Τόμας της Βοσνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τόμας της Βοσνίας
Tomas driver licence pic.png
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1412 (περίπου)[1]
Θάνατος10  Ιουλίου 1461[2]
Συνθήκες θανάτουανθρωποκτονία[2]
ΘρησκείαΚαθολικισμός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΑικατερίνη Κοσάτσα της Βοσνίας
Βογιάτσα
ΤέκναΣτεφάν Τομάσεβιτς
Ισάκ Μπέη Κράλογλου
Αικατερίνη Τομάσεβιτς της Βοσνίας
ΓονείςΟστόια της Βοσνίας και Κουγιάβα Ραντινόβιτς
ΑδέλφιαΣτέφαν Οστόγιτς της Βοσνίας
Ραντιβόι της Βοσνίας
ΟικογένειαΟίκος των Κοτρομάνιτς
Θυρεός
Coat arms of Thomas of Bosnia.jpg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο "Στέφαν" Τόμας, σερβοκροατικά: Стефан Томаш/Stefan Tomaš ή Стјепан Томаш/Stjepan Tomaš‎, (π. 1411 – Ιούλιος 1461), μέλος του Οίκου των Κοτρομάνιτς, βασίλευσε από το 1443 μέχρι το τέλος του ως ο προτελευταίος βασιλιάς της Βοσνίας.

Ήταν νόθος γιος του Oστόια βασιλιά της Βοσνίας, και διαδέχθηκε τον βασιλιά Tβρτκο Β΄, αλλά η ένταξή του δεν αναγνωρίστηκε από τον ηγετικό μεγιστάνα του βασιλείου της Βοσνίας, Στιέπαν Βούκσιτς Κοσάτσα. Οι δύο τους ενεπλάκησαν σε έναν εμφύλιο πόλεμο, που έληξε όταν ο βασιλιάς αποκήρυξε τη σύζυγό του, Βογιάτσα, και νυμφεύτηκε την κόρη τού ανυπότακτου ευγενή, Αικατερίνη. Ο Τόμας και η δεύτερη σύζυγός του, που και οι δύο μεγάλωσαν κατά την παράδοση της Βοσνιακής Εκκλησίας (Βογόμιλοι), ασπάστηκαν τον Ρωμαιοκαθολικισμό και υποστήριξαν την κατασκευή εκκλησιών και μοναστηριών σε όλο το βασίλειο.

Καθ' όλη τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Τόμας διεξήγαγε πόλεμο με το δεσποτάτο της Σερβίας για την προσοδοφόρα πόλη εξόρυξης της Σρεμπρένιτσα και τα περίχωρά της, επιπλέον (ή σε συνδυασμό με) πολλαπλές συγκρούσεις με τον πεθερό του. Επιπλέον, είχε τεταμένες σχέσεις με την απειλητική Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά από χρόνια αψιμαχιών και επιδρομών, ο Τόμας φάνηκε πρόθυμος να ηγηθεί του Χριστιανικού συνασπισμού κατά των Οθωμανών, αλλά δεν έλαβε καμία βοήθεια από τους άλλους Χριστιανούς ηγεμόνες. Αφού απέτυχε να επεκταθεί στην Κροατία, ο Τόμας στράφηκε ξανά προς τα ανατολικά το 1458, κανονίζοντας έναν γάμο μεταξύ τού γιου του Στεφάν και της Σέρβας κληρονόμου Έλενας Μπράνκοβις. Ο βοσνιακός έλεγχος στα απομεινάρια του Σερβικού δεσποτάτου διήρκεσε μόλις ένα μήνα, πριν από την κατάκτηση τού κράτους από τους Οθωμανούς. Η αποτυχία του βασιλιά Τόμας να υπερασπιστεί τη Σερβία έπληξε οριστικά τη φήμη του στην Ευρώπη. Επιθυμώντας να βελτιώσει την εικόνα του μεταξύ των Καθολικών της Ευρώπης, ο Τόμας στράφηκε κατά της Βοσνιακής Εκκλησίας (Βογομίλων), και έγινε έτσι ο πρώτος ηγεμόνας της Βοσνίας που επιδόθηκε σε θρησκευτικές διώξεις.

Τα κάποτε αντιφατικά χαρακτηριστικά του Τόμας κέρδισαν τόσο τον θαυμασμό, όσο και την περιφρόνηση από τους συγχρόνους του. Ο γιος του Στεφάν τον διαδέχθηκε και αμέσως αποδείχθηκε πιο ικανός να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της εποχής.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τόμας ήταν γιος του βασιλιά Oστόια, που απεβίωσε το 1418, και της ερωμένης του, το όνομα της οποίας δεν έχει καταγραφεί. Ήταν ένα παιδί από διπλή μοιχία, καθώς και ο πατέρας και η μητέρα του ήταν παντρεμένοι τη στιγμή της γέννησής του. [3] Ο Οστόια ήταν ο μόνος μη Καθολικός βασιλιάς της Βοσνίας [4] και ο Τόμας μεγάλωσε ως μέλος της Βοσνιακής Εκκλησίας, στην οποία συμμετείχαν οι γονείς του. [5] [6] Ο Tβρτκο Β΄ καθαίρεσε τον Στέφαν Οστόγιτς, το μόνο γνωστό νόμιμο παιδί και διάδοχο του Oστόια, το 1421. Ο νόθος μεγαλύτερος αδερφός του Τόμας, ο Ραντιβόι, αμφισβήτησε ανεπιτυχώς την κυριαρχία του Tβρτκo Β΄ με τη βοήθεια των Οθωμανών και της οικογένειας Koσάτσα, των κορυφαίων μεγιστάνων του βασιλείου της Βοσνίας. [7]

Οι αφηγηματικές πηγές αναφέρονται στον Τόμας (καθώς και στον πατέρα και τον αδελφό του) ως Κρίστιτς, το οποίο θεωρείται ότι είναι το όνομα ενός πλάγιου κλάδου της δυναστείας των Κοτρομάνιτς. [8] Ο Tόμας ήταν έτσι στενά συνδεδεμένος με τον Tβρτκο Β΄, πιθανότατα ήταν εξάδελφός του. [10]

Αποφεύγοντας τα φώτα της δημοσιότητας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τβρτκο Β΄, ο Tόμας έζησε με μία λαϊκή γυναίκα, που ονομαζόταν Βογιάτσα και τα παιδιά τους. Ήταν πιστός στον βασιλιά Tβρτκo Β΄ και μαζί συμμετείχαν σε μία συμπλοκή στην Ουσόρα, όπου τραυματίστηκε ο Τόμας. [8] Η πίστη του πιθανότατα επηρέασε θετικά τον άτεκνο και άρρωστο βασιλιά, που ήθελε να εξασφαλίσει τη διαδοχή του. [8] [11] Ο Tόμας ήταν σίγουρα προτιμότερος από τον αδελφό του Ραντιβόι, τον οποίο ο Tβρτκo Β΄ μισούσε. [11] Ο Χέρμαν Β΄ κόμης του Τσέλιε (2ος εξάδελφος του Τβρτκο β΄ ως γιος της Αικατερίνης Koτρομάνιτς) που κάποτε είχε οριστεί ως κληρονομικός διάδοχος, είχε αποβιώσει το 1435. [12]

Ανάρρηση και στέψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαράσταση του θυρεού του βασιλιά "Στέφαν" Τόμας: έχει το μονόγραμμά του S T και επάνω από αυτό ένα στέμμα.

