Τουρκομανικά εμιράτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως Τουρκομανικά εμιράτα ή Μπεηλίκια, αναφέρονται τα διάφορα κρατίδια κυβερνώμενα από Μπέηδες, που ιδρύθηκαν στη Μικρά Ασία, αρχικά στα τέλη του 11ου αιώνα, μετά την μάχη του Μάντζικερτ (1071) και πιο εκτεταμένα κατά την παρακμή του Σελτζουκικού Σουλτανάτου του Ρουμ κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα.

Η λέξη μπεηλίκι σημαίνει την περιοχή υπό τη δικαιοδοσία ενός μπέη, σε απλή μετάφραση φεουδάρχη. Πέρα από το Μικρασιατικό του πλαίσιο ο όρος χρησιμοποιείται επίσης σχετικά με τους Οθωμανούς κυβερνητικούς θεσμούς του 16ου αιώνα στις ευρέως αυτόνομες αντιβασιλείες κατά μήκος των ακτών της σημερινής Τυνησίας και Αλγερίας.

Τουρκομάνοι νομάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ανθεκτικοί πολεμιστές Τουρκομάνοι, οι οποίοι συνόδευαν τους πρώτους Σελτζούκους στις εισβολές τους στην Μικρά Ασία από τις αρχές του 11ου αιώνα συντέλεσαν αποφασιστικά με τις επιδρομές τους στην σταδιακή εθνική και πολιτιστική μεταμόρφωση της Μικράς Ασίας και στον μετέπειτα εξισλαμισμό της. Παρόλα αυτά οι ίδιοι διατήρησαν πολλά παγανιστικά τους ήθη και έθιμα. Πολλές φορές δρούσαν εντελώς ανεξάρτητα από τους Σελτζούκους σουλτάνους, είτε της Βαγδάτης, είτε του Ρουμ (Ικονίου).

Η προέλευση και ο χαρακτήρας των Τουρκομάνων νομάδων παραμένουν ακόμη και σήμερα ένα από τα μυστήρια της ιστοριογραφίας, λόγω της έλλειψης πληροφόρησης στις σύγχρονές τους ή μεταγενέστερες δυτικές και ανατολικές πηγές. Ένα απροσδιόριστο ζήτημα είναι κατά πόσο οι Σελτζούκοι βοηθήθηκαν από τους Τουρκομάνους, καθώς και από τους «γαζήδες» των παραμεθόριών τους περιοχών, τους ιερούς πολεμιστές της μουσουλμανικής εξάπλωσης κατά των «απίστων» (χριστιανών). Ορισμένες πληροφορίες υπάρχουν στα ανατολικά και βυζαντινά χρονικά του 13ου αιώνα, των οποίων οι συγγραφείς άφησαν μελανές περιγραφές για τις επιδρομές τους και την καμένη γη που άφηναν πίσω τους. Γενικά, κατά τις πηγές, με την πρώτη ευκαιρία μεταμορφώνονταν σε άγριους ληστές και καταλεηλατούσαν την ύπαιθρο. Τα αποτελέσματα των πρώτων τουρκομανικών επιδρομών δημιούρηγσαν τις βάσεις για την εθνολογική, οικονομική, θρησκευτική και πολιτική μεταμόρφωση του μικρασιατικού χώρου από τον 11ο ώς τον 15ο αιώνα, διαδραματίζοντας πρωταρχικό ρόλο στον εξισλαμισμό των άλλοτε ακμαίων μικρασιατικών περιοχών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Πρώιμες τουρκικές δυναστείες της ανατολικής Μικράς Ασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ντανισμεντίδες

Οι Ντανισμεντίδες ή Δανισμεντίδες κυριάρχησαν στην κεντρική και ανατολική Μικρά Ασία κατά την περίοδο 1071-1178, χωρισμένοι σε δύο μεγάλους κλάδους: της Σεβάστειας (1071-1174) και της Μελιτηνής (1142-1178). Ήταν οι πρώτοι που οργάνωσαν μουσουλμανικό κράτος στη Μικρά Ασία με την ονομασία «Ρουμ» (δηλαδή χώρα των Ρωμαίων) και κυριάρχησαν κατά διαστήματα και στις πόλεις Καισάρεια και Κασταμονή του Πόντου. Ύστερα από πολυετείς συγκρούσεις με το Βυζάντιο και με τους Σελτζούκους του Ικονίου, υποτάχτηκαν το 1178 στο Σελτζούκο σουλτάνο του Ρουμ, Κιλίτζ Αρσλάν Β'.

