Βίντιν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βιδίνιο
Видин

Baba Vida Klearchos 1.jpg
Το σήμα κατατεθέν της πόλης, το μεσαιωνικό οχυρό. Vidin Province, Bulgaria.jpg


Χώρα Flag of Bulgaria.svg Βουλγαρία
Επαρχία Βίντιν
Πληθυσμός 47.138 - 20ή (2011)
Υψόμετρο 34 m
Το έμβλημα της πόλης
Άποψη του κέντρου της πόλης

Το Βιδίνιο (Βουλγαρικά: Видин / Βίντιν) είναι πόλη στο βορειοδυτικό άκρο της Βουλγαρίας, στις όχθες του ποταμού Δούναβη. Απέχει ελάχιστα από τα σύνορα με τη Σερβία και τη Ρουμανία και έχει πληθυσμό 47.138 κατοίκων (2011). Είναι έδρα του ομώνυμου Δήμου και διοικητικό και οικονομικό κέντρο της Επαρχίας Βιδινίου. Το Βιδίνιο είναι το πρώτο μεγάλο λιμάνι του ποταμού Δούναβη στο βουλγαρικό έδαφος και σημαντικός οδικός και σιδηροδρομικός κόμβος.

Σήμερα η παραδουνάβια πόλη παραμένει αξιόλογο αγροτικό και εμπορικό κέντρο και, παράλληλα, η εύφορη ενδοχώρα του Βίντιν φημίζεται για τα κρασιά της. Παρ' όλα αυτά, το Βίντιν αντιμετωπίζει τις τελευταίες δεκαετίες δημογραφικά προβλήματα, αν και το 1991 ζούσαν 68.164 άνθρωποι.










Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κέλτες φαίνεται να είναι οι πρώτοι που ίδρυσαν στην περιοχή κάποιον οικισμό, με το όνομα Dunonia (=οχυρός λόφος), η οποία μετεξελίχτηκε στη ρωμαϊκή οχυρωμένη πόλη Μπονόνια (Bononia). Αποτέλεσε σημαντικό κέντρο της επαρχίας της Μοισίας, έως την καταστροφή της από τις επιδρομές των Αβάρων, περίπου το 586[1].

Η Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία μετά το θάνατο του Ιβάν Αλεξάνταρ.

Βουλγαρική επικυριαρχία-το Βίντιν στο ζενίθ της ιστορικής του πορείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη επέστρεψε σε κανονικούς ρυθμούς ζωής όταν εμφανίστηκαν οι σλαβικές φυλές, που, σταδιακά, πέρασαν το Δούναβη. Οι Σλάβοι μετονόμασαν τον οικισμό σε Bdin, παρεμφερές όνομα με τη σημερινή ονομασία. Οι Βούλγαροι, τελικώς, έλεγξαν τη γύρω έκταση, οπότε κατά το Μεσαίωνα η πόλη συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις ισχυρότερες της χώρας, όντας πρωτεύουσα του ΒΔ τμήματος της Βουλγαρίας και, επίσης, διατηρούσε έδρα επισκόπου. Παράλληλα, στο διάστημα μεταξύ 10ου και 14ου αι. οικοδομείται το φρούριο Baba Vida (Βουλγαρικά:Баба Вида), αξιόλογο αμυντικό όπλο του Βίντιν ενάντια σε κάθε εθνικότητας επίδοξο κατακτητή. Ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, λόγου χάριν, πολιορκούσε την πόλη επί οκτώ μήνες πριν την καταλάβει αυτοπροσώπως το 1003. Νωρίτερα, στα τέλη του 10ου αι., η επαρχία βρισκόταν υπό την εξουσία του στρατηγού Σαμουήλ, προτού ο ίδιος στεφτεί Τσάρος (αυτοκράτωρ) των Βουλγάρων.