Ο Tβρτκο Β΄ απεβίωσε τον Νοέμβριο του 1443. Η συνέλευση (stanak) ενέκρινε την επιλογή τού διαδόχου και ο Τόμας είχε εκλεγεί δεόντως βασιλιάς ως τις 5 Δεκεμβρίου. Όπως και οι προκάτοχοί του, πρόσθεσε στο δικό του όνομα το βασιλικό όνομα Στέφαν. Ωστόσο, ο ισχυρότερος μεγιστάνας του βασιλείου, ο μέγας δούκας Στιέπαν Βούκσιτς Κοσάτσα, αρνήθηκε να αποδεχτεί τον Τόμα ως βασιλιά και ανακοίνωσε την υποστήριξή του στο Ραντιβόι. [8] Οι αρχές της γειτονικής Δημοκρατίας της Ραγκούσας εξέφρασαν αμέσως ανησυχία για την κατάσταση. Ο Kοσάτσα και ο Ραντιβόι έκαναν έκκληση στη Ραγκούσα να μην αναγνωρίσει τον Τόμας ως βασιλιά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, ο εγγονός του Χέρμαν Β΄, Ούλριχ Β΄, πίεσε τη διεκδίκησή του για τον βοσνιακό θρόνο και προσπάθησε να συγκεντρώσει υποστήριξη μεταξύ των αντιπάλων του Τόμας. [12] Εξαιτίας αυτού, ο Τόμας έσπευσε να στείλει είδηση για την ανάρρησή του σε ξένους ηγεμόνες, συμπεριλαμβανομένου του Φρειδερίκου Γ΄ της Γερμανίας, αντιπάλου τού Ούλριχ Β΄, και των αρχών της Ραγκούζας και της Βενετίας, ελπίζοντας να λάβει αναγνώριση. [8] Ο Ούλριχ Β΄ ασχολήθηκε με τη διαμάχη, που διεξήγαγε εναντίον του ο Φρειδερίκος Γ΄, καθώς και με τον αγώνα διαδοχής στην Ουγγαρία, όπου πήρε το μέρος της εξαδέλφης του, βασίλισσας Ελισάβετ του Λουξεμβούργου και το βρέφος γιο της Λαδίσλαο Ε΄ ενάντια στον βασιλεύοντα μονάρχη Βλάντισλαβ Α΄, αφήνοντας στον Tόμας άφθονο χώρο ελιγμών. [13] [14] [15]

Πόλεμος διαδοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Τόμας ενήργησε αποφασιστικά για να ενισχύσει τη θέση του. Τον Ιανουάριο του 1444 διείσδυσε στην περιοχή Zαχλουμία που ελεγχόταν από τη Βοσνία, την οποία διοικούσαν οι Kοσάτσας. Ο ανιψιός του Κοσάτσα, Iβάνις Πάβλοβιτς τον συνόδευε και η οικογένεια Ραντιβόιεβιτς, που ήταν οι δυσαρεστημένοι υποτελείς των Koσάτσας, ενώθηκαν μαζί τους κατά την άφιξή τους. Ο συνασπισμός σύντομα πήρε τον Ντριγιέβνα, αποκαθιστώντας έτσι τη σημαντική τελωνειακή πόλη στη βασιλική επικράτεια για πρώτη φορά μετά από τρεις δεκαετίες. [16] Πιεσμένος από τον ταυτόχρονο πόλεμοό του με τη Βενετία και χωρίς βοήθεια από τους Οθωμανούς, ο Koσάτσα συμφώνησε σε ανακωχή τον Μάρτιο. [8] Και οι δύο πλευρές ήλπιζαν να κερδίσουν χρόνο, για να ανακτήσουν δυνάμεις για μελλοντικές συγκρούσεις. Ο βασιλιάς Τόμας προσπάθησε να αποσπάσει την υπόσχεση βοήθειας από τη Βενετία σε περίπτωση επίθεσης της Ουγγαρίας εναντίον του, προσφέροντας μάλιστα σε αντάλλαγμα τον έλεγχο ορισμένων πόλεων και ορυχείων του στη Δημοκρατία για 25 χρόνια. Ωστόσο καθ' όλη τη διάρκεια τού Μαΐου, οι επιτυχημένες διαπραγματεύσεις με την Ουγγαρία κατέστησαν αυτή την εκχώρηση περιττή. [17] Η μεσολάβηση στον Ιωάννη Ουνυάδη τού βασιλιά Βλαδίσλαου Γ΄ οδήγησε στην Ουγγρική αναγνώριση του Τόμας τον Ιούνιο, για την οποία ο ευγνώμων βασιλιάς της Βοσνίας υποσχέθηκε στον Ουνυάδη δωρεάν διέλευση, καταφύγιο, ετήσιο εισόδημα και βοήθεια σε οποιοδήποτε θέμα. [18] Έτσι, μέχρι το καλοκαίρι, ο Τόμας είχε εξασφαλίσει την ανάρρησή του στο θρόνο. [8]

Τον Ιούλιο του 1444 ο βασιλιάς της Ουγγαρίας ενημέρωσε τον Τόμας για την πρόθεσή του να διαρρήξει την εκεχειρία με τους Οθωμανούς. [17] Ο βασιλιάς Τόμας αποφάσισε να αξιοποιήσει στο έπακρο τη συμμετοχή του στον Χριστιανικό συνασπισμό. Τον Μάιο είχε ήδη κατακτήσει την κερδοφόρο πόλη εξόρυξης αργύρου της Σρεμπρένιτσα, την οποία είχα πάρει οι Οθωμανοί από το δεσποτάτο της Σερβίας, το οποίο με τη σειρά του την είχε πάρει από τη Βοσνία. Τώρα αποφάσισε να ξαναρχίσει τον πόλεμό του ενάντια στον επαναστατημένο Koσάτσα, έναν υποτελή των Οθωμανών. Οι Τούρκοι ήταν τώρα έτοιμοι να βοηθήσουν τον δούκα και εισέβαλαν στη Βοσνία, αναγκάζοντας τον βασιλιά να φύγει από το Koζόγκραντ στο Μπομπόβατς και επιτρέποντας στον Koσάτσα να αντιστρέψει όλες τις απώλειές του. Τον Αύγουστο, οι Οθωμανοί αποκατέστησαν τη Σερβία στον Τζούρατζ Μπράνκοβιτς, ο οποίος συμμάχησε με τον Koσάτσα εναντίον του βασιλιά Τόμας. [19] Η καταστροφή του ουγγρικού στρατού τον Νοέμβριο του 1444 στη μάχη της Βάρνας, όπου χάθηκε ο ίδιος ο βασιλιάς Βλαδίσλαος Γ΄, άφησε τον Τόμας ευάλωτο. [19] Αναγκασμένος πάλι να βασιστεί αποκλειστικά στη Βενετία, ο Τόμας επανέλαβε την προηγούμενη προσφορά του, αλλά η Δημοκρατία αρνήθηκε και έκανε ειρήνη με την Κοσάτσα. Τον Απρίλιο του 1445, ο Τόμας έχασε τη Σρεμπρένιτσα και ολόκληρη την κοιλάδα της Ντρίνα από τον Μπράνκοβιτς. Ο Iβάνις Παβλόβιτς τον βοήθησε ξανά και οι δύο προχώρησαν προς το Πομόριε. Ο Τόμαςς ανέλαβε τη Ντρίεβα, αλλά η προέλασή του σταμάτησε ξαφνικά, ίσως από άλλη οθωμανική εισβολή ή ανακωχή. Οι εχθροπραξίες τελείωσαν τελικά τον Σεπτέμβριο. [20]

