Οικουμενικές Σύνοδοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Οικουμενικές σύνοδοι)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας, τοιχογραφία του 18ου αι. στον Ορθόδοξο Ναό Σταυροπόλεως στο Βουκουρέστι

Ως οικουμενική σύνοδος μπορεί να οριστεί μία σύνοδος οι αποφάσεις της οποίας γίνονται αποδεκτές από την παγκόσμια εκκλησιαστική κοινότητα. Στο χαρακτηρισμό της δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν το μέγεθος του αριθμού των συμμετεχόντων επισκόπων, λόγω του ότι αυτός μπορεί να ποικίλλει σε κάθε σύνοδο, ούτε η αντιπροσωπευτικότητα την οποία έχει έναντι των κατά τόπους εκκλησιών. Μέτρο για την ανάδειξη μιας Συνόδου ως Οικουμενικής είναι η επακόλουθη αποδοχή των αποφάσεών της και η παγκόσμια αναγνώριση της οικουμενικότητάς της. Όλες οι οικουμενικές σύνοδοι έλαβαν χώρα από τον 4ο ως τον 8ο αιώνα.

Πίνακας περιεχομένων

Οι μεγάλες συνελεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι οικουμενικές σύνοδοι ήταν σύννομα συγκαλούμενες συνελεύσεις εκκλησιαστικών αξιωματούχων και θεολόγων εμπειρογνωμόνων, δηλ. "μεγάλαι συνελεύσεις επί το αυτό των εξ απάσης της χριστιανικής οικουμένης επισκόπων της Εκκλησίας, προς κοινήν συνδιάσκεψιν και απόφανσιν επί σοβαρών δογματικών και άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων....Δέον να προστεθή δε ότι και οι επίσκοποι δεν μετείχον άπαντες υποχρεωτικώς εις τας Οικουμενικάς Συνόδους, καθ' όσον η τοιαύτη συμμετοχή δεν ελογίσθη ως νομικώς αναγκαία και απαραίτητος· ήρκει μόνον να εκπροσωπώνται οπωσδήποτε αποχρώντως τα Πατριαρχεία και αι διάφοροι εκκλησιαστικαί διοικήσεις και περιφέρειαι..."[1].

Για τις Οικουμενικές εκείνες συνόδους, στις οποίες προσκλήθηκαν ή συμμετείχαν μόνο ολιγομελείς αντιπροσωπίες όλων των επαρχιών ή των πατριαρχιακών θρόνων, άρχιζε μέ πρωτοβουλία της ίδιας της Οικουμενικής συνόδου διαδικασία της αποδοχής των αποφάσεων από την εκκλησιαστική συνείδηση, με συνοδικές επιστολές που ανακοίνωναν το περιεχόμενο τους σε όλες τις μητροπόλεις, με την προτροπή προς την Ιεραρχία, τον κλήρο και τον λαό των εκκλησιών αυτών να αποδεχθούν την ομόφωνη διακήρυξη της αλήθειας της πίστεως και τις συνοδικές αποφάσεις. Υπό το πνεύμα αυτό απορρίφθηκε από την εκκλησιαστική συνείδηση η οικουμενικότητα της ληστρικής συνόδου της Εφέσου (449) και της εικονομαχικής συνόδου της Ιερείας (754)[2].

Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν αυτοί που μετά από "αίτησιν εκκλησιαστικήν" συγκαλούσαν τις Οικουμενικές Συνόδους και κατ' αυτόν τον τρόπο "ο Μ. Κωνσταντίνος συνεκάλεσε την Α' Οικουμενικήν Σύνοδον, ο Μ. Θεοδόσιος την Β', ο Θεοδόσιος ο μικρός την Γ', ο Μαρκιανός και η Πουλχερία την Δ', ο Ιουστινιανός Α' την Ε', ο Κωνσταντίνος Πωγωνάτος την ΣΤ', ο Ιουστινιανός Β' την Πενθέκτην και ο Κωνσταντίνος ΣΤ' μετά της Ειρήνης της Αθηναίας την Ζ'"[3].

Σκοπός των Οικουμενικών Συνόδων ήταν, μετά από εμπεριστατωμένες συζητήσεις να εκδίδουν "πρώτον μεν σύμβολα ή όρους ή τόμους ή ομολογίας και εκθέσεις, αναφερομένας εις την δογματικήν πίστιν"[4] καθώς "αι διάφοροι αιρέσεις αι κατά καιρούς εμφανισθείσαι, αίτινες δια της κακοδιδασκαλίας αυτών εζήτουν να διαστρέψωσι τα της Ευαγγελικής διδασκαλίας νοήματα"[5] αλλά και "κανόνας, αναφερομένους εις την διοίκησιν, την ευταξίαν, το πολίτευμα και τον καθόλου βίον της Εκκλησίας, και επέχοντας θέσιν νόμων υποχρεωτικών δια τα μέλη τής Εκκλησίας καί δια τό Κράτος."[6].

Έτσι, για τις αποφάσεις των Συνόδων, "ό,τι προσκρούει" στην Αγία Γραφή "δεν είνε δυνατόν να αποτελέση στοιχείον της ιεράς παραδόσεως και της πράξεως της Εκκλησίας."[7]. Κατ' αυτό τον τρόπο "και αύται δε αι οικουμενικαί Σύνοδοι αποφαίνονται πάντοτε μόνον ερμηνευτικώς και ουδέποτε εισηγητικώς, πάντοτε δηλαδή ερμηνεύουν, ουδέποτε αποκαλύπτουν κάτι νέον"[8] αφού "εκ της Γραφής βάσις της αληθείας ταύτης ανεπτύχθη αυθεντικώς και κατωχυρώθη υπό Οικουμενικών Συνόδων"[9] των οποίων την ορθή ερμηνεία αποδέχονται οι Ορθόδοξοι[10].

Από την Ανατολική Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αναγνωρίζονται από κοινού επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, οι οποίες συγκλήθηκαν από το 325 μ.Χ. μέχρι το 787 μ.Χ. στην Ανατολική Ρωμαϊκή επικράτεια. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, αποτελούν το ιεραρχικά ανώτατο εκκλησιαστικό σώμα, είναι δηλαδή η ανώτατη εκκλησιαστική αρχή και αυθεντία, που ασκεί την ανώτατη διοικητική, δικαστική και νομοθετική εξουσία. Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία η παρουσία και η κύρωση των διαταγμάτων της Συνόδου από τον Ποντίφηκα έχει θεμελιώδη σημασία.

Η αρχή των Συνόδων "ανάγεται εις την το πρώτον συγκροτηθείσαν εν Ιεροσολύμοις τω 48 μ.Χ. 'Αποστολικήν Σύνοδον', και επομένως ο συνοδικός θεσμός είναι αποστολικός, ούτως ώστε αι Σύνοδοι της Εκκλησίας έχουσιν αναντιλέκτως αρχήν και χαρακτήρα αποστολικόν."[11].