Μετά την ίδρυση της δεύτερης Βουλγαρικής αυτοκρατορίας (1186–1396), η διοίκηση της επαρχίας περιέρχεται στους Σισμάν και κατά καιρούς οι Τσάροι ή άλλοι επιφανείς Βούλγαροι προέρχονται από το Βίντιν. Ιδιαίτερη αναφορά αξίξει στους Ιβάν Σισμάν και Ιβάν Σρατσιμίρ (τέλη 14ου αι.), τους τελευταίους Τσάρους πριν την οθωμανική κατάκτηση. Τα δυο ετεροθαλή αδέλφια χρίστηκαν από τον κοινό πατέρα τους, τσάρο Ιβάν Αλεξάντερ, ο μεν πρώτος συναυτοκράτορας, ο δε δεύτερος Δεσπότης του Βίντιν. Ο Σρατσιμίρ αυτονομήθηκε σύντομα (1356) και οργάνωσε ανεξάρτητο βασίλειο με πρωτεύουσα το Βίντιν, διότι θεωρούσε τον εαυτό του ως μόνιμο διάδοχο, όντας πρωτότοκος γιος του τσάρου από την πρώτη του σύζυγο.

Ουγγρική εισβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ούγγροι όμως το 1365, υπό το Λουδοβίκο Ανδεγαυικό, καταλαμβάνουν μετά από πολύμηνη πολιορκία την πόλη και αιχμαλωτίζουν την οικογένεια του Σρατσιμίρ για τέσσερα χρόνια. Μάλιστα, την είσοδο των Ουγγρικών στρατευμάτων ακολούθησε η άφιξη φραγισκανών μοναχών, που επιδόθηκαν φανατικά στον αναβαπτισμό των κατοίκων, ώστε να επιτευχθεί η πλήρης αφομοίωση του κρατιδίου στην καθολική Ουγγαρία. Την επόμενη χρονιά ο Ιωάννης Ε' του Βυζαντίου, καθ' οδόν προς την Κων/πολη επιστρέφοντας από ναυαγημένες διαπραγματεύσεις με τον Ούγγρο ηγεμόνα, σταματά αναγκαστικά στο Βίντιν. Εκεί παρέμεινε αποκλεισμένος για μερικούς μήνες, αφού ο Τσάρος απαγόρευσε τη διέλευση του αυτοκράτορα από τη γειτονική επικράτεια. Η ντροπιαστική "αιχμαλωσία" λήγει τον Ιανουάριο του 1367, όταν και ο ίδιος αναχωρεί χάρη στην προέλαση του στρατού του κόμη Αμεδαίου, ξαδέλφου του Ιωάννη, ο οποίος εξανάγκασε την άρση του αποκλεισμού αφού κατέλαβε προσωρινά τις παραλιακές πόλεις της Βουλγαρίας. Το 1369 αποκαθίσταται στο θρόνο του Βίντιν ο Σρατσιμίρ, υπό τον όρο να αναγναωρίσει την Ουγγρική επικυριαρχία. Εντούτοις, ο Ιβάν Σρατσιμίρ συνέχισε την αποσχιστική πολιτική του μετά το θάνατο του πατέρα του (1371) και έθεσε το μητροπολίτη εκτός ελέγχου του Βουλγαρικού Πατριαρχείου και υπό αυτόν του Πατριαρχείου Κων/πολης το 1381. Κι όμως, τα δυο αδέλφια δεν ενεπλάκησαν σε εμφύλια διαμάχη, ενώ, ταυτόχρονα, οι Οθωμανοί έδειχναν τις κατακτητικές τους βλέψεις στα Βαλκάνια.