Μεταστροφή και γάμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού απέτυχε να ενισχύσει τη βασιλική εξουσία με τη βία, ο βασιλιάς Τόμας αποφάσισε να αναζητήσει έναν άλλο τρόπο, για να ειρηνεύσει το βασίλειο. [20] Μία προσέγγιση με τον Koσάτσα μέσω γάμου με την κόρη του Αικατερίνη είχε πιθανώς ήδη προβλεφθεί το 1445, [21] όταν ο Τόμας βελτίωσε τις σχέσεις με την Αγία Έδρα, για να απαλλαγεί από την «κηλίδα τού νόθου» καθώς και να λάβει ακύρωση τού γάμου του με τη Βογιάτσα. [8] Ο πάπας Ευγένιος Δ΄ απάντησε καταφατικά στις 29 Μαΐου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Tόμας φαίνεται να είχε αποφασίσει να ενταχθεί στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. [8] Οι διαπραγματεύσεις με τον Κοσάτσα εντάθηκαν στις αρχές του 1446. [20] Ο βασιλιάς Τόμας μεταστράφηκε τελικά από τον Βοσνιακό Χριστιανισμό (Βογομιλισμό) σε Ρωμαιοκαθολικό από τον Tομάζο Τομαζίνι, επίσκοπο Λεσίνα. [22] Ωστόσο ο καρδινάλιος Χουάν Καρβαχάλ τέλεσε το βάπτισμα μόνο το 1457. [23]

Ρωμαιοκαθολικά μοναστήρια κατά τη βασιλεία του Τόμας.

Η πρόθεση του Tόμας να νυμφευτεί την κόρη του Koσάτσα, Αικατερίνη, έγινε γνωστή τον Απρίλιο, [20] τα εδάφη και τα σύνορά τους επανήλθαν στο status quo ante bellum. [24] Η μελλοντική νύφη, μία Βόσνια χριστιανή, έπρεπε επίσης να προσηλυτιστεί στον καθολικισμό, για να προχωρήσει ο γάμος. [24] Αυτές οι εξελίξεις εξόργισαν τον Iβάνις Παβλόβιτς και τον Πέταρ Βογισάλιτς, έναν άλλο υποτελή, αλλά τελικά δεν υπήρξε καμία σύγκρουση μαζί τους. [25] Περίτεχνοι εορτασμοί σημάδεψαν τον βασιλικό γάμο στα μέσα Μαΐου στο Mιλόντραζ, [20] που διεξήχθη με καθολικό τελετουργικό, [22] ακολουθούμενο από τη στέψη του ζευγαριού στο Mίλε. [25] Για πρώτη φορά στάλθηκε από τη Ρώμη ένα στέμμα, για να τοποθετηθεί στο κεφάλι ενός Βόσνιου βασιλιά. Ο επίσκοπος του Φέλτρε και ο παπικός λεγάτος στη Βοσνία, ένας άλλος Toμάζο Τομαζίνι, πήρε το στέμμα από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Δομνίου στο Σπαλάτo τον Ιούλιο, αλλά ποτέ δεν έφτασε στον Τόμας. [8]

Καθώς διευκόλυνε τις συμμαχίες με δυτικούς ηγεμόνες και ακολούθησε τις δυτικές πολιτιστικές επιρροές (στην τέχνη, την αρχιτεκτονική, τη μουσική και τη μόδα) που διείσδυσαν στη Βοσνία, ο Ρωμαιοκαθολικισμός έγινε η προτιμότερη πίστη στις αρχές της βασιλείας του Τόμας. Πολλοί Βόσνιοι ευγενείς ακολούθησαν το παράδειγμα του βασιλιά, όταν προσηλυτίστηκαν στον Καθολικισμό, αλλά μερικοί επέστρεψαν σύντομα στη Βοσνιακή Εκκλησία. Ο Koσάτσα έγραψε, ότι σκέφτηκε τη μεταστροφή, αλλά δεν το έκανε ποτέ. Εκκλησίες και Φραγκισκανικά μοναστήρια ξεπήδησαν σε όλη τη Βοσνία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τόμας, μερικά από τα οποία ανεγέρθηκαν από τον ίδιο τον βασιλιά. [24] Παρά τις προσπάθειές του να προβάλει την εικόνα ενός καλού καθολικού βασιλιά, η θρησκευτική πολιτική του Τόμας δεν ήταν αρχικά τόσο αποφασιστική. [26] Συνέχισε να τιμά τους Βόσνιους Χριστιανούς και τον κλήρο τους, όπως είχαν κάνει οι προκάτοχοί του, κάτι που οδήγησε σε διαμάχες με τους ντόπιους Φραγκισκανούς. Ο πάπας Ευγένιος Δ΄ συμφώνησε, ότι για πολιτικούς λόγους ο βασιλιάς Τόμας έπρεπε να ανέχεται τους αιρετικούς. [27]

Ακμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ειρήνη έφερε ασυνήθιστη σταθερότητα στη Βοσνία καθώς και ασφάλεια στον Tόμας. Ανέκτησε τη Σρεμπρένιτσα για άλλη μία φορά το φθινόπωρο του 1446 και τελικά επέτυχε έναν βραχύβιο συμβιβασμό με τον Μπράνκοβιτς, με τον οποίο οι δυο τους θα μοιράζοντο την πόλη και τα εξορυκτικά της έσοδα. Ωστόσο, δεν έμελλε να διαρκέσει. Αβάσιμες φήμες έλεγαν, ότι Ούγγροι ευγενείς σκέφτηκαν να τού προσφέρουν το Ιερό Στέμμα της Ουγγαρίας, γεγονός που μαρτυρούσε την αυξανόμενη φήμη του. [25] Οι Οθωμανοί, που ήθελαν να αποδυναμώσουν τη Βοσνία ενθαρρύνοντας τον εσωτερικό διχασμό, ήταν πολύ δυσαρεστημένοι από τη σταθερότητα του βασιλείου. Μετά από αίτημα του Τζούρατζ Μπράνκοβιτς, οι Οθωμανοί εισέβαλαν τόσο στα προσωπικά εδάφη του βασιλιά Τόμας, όσο και στα εδάφη του πεθερού του τον Μάρτιο του 1448, λεηλατώντας και καίγοντας πόλεις. Ο Koσάτσα, ο οποίος τώρα αποκαλούσε τον εαυτό του "δούκα του Αγίου Σάββα", αναγκάστηκε έτσι να συνταχθεί με τον Μπράνκοβιτς εναντίον τού γαμπρού και βασιλιά του. Στα μέσα Σεπτεμβρίου ο κουνιάδος τού Μπράνκοβιτς Θωμάς Καντακουζηνός, επικεφαλής ενός στρατού που περιλάμβανε και τον ίδιο τον Κοσάτσα, νίκησε ηχηρά τον βασιλιά Τόμας. [28]