Η φράση «Οικουμενική σύνοδος» (Λατ. concilium universale/generale) εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον 6ο κανόνα της Πρώτης Συνόδου της Κωνσταντινούπολης (Β' Οικουμενική) το 381.[12]. Όπως σημειώνει ο Βασ. Σταυρίδης:

"Το επίθετον οικουμενικός,-ή, -όν ενωρίς εισήχθη εις την εκκλησιαστικήν γλώσσαν. Συναντώμεν τας οικουμενικάς συνόδους, τα οικουμενικά σύμβολα, τους οικουμενικούς Πατέρας, τον οικουμενικόν πατριάρχην. Βλέπομεν ενταύθα να εξυπονοώνται αι έννοιαι της γεωγραφικής εκτάσεως, της ισότητος και της ενότητος ολοκλήρου της ανθρωπότητος, της καθολικότητος και της εκκλησιαστικής ακριβείας."[13].

Αργότερα, οι Ρωμαίοι αναφέρονταν με τη φράση «orbis Romanus» στα πολιτικά όρια τα οποία συνέπιπταν με εκείνα της αρχαίας ελληνολατινικής εκκλησίας. Όταν στη συνέχεια υπήρξαν επίσκοποι από τις χώρες των βαρβάρων, οι οικουμενικές σύνοδοι αντιπροσώπευαν το σύνολο του χριστιανικού κόσμου[14]. Στους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, "βάρβαροι χαρακτηρίζονται λαοί, φυλές, ή και ομάδες ανθρώπων, που δεν ανήκαν στο Ρωμαϊκό Κράτος" και όχι όπως στην Αρχαία Ελλάδα όπου "ως βάρβαρος χαρακτηριζόταν 'πας μη Έλλην'"[15], αφού ο αυτοπροσδιορισμός των Βυζαντινών ως Ελλήνων ήταν ένα γεγονός που συντελέστηκε σταδιακά μόλις από τον 12ο αιώνα και μετά, με αφορμή εξωεκκλησιαστικούς παράγοντες (οικονομική διείσδυση και επιθετικότητα της Δύσης)[16]. Μέχρι τότε, ο διαχωρισμός γινόταν ανάμεσα σε "Ρωμαίους (Βυζαντινούς)...και...βαρβάρους"[17], ο στρατός καλούνταν να υπερασπίσει τους "Ρωμαίους πολίτες και την αυτοκρατορία...έναντι των βαρβάρων"[18] και τα στρατεύματα που μάχονταν ήταν "βαρβαρικά...εναντίον ρωμαϊκών"[19].

Οικουμενικές Σύνοδοι και Καισαροπαπισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετικά με τον ρόλο των αυτοκρατόρων στις Συνόδους, ο Β. Στεφανίδης υιοθέτησε την άποψη ότι ήταν σημαντικός στο πλαίσιο της ευρύτερης εκκλησιαστικής του εξουσίας:

«Εκ του αυτοκράτορος εξηρτάτο η εκλογή των επισκόπων και μάλιστα των πατριαρχών, η ίδρυσις και συγχώνευσις επισκοπών και αρχιεπισκοπών και η ανύψωσις αυτών εις μητροπόλεις, η ανακήρυξις αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Εις τον αυτοκράτορα εγίνοντο εκ των εκκλησιαστικών δικαστηρίων εφέσεις. Ο αυτοκράτωρ συνεκάλει τας οικουμενικάς συνόδους, διήυθηνεν αυτάς προσωπικώς ή δι' αντιπροσώπων, τας συνοδικάς αποφάσεις καθίστα νόμους του κράτους και εκ των αντιμαχομένων δογματικών διδασκαλιών αυτός ενίοτε ώριζε, τίς θα επικρατήσει. [...] Ο αυτοκράτωρ είχεν ιερατικόν χαρακτήρα. Ήδη οι εθνικοί αυτοκράτορες είχον τοιούτον χαρακτήρα (ο ρωμαίος αυτοκράτωρ ήτο άκρος αρχιερεύς του εθνισμού, pontifex maximus). Ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτωρ είπεν· «ἐγὼ δὲ τῶν ἐκτὸς ὑπὸ θεοῦ καθεσταμένος ἐπίσκοπος ἂν εἴην» (Ευσεβίου, Βίος του Μεγ. Κωνσταντίνου 4,24), ο δε Ευσέβιος περί αυτού σαφέστερον είπεν· «οἷά τις κοινὸς ἐπίσκοπος ἐκ θεοῦ καθεσταμένος» (αυτ. 1,44). Εν ταις συνόδοις ο αυτοκράτωρ επευφημείτο ως αρχιερεύς. [...] Δια των λέξεων τούτων οι αυτοκράτορες ανακηρύχθησαν ισαπόστολοι και θεόπνευστοι. Επί του αυτοκράτορος εχρησιμοποιείτο το επίθετον "άγιος", εξ αυτού δε παρέλαβον αυτό οι επίσκοποι μέχρι σήμερον. [...] Η Εκκλησία από του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήλθεν εις στενήν σύνδεσιν μετά της πολιτείας και κατ' ανάγκην εις περισσοτέρας, ή πρότερον, σχέσεις μετά του κόσμου. Τούτο συνετέλεσεν, ίνα η γενική ηθική κατάστασις των χριστιανών υποστή δευτέραν κατάπτωσιν». [20].

Σε αντίθεση με την άποψη αυτή, "οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί αναγνωρίζουν ότι τα νομικά βυζαντινά κείμενα μιλούν για αλληλοεξάρτηση μεταξύ των αυτοκρατορικών και εκκλησιαστικών δομών παρά για μια μονομερή εξάρτηση των τελευταίων. Οι ιστορικοί θεωρούν επίσης ότι δεν υπήρξε τίποτα στη βυζαντινή κατανόηση της χριστιανικής πίστης που θα αναγνώριζε τον αυτοκράτορα...δογματικά αλάθητο...Πολλές ιστορικές περιπτώσεις άμεσης αυτοκρατορικής πίεσης στην εκκλησία τελείωσαν στην αποτυχία"[21]. Αρκετοί ερευνητές και η έγκριτη ΘΗΕ δε συμμερίζονται τις απόψεις του Β. Στεφανίδη και θεωρούν πως επειδή ανταποκρινόταν στο σκοπό της Εκκλησίας, που είναι η "εκκλησιοποίηση", δηλαδή εν-Χρίστωση, όλου του κόσμου, συνεπώς και της Πολιτείας[22], καθιερώθηκε η διοργάνωση των οικουμενικών συνόδων από μέρους των αυτοκρατόρων, και "η προεδρία των Οικουμενικών Συνόδων δινόταν κατά τους πρώτους αιώνες στον αυτοκράτορα ή στους εκπροσώπους του, αλλ' αυτοί μόνο "προς ευκοσμίαν εξήρχον" της συνόδου, δηλαδή απλώς μόνον αναλάμβαναν την ευθύνη της εύρρυθμης λειτουργίας της συνόδου (τιμητική προεδρία). Την πραγματική προεδρία ασκούσε κατά κανόνα ο έχων τα πρεσβεία τιμής πατριάρχης. Κανονικώς δηλαδή η προεδρία τής Οικουμενικής Συνόδου ανήκει στον πρώτο τη τάξει αρχιερέα, ή στον έχοντα τα πρεσβεία τιμής πατριάρχη"[23] ενώ και οι αυτοκράτορες απέφευγαν να ασκούν δικαίωμα επέμβασης στις δογματικές και τις λοιπές συζητήσεις των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων...οίτινες μόνοι απεφαίνοντο εν Αγίω Πνεύματι[24].

