Καρδινάλιος (Καθολικισμός)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Καρδινάλιος)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο θυρεός ενός καρδινάλιου δηλώνεται με ένα κόκκινο γαλέρο (πλατύγυρο καπέλο) με 15 κρόσσια σε κάθε πλευρά (το σύνθημα και η ασπίδα είναι διαφορετικά για κάθε καρδινάλιο).

Ένας καρδινάλιος είναι ένας πρεσβύτερος εκκλησιαστικός αξιωματούχος, συνήθως ένας χειροτονημένος επίσκοπος, και εκκλησιαστικός πρίγκιπας της Καθολικής Εκκλησίας. Οι καρδινάλιοι είναι συλλογικά γνωστοί ως Κολλέγιο των Καρδιναλίων, το οποίο ως σώμα εκλέγει τον καινούργιο πάπα. Τα καθήκοντα των καρδιναλίων περιλαμβάνουν την προσέλευση στις συναντήσεις του Κολλεγίου και την διαθεσιμότητά τους ατομικά ή σε ομάδες για τον πάπα εάν εκείνος ζητήσει την συμβουλή τους. Οι περισσότεροι καρδινάλιοι έχουν επιπρόσθετα καθήκοντα, όπως η ηγεσία μιας επισκοπής ή αρχιεπισκοπής ή την λειτουργία ενός τμήματος της Ρωμαϊκής Κούρια.

Η άλλη κύρια δραστηριότητα ενός καρδιναλίου είναι η εκλογή του πάπα όποτε, λόγω θανάτου ή παραίτησης, η έδρα μείνει κενή. Το 1059 το δικαίωμα της εκλογής του πάπα περιορίσθηκε στον κύριο κλήρο της Ρώμης και τους επισκόπους των επτά περιαστικών επισκοπικών εδρών. Κατά την sede vacante, την περίοδο μεταξύ του θανάτου ενός πάπα και της εκλογής του διαδόχου του, η μέρα προς μέρα διακυβέρνηση της Εκκλησίας ως συνόλου είναι στα χέρια του Κολλεγίου των Καρδιναλίων. Το δικαίωμα συμμετοχής των καρδιναλίων στο κονκλάβιο για να εκλέξουν τον πάπα περιορίζεται σήμερα σε εκείνους που δεν έχουν φθάσει ακόμη την ηλικία των 80 ετών την ημέρα του θανάτου ή της παραίτησης του πάπα.

Ο όρος καρδινάλιος κάποτε αναφερόταν σε κάθε ιερέα o οποίος έχει μόνιμα ανατεθεί ή εγκαρδιωθεί σε μια εκκλησία,[1] ή συγκεκριμένα στον πρεσβύτερο ιερέα μιας σημαντικής εκκλησίας, βάσει του Λατινικού cardo (κέντρο, βάση, κεφαλή), που σημαίνει "κύριος" ή "κορυφαίος". Ο όρος χρησιμοποιείτο με αυτή την έννοια από τον ένατο αιώνα για του ιερείς των tituli (ενορίες) της επισκοπής της Ρώμης.[1] Κατάλοιπα αυτών των πρώιμων καρδιναλίων διατηρούνται από την Εκκλησία της Αγγλίας, όπου ο τίτλος του "καρδιναλίου" διατηρείται ακόμη από τα δύο πρεσβύτερα μέλη του Κολλεγίου των Μικρών Κανονικών του Καθεδρικού του Αγίου Παύλου.

Τον δωδέκατο αιώνα εγκαινιάσθηκε η πρακτική τoυ διορισμού εκκλησιαστικών εκτός της Ρώμης ως καρδιναλίων, με έκαστον να λαμβάνει μια εκκλησία στη Ρώμη ως εικονική εκκλησία, ή να συνδέεται με μία από τις περιαστικές (suburbicarian) επισκοπές, ανήκοντας ακόμα σε μια επισκοπή διαφορετική από αυτή της Ρώμης.[εκκρεμεί παραπομπή]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Battandier, Albert 
  • Noonan, Jr., James-Charles (1996). The Church Visible: The Ceremonial Life and Protocol of the Roman Catholic Church. Viking. ISBN 0-670-86745-4. 
  • Sägmüller, Johannes Baptist, Cardinal 

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1  Sägmüller, Johannes Baptist (1913). «Cardinal (1)». Catholic Encyclopedia. New York: Robert Appleton Company. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]