Ο βασιλιάς Τόμας ανακατέλαβε τη Σρεμπρένιτσα ξανά τον Φεβρουάριο του 1449, αλλά οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν μέχρι το 1451, όταν ο βασιλιάς έκανε ξανά ειρήνη με τον ανυπότακτο πεθερό του. Η διαμάχη ξεκίνησε ακόμη και πριν από τη συνέλευση της Ουγγαρίας. [29] Για να χρηματοδοτήσει αυτόν τον αδιάκοπο πόλεμο, καθώς και για να συντηρήσει τη βασιλική αυλή, ο βασιλιάς Τόμας ασχολήθηκε έντονα με το εμπόριο και έκανε επιχειρηματικές συμφωνίες με Δαλματούς εμπόρους. Βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην εξόρυξη αργύρου, αλλά επωφελήθηκε περισσότερο από τα μονοπώλιά του στο εμπόριο αλατιού. [30] [8]

Σύγκρουση πεθερών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1451, όταν ο Κοσάτσα προσπάθησε να βελτιώσει τη δική του οικονομία μέσω ενός πολέμου με τη Δημοκρατία της Ραγκούσας, [31] ο Τόμας αρνήθηκε να συμμετάσχει σε κάποια πλευρά, αλλά παρόλα αυτά μεσολάβησε στον πάπα Νικόλαο Ε΄ για να αποτρέψει τον αφορισμό τού πεθερού του. [8] Ωστόσο η Ραγκούσα επέμενε και υποσχέθηκε να ανταποδώσει την εύνοια, βοηθώντας τον Τόμας να πάρει το Ντρίγιεβα από τον Κοσάτσα και το Χοντίντγιεντ από τους Τούρκους. [32] Το καλοκαίρι ο Tόμας προσεγγίστηκε ακόμη και από την οικογένεια του Koσάτσα, δηλαδή τον κουνιάδο του Βλαντίσλαβ και την πεθερά Γιελένα, που προσβλήθηκαν σοβαρά, όταν ο δούκας πήρε τη γοητευτική, από τη Σιένα νύφη τού γιου του για παλλακίδα του. [33] Στα μέσα Δεκεμβρίου, ο Τόμας συμφώνησε τελικά με τη Ραγκούσα σε μία συμφωνία εναντίον τού διαβόητου πεθερού του, [34] αλλά ο πόλεμος τελείωσε απότομα, όταν η Ουγγαρία και οι Οθωμανοί υπέγραψαν ανακωχή, που απαγόρευε συγκεκριμένα στον υποτελή των τελευταίων να επιτεθεί στη Ραγκούσα. [35]

Το οχυρό Μπλαγκάγι, διαγωνίστηκε μεταξύ του Tόμας και του κουνιάδου του Βλαντίσλαβ Χερτσεγκόβιτς.

Το Μάρτιο του 1452 ξεκίνησε ανοιχτή εξέγερση εναντίον του Στιέπαν Κοσάτσα. Ο Βλαντίσλαβ, μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά του, συγκέντρωσε στρατό και ανέλαβε τον έλεγχο τού μεγαλύτερου μέρους της επικράτειας τού πατέρα του. Ο Τόμας, ο βασιλιάς και κουνιάδος τού Βλάντισλαβ, ανταποκρίθηκε στην έκκλησή του για βοήθεια και έφτασε με τον στρατό του τον επόμενο μήνα. Μαζί τους συμμάχησε και η Ραγκούσα. Ωστόσο, ο βασιλιάς Τόμας αποδείχθηκε απρόθυμος να επιτεθεί και σύντομα επέστρεψε βόρεια, για να αποκρούσει μία Οθωμανική εισβολή. Ο Koσάτσα άδραξε την ευκαιρία να ζητήσει βοήθεια από τη Βενετία, η οποία πήρε τη Ντρίεβνα από τον Βλαντίσλαβ, και να προκαλέσει εξεγέρσεις εναντίον των ίδιων των επαναστατών. Ο Τόμας επέστρεψε, όπως είχε υποσχεθεί, κυνηγώντας τους Βενετούς από την Ντρίγιεβα και νικώντας εύκολα τους εχθρούς τού κουνιάδου του. [36] Στη συνέχεια, ο συνασπισμός ξαφνικά διαλύθηκε, όταν έγινε σαφές ότι ο Βλαντίσλαβ δεν θα παρέδιδε τμήματα της κληρονομιάς του, που ο Τόμας ισχυριζόταν ότι τού οφείλοντο, δηλαδή τη Ντρίεβα και το Μπλαγκάγι, που ήταν η έδρα τού Κοσάτσα και το κλειδί της Ζαχλούμια. [37]

Νέα σύγκρουση εμφανίστηκε το 1453 μετά το τέλος τού Πέταρ Τάλοβατς, ο οποίος είχε κυβερνήσει την Κροατία ως μπαν για λογαριασμό του Ούγγρου βασιλιά. Τόσο ο Tόμας, όσο και ο πρόσφατα χήρος πεθερός του ήθελαν να αποκτήσουν τον έλεγχο της αλλοδαπής γης του Tαλόβατς προσφέροντας γάμο στη χήρα του, Χέντβιχ Γκαράι. Ο Kοσάτσα πρότεινε τον εαυτό του, ενώ ο Tόμας πρότεινε τον γιο του Στεφάν Τομάσεβιτς. Ο Kοσάτσα κάλεσε Οθωμανούς στη Βοσνία το φθινόπωρο, αλλά κανένας από τους δύο δεν επικράτησε, καθώς η Βενετία μετακόμισε, για να προστατεύσει τους κληρονόμους του Tαλόβατς. Τότε έκαναν ειρήνη, συνειδητοποιώντας ότι οι Οθωμανοί, που μόλις είχαν ζαλίσει την Ευρώπη κατακτώντας την Κωνσταντινούπολη, θα ήταν σύντομα προ των πυλών τους επίσης. Μία άλλη ανησυχία ήταν το τέλος της αντιβασιλείας για τον μέχρι τότε ανήλικο βασιλιά Λαδίσλαο Ε΄ της Ουγγαρίας, το οποίο μείωσε την επιρροή τού φίλου τού Τόμας, Ιωάννη Ουνιάδη και οδήγησε στην άνοδο του Ούλριχ Β΄ του Τσέλιε, ο οποίος υποστηριζόταν από τον Κοσάτσα. Αφού ο Λαδίισλαος Ε΄ έκανε τον Ούλριχ Β΄ νέο μπαν της Κροατίας, η τελευταία άρχισε να καταλαμβάνει τον έλεγχο των πόλεων της Κροατίας, κάτι που συνάντησε έντονη αντίθεση από τον Τόμας. Ο Βόσνιος βασιλιάς φοβόταν, ότι ο Ούλριχ Β΄ θα έπαιρνε τη γη του Τάλοβατς και θα είχε την επικράτειά του να συνορεύει με τον Κοσάτσα. Μη θέλοντας να διακόψει ξανά την ειρήνη με τον πεθερό του, ο βασιλιάς στράφηκε στη Βενετία για βοήθεια. [38]

Ένας Χριστιανικός συνασπισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μωάμεθ Β΄, ζωγραφισμένος από έναν ακόλουθο του Τζεντίλε Μπελλίνι.