Ειδικά για την Α' Οικουμ. Σύνοδο, βασικό επιχείρημα του Β. Στεφανίδη, σύμφωνα με τον καθ. Ιω. Φειδά, είναι η περιγραφή του Ευσεβίου και άλλες θέσεις τις οποίες χαρακτηρίζει "εσφαλμένες, γιατί παρανοούν ή και παρερμηνεύουν τις χρησιμοποιούμενες πηγές με υποκειμενικές ταυτίσεις ή και γενικεύσεις..."[25]. Ο καθηγητής Φειδάς θεωρεί πως ο Μ. Κωνσταντίνος "είχε πράγματι πλήρη συνείδηση...ότι η τελική απόφαση ήταν όχι δική του, κατά το υπόδειγμα της διαδικασίας του αυτοκρατορικού εκκλήτου, αλλά της συνόδου των επισκόπων, οι οποίοι θα αποφάσιζαν κατά πλειοψηφία ή και με ομοφωνία των μελών της, όπως και ο ίδιος ομολογεί."[26]. Εκτός των άλλων, ο αυτοκράτορας "είχε τη συνείδηση ότι απλώς ήταν "συμπαρών" ή ότι "παρήν" στις εργασίες της συνόδου" διαφορετικά, η σύνοδος "αντί της απλής δηλώσεως της "παρουσίας" του αυτοκράτορα ("επί παρουσία"), θα έπρεπε να χρησιμοποίηση δηλωτικούς του ρόλου του χαρακτηρισμούς ("προκαθημένου", "προεξάρχοντος", "εξάρχοντος" κ.λπ.)."[27].

Η άποψη που εξέφρασε "ο Βασίλειος Στεφανίδης δεχόμενος κατ' αρχήν, ότι επεκράτει εν Βυζαντίω ο καισαροπαπισμός..."[28] και απόψεις που αναφέρονται σε αλλοιώσεις του πολιτεύματος "της αρχαίας Καθολικής Εκκλησίας"[29] παραβλέπουν ότι "θεμελιώδες και αποφασιστικόν στοιχείον εις την ζωήν της Εκκλησίας είναι αι Σύνοδοι και αι αποφάσεις αυτών...εφ' όσον αυταί εγένοντο δεκταί υπό της συνειδήσεως της Εκκλησίας...διότι ούτε η σύγκλησις μιας Συνόδου ως Οικουμενικής υπό του αυτοκράτορος...ούτε η τυχόν κύρωσις δια διατάγματος εξησφάλιζε την Οικουμενικότητα μιας Συνόδου (παράδειγμα η εν Εφέσω Σύνοδος του 449 ήτις ωνομάσθη ληστρική)"[30]. Στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να επανεξεταστεί το όλο ζήτημα με τη βοήθεια μιας νέας προσέγγισης και οργάνωσης των πηγών ώστε να καθοριστεί σαφέστερα ο βαθμός και το είδος ελέγχου που ασκούσε πραγματικά ο αυτοκράτορας[31], ο οποίος σε δογματικό επίπεδο, δεν έκανε κάτι περισσότερο από το να εκφράζει το δόγμα που όλοι οι Ορθόδοξοι πίστευαν[32]. Εκτός αυτού, με μια συνοπτική θεώρηση της εκκλησιαστικής ιστορίας βλέπουμε ότι επανειλημμένα η αυτοκρατορική εξουσία προσπάθησε να επιβάλλει τις απόψεις της στην Εκκλησία σε σοβαρά ζητήματα χωρίς τελικά να το καταφέρει:

  • "Ο Κωνσταντίνος...επέβαλε τον αρειανισμό"[33] και ο "Ουάλης, ο οποίος ήταν οπαδός του αρειανισμού, εφάρμοσε με ιδιαίτερη σκληρότητα την πολιτική του Κωνσταντίου εναντίον των οπαδών της Α' Οικουμενικής συνόδου"[34].
  • Καταγράφεται η "απόπειρα του Θεοδόσιου να επιβάλει την παρουσία του αυτοκράτορα στο ιερό του ναού" που "αποκρούστηκε αρχικώς από τον Αμβρόσιο στη Δύση, ενώ στη συνέχεια καταργήθηκε και στην Κωνταντινούπολη, όπως βεβαιώνει ο Κωνσταντίνος Ζ' και η 'Επαναγωγή' (ή Συναγωγή) του Φωτίου"[35].
  • Ο σφετεριστής "Βασιλίσκος [επέβαλε] τον Μονοφυσιτισμό"[36], "καταδίκασε τη Δ' Σύνοδο και τον Τόμο του Λέοντα Α' της Ρώμης, προσπαθώντας έτσι να ευνοήσει τους Μονοφυσίτες"[37].
  • Ο αυτοκράτορας "Ζήνων...απέφευγε να συναριθμήση τη σύνοδο της Χαλκηδόνας στις προγενέστερες τρεις Οικουμενικές συνόδους"[38] και τελικά "παραμέρισε δια διαταγμάτων την Δ' Οικουμενικήν Σύνοδον"[39] η οποία πλέον δεν μνημονευόταν "ως υποχρεωτική"[40].
  • Ο Ιουστινιανός "δια τεσσάρων διαταγμάτων ώρισε την πίστιν των υπηκόων του, εφαρμόσας ενωτικήν πολιτικήν, εν τη προσπαθεία να ικανοποίηση αμφοτέρας τας πλευράς και τέλος επέβαλε τον Μονοφυσιτισμόν δια του Αφθαρτοδοκητισμού"[41] με διάταγμα του 564 μ.Χ.[42] και "όσοι αρνήθηκαν να το επικυρώσουν, όπως ο Κωνσταντινουπόλεως Ευτύχιος, εκθρονίσθηκαν"[43].
  • Ο Ηράκλειος "επέβαλε τον Μονοθελητισμόν"[39] με την "Έκθεση" του, δηλ. διάταγμα που εξέδωσε το 638 μ.Χ.[44].
  • Ο "Λέων Γ', ο Κωνσταντίνος ο Ε' και άλλοι [επέβαλαν] την εικονομαχίαν"[45].
  • H "προσπάθεια του Νικηφόρου Φωκά να σεβασθή ως μάρτυρας όλους τους στρατιώτας που έπεσαν κατά την διάρκεια των αγώνων του με τους απίστους...βρήκε αντίθετους τους Πατριάρχας και τους Επισκόπους και ως εκ τούτου ο Αυτοκράτωρ αναγκάσθηκε να εγκατάλειψη το σχέδιο του"[46].
  • Η αυτοκρατορική πολιτική "εν τω ζητήματι του σχίσματος και εν ταις αποπείραις προς ένωσιν μαρτυρεί τάσεις προς καισαροπαπισμόν, ο οποίος όμως απέτυχεν"[39] όπως στην περίπτωση του Μιχαήλ του Η', όμως "στη σύνοδο του 1277...αρνήθηκαν να επικυρώσουν τα σχέδια του...για την ένωση με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία"[47].