Οθωμανική κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τσάρος Ιβάν Σισμάν αναγνώρισε την κυριαρχία στη Βουλγαρία των Οθωμανών του Μουράτ Α', στον οποίο έδωσε την αδελφή του. Η Σόφια (1383) καιη Νίσσα (1385) κυριεύτηκαν, αλλά ο συνασπισμός Σέρβων-Βοσνίων, που νίκησαν στο Πλότσκιν τους Τούρκους (1387), έκανε το Σισμάν να αρνηθεί τελικά την επικυριαρχία των Οθωμανών. Παρ' όλα αυτά, ο Ιβάν Σισμάν πολιορκήθηκε από το Μουράτ στην παραδουνάβια Νικόπολη (1388) και επακολούθησε η συντριβή των Σερβικών δυνάμεων στο Κοσσυφοπέδιο (1389). Εκεί όμως σκοτώθηκε ο Μουράτ και ο γιος του, Βαγιαζήτ Α', συνέχισε με εκδικητική μανία τις σαρωτικές επιθέσεις σε χριστιανικά βαλκανικά κράτη, τα οποία κατέλαβε σταδιακά. Το 1393 κατελήφθη το Τάρνοβο και στις 3 Ιουνίου 1395 ο τσάρος καρατομούνταν στη Νικόπολη.

Οι δραματικές εξελίξεις σχετικά με την επαπειλούμενη ανεξαρτησία της Βουλγαρίας δεν μπορούσαν να μην επηρεάσουν το Βιδίνι. Ήδη το 1388, ο Ιβάν Σρατσιμίρ δέχτηκε οθωμανικές φρουρές στο βασίλειό του μετά από την τουρκική εισβολή. Αφότου απεβίωσε ο ετεροθαλής αδελφός του προσπάθησε να τον αντικαταστήσει ελέγχοντας τα εναπομείναντα εδάφη της χώρας. Την επόμενη χρονιά (1396), ο ηγεμόνας και οι κάτοικοι της πόλης τάχθηκαν στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων της τελευταίας Σταυροφορίας που οργάνωνε ο Ούγγρος βασιλιάς Σιγισμούνδος του Λούξεμπουργκ. Η τραγική της κατάληξη σηματοδοτείται από τη μάχη της Νικόπολης μέσα στην ίδια χρονιά (25 Σεπτεμβρίου). Ο νικητής Βαγιαζήτ έφτασε στο Βιδίνι το 1397 και συνέλαβε τον Ιβάν, τον οποίο και έστειλε στην Προύσα. Μολαταύτα, ο διάδοχος του Σρατσιμίρ, Κωνσταντίνος Β', ήλεγχε μέρος της περιοχής μέχρι το 1422.

Υπό οθωμανικό ζυγό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μαυσωλείο του Οσμάν Πασβάντογλου (Pazvantoğlu), αφιερωμένο στον πατέρα του.

Το οθωμανοκρατούμενο Βίντιν έγινε έδρα του στασιαστή Οσμάν Πασβάντογλου, που έδρασε κατά του σουλτάνου Σελίμ Γ΄ στα τέλη του 18ου αιώνα, όντας κυβερνήτης της πόλης μεταξύ 1794 και 1807. Σ΄ αυτήν την περίοδο ανήκουν αναγνωρίσιμα κτίσματα όπως το μαυσωλείο και η βιβλιοθήκη.

Η βιβλιοθήκη, μέρος του οικοδομικού συμπλέγματος του μαυσωλείου.

Νεότερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του Σερβο-Βουλγαρικού πολέμου του 1885, η πόλη πολιορκήθηκε από τμήμα του Σερβικού στρατού. Αν και αριθμητικά λιγότεροι, οι αμυνόμενοι Βούλγαροι αναδείχτηκαν νικητές.

Στο Βιδίνιο γεννήθηκε το 1887 ο Αβραάμ Μπεναρόγια, σοσιαλιστής, εβραϊκής καταγωγής. Ο Μπεναρόγια συγκαταλέγεται στους ιδρυτές της πολιτικής οργάνωσης «Φεντερασιόν» της Θεσσαλονίκης το 1909, και υπήρξε ένας από τους ιδρυτές (1918) του «Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας» (ΣΕΚΕ).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Baba Vida →History

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Vidin της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ιβάν Σισμάν της Ελληνικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ιβάν Σρατσιμίρ της Ελληνικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).