Η Αγία Έδρα έθεσε υπό την προστασία της τον βασιλιά Τόμας το 1455 και υποσχέθηκε, ότι θα τού έδιναν πίσω τα εδάφη, που είχαν πάρει οι Οθωμανοί και οι προδότες μεγιστάνες του, εάν οι Χριστιανοί νικούσαν τους Οθωμανούς. [18] Το 1456 ο Τόμας έστειλε επιστολή στον πάπα Κάλλιστο Γ΄ ζητώντας του να βρει νύφη για τον γιο του Στεφάν, ελπίζοντας ότι η Αγία Έδρα θα τού παρείχε μία νύφη με βασιλικό αίμα. [39] Οι προετοιμασίες ήταν σε εξέλιξη για άλλη μία οθωμανική επίθεση στην Ουγγαρία στις αρχές του ίδιου έτους. Ο Μωάμεθ Β΄, ο Οθωμανός σουλτάνος, υπέβαλε ασυνήθιστες απαιτήσεις προς τον βασιλιά της Βοσνίας και τους ευγενείς του, τους Kοσάτσας και την οικογένεια Pαβλόβιτς. Ζήτησε από τον Τόμας να στείλει 10.000 φορτία τρόφιμα, από τον πεθερό του 8.000 και από τον Πέταρ Πάβλοβιτς 4.000. Ο Μωάμεθ Β΄ απαίτησε επίσης να δεσμεύσουν τα στρατεύματά τους και να συμμετάσχουν προσωπικά στον πόλεμο, στην οθωμανική πλευρά. Ζήτησε επίσης από τον Τόμας την παραχώρηση τεσσάρων πόλεων: δύο στη μέση της Βοσνίας και δύο που συνορεύουν με την Ουγγαρία και τη Βενετική Δαλματία. Όλα αυτά απορρίφθηκαν. [40]

Μέχρι τώρα ο Τόμας υποψιαζόταν, ότι ο Μωάμεθ σκόπευε επίσης να κατακτήσει το βασίλειό του. Άρχισε λοιπόν να ενδιαφέρεται περισσότερο για έναν Χριστιανικό συνασπισμό κατά των Οθωανών και να συνεργάζεται στενότερα με τον πεθερό του. Για την έλλειψη αυστηρότερης δράσης κατά των Οθωμανών κατηγορήθηκαν οι Βόσνιοι Χριστιανοί, οι οποίοι περιγράφτηκαν ότι είχαν μεγαλύτερη τάση προς τους Μουσουλμάνους, παρά προς άλλους Χριστιανούς. Η βαριά οθωμανική ήττα από τους Ούγγρους στη μάχη του Βελιγραδίου τον Ιούλιο του 1456 δεν έκανε τίποτε, για να ανακουφίσει την κατάσταση του Τόμας, καθώς ο Μωάμεθ Β΄ άρχισε να ασκεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση στη Βοσνία. Εκτός από τον οικονομικό εκβιασμό, ο Tόμας είχε πλέον απαγορευθεί να εξάγει ασήμι, το οποίο ο Μωάμεθ Β΄ διεκδίκησε για τον εαυτό του. Αυτή η σοβαρή παρακμή της βοσνιακής οικονομίας έπνιξε το βασίλειο. [41]

Το λάβαρο των Σταυροφόρων.

Απότομη τροπή πήρε η κατάσταση στην Ουγγαρία αμέσως μετά την πανηγυρική νίκη επί των Οθωανών. Οι νικητές διοικητές, συμπεριλαμβανομένου του Ιωάννη Ουνυάδη, απεβίωσαν από πανώλη, ο Ούλριχ Β΄ του Τσέλιε δολοφονήθηκε και ακόμη και ο νεαρός βασιλιάς Λαδίσλαος απεβίωσε ξαφνικά τον επόμενο χρόνο. Ο ηλικιωμένος Ντζούρατζ Μπράνκοβιτς απεβίωσε επίσης, το δεσποτάτο του πέρασε στον γιο του Λάζαρ. Συνειδητοποιώντας ότι η Ουγγαρία είχε αποδυναμωθεί δραστικά και ότι είχε περάσει το σημείο της μη επιστροφής αρνούμενος τις απαιτήσεις του σουλτάνου, ο Τόμας αποφάσισε να προχωρήσει ως επικεφαλής του χριστιανικού συνασπισμού. [42] Τον Αύγουστο του 1456 η Ραγκούσα έλαβε μία πληροφορία από τον βασιλιά με άκρα μυστικότητα: είχε σκοπό να κηρύξει τον πόλεμο στους Οθωμανούς. Δεν ήταν πολύ ικανός να τα καταφέρει, και μάλιστα υπέστη οθωμανική επιδρομή στις αρχές του 1457 [43]

Ο πάπας Καλλίξτος Γ΄ πήρε πολύ στα σοβαρά τον βασιλιά τόμας: διέταξε να παραδοθεί στον βασιλιά της Βοσνίας ο σταυρός των Σταυροφόρων, η παπική σημαία και το ταμείο των σταυροφοριών, σημειώνοντάς τον ως αρχηγό του συνασπισμού τον Ιούλιο του 1457. Ωστόσο, ο Τόμας δεν βασίστηκε στη δική του αμφίβολη δύναμη, αλλά στη βοήθεια των δυτικών ηγεμόνων. [43] Οι απεσταλμένοι του στον βασιλιά Αλφόνσο Ε΄ της Αραγονίας, τον δόγη Φραντσέσκο Φόσκαρι της Βενετίας, τον Φραντσέσκο Α΄ Σφόρτσα δούκα του Μιλάνου και τον δούκα Φίλιππο Γ΄ τον Καλός δούκα της Βουργουνδίας ανέφεραν όλοι αρνήσεις βοήθειας. Ο καρδινάλιος Καρβαχάλ στάλθηκε στη Βοσνία, για να συναντηθεί με τον βασιλιά Τόμας. Ο καρδινάλιος Τζιοβάνι Καστιλιόνε έγραψε με σκεπτικισμό, ότι ο Καρβαχάλ θα ήταν καλύτερα αν έμενε στη Βούδα. Πράγματι, ο Καρβαχάλ βρήκε τον Τόμας ανεπαρκή, για να αντιμετωπίσει τον εχθρό. Ο πάπας απογοητεύτηκε μαζί του και μεταβίβασε την ηγεσία του χριστιανικού συνασπισμού στον Αλβανό άρχοντα Σκεντέρμπεη. [44]