Ιστορικοί, εξέφρασαν στο παρελθόν απόψεις περί γενικού Καισαροπαπισμού στο Βυζάντιο[48]. Φαίνεται όμως ότι η "πεποίθηση, σ' ό,τι αφορά το Βυζάντιο ότι η Εκκλησία είναι υποταγμένη στο Κράτος, πράγμα που εκφράζεται με τον Καισαροπαπισμό" δεν φαίνεται ικανή "να περιγράψει μια πραγματικότητα που έχει περισσότερες αποχρώσεις και είναι πολύ πιο περίπλοκη...ο αυτοκράτορας, ως χριστιανός, εξαρτάται από τον πατριάρχη. Ο πατριάρχης, ως πολίτης του Κράτους, εξαρτάται από τον αυτοκράτορα. Αυτό το γεγονός προϋποθέτει τον απόλυτο χωρισμό, τη σαφή διάκριση, ανάμεσα στην αυτοκρατορική εξουσία και το ιερατείο, πράγμα που συνέβη στο Βυζάντιο. Έτσι ή πλατειά διαδομένη θεωρία, που παρουσιάζει τον βυζαντινό αυτοκράτορα ως ιερέα δεν αντέχει καθόλου όταν εξετάζουμε τις πηγές."[49].

Όπως διαπιστώνει ο δογματολόγος Νικ. Ματσούκας:

"Η αυτοκρατορική εξουσία και η εκκλησιαστική διακονία, δηλαδή η βασιλεία και η ιερωσύνη, στο Βυζάντιο συνεργάστηκαν και άλλοτε συγκρούστηκαν απηνώς. Η συνεργασία και η σύγκρουση καθεαυτές πείθουν ότι οι δυό εξουσίες είχαν κατά το μάλλον και ήττον ανεξαρτησία και αυτοδιοίκηση. Μονάχα αυτοδιοικούμενες και ανεξάρτητες κοινότητες μπορούν να συνεργαστούν και να συγκρουστούν. Υποταγμένη εξουσία, λόγου χάρη, δεν μπορεί να συγκρουστεί προς το αφεντικό της. Μικροσκοπικά αν εξετάσουμε τη βυζαντινή ιστορία, εντοπίζουμε καισαροπαπισμό· Όμως μακροσκοπικά αν θεωρήσουμε τα πράγματα, διαπιστώνουμε ότι σε άκρως ζωτικά θέματα, όχι μόνο εκκλησιαστικά αλλά και καθαρώς αυτοκρατορικά, η αυτοκρατορική εξουσία δεν κατάφερε να υπαγορεύσει τα σχέδια της στην Εκκλησία: 1) οι αυτοκράτορες δεν πέτυχαν να συμβιβάσουν ορθοδόξους και Αρειανούς, 2) ο Βασιλίσκος, ο Ζήνων, ο Ιουστινιανός, ο Ηράκλειος και ο Κώνστας Β' δεν μπόρεσαν με τα αυτοκρατορικά τους διατάγματα να προσεταιριστούν τους μονοφυσίτες, 3) οι εικονομάχοι αυτοκράτορες, υστέρα από αιμάτινους αγώνες, έχασαν οριστικά το παιχνίδι, και 4) η ένωση Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας δεν έγινε ποτέ, μολονότι με νύχια και δόντια επιχειρήθηκε αυτό το σχέδιο. Ερώτημα αμείλικτο: που είναι ο καισαροπαπισμός;"[50].

Σύμφωνα με τις παραπάνω απόψεις, "ένεκα της μη τελικής επικρατήσεως της καισαροπαπικής πολιτικής, ακριβέστερον των εκάστοτε τεθέντων υπ' αυτής σκοπών, δεν απέθεσεν ο καισαροπαπισμός την σφραγίδα του επί του ιστορικού βίου της Εκκλησίας"[51].

Διαφορετική είναι η θέση που προβάλλει ο Hans-Georg Beck, ο οποίος αναλύοντας τα θεμέλια μιας πολιτικής ορθοδοξίας, διαμορφωμένης εξαρχής στη βυζαντινή αυτοκρατορία, επί Μεγάλου Κωνσταντίνου του «μέγιστου ποντίφηκα», θεωρεί πώς η εκκλησία δεν αμφισβήτησε ποτέ αυτή την ιδιότητα, με την οποία προχώρησε στη σύγκληση μιας συνόδου, παρόλο που αυτή η αναγνώριση δε σήμαινε κατ' ανάγκην και δικαίωμα του αυτοκράτορα να παίρνει δογματικές αποφάσεις[52]. Στο εννοιολογικό πλαίσιο του ρόλου του αυτοκράτορα στο Βυζάντιο η συμμετοχή στις οικουμενικές συνόδους ήταν σχεδόν υποχρεωτική, καθώς οι αυτοκράτορες δεν διακινδύνευαν ρήγματα στη θρησκευτική ενότητα, γιατί αποδεδειγμένα τα θρησκευτικά ρήγματα είχαν πολιτικές επιπτώσεις. Σε τούτο συναινεί και η άποψη του Ευσέβιου, ο οποίος θεωρεί πως «αν υπάρχει πλήρης ομόνοια ανάμεσα στους δούλους του Θεού, τότε οι δημόσιες υποθέσεις θα πάρουν τροπή προς το καλύτερο»[53].

Ο καισαροπαπισμός, δεν αποτελεί τμήμα του ορθόδοξου δόγματος. Η ιστορική πραγματικότητα του καισαροπαπισμού όμως, αντιτιθέμενη στη δογματική διατύπωση, προκύπτει, σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Κάλλιστο Γουέαρ, από τη σύγχυση της Βυζαντινής αυτοκατορίας με το Βασίλειο του Θεού και τον ζήλο των Βυζαντινών να «εγκαθιδρύσουν επί της γης μια ζώσα εικόνα της ουράνιας διακυβέρνησης του Θεού»[54].

