Ισμαήλ Εμβέρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ισμαήλ Εμβέρ Πασάς

Ο Ισμαήλ Εμβέρ Πασάς (23 Νοεμβρίου 1881 - 4 Αυγούστου 1922), γνωστός στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια της πολιτικής και στρατιωτικής του καριέρας ως Εμβέρ Πασάς (τουρκικά: Enver Paşa) ή Εμβέρ Μπέης (Enver Bey) και στην Ελλάδα ως Ισμαήλ Εμβέρ Πασάς, ήταν Τούρκος στρατιωτικός και πολιτικός, ένας από τους ηγέτες του Κινήματος των Νεοτούρκων. Υπήρξε ο ηγέτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και την περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εμβέρ Μπέης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν παιδί οικογένειας που τα έφερνε δύσκολα πέρα. Κατά τον ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ (σε μια εποχή όπου η καταγραφή των πολιτών είχε σοβαρές ατέλειες) ο πατέρας του ήταν Τούρκος από το Μοναστήρι, φύλακας σε μια γέφυρα και η μητέρα του Αλβανίδα χωρική. Ήταν ο πρωτότοκος της οικογένειας. Σπούδασε από έφηβος σε διάφορες προπαρασκευαστικές και ανώτερες στρατιωτικές σχολές της Αυτοκρατορίας και ολοκλήρωσε τις μακρόχρονες σπουδές του με την αποφοίτησή του από τη Στρατιωτική Ακαδημία Χαρπ της Άγκυρας το 1903 με το βαθμό του Λοχαγού. Το 1906 προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχη και μετατέθηκε στην 3η Τουρκική Στρατιά με έδρα την υπό τουρκική ακόμα κατοχή Θεσσαλονίκη. Ενώ υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη, έγινε μέλος και στη συνέχεια ηγέτης του Κομιτάτου Ένωση και Πρόοδος (İttihat ve Terakki Cemiyeti), μυστικής εταιρείας που οδήγησε στο Κίνημα των Νεοτούρκων.

Ανάρρηση στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1908 ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη η επανάσταση των Νεότουρκων και ο νεαρός Εμβέρ γρήγορα έγινε ένας από τους στρατιωτικούς της ηγέτες. Η επιτυχία της έφερε το Κομιτάτο Ένωσης και Προόδου στην εξουσία, ξεκινώντας την αποκαλούμενη Δεύτερη Συνταγματική Περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της επόμενης χρονιάς επιχειρήθηκε αντιπραξικόπημα που εκφράστηκε με το συμβάν της 31ης Μαρτίου 1909, όταν υποστηρικτές του ανατραπέντος σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β' εξεγέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη αλλά το κίνημά τους καταπνίγηκε. Ο Εμβέρ Μπέης διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην καταστολή αυτής της εξέγερσης. Στη συνέχεια, τοποθετήθηκε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην οθωμανική πρεσβεία του Βερολίνου, όπου έγινε θαυμαστής της γερμανικής στρατιωτικής κουλτούρας με αποτέλεσμα να προβεί σε ενίσχυση των στρατιωτικών δεσμών μεταξύ Γερμανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προσκαλώντας Γερμανούς αξιωματικούς να μεταβούν στην Τουρκία ώστε να συμβάλλουν στην αναμόρφωση και αναδιοργάνωση του Οθωμανικού Στρατού.

Το 1911, η Ιταλία εισέβαλε στην τότε οθωμανική επαρχία της Τραμπλουσγκάρπ (σημερινή Λιβύη) σημαίνοντας την έναρξη του ιταλο-τουρκικού πολέμου. Ο Εμβέρ Μπέης αποφάσισε να συνεισφέρει στην άμυνα της επαρχίας και εγκατέλειψε το Βερολίνο για τη Λιβύη. Εκεί, ανέλαβε την γενική αρχηγία των οθωμανικών δυνάμεων, οι Ιταλοί όμως πήραν τελικώς τον έλεγχο της Λιβύης και ο Εμβέρ Μπέης αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1912, χάρη στον ενεργό και σημαντικό του ρόλο στον πόλεμο αυτό, αν και ηττημένος, πήρε προαγωγή και έγινε Αντισυνταγματάρχης. Η σημαντική αυτή ήττα όμως κόστισε στο Κομιτάτο Ένωσης και Προόδου που έχασε την δημοτικότητα που απολάμβανε και έπεσε από την κυβέρνηση, για να το αντικαταστήσει η Φιλελεύθερη Ένωση (Hürriyet ve İtilâf), το δεύτερο σε δύναμη κόμμα στο οθωμανικό κοινοβούλιο εκείνη την εποχή μετά το Κομιτάτο Ένωσης και Προόδου. Τον Οκτώβριο του 1912 ξέσπασε ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος στη διάρκεια του οποίου οι οθωμανικές στρατιές υπέστησαν συντριπτικές ήττες από τις δυνάμεις της Βαλκανικής Ένωσης (Ελλάδα, Βουλγαρία,Σερβία, Μαυροβούνιο).