Πέφτει σε ανυποληψία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσπάθειες επέκτασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τελικώς αποτυχημένες σταυροφορικές προσπάθειες δεν εμπόδισαν τον Τόμας να επιδιώξει επέκταση. Το τέλος του άκληρου Ούλριχ Β΄ του Τσέλιε άνοιξε ξανά την πιθανότητα κατάληψης των εδαφών του Ταλόβατς, αλλά ο πεθερός του κινήθηκε πιο γρήγορα, οδηγώντας σε μία νέα σύντομη ψύξη στις σχέσεις τους. Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 1458 παρουσιάστηκε μία νέα ευκαιρία στα ανατολικά σύνορα της Βοσνίας. Η αναταραχή που ακολούθησε το τέλος του Λάζαρ Μπράνκοβιτς επέτρεψε στον Τόμας να ανακαταλάβει το πρώην βοσνιακό τμήμα της κοιλάδας του ποταμού Δρίνα, που είχε κατακτήσει ο πατέρας του Λάζαρ την προηγούμενη δεκαετία, καθώς και να επεκταθεί στη δεξιά όχθη του. Ο Τόμας κατέλαβε συνολικά έντεκα πόλεις, κρατώντας για τον εαυτό του τη Σρεμπρένιτσα, το Ζβόρνικ και το Τεότσακ και μοίρασε τις υπόλοιπες στους τοπικούς ευγενείς, που του ορκίστηκαν πίστη. Στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή του ξανά στην Κροατία. Πρότεινε στη Βενετία ότι, εφόσον οι Ούγγροι δεν είχαν ακόμη ορίσει νέο μπαν της Κροατίας, αυτός και η Δημοκρατία θα έπρεπε να χωρίσουν το μπανάτο μεταξύ τους. Τον Ιούνιο, προειδοποίησε τη Βενετία ότι ο νέος Ούγγρος βασιλιάς Mατίας Κορβίνος, ο γιος του Ουνυάδη, δεν θα ήταν καλός γείτονας ούτε με τη Βοσνία, ούτε τη Βενετία, εάν κατακτούσε την Κροατία. [45]

Το φρούριο Σμεντέρεβο, ένα σημαντικό, αλλά όχι διαρκές, απόκτημα.

Μια μεγάλη τουρκική επιδρομή τον Φεβρουάριο του 1458 ανάγκασε τον Θωμά να υπογράψει ανακωχή, παρά τους προηγούμενους όρκους του σταυροφορίας, αλλά ο Μωάμεθ δεν επέμενε πλέον στην παραχώρηση των τεσσάρων πόλεων. αντ' αυτού σκόπευε να κατακτήσει τη Σερβία. [18] Εκείνη την εποχή, ο βασιλιάς Θωμάς εγκατέλειψε το σχέδιο να παντρευτεί ο γιος του μια νόθο κόρη του Francesco Sforza. το ματς με μια μπάσταρδη κόρη ενός δούκα ήταν πολύ κάτω από τις προσδοκίες του Βασιλιά για τον Στέφανο. Αντίθετα, διαπραγματεύτηκε επιτυχώς με τη χήρα του Λάζαρου, τη Βυζαντινή πριγκίπισσα Έλενα Παλαιολογίνα, για έναν γάμο μεταξύ του Στέφανου και της μεγαλύτερης κόρης της, Ελένης . Με αυτόν τον τρόπο ο Θωμάς απέκτησε όχι μόνο μια νύφη με αυτοκρατορικό αίμα, αλλά βρήκε επίσης έναν τρόπο να επεκτείνει την κυριαρχία του Κοτρομάνιτς στο Δεσποτάτο της Σερβίας, που τώρα περιορίστηκε στο Φρούριο Σμεντέρεβo και στα περίχωρά του, καθώς ο Λάζαρ δεν είχε αφήσει γιους. [39]

Ο Θωμάς έστειλε είδηση για τα σχέδια στον βασιλιά Ματθία, τον φεουδάρχη του, τον Οκτώβριο. Στις αρχές Δεκεμβρίου, ο ίδιος ο Thomas πήγε να συναντήσει τον Matthias σε μια δίαιτα στο Σέγκεντ. Ο Ματίας ενθουσιάστηκε και παρότρυνε τον Θωμά να στείλει το γιο του το συντομότερο δυνατό. Κατά τη μακρά απουσία του Θωμά, οι Τούρκοι εισέβαλαν στη Βοσνία και πολιόρκησαν τον Μπόμποβατς και τον Βραντούκ, αλλά ο γιος του Στέφανος και ο αδελφός του Ραντιβόι διέφυγαν. Ο Θωμάς επέστρεψε στη Βοσνία στα μέσα Ιανουαρίου 1459 και ανέλαβε τον αγώνα ενάντια στους επιτιθέμενους, προσπαθώντας ακόμη και να τους εκδιώξει από το Χοντιτζέντ. Στα μέσα Απριλίου, έκανε επιδρομή στα περίχωρα του Hodidjed και πολιόρκησε το οχυρό. [46]

Εν τω μεταξύ, ο γιος του Θωμά είχε παντρευτεί την κόρη του Λάζαρ και είχε πάρει στην κατοχή του το Σμεντέρεβο. Ο Θωμάς καυχιόταν ότι ο γιος του έγινε δεσπότης, [46] αλλά η διευθέτηση διακόπηκε με την άφιξη του Μωάμεθ Β΄ επικεφαλής μίας τεράστιας δύναμης πριν από τα τείχη του Σμεντέρεβο. [47] Τρομοκρατημένοι, ο γιος και ο αδελφός του Thomas συμφώνησαν να παραδώσουν την πόλη και το φρούριο στις 20 Ιουνίου με αντάλλαγμα την ασφαλή συμπεριφορά . Ο Τόμας και ο Ραντιβόι κατακρίθηκαν πικρά από τον Ούγγρο βασιλιά. Ο Ματθίας είπε σε όλη την Ευρώπη ότι ο Θωμάς πούλησε το υψίστης σημασίας φρούριο στον εχθρό. Ο Θωμάς έκανε μεγάλο κόπο για να καθαρίσει το όνομά του, εξηγώντας στον πάπα Πίο Β΄ ότι το Σμεντέρεβο δεν μπορούσε να υπερασπιστεί. Ο Βασιλιάς έστειλε αντιπροσωπεία στο Συμβούλιο της Μάντοβας τον Ιούλιο, υποσχόμενος να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε για να κρατήσει πίσω τους Τούρκους και να εκλιπαρεί για βοήθεια. [47] Ο μόνος ηγεμόνας που παρείχε βοήθεια στον Θωμά ήταν η Bianca Maria Visconti, Δούκισσα του Μιλάνου, η οποία έστειλε 300 άνδρες μέσω της Ανκόνα . [47] [8]