Οι Επτά Οικουμενικές Σύνοδοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταβυζαντινή εικόνα με θεολογική αναπαράσταση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Μιχαήλ Δαμασκηνός, 1591, Μουσείο Αγίας Αικατερίνης Σιναϊτών, Ηράκλειο Κρήτης

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος διήρκεσε δύο μήνες και δώδεκα ημέρες και πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Συγκλήθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο στις 20 Μαΐου του 325 και έλαβαν μέρος 318 επίσκοποι. Εξέδωσε είκοσι κανόνες συμπεριλαμβανομένου του Συμβόλου της Νικαίας (α’ μέρος του Συμβόλου της Πίστεως) και κανόνισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Κύριος λόγος σύγκλησής της υπήρξε η διδασκαλία του Αρείου ενάντια στη θεότητα του Ιησού Χριστού. Η Σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου και διακήρυξε την ομοουσιότητα του Υιού με τον Πατέρα. Τέλος αποκρούστηκε η αγαμία των κληρικών.

Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α’ τον Μέγα στην Κωνσταντινούπολη το 381 και συμμετείχαν 150 ορθόδοξοι επίσκοποι και 36 Μακεδονιανοί. Καταδίκασε τους οπαδούς του Μακεδονίου, οι, οποίοι αμφισβητούσαν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματοςπνευματομάχοι») και, για ακόμη μια φορά, τον Άρειο, και συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως (Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως).

Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Σύνοδος της Εφέσου

Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’. Συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ως προεδρεύων. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Παρόλο αυτά η σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος».

Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό και τη σύζυγό του, Αυγούστα Πουλχερία στις 8 Οκτωβρίου 451 στη Χαλκηδόνα. Αποτελούνταν από 650 επισκόπους και καταπολέμησε τη διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού, η οποία, με πρωτεργάτη τον αρχιμανδρίτη Ευτυχή, δίδασκε ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε πλήρως την ανθρώπινη. Το μεγαλύτερο μέρος των πιστών υιοθέτησε τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και αποδοκίμασε τις απόψεις του Μονοφυσιτισμού. Ένα άλλο μέρος πιστών,οι οπαδοί του Μονοφυσιτισμού, δεν αναγνώρισαν αυτές τις αποφάσεις και αποκόπηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτοί ονομάστηκαν Προχαλκηδόνιοι ή Αντιχαλκηδόνιοι.

Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε χώρα από τις 5 Μαΐου έως τις 21 Ιουνίου του 553 στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή 165 επισκόπων, υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευτυχίου. Την συγκάλεσαν ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ και η σύζυγός του, Αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Επαναβεβαίωσε τα ορθόδοξα δόγματα περί της Αγίας Τριάδας και του Ιησού Χριστού και καταδίκασε πλήθος μη ορθοδόξων συγγραμμάτων καθώς και ορισμένους συγγραφείς (Ευάγριο, Δίδυμο, Ωριγένη κ.α.).

Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το 680 μέχρι το 681 από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο και παραβρέθηκαν από 150 έως 289 επίσκοποι. Επιβεβαίωσε την πλήρη και αληθινή ενανθρώπηση του Ιησού έναντι της αντίθετης διδασκαλίας των Μονοθελητών. Η Σύνοδος αυτή διατύπωσε ότι ο Χριστός έχει Θεία και Ανθρώπινη θέληση.Yπάρχουν δύο φύσεις, η θεία και η ανθρωπίνη, υπάρχουν και δύο φυσικές θελήσεις και δύο φυσικές ενέργειες, η θεία και η ανθρωπίνη, που ενεργούσαν «αδιαιρέτως, ατρέπτως, αxωρίστως, ασυγχύτως», χωρίς να επικρατεί αντιπαλότητα μεταξύ τους.

Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ το 691 στο ανακτορικό δωμάτιο του Τρούλλου, από όπου έλκει και την ονομασία «Εν Τρούλλω Σύνοδος». Συμμετείχαν 211 επίσκοποι και το έργο της ήταν συμπληρωματικό αυτού των Ε' και ΣΤ' Συνόδων. Συστηματοποίησε και ολοκλήρωσε το έργο των δύο προηγουμένων Συνόδων και γι’ αυτό, αν και Οικουμενική, ονομάσθηκε «Πενθέκτη», ως τμήμα εκείνων, και δεν αριθμήθηκε ως ξεχωριστή Οικουμενική Σύνοδος.

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία στη Νίκαια της Βιθυνίας, στο Ναό της Αγίας Σοφίας, το 787 κατόπιν αίτησης του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Αποφάσισε την αναστύλωση των εικόνων καταδικάζοντας την Εικονομαχία και την ιδέα της σχηματοποίησης της αόρατης και άυλης Τριάδας. Εκεί εκφράσθηκε το δόγμα ότι η εικονογράφηση του Χριστού και των Αγίων εδράζεται στην ενανθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας και διευκρινίστηκε ότι η τιμή προς τις εικόνες αναφέρεται στο πρόσωπο που αυτή απεικονίζει και όχι στο υλικό από το οποίο είναι αυτή φτιαγμένη.

Των επτά Οικουμενικών Συνόδων «μνήμην ποιούμεθα»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επτά οικουμενικές σύνοδοι μνημονεύονται από την εκκλησία στις εξής ημέρες:

  • Της Α’ Οικουμενικής Συνόδου: Την εβδόμη Κυριακή από του Πάσχα (Κυριακή μετά την Ανάληψη).
  • Της Β’ Οικουμενικής Συνόδου: Την πρώτη Κυριακή του Ιουνίου.
  • Της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου: 9 Σεπτεμβρίου.
  • Της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου: Την πρώτη Κυριακή μετά τις 13 Ιουλίου (13-19 Ιουλίου).
  • Της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου: 25 Ιουλίου.
  • Της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου: 14 Σεπτεμβρίου αλλά λόγω της εορτής του Τιμίου Σταυρού τελείται στις 16 του μήνα.
  • Της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου: Την πρώτη Κυριακή μετά τις 11 Οκτωβρίου (11-17 Οκτωβρίου).

Σύνοδοι με αξία Οικουμενικών για την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η «Εν Αγία Σοφία» σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ Μακεδόνα το 879 στην Κωνσταντινούπολη. Προέδρευσαν οι εκπρόσωποι του Πάπα Ιωάννη Η΄ (872 - 882) και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος ο Μέγας (858 - 867, 877 - 886). Επικύρωσε τις αποφάσεις της Z΄ Οικουμενικής Συνόδου. Kαταδίκασε τις Συνόδους του Καρλομάγνου στη Φραγκφούρτη (794) και το Άαχεν (809).