Η κυβέρνηση κλονίστηκε από τις αλλεπάλληλες ήττες και αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Εμβέρ Μπέη να βρεθεί στο ανώτερο σκαλοπάτι της εξουσίας. Με πραξικόπημα τον Ιανουάριο του 1913, οι Νεότουρκοι πήραν την εξουσία με τον Εμβέρ Μπέη να γίνεται υπουργός Στρατιωτικών (έγινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της στρατιωτικής πτέρυγας της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου) και εγκατέλειψαν τις υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεις ειρήνης του Λονδίνου. Ακολούθησαν νέες εχθροπραξίες οι οποίες χειροτέρευσαν περισσότερο τη θέση της Αυτοκρατορίας καθώς τα δύο τελευταία σημαντικά οχυρά που είχαν απομείνει έπεσαν στα χέρια των συμμάχων, η μεν Αδριανούπολη στα χέρια των Βουλγάρων, τα δε Ιωάννινα στα χέρια των Ελλήνων. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ταπεινώσεων ήταν η συνθηκολόγηση των Οθωμανών με τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1913.

Ο Εμβέρ Πασάς με την βοήθεια των Γερμανών (με τους οποίους διατηρούσε άριστες σχέσεις), προχώρησε σε εκτεταμένη αναδιοργάνωση του Οθωμανικού στρατού.

Τον Ιούνιο όμως του 1913, ξεκίνησε ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος, μεταξύ των νικητών πρώην συμμάχων. Ο Εμβέρ Μπέης εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση και οδήγησε μία τουρκική στρατιά στην Ανατολική Θράκη, ανακτώντας την Αδριανούπολη από τους Βούλγαρους, οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει τις δυνάμεις τους με μέτωπο προς τους Σέρβους και τους Έλληνες. Μετά την επιτυχία του αυτή, ο Εμβέρ Μπέης πήρε τον τιμητικό τίτλο του Πασά.

Εκμεταλλευόμενος την υψηλή δημοτικότητά του και το κύρος που απολάμβανε ηγήθηκε μία τριανδρίας η οποία επέβαλε «σκιώδη» στρατιωτική δικτατορία και ονομάστηκε Οι Τρεις Πασάδες (Εμβέρ Πασάς, Ταλαάτ Πασάς, Τζεμάλ Πασάς). Το 1914 ανέλαβε πάλι το Υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Σαΐτ Χαλίμ Πασά και παντρεύτηκε την οθωμανή πριγκίπισσα Εμινέ Νατζιγιέ Σουλτάν, κόρη του Πρίγκιπα Σουλεϊμάν, εισερχόμενος με αυτό τον τρόπο και στη βασιλική οικογένεια. Η δύναμή του διαρκώς αυξανόταν καθώς η Ευρώπη βάδιζε προς τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συμμετοχή στο Μεγάλο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εμβέρ Πασάς υπήρξε ο αρχιτέκτονας της οθωμανο-γερμανικής στρατιωτικής συμμαχίας, υποστηρίζοντας ενθέρμως τη συμμετοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο, στο πλευρό των Γερμανών. Ο ίδιος ανέμενε μία γρήγορη νίκη η οποία θα προσέδιδε οφέλη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Χωρίς να ενημερώσει τα άλλα μέλη της κυβέρνησης, επέτρεψε στα δύο γερμανικά πολεμικά σκάφη, το θωρηκτό Γκαίμπεν και το θωρηκτό Μπρεσλάου, υπό τη γενική διοίκηση του γερμανού ναυάρχου Βίλχελμ Σουσόν, να εισέλθουν στα Στενά των Δαρδανελλίων για να διαφύγουν της καταδίωξης του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού. Η επακόλουθη δωρεά των δύο πλοίων στους ουδέτερους μέχρι εκείνη τη στιγμή Οθωμανούς, εξασφάλισε σημαντικό όφελος στους Γερμανούς, παρά την εργώδη προσπάθεια της γαλλικής και ρωσικής διπλωματίας να πείσουν τους Τούρκους να τηρήσουν ουδετερότητα στην επερχόμενη σύρραξη.