Θρησκευτική δίωξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε αντίθεση με άλλα βαλκανικά κράτη της εποχής, η πολιτική της Βοσνίας δεν κυριαρχούνταν από τη θρησκεία και οι ηγεμόνες της, καθώς και οι απλοί άνθρωποι ήταν εντελώς αδιάφοροι για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των άλλων. [48] Ωστόσο αυτό άλλαξε το 1459, όταν η οθωμανική απειλή έγινε μεγαλύτερη. Ο πάπας Πίος Β΄ ενημέρωσε τον Τόμας, ότι δεν θα ερχόταν σε βοήθειά του, όσο ήταν ανεκτή η Βοσνιακή Εκκλησία (Βογομίλων). [49] Ο Tόμας ανυπομονούσε να εμφανιστεί ως καλός Καθολικός στον απόηχο των ουγγρικών κατηγοριών για προδοσία τού Χριστιανικού κόσμου. [47] [50]

Η απόφαση που έλαβε ο τόμας το 1459 τον έκανε τον πρώτο Βόσνιο ηγεμόνα, που καταδίωξε τους ανθρώπους για τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, μία πολιτική που οι πάπες είχαν ζητήσει από καιρό από την Αγία Έδρα. [48] Η Βοσνιακή Εκκλησία (Β.Ε.) είχε αποδεκατιστεί από τον Καθολικό, και μετά ακόμη και τον Ορθόδοξο, προσηλυτισμό και το δικό της χαμηλό ηθικό. [47] Της εντολής του Τόμας, οι κληρικοί της Β.Ε. να προσηλυτιστεί ή να εγκαταλείψει την επικράτειά του, ακολούθησε δήμευση της σημαντικής περιουσίας τους, κάτι που πιθανώς τον βοήθησε να πάρει την κατά τα άλλα δύσκολη απόφαση. [48] Η δίωξη κράτησε σχεδόν δύο χρόνια: [51] 12.000 άνθρωποι προσηλυτίστηκαν βίαια, ενώ σαράντα μέλη του κλήρου κατέφυγαν στην επικράτεια του πεθερού του. [8] Το 1461 έστειλε τρεις άνδρες κατηγορούμενους για αίρεση να ανακριθούν από τον καρδινάλιο Χουάν ντε Τορκεμάντα στη Ρώμη. [51] Η Βοσνιακή Εκκλησία έτσι εξολοθρεύτηκε από τον βασιλιά Τόμας. [48]

Η δίωξη έκανε ελάχιστα για να αποκαταστήσει τη φήμη του Τόμας στην Καθολική Ευρώπη. Όταν η κατοχή του πρώην κάστρου Σασβίνα που κατείχε το Tαλόβατς προκάλεσε νέα κόντρα με τον πεθερό του το 1459, ο Koσάτσα τον κατηγόρησε, ότι είχε προσκαλέσει τους Οθωμανούς, που λεηλάτησαν τη γη του. Η κατηγορία έφτασε στον πάπα Πίο Β΄, ο οποίος διέταξε να αφοριστεί ο βασιλιάς, εάν αποδεικνυόταν ένα τέτοιο σοβαρό αδίκημα κατά των Χριστιανικών συμφερόντων. Αν και ο Τόμας πιθανότατα είχε καλέσει τους Τούρκους επιδρομείς, ο αφορισμός δεν έγινε ποτέ. [52]

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανακαινισμένο παρεκκλήσιο ανάμεσα στα ερείπια του Μπομπόβατς.

Η πτώση της Σερβίας σήμαινε ότι τα ανατολικά σύνορα του βασιλείου του Θωμά ήταν πλέον το προπύργιο του Χριστιανικού κόσμου. Ωστόσο, η Βοσνία δεν ήταν η προτεραιότητα του Mεχμέντ. Ο Τόμας αναγκάστηκε να παραδώσει τη βορειοανατολική Βοσνία, δηλαδή την Ουσόρα, τη Σρεμπρένιτσα, το Ζβόρνικ και το Τεότσακ, στις αρχές του 1460, επιτρέποντας στους Οθωμανούς να περάσουν τον Σάβα προς τις ουγγρικές περιοχές της Σλαβονίας και της Συρμίας. [53] Τόσο ο Θωμάς, όσο και ο πεθερός του γνώριζαν, ότι η οθωμανική κατάκτηση της Βοσνίας ήταν αναπόφευκτη. Συνέχισαν να αναζητούν ξένη βοήθεια, αλλά προετοιμάζοντο και για μία ζωή στην εξορία. Ωστόσο, αυτή η προοπτική δεν τους βοήθησε να διευθετήσουν τις διαφορές τους και να προβάλουν μία πιο αποτελεσματική άμυνα. [54]

Ο Τόμας, που ήταν ακόμη αποξενωμένος από τα πεθερικά του, αρρώστησε τον Ιούνιο του 1461 και ζήτησε έναν γιατρό από τη Ραγκούσα. Απεβίωσε τον Ιούλιο, σε ηλικία περίπου 50 ετών. [56] [54] Τάφηκε στο βασιλικό μαυσωλείο στο Μπομπόβατς. [55]

Οι συνθήκες του τέλους του είναι αδιευκρίνιστες. Κυκλοφόρησαν φήμες, που καταγράφηκαν για πρώτη φορά από έναν οπλουργό από τη Νυρεμβέργη, ότι το τέλος του βασιλιά δεν ήταν φυσικό. Συγκεκριμένα ειπώθηκε, ότι ο αδελφός του Ραντιβόι και ο γιος του Στεφάν είχαν συνωμοτήσει εναντίον του. Μεταγενέστερες αφηγήσεις περιέλαβαν επίσης τον Μωάμεθ Β΄ και τον Ματθία στη δολοπλοκία, με τον Ούγγρο βασιλιά ως εγκέφαλο. Αυτές οι φήμες γενικά απορρίπτονται από τους ιστορικούς. [54] Ο Στεφάν τον διαδέχθηκε, προς όφελος του καταδικασμένου βασιλείου, καθώς οι ρήξεις μεταξύ τού μονάρχη και των ευγενών του τελικά επουλώθηκαν. [18]

Προσωπικότητα και κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μία απεικόνιση του βασιλιά Τόμας το 1910.