Οι Σύνοδοι των ετών 1341 - 1351[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σειρά συνόδων (1341,1349,1351) που έλαβαν χώρα στην Κωνσταντινούπολη με αιτία τις Ησυχαστικές Έριδες. Η Σύνοδος του 1341 δογμάτισε για την Άκτιστη Ουσία και την Άκτιστη Ενέργεια του Θεού, καθώς επίσης και για τον Ησυχασμό, καταδικάζοντας τον Βαρλαάμ Καλαβρό. Η Σύνοδος αυτή ασχολήθηκε με θεολογικά ζητήματα, συγκλήθηκε από Αυτοκράτορα, (Συνοδικός Τόμος του 1341) συμμετείχε Θεούμενος (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς), και οι αποφάσεις της έγιναν δεκτές από ολόκληρη την Εκκλησία. Συνεπώς και η Σύνοδος αυτή έχει αξία Οικουμενικής Συνόδου για τους Ορθοδόξους. Επίσης καταδίκασε τον πλατωνικό μυστικισμό του Βαρλαάμ του Καλαβρού, ο οποίος είχε πηγή έμπνευσης τη δυτική σχολαστική θεολογία.

Η αντίληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τις επτά Οικουμενικές Συνόδους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, οι κανόνες που εξέδωσαν "αι επτά θεόπνευστοι Οικουμενικαί Σύνοδοι"[55], υποδεικνύουν το ορθό επειδή:

  • Στηρίζονται στη θεόπνευστη Αγία Γραφή και την αυθεντική αποστολική και εκκλησιαστική παράδοση.
  • Θεσπίσθηκαν ή επικυρώθηκαν (εγκρίθηκαν) από την Εκκλησία με Οικουμενικές Συνόδους που εκφράζουν το αλάθητο της Εκκλησίας.
  • Η έγκριση από Οικουμενική Σύνοδο δίνει στον Κανόνα οικουμενικότητα, διαχρονικότητα, διατοπικότητα και αυθεντικότητα.[56].

Σύνοδοι αναγνωρισμένες από την Καθολική Εκκλησία ως Οικουμενικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δ΄ Σύνοδος Κωνσταντινούπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δ΄ Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως συγκλήθηκε το έτος 869 (5 Οκτωβρίου 869 – 28 Φεβρουαρίου 870) από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ Μακεδόνα με τη συμμετοχή 102 επισκόπων και επικυρώθηκε από τον Πάπα Ανδριανό Β’. Αυτή η Σύνοδος καταδίκασε και καθαίρεσε το Μέγα Φώτιο και μάλιστα προκειμένου οι αποφάσεις της να έχουν ιδιαίτερο κύρος υπεγράφησαν από τους επισκόπους με Θεία Ευχαριστία πάνω στην Αγία Τράπεζα. Αυτή τους την πράξη, η οποία θεωρήθηκε βλάσφημη, μετανόησαν πολλοί επίσκοποι αργότερα επιζητώντας την καταστροφή των πρακτικών της Συνόδου.

Α΄ Σύνοδος του Λατερανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Α’ Λατερανή Σύνοδος συγκλήθηκε στη Ρώμη το 1123 στον ναό του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού υπό την προεδρία του Πάπα Καλλίστου Β’. Στα ζήτηματα που εξέτασε περιλαμβανόταν η διένεξη μεταξύ κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας. Η Σύνοδος επικύρωσε το Κονκορδάτο της Βορμς (Pactum Calixtinum) που είχε υπογραφεί ένα έτος πριν, μεταξύ του Αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄ και του Πάπα Καλλίστου Β΄. Αυτό εξασφάλιζε ότι όλες οι εκλογές ιεραρχών και ηγουμένων θα γίνονταν από τις εκκλησιαστικές αρχές με την έγκριση του Αυτοκράτορα μόνο στο έδαφος της Γερμανίας. Επίσης έλαβε την απόφαση για την υποχρεωτική αγαμία του λατινικού κλήρου.

Β΄ Σύνοδος του Λατερανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Β΄ Λατερανή Σύνοδος συγκλήθηκε και επικυρώθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο Β’ στη Βασιλική του Αγίου Ιωάννη Λατερανού το έτος 1139 με συμμετοχή χιλίων περίπου ιεραρχών. Αιτία σύγκλησης ήταν το Παπικό Σχίσμα στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η Σύνοδος ακύρωσε τις πράξεις του Αντίπαπα Αντίκλητου Β΄ βάζοντας τέλος στο Σχίσμα. Καταδίκασε τη νέο – μανιχαϊστική διδασκαλία του Πέτρου Μπρούις (Petrus von Bruis) καθώς και τη διδασκαλία του Αρνόλντο της Μπρέσια, ο οποίος υποστήριζε την κατάργηση της ιδιοκτησίας για την Εκκλησία. Κυρίαρχο ρόλο στη Σύνοδο διαδραμάτισε ο Λατίνος Εκκλησιαστικός Πατέρας Άγιος Βερνάρδος.

Γ΄ Σύνοδος του Λατερανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γ΄ Σύνοδος του Λατερανού έλαβε χώρα, όπως και οι δύο προηγούμενες, στον Καθεδρικό Ναό της Ρώμης υπό τον Πάπα Αλέξανδρο Γ΄ το 1179 με 302 συμμετέχοντες επισκόπους προκειμένου να ορίσει το τυπικό της εκλογής Ποντίφηκα. Επίσης ακύρωσε τις πράξεις τριών Αντιπαπών, του Αντίπαπα Βίκτορα και των δύο διαδόχων του. Καταδίκασε και αναθεμάτισε ως αιρετικούς τους Αλβιγιανούς και τους Βαλδιανούς.

Δ΄ Λατερανή Σύνοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δ΄ Σύνοδος του Λατερανού συγκροτήθηκε από τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ το 1215 και θεωρείται η σημαντικότερη των μεσαιωνικών Συνόδων για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Εξέδωσε ομολογία πίστεως ενάντια στους Αλβιγηνούς (Firmiter Credimus), καθιέρωσε τον όρο "μετουσίωση" για τη μεταβολή της Θείας Ευχαριστίας, καταδίκασε τα λάθη στην τριαδολογία του ηγουμένου Ιωακείμ και εξέδωσε 70 μεταρρυθμιστικούς κανόνες.

Α΄ Σύνοδος της Λυόν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Α΄ Σύνοδος της Λυόν συγκλήθηκε στη Λυών της Γαλλίας από τον Πάπα Ιννοκέντιο Δ΄ το 1245 και συμμετείχαν περίπου 140 επίσκοποι. Αναθεμάτισε τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους Φρειδερίκο Β΄, εγγονό του Φρειδερίκου Βαρβαρόσα, για την προσπάθεια ελέγχου της Εκκλησίας και ξεκίνησε την 6η Σταυροφορία, υπό το βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Θ΄.