Τελικά στις 29 Οκτωβρίου 1914 τα πράγματα πήραν το δρόμο χωρίς επιστροφή όταν ο Ναύαρχος Σουσόν, αρχηγός πλέον του Οθωμανικού Πολεμικού Ναυτικού, έκανε επιδρομή με το θωρηκτό Γκαίμπεν, το θωρηκτό Μπρεσλάου και μια μοίρα οθωμανικών πολεμικών πλοίων στα ρωσικά λιμάνια της Οδησσού, της Σεβαστούπολης και της Θεοδοσίας στη Μαύρη Θάλασσα κατόπιν εντολής του Εμβέρ Πασά. Η Ρωσία ακολούθως κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 2 Νοεμβρίου και ακολούθησε η Μεγάλη Βρετανία στις 5 Νοεμβρίου.

Τα περισσότερα μέλη της τουρκικής κυβέρνησης και των ηγετών του Κομιτάτου Ένωσης και Προόδου ήταν αντίθετα με τη βεβιασμένη είσοδο στον πόλεμο, ο Εμβέρ Πασάς όμως πίστευε ότι αυτό ήταν το σωστό να γίνει. Μόλις άρχισε ο πόλεμος, στις 31 Οκτωβρίου του 1914, ο Εμβέρ Πασάς διέταξε όλους τους άντρες σε ηλικία στράτευσης να παρουσιαστούν στα γραφεία στρατολόγησης. Τα στρατιωτικά γραφεία φάνηκαν αδύναμα να διαχειριστούν την τεράστια ροή αντρών και προέκυψαν μεγάλες καθυστερήσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν οι στρατιωτικοί στόχοι εκείνης της χρονιάς.

Υπουργός Στρατιωτικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εμβέρ Πασάς αποδείχτηκε ανεπαρκής ως υπουργός των Στρατιωτικών, γεγονός που συνέτεινε στην γερμανική υποστήριξη προς τους Οθωμανούς στέλνοντας στην Αυτοκρατορία στρατηγούς όπως τον Λίμαν φον Σάντερς, τον Έριχ φον Φάλκενχαιν, τον Κόλμαρ Φράιχερ φον ντερ Γκολτς και τον Φρίντριχ Φράιχερ Κρες φον Κρέσενσταιν. Οι Γερμανοί προχώρησαν επίσης σε παροχές στρατιωτικών εφοδίων, στρατιωτών, όπλων και καυσίμων στους Οθωμανούς.

Το μήνυμα του Εμβέρ Πασά στον τουρκικό στρατό και λαό ήταν πόλεμος μέχρι την τελική νίκη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι συνθήκες ζωής των ανθρώπων χειροτέρευσαν και η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε μεγαλύτερη απογοήτευση και αγανάκτηση του λαού. Η κυβέρνηση του κόμματος Κομιτάτο Ένωσης και Προόδου σπατάλησε πολύ περισσότερα χρήματα από ότι έπαιρνε από τους συμμάχους της ή παρήγε η ίδια και ο ρυθμός αύξησης του πληθωρισμού τα τέσσερα χρόνια του πολέμου ήταν μεγαλύτερος από 1.600%.

Ήττα στο Σαρικαμίς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εμβέρ Πασάς ανέλαβε τη διοίκηση των οθωμανικών στρατιών στο Μέτωπο του Καυκάσου απέναντι στις ρωσικές δυνάμεις. Το σχέδιό του ήταν να περικυκλώσει τους Ρώσους, να τους εκδιώξει από την οθωμανική επικράτεια και να ανακαταλάβει το Καρς και το Μπατούμι, τα οποία είχαν εκχωρηθεί μετά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1877-78. Ο Εμβέρ θεωρούσε τον εαυτό του ως μεγάλη στρατιωτική ιδιοφυΐα, γεγονός που δεν συμμεριζόταν ο Γερμανός στρατιωτικός σύμβουλος, στρατηγός Λίμαν φον Σάντερς, ο οποίος τον θεωρούσε το λιγότερο ανίδεο.

Ο Εμβέρ κατήρτισε ένα πολύπλοκο και ασαφές σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο επιτέθηκε στους Ρώσους, επικεφαλής της 3ης Τουρκικής Στρατιάς και ηττήθηκε ολοκληρωτικά στη μάχη του Σαρικαμίς, περιοχή της επαρχίας Καρς της Ανατολίας, τον Δεκέμβριο-Ιανουάριο του 1914-15. Το σχέδιό του είχε ξεχάσει να λάβει υπόψη τις εδαφικές και καιρικές συνθήκες. Η στρατιά του Εμβέρ Πασά (90.000 άντρες) ηττήθηκε από τη ρωσική δύναμη (100.000 άντρες) και στην υποχώρηση που ακολούθησε δεκάδες χιλιάδες Τούρκων στρατιωτών σκοτώθηκαν. Ήταν η χειρότερη ήττα των Οθωμανών στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν γύρισε ο Εμβέρ Πασάς στην Κωνσταντινούπολη, προσπάθησε να ρίξει το βάρος στους Αρμένιους που κατοικούσαν στα εδάφη όπου διεξήχθησαν οι μάχες, γεγονός που οδήγησε στη λήψη καταπιεστικών μέτρων εναντίον τους τα οποία αποτέλεσαν προάγγελο της Αρμενικής Γενοκτονίας.