Οι Ορτοκίδες υπήρξαν τουρκική δυναστεία που κυβέρνησε την περιφέρεια του Ντιγιαρμπακίρ στη νοτιοανατολική Ανατολία μέσω δύο κλάδων: των Χισν Καϋφά-Αμίτ και των Μαρντίν-Μαγιαφαρικίν. Ο πρώτος ηγέτης τους, Ορτούκ ιμπν Εκσέμπ, αναφέρεται ότι πήρε μέρος σε εκστρατεία του Βυζαντίου κατά των Νορμανδών. Λίγα χρόνια αργότερα πολεμούσε για λογαριασμό του Σελτζούκου σουλτάνου Μαλίκ Σαχ και του αδελφού του Τουτούς παίρνοντας για τις υπηρεσίες του ως αντάλλαγμα την Παλαιστίνη (1086). Ο διάδοχός του Μουγίν αντ-Ντιν Σοκμέν, μετά την κατάκτηση της Παλαιστίνης από τους Φατιμίδες της Αιγύπτου γύρισε στο Ντιγιαρμπακίρ και ανέλαβε τη διοίκηση της εκείθεν περιοχής. Στη μεγαλύτερη ακμή τους οι Ορτοκίδες έφτασαν μέχρι τη Μεσοποταμία, επεκτεινόμενοι βορειοανατολικά κατά μήκος της ανατολικής όχθης του Ευφράτη στην περιοχή της Άμιδας (1113). Η ανάμιξή τους σε πολέμους με τους Σταυροφόρους και οι βλέψεις του Σαλαντίν στην περιοχή επέφεραν την παρακμή τους, υποτασσόμενοι στον τελευταίο και τους διαδόχους του Αγιουβίδες, τη δεκαετία του 1180. Στη συνέχεια οι Ορτοκίδες εξακολούθησαν να ηγεμονεύουν στο Ντιγιαρμπακίρ, ως υποτελείς όμως των Σελτζούκων του Ικονίου και των Χωρεσμίων Τούρκων. Το 1232 ο κλάδος των Χισν Καϋφά-Αμίτ διαλύθηκε από τους Σελτζούκους ενώ ο κλάδος των Μαρντίν-Μαγιαφαρικίν διατηρήθηκε ως υποτελής στους Μογγόλους έως το 1408, οπότε και διαλύθηκε από την τουρκική ομοσπονδία των Μαυροπροβατάδων.

Τα τουρκομανικά εμιράτα από τον 13ο έως τον 15ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μικρά Ασία και τα τουρκομανικά εμιράτα, κατά το 1300.

Η μογγολική επικυριαρχία στους Σελτζούκους του Ικονίου, από τα μέσα του 13ου αιώνα είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση ορισμένων ανεξάρτητων τουρκομανικών κρατιδίων σε διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας, όπου έμελλε να διατηρηθεί η ιδεολογία του «ιερού πολέμου» και των πολεμιστών των συνόρων («γαζήδων»). Το πρώτο από αυτά τα εμιράτα εγκαινιάζει για πρώτη φορά στη Μικρά Ασία τη χρήση της τουρκικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του εμιράτου αντί της υιοθετημένης ώς τότε από τα προϋπάρχοντα τούρκικα κράτη (και τους Σελτζούκους) περσικής. Ιδρύθηκε περίπου το 1256 στα βόρεια σύνορα της Μικρής Αρμενίας (Κιλικίας) από τον Καραμάν (εμιράτο Καραμανίας) και γρήγορα αμφισβήτησε την κυριαρχία των Ιλχανιδών Μογγόλων στη Μικρά Ασία. Το 1277 το εμιράτο αυτό συμμάχησε με τους Μαμελούκους της Αιγύπτου κατά των Μογγόλων. Κατά το 1307 κατέλαβαν το Ικόνιο. Η μετέπειτα σύγκρουση όμως με τη διαρκώς ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε αναπόφευκτη και το 1468 υποτάχθηκε οριστικώς στον Οθωμανό σουλτάνο Μωάμεθ Β'.

Από τα υπόλοιπα εμιράτα σημαντικότερα υπήρξαν του Γκερμιγιάν (Κιουτάχεια), Χατζή Εμίρ (Κοτύωρα) στην κεντρική Μικρά Ασία και του Ντζαντάρογλου (Κασταμονή) που προσάρτησε και τη Σινώπη. Από τα τέλη του 13ου και τις αρχές του 14ου αιώνα εμφανίζονται σταδιακά στη δυτική Μικρά Ασία τα εμιράτα του Μεντεσέ, Αϊδινίου, Σαρουχάν, Καρεσί και Τεκέ και του Οσμάν, γενάρχη των Οθωμανών. Ιδιαίτερα τα εμιράτα του Μεντεσέ, Αϊδινίου, Σαρουχάν και Καρεσί ήρθαν σε επανειλημμένες συγκρούσεις, όχι μόνο με το εξασθενημένο Βυζάντιο στην περιοχή του Αιγαίου και στα δυτικά μικρασιατικά παράλια αλλά και με τους σταυροφορικούς συνασπισμούς των Δυτικών κρατών υπό την αιγίδα των Παπών. Τελικώς, όλα υποτάχτηκαν στους Οθωμανούς τον 15ο αιώνα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παγκόσμια Ιστορία. Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα 1990. ISBN 960-213-127-6.
  • Οι απαρχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Μεχμέτ Φουάτ Κιοπρουλού, εκδόσεις Παπαζήση, 2001