Β΄ Σύνοδος της Λυόν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Β΄ Σύνοδος της Λυόν συγκλήθηκε από τον Πάπα Γρηγόριο Ι΄ το 1274 και σε αυτήν, για πολιτικούς λόγους, απέστειλε αντιπροσωπεία ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος, υπό τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανό. Δογμάτισε τη διπλή εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος (Filioque) και προσπάθησε την ένωση των εκκλησιών Ανατολής και Δύσης χωρίς αποτέλεσμα, αφού οι αποφάσεις της και η συμμετοχή της βυζαντινής αντιπροσωπείας αποδοκιμάστηκε από τον λαό της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Σύνοδος της Βιέν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σύνοδος της Βιέν συγκλήθηκε από τον Πάπα Κλήμεντα Ε΄ (πρώτο Πάπα της Αβινιόν) στην πόλη Βιέν (Vienne) της Γαλλίας το 1311 κατά τη διάρκεια της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας των Παπών και διήρκεσε δύο χρόνια. Η Σύνοδος απαγόρευσε τη δράση του Τάγματος των Ναϊτών Ιπποτών, αποφάνθηκε την ανάγκη μεταρρύθμισης στις τάξεις του κλήρου και καταδίκασε ποικίλες διδασκαλίες, που θεώρησε αιρετικές.

Σύνοδος της Κωνσταντίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σύνοδος της Κωνσταντίας έλαβε χώρα στη γερμανική πόλη Κωνσταντία (Constance) υπό τον Αυτοκράτορα Σιγισμούνδο και τον Πάπα Γρηγόριο ΙΒ΄. Κατά τη διάρκειά της παραιτήθηκαν ο Πάπας Γρηγόριος και οι Αντίπαπες Βενέδικτος ΙΓ΄ και Ιωάννης ΚΓ΄ χάριν της ενότητας της Εκκλησίας και εκλέχθηκε νέος Πάπας ο Μαρτίνος Ε΄. Η Σύνοδος καταδίκασε για τη διδασκαλία τους τον Ιωάννη Γουίκλιφ (John Wycliffe) και τον συνεχιστή του Ιωάννη Χους (John Huss).

Σύνοδος της Φεράρα – Φλωρεντίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σύνοδος της Φλωρεντίας ή Φεράρα – Φλωρεντίας συγκλήθηκε το 1431 αρχικά στην πόλη Βασιλεία της Ελβετίας από τον Πάπα Μαρτίνο Ε΄ με αντικείμενο την παύση της εκκλησιαστικής αναταραχής στη Βοημία. Η Σύνοδος μεταφέρθηκε το 1438 στη Φεράρα, από τον Πάπα Ευγένιο Δ΄, και το 1439 στη Φλωρεντία. Εκεί έλαβε μέρος βυζαντινή αντιπροσωπεία, υπό τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο με σκοπό την ένωση των εκκλησιών. Αν και υπεγράφη ένωση με αποδοχή από τους ανατολικούς των παπικών αξιώσεων, αυτή ποτέ δεν έγινε πράξη, λόγω των λαϊκών αντιδράσεων στο Βυζαντινό κράτος. Σ' αυτή τη Σύνοδο επιβεβαιώθηκε η παπική υπεροχή έναντι των συνόδων.

Ε΄ Σύνοδος του Λατερανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ε΄ Σύνοδος του Λατερανού είχε επικεφαλής δύο Πάπες κατά τα πέντε έτη της διάρκειάς της (15121517), τον Πάπα Ιούλιο Β΄ και τον Πάπα Λέοντα Ι΄. Προσπάθησε να αντιμετωπίσει τη διδασκαλία του Μαρτίνου Λούθηρου και το ρεύμα της Μεταρρύθμισης των Διαμαρτυρομένων, που τότε γεννιόταν. Επίσης συζητήθηκε η πιθανότητα νέας σταυροφορίας εναντίον των Οθωμανών αλλά χωρίς την απόφαση πραγμάτωσης. Τέλος επαναβεβαιώθηκε η παπική αυθεντία έναντι της συνοδικής.

Σύνοδος του Τρέντο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σύνοδος του Τρέντο (Trent) υπήρξε η πλέον μακροχρόνια σύνοδος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Διήρκεσε δεκαοκτώ έτη (13 Δεκεμβρίου 15454 Δεκεμβρίου 1563) υπό πέντε Πάπες (Παύλος Γ΄, Ιούλιος Γ΄, Μαρκέλλος Β΄, Παύλος Δ΄, Πίος Δ΄) και ως κύριο αντικείμενο είχε τις προτεσταντικές διδασκαλίες. Αναθεματίστηκαν, ως αιρετικοί, ο Μαρτίνος Λούθηρος και ο Καλβίνος και θεσπίστηκε πλήθος κανόνων για τα Μυστήρια της Εκκλησίας.

Α΄ Σύνοδος του Βατικανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Α΄ Σύνοδος του Βατικανού συγκλήθηκε από τον Πάπα Πίο Θ΄ στις 8 Δεκεμβρίου 1869 στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη και ανέστειλε τις εργασίες της, χωρίς να τις ολοκληρώσει, τον Ιούλιο του 1870. Δογμάτισε το αλάθητο του Πάπα όταν αυτός μιλά από καθέδρας (ex cathedra).

