχεδιάστηκαν παραλιακά θέρετρα κατά το πλείστον σε κομψό σύγχρονο στυλ, που χάθηκε λίγο στις πρόσφατες πολυτελέστερες ανακαινίσεις τους. Από τα αξιοθέατα της δεκαετίας του 1960 είναι το Παλάτι Πολιτισμού και Σπόρ.

Από το 1989, με την επιστροφή της χώρας στον καπιταλισμό, αναβαθμισμένες πολυκατοικίες πολλαπλασιάστηκαν τόσο στο κέντρο, όσο και σε υψώματα πάνω από την πόλη με θέα της θάλασσας και της λίμνης. Οι αμπελώνες της Βάρνας (΄λόζια΄), που χρονολογούνται ίσως από την αρχαιότητα και εκτείνονται σε χιλιόμετρα στη γύρω περιοχή, άρχισαν να μετατρέπονται από κυρίως αγροτικές εκτάσεις, διάσπαρτες με παραθεριστικές κατοικίες ή ΄βίλι΄, σε εύπορα προάστια, επιδεικνύοντας πολυτελείς βίλες και ξενοδοχεία, με επιστέγασμα το ψαγμένο μεταμοντέρνο κιτς της Βίλα Ακουα.

Με τη νέα ανοικοδόμηση των προαστίων να ξεπερνά μακράν την ανάπτυξη των υποδομών, προκλήθηκαν κατολισθήσεις, που διέρρηξαν προσωρινά μεγάλους αυτοκινητόδρομους. Καθώς ο αριθμός των αυτοκινήτων τετραπλασιάσθηκε από το 1989, η Βάρνα έγινε γνωστή για τα μποτιλιαρίσματά της. Το πάρκιγκ στους καταπράσινους αλλά στενούς δρόμους της παλιάς πόλης συνήθως καταλαμβάνει τα πεζοδρόμια. Την ίδια στιγμή εκτάσεις παραγκουπόλεων, που μοιάζουν περισσότερο στο Ρίο ντε Τζανέιρο παραμένουν στις συνοικίες των Ρομά των δυτικών άκρων της πόλης, λόγω της αναποτελεσματικότητας των τοπικών πολιτικών.

Τα παραλιακά θέρετρα ανοικοδομήθηκαν και επεκτάθηκαν, ευτυχώς όχι με τόσο έντονη ανάπτυξη, όσο άλλοι τουριστικοί προορισμοί στη Βουλγαρική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, και το πράσινό τους κατά μέγα μέρος διατηρήθηκε. Νέα σύγχρονα κτίρια γραφείων άρχισαν να αναμορφώνουν το παλιό κέντρο και τα περίχωρα.

Γκαλερί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από αριστερά : Kαθεδρικός Κοίμησης Θεοτόκου, Θέατρο Στογιάν Μπατσβάροφ, Αρχοντικό Αρ Νουβό,

Εξωτερικές Συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (http://www.varna.bg 08.12.2006)