Ο Τόμας ήταν άνθρωπος με πολλές αντιφάσεις. [54] Η καλή του εμφάνιση και η ευγενική του συμπεριφορά εντυπωσίασαν πολύ τους συγχρόνους του. Ο Ιταλός κοντοτιέρo Γκασπάρε Μπρόλιο ντα Λαβέλo (γιος του Άνγκελο Ταρτάλια), τον οποίο γνώρισε το 1452, έγραψε ότι δεν είχε γνωρίσει ποτέ έναν πρίγκιπα πιο εκλεπτυσμένο και αξιοπρεπή, ξεπερνώντας ακόμη και τον διανοούμενο ουμανιστή Φεντερίκο ντα Μοντεφέλτρo, το είδωλο του Μπρόλιo. [57] Την ίδια στιγμή, η ασυνέπεια και η έλλειψη θάρρους του Τόμας ενέπνευσαν την περιφρόνηση. Ήταν ικανός τόσο για μεγάλη γενναιοδωρία, όσο και για μικροπρέπεια. [54] Η αστάθεια έπληξε τη φήμη του στο εξωτερικό, ενώ η θρησκευτική δίωξη και οι αναγκαστικές μεταστροφές προκάλεσαν αποδοκιμασία στο εσωτερικό. [18] Αναθεματίστηκε στα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας, επειδή λήστεψε την περιουσία της γηγενούς Βοσνιακής Εκκλησίας. [51]

Ο γάμος του Τόμας με τη Βογιάτσα έφερε τουλάχιστον τέσσερα παιδιά: τον Στεφάν Τομάσεβιτς (που τον διαδέχθηκε), έναν γιο που απεβίωσε ως παιδί κατά τη διάρκεια ενός προσκυνήματος στη Μελέντα, μία κόρη που παντρεύτηκε έναν Ούγγρο ευγενή το 1451 και μία άλλη κόρη, που παντρεύτηκε το 1451. Από τη 2η σύζυγό του Αικατερίνη, η οποία έζησε περισσότερο από αυτόν και το βασίλειό του, ο Τόμας απέκτησε έναν γιο, τον Σιγισμούνδο το 1449 και μια κόρη, την Αικατερίνη το 1453. [8] Και τα δύο παιδιά εξισλαμίστηκαν από τους Οθωμανούς.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε πρώτα τη Βογιάτσα και είχε τέκνα:

Διαζεύχθηκε τη Βογιάτσα και το 1446 ο Τόμας έκανε δεύτερο γάμο, με την Αικατερίνη των Κοσάτσα, κόρη του Στγιέπαν Βούκσιτς Κοσάτσα μεγάλου δούκα της Βοσνίας, δούκα του Χουμ & Πριμόργιε, κνιάζ της Ντρίνα και είχε τέκνα:

  • Σιγισμούνδος Τομάσεβιτς απεβ. μετά το 1493, έγινε μουσουλμάνος με το όνομα Ισάκ Μπέη Κράλογλου και έγινε σαντζάκμπεης του Καράσι.
  • Αικατερίνη Τομάσεβιτς γενν. 1453, έγινε μουσουλμάνα. Γνωστή ως η κόρη του βασιλιά (τουρκ.: kral kizi) έζησε στα Σκόπια.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «The House of Kotromanic». (Αγγλικά) Ανακτήθηκε στις 15  Ιανουαρίου 2022.
  2. 2,0 2,1 «Bosnia & Hercegovina». (Αγγλικά) Foundation for Medieval Genealogy. Ανακτήθηκε στις 15  Ιανουαρίου 2022.
  3. Ćošković 2009, σελ. 42.
  4. Fine 1994, σελ. 281.
  5. Fine 1994, σελ. 577.
  6. Mandić 1975, σελ. 492.
  7. Fine 1994, σελ. 475.
  8. 8,00 8,01 8,02 8,03 8,04 8,05 8,06 8,07 8,08 8,09 8,10 8,11 8,12 8,13 8,14 Ćošković 2009.
  9. Mandić 1975, σελ. 496.
  10. In a charter issued upon his accession, Thomas described Tvrtko II as his patruus, a Latin word that means "paternal uncle" if used as a noun, but "paternal uncle's son" if used as an adjective. The uncertainty is somewhat clarified by Ostoja's charters in which he referred to Tvrtko I, Tvrtko II's father, as his "late brother". The historian Dominik Mandić notes that, while cousins sometimes addressed each other as brothers, it would have been highly unusual for a person to describe his or her father as brother. Mandić thus concludes that Thomas was a patrilineal first cousin of Tvrtko II.[9]
  11. 11,0 11,1 Fine 1994, σελ. 481.
  12. 12,0 12,1 Ćirković 1964, σελ. 276.
  13. France Dolinar & al, Slovenski zgodovinski atlas,(Ljubljana: 2011), pp. 90-91
  14. Peter Štih & Igor Grdina, Spomini Helene Kottanner: ženski glas iz srednjega veka (Ljubljana: 1999), pp. 9-45
  15. Vjekoslav Klaić, Povijest Hrvata, od najstarijih vremena do svršetka XIX. stoljeća, Vol. 3 (Zagreb: 1974), pp 206-207.
  16. Ćirković 1964, σελ. 277.
  17. 17,0 17,1 Ćirković 1964, σελ. 278.
  18. 18,0 18,1 18,2 18,3 18,4 Ćirković 1964.
  19. 19,0 19,1 Ćirković 1964, σελ. 279.
  20. 20,0 20,1 20,2 20,3 20,4 Ćirković 1964, σελ. 280.
  21. Fine 2007, σελ. 240.
  22. 22,0 22,1 Fine 2007, σελ. 241.
  23. Fine 2007, σελ. 70.
  24. 24,0 24,1 24,2 Fine 1994, σελ. 578.
  25. 25,0 25,1 25,2 Ćirković 1964, σελ. 281.
  26. Ćirković 1964, σελ. 286.
  27. Ćirković 1964, σελ. 287.
  28. Ćirković 1964, σελ. 289.
  29. Ćirković 1964, σελ. 290.
  30. Ćirković 1964, σελ. 292.
  31. Ćirković 1964, σελ. 297.
  32. Ćirković 1964, σελ. 298.
  33. Ćirković 1964, σελ. 300.
  34. Ćirković 1964, σελ. 301.
  35. Ćirković 1964, σελ. 302.
  36. Ćirković 1964, σελ. 303.
  37. Ćirković 1964, σελ. 304.
  38. Ćirković 1964, σελ. 310.
  39. 39,0 39,1 Ćirković 1964, σελ. 317.
  40. Ćirković 1964, σελ. 311.
  41. Ćirković 1964, σελ. 312.
  42. Ćirković 1964, σελ. 313.
  43. 43,0 43,1 Ćirković 1964, σελ. 314.
  44. Ćirković 1964, σελ. 315.
  45. Ćirković 1964, σελ. 316.
  46. 46,0 46,1 Ćirković 1964, σελ. 318.
  47. 47,0 47,1 47,2 47,3 47,4 Ćirković 1964, σελ. 319.
  48. 48,0 48,1 48,2 48,3 Fine 1994, σελ. 582.
  49. Fine 1994, σελ. 581.
  50. Fine 1994.
  51. 51,0 51,1 51,2 Ćirković 1964, σελ. 320.
  52. Ćirković 1964, σελ. 321.
  53. Ćirković 1964, σελ. 322.
  54. 54,0 54,1 54,2 54,3 54,4 Ćirković 1964, σελ. 323.
  55. 55,0 55,1 Anđelić 1973, σελ. 83.
  56. Thomas' age was estimated by the anthropologist Živko Mikić based on forensic dentistry.[55]
  57. Ćirković 1964, σελ. 238.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]