Διοικώντας τις δυνάμεις της πρωτεύουσας 1915-18[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα στο Σαρικαμίς, ο Εμβέρ Πασάς επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και ανέλαβε τη διοίκηση των τουρκικών δυνάμεων γύρω από την πρωτεύουσα. Ήταν πεπεισμένος ότι η πρωτεύουσα ήταν ασφαλής από τις επιθέσεις των Συμμάχων της Αντάντ. Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι σχεδίαζαν να πλησιάσουν στην Κωνσταντινούπολη για να βγάλουν τους Οθωμανούς εκτός πολέμου. Μεγάλος συμμαχικός στόλος συγκεντρώθηκε και επιτέθηκε στα Δαρδανέλλια την 18η Μαρτίου 1915. Η επιτυχία της επιδρομής (προμήνυμα της αποτυχημένης συμμαχικής εκστρατείας στην Καλλίπολη) άφησε τους Τούρκους και τον Εμβέρ Πασά με καταρρακωμένο ηθικό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Εμβέρ Πασάς να παραδώσει την αρχηγία στον Λίμαν φον Σάντερς, που ηγήθηκε στη συνέχεια μαζί με τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ της επιτυχημένης άμυνας που αντέταξαν οι Οθωμανοί στην Καλλίπολη. Αργότερα και ενώ πολλές πόλεις της χερσονήσου της Καλλίπολης είχαν καταστραφεί από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς και οι Τούρκοι μετρούσαν πολλές απώλειες σε γυναικόπαιδα, ο Εμβέρ Πασάς πρότεινε να δημιουργηθεί στρατόπεδο συγκέντρωσης για τους εναπομείναντες Βρετανούς και Γάλλους πολίτες της Αυτοκρατορίας. Ο πρέσβης όμως των Η.Π.Α, Χένρι Μόργκενταου, κατάφερε να τον πείσει να μην υλοποιήσει το σχέδιό του αυτό.

Στρατός του Ισλάμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του 1917, λόγω της Ρωσικής Επανάστασης και του επακόλουθου εμφυλίου πολέμου Κόκκινων και Λευκών, ο Ρωσικός Στρατός του Καυκάσου είχε διαλυθεί. Την ίδια ώρα το Κομιτάτο Ένωσης και Προόδου κατάφερε να κερδίσει την φιλία των μπολσεβίκων με την υπογραφή της ρωσο-οθωμανικής συνθήκης ειρήνης την 1η Ιανουαρίου 1918. Ο Εμβέρ Πασάς όμως, βλέποντας την απόσυρση και αποδιοργάνωση των ρωσικών δυνάμεων και την απασχόληση των Ρώσων από τις δυσκολίες στο εσωτερικό της χώρας τους, άρχισε να εποφθαλμιά τα εδάφη της νότιας Ρωσίας. Όταν εξωτερίκευσε τα σχέδιά του αυτά, οι Γερμανοί σύμμαχοί του τον συμβούλεψαν να μην προχωρήσει. Ο Εμβέρ Πασάς όχι μόνο δεν τους άκουσε αλλά διέταξε τη δημιουργία μιας νέας στρατιωτικής δύναμης χωρίς Γερμανούς αξιωματικούς την οποία ονόμασε Στρατό του Ισλάμ. Ο Στρατός του Ισλάμ παρήκαμψε τη Γεωργία και προήλασε μέσω του Αζερμπαϊτζάν. Η αναδιοργανωμένη 3η Οθωμανική Στρατιά επίσης προήλασε προς την προπολεμική συνοριακή γραμμή. Επί της ουσίας ο Εμβέρ (που ήταν φανατικός παντουρκιστής) προσπάθησε να μεταφέρει τη δράση του στην Κεντρική Ασία. Ενώ στην αρχή είχε Σοβιετική υποστήριξη, στη συνέχεια οργάνωσε τους Τούρκους εθνικιστές κατά της Ρωσίας. Σκοτώθηκε σε μια αψιμαχία με τον Κόκκινο Στρατό. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1997.





Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα İsmail Enver της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).