Β΄ Σύνοδος του Βατικανού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού συγκλήθηκε από τον Πάπα Ιωάννη ΚΓ΄ στις 11 Οκτωβρίου 1962 και έκλεισε τις εργασίες της υπό το διάδοχό του Πάπα Παύλο ΣΤ΄ στις 8 Δεκεμβρίου 1965. Τα θέματα που εξετάστηκαν σ' αυτή τη Σύνοδο ήταν ποιμαντικής και όχι δογματικής φύσης. Αποφασίστηκαν οικουμενικά ανοίγματα προς άλλες εκκλησίες και η Καθολική Εκκλησία εισήλθε σε πορεία εξωστρέφειας και διαλόγου.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Καρμίρης Ιωάννης,Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 105.109
  2. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία - Απ' αρχής μέχρι την Εικονομαχία, τόμ. Α', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 867
  3. "Οικουμενικαί Σύνοδοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), Τόμ. 09, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1966, στ. 690
  4. ΘΗΕ, ό.π.
  5. Αγίου Νεκταρίου, 'Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις', 4η έκδ., εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2001 (c1899), σελ. 189
  6. ΘΗΕ, στο ίδιο
  7. Στέργιος Σάκκος, Εισαγωγή..., ό.π.
  8. στο ίδιο
  9. ΘΗΕ, τόμ. 02, 1963, στ. 520
  10. πρβλ. Στ. Σάκκος, περιοδικό Απολύτρωσις, Αύγουστος 1982, σελ. 103: "το Ευαγγέλιο σαν βιβλίο...τρόπο ζωής...και πίστεως, σαν νόημα και θεία αποκάλυψι το διαβάζουν σωστά μόνο οι ορθόδοξοι."
  11. Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία..., στο ίδιο, σελ. 106
  12. Bernard Flusin, Τι γνωρίζω; Ο βυζαντινός πολιστισμός, Presses Universitaires de France/ΔΟΛ, 2007, σ. 14.
  13. ΘΗΕ, τόμ. 09, στ. 694
  14. Το Συνοδικό Σύστημα. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι (Φίλιπ Σαφ (Philip Schaff), History of the Christian Church, Volume III: Nicene and Post-Nicene Christianity. A.D. 311-600, 5η εκδ., Αναθεωρημένη, Τόμ. 3ος) (Αγγλικά).
  15. Χριστινάκης Επαμ. Παναγιώτης, Θέματα οικουμενικών συνόδων, Αθήνα 2006, σελ. 30
  16. Βλ. περισσότερα στα έργα: Baynes H. Norman & Η.St.L.B. Moss, Βυζάντιο, Εισαγωγή στο Βυζαντινό Πολιτισμό, 8η έκδ., Παπαδήμας, Αθήνα 2004, σελ. 82. / Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Θ', (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., 1980), σελ. 5.244. / Γλύκατζη-Αρβελέρ Ελένη, Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Ψυχογιός, Αθήνα 1988, σελ. 127. / Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, Τόμος Β', (Αθήνα:Ερμής, 1988), σελ. 148. / Runciman Steven, Η Τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση, Δομός, Αθήνα 1991, σελ. 33-34. / Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Νέα Ελληνική Ιστορία (1204-1985), 8η έκδ. (Θεσσαλονίκη: Βάνιας, 1993), σελ. 12. / Γιώργος Καραμπελιάς, 1204 η Διαμόρφωση του Nεώτερου Eλληνισμού (Αθήνα: Eναλλακτικές Eκδόσεις, 2006).
  17. Βασιλικοπούλου-Ιωαννίδου Αγνή, Η Βυζαντινή Ιστοριογραφία (324-1204)-Σύντομη Επισκόπηση, Αθήνα 1982, σελ. 16.
  18. Κόλια-Δερμιτζάκη Αθηνά, 'Ο Βυζαντινός Ιερός Πόλεμος', Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1991, σελ. 141.
  19. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ζ', 'Βυζαντινός ελληνισμός - πρωτοβυζαντινοί χρόνοι 324-642 μ.Χ.', Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1978, σελ. 103.
  20. (Βασίλειος Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, 6η εκδ., 1959, Εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 149-152, 175, 177, 181
  21. "caesaropapism." Encyclopedia Britannica Online. 19 Feb. 2008 (http://www.britannica.com/eb/article-9018527).
  22. Μεταλληνός Δ. Γεώργιος, Εκκλησία και Πολιτεία στην Ορθόδοξη Παράδοση, Αρμός, Αθήνα 2000, σελ. 24
  23. Μπούμης Ι. Παναγιώτης, Κανονικόν Δίκαιον, έκδ. 3η επηυξημένη, Γρηγόρης, Αθήνα 2002, σελ. 182
  24. ΘΗΕ, στο ίδιο, στ. 689
  25. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία..., στο ίδιο, σελ. 428
  26. στο ίδιο, σελ. 430
  27. στο ίδιο, σελ. 431
  28. Κονιδάρης Ι. Γερ., "Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας", λήμμ.: "Βυζάντιον", ΘΗΕ, τόμ. 04, 1964, στ. 1.
  29. ό.π., στ. 2.
  30. ό.π..
  31. Deno J. Geanakoplos (Professor of History, University of Illinois), Church and State in the Byzantine Empire-A Reconsideration of the Problem of Caesaropapism, Church History, Vol. 34, No. 4. (Dec., 1965), σελ. 381.
  32. David Knowles, Church and State in Christian History, Journal of Contemporary History, Vol. 2, No. 4, Church and Politics. (Oct., 1967), σελ. 8.
  33. Κονιδάρης Ι. Γερ., "Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας", λήμμ.: "Βυζάντιον", ΘΗΕ, τόμ. 04, 1964, στ. 4.
  34. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία - Απ' αρχής μέχρι την Εικονομαχία, τόμ. Α', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 341.
  35. Καραμπελιάς Γιώργος, 1204 η Διαμόρφωση του Nεώτερου Eλληνισμού, Eναλλακτικές Eκδόσεις, Αθήνα 2006, σελ. 55.
  36. λήμμ.: "Βυζάντιον", ΘΗΕ, ό.π..
  37. Σαββίδης Αλέξης, Τα Χρόνια Σχηματοποίησης του Βυζαντίου, 284-518 μ.Χ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1983, σελ. 117.
  38. Φειδάς, στο ίδιο, σελ. 664.
  39. 39,0 39,1 39,2 ΘΗΕ, ό.π..
  40. Ματσούκας Α. Νίκος, Ορθοδοξία και Αίρεση στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς του Δ', Ε', ΣΤ' αιώνα, 2η έκδ., Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 118.
  41. ΘΗΕ, στο ίδιο. βλ. και
  42. Στεφανίδης Βασ. (Αρχιμ.), Εκκλησιαστική Ιστορία - Απ' αρχής μέχρι σήμερον, 6η έκδ. (ανατύπωση της β' έκδοσης του 1959), Παπαδημητρίου, Αθήνα 1998, σελ. 779Β.
  43. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ζ', Βυζαντινός ελληνισμός - πρωτοβυζαντινοί χρόνοι 324-642 μ.Χ., Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1978, σελ. 418Β.
  44. Καρμίρης Ιωάννης,'Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α', 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 202.
  45. ΘΗΕ, στο ίδιο.
  46. Vasiliev Α.Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τόμ. Α', Μπεργαδής, Αθήνα 1954, σελ. 418.
  47. Κουτσούρης Γ. Δημήτριος, Η Λειτουργία του Συνοδικού Συστήματος κατά την περίοδο των Ησυχαστικών Ερίδων, Αθήνα 1995.
  48. βλ. Diehl Charles, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2007 (c1919), σελ. 25
  49. Γλύκατζη-Αρβελέρ Ελένη, 'Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας', Ψυχογιός, Αθήνα 1988, σελ. 149-150.
  50. Ματσούκας Α. Νίκος, 'Δογματική και Συμβολική θεολογία', τόμ. Γ' (Ανακεφαλαίωση και Αγαθοτοπία-Έκθεση του οικουμενικού χαρακτήρα της χριστιανικής διδασκαλίας), Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 297-298.
  51. λήμμ.: "Βυζάντιον", ΘΗΕ, στ. 5.
  52. Beck Hans-Georg 2000, 126.
  53. Ευσέβιος, Βίος Κωνσταντίνου ΙΙ, 66.
  54. Ware, Timothy (1980), The Orthodox Church (revised ed.), New York: Penguin Books, 50.
  55. Παπαδόπουλος Χρυσόστομος, 'Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος', εν Αθήναις 1920, σελ. 288
  56. Μπούμης Ι. Παναγιώτης, στο ίδιο, σελ. 16

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]