Εθνικός Διχασμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917) ήταν σειρά από εμφύλιες διαμάχες με ζητούμενο τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918), οι οποίες διαίρεσαν (και γεωγραφικά) τη χώρα σε δύο αντίπαλες παρατάξεις που αντικατόπτριζαν τους αντιμαχόμενους συνασπισμούς του Πολέμου, και την οδήγησαν στο πλευρό της Τριπλής Συνεννόησης (Αντάντ), το 1917, σε κατάσταση μειωμένης εθνικής κυριαρχίας (αρμοστεία), με την ενότητα του έθνους (και για πρώτη φορά του στρατού) διασπασμένη για τα επόμενα 20 χρόνια.[1][2][3]

Σε πρώτο επίπεδο οι συμπλευσεις των δύο μεγάλων πρωταγωνιστών αυτής της περιόδου με τους πολεμικούς συνασπισμούς ήταν που επικαθόρισαν τη διένεξη. Από τη μία ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος με το κόμμα των Φιλελευθέρων πίστευε πως η Ελλάδα θα έπρεπε να συμμαχήσει με τους Συμμάχους της Αντάντ ώστε να διαφυλάξει την πρόσφατη επέκτασή της χώρας στα πρώην οθωμανικά εδάφη, αλλά και για να της επιτρέψουν να διευρυνθεί μέσω θαλάσσης, καθώς μόνο αυτές διέθεταν σημαντικές ναυτικές δυνάμεις. Από την άλλη ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ και το φιλομοναρχικό Κόμμα Εθνικοφρόνων, του Δημητρίου Γούναρη, πρόκρινε τη «ευμενή ουδετερότητα» προς την Αντάντ (αφού οι ακτές της Ελλάδας ήταν ευπρόσβλητες στο συμμαχικό ναυτικό),μια στάση που όμως ήταν βολική για τις Κεντρικές Δυνάμεις αφού δυσχέραινε το ναυτικό των αντιπάλων τους στο Αιγαίο, και δεν επέτρεπε να ανοίξει το Μακεδονικό Μέτωπο για βοήθεια της συμμάχου της Ελλάδας, Σερβίας.

Σε πιο βαθυ επιπεδο, ο διχασμός ήταν μια εμφύλια αναμέτρηση αναμεσα στην "Παλιά Ελλάδα" (σε ανίερη συμμαχία με τις ξένες μειονότητες των "Νέων Χωρών"), και στην πλειοψηφία των μέχρι χθές αλύτρωτων Ελλήνων των Νέων Χωρών, όπως θα αποτυπωθεί και γεωγραφικά, ανάμεσα στο "κράτος των Αθηνών" και στο "κράτος της Θεσσαλονίκης".[4]

Η διένεξη προκάλεσε εξαιρετικά βαθύ χάσμα στην ελληνική κοινωνία που άγγιξε, για πρώτη φορά, το στράτευμα («επίστρατοι»), στρώνοντας τον δρόμο για τις δικτατορίες του μεσοπολέμου (πραξικόπημα του Πάγκαλου, δικτατορία του Μεταξά) και στη Χούντα των Συνταγματαρχών. Ορισμένα απότοκα της πρωτοφανούς, στα ελληνικά χρονικά, βαρβαρότητας των Νοεμβριανών στην πολιτική σκηνή[5] στιγμάτισαν έμμεσα την κοινωνία μας για πολλές δεκαετίες αργότερα (πχ τo ιδιώνυμο και οι εξορίες σε ξερονήσια ή τα βασανιστήρια και οι ακρότητες επί Κατοχής και Εμφυλίου), ενώ οδήγησαν και στην έκπτωση της μοναρχίας στην Ελλάδα, με το δημοψήφισμα του 1974. Όπως συνέβη με άλλα τέτοια συλλογικά τραύματα (πχ δωσιλογισμός στην Κατοχή), η ιστοριογραφία και το αυτολογοκριμένο συλλογικό μνημονικό, όταν δεν το παραποίησαν για να στηρίξουν τις εκάστοτε αφηγήσεις, το εγκατέλειπαν στη λήθη ή το ομογενοποιούσαν κάτω από ένα ωραιοποιητικό και ατομοκεντρικό σχήμα.[6][1][5]

Χρονικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κύρια γεγονότα της διένεξης ήταν τα εξής (ημερομηνίες με Ιουλιανό ημερολόγιο):

  • Φεβρουάριος 1915: Πρώτη παραίτηση του Βενιζέλου ύστερα από την άρνηση του Βασιλιά να αποσταλούν στρατεύματα στην συμμαχική εκστρατεία της Καλλίπολης με αντάλλαγμα τη Σμύρνη, Ξανακερδίζει τις εκλογές εν είδει δημοψηφίσματος του Μάη, με διακύβευμα τη συμπαράταξη της χώρας με την Αντάντ.[7]
  • Σεπτέμβριος 1915: Δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου, μετά την αθέτηση από τον Βασιλιά της συμμαχίας με την εγκλωβισμένη Σερβία και την άρνησή του να υπογράψει την, ψηφισμένη στη Βουλή, επιστράτευση προς βοήθειά της (είχε μόλις γίνει γνωστή η στράτευση της Βουλγαρίας με τη Γερμανία, όταν ανακοίνωσε προετοιμασίες για επίθεση στη Σερβία).[8] Στις εκλογές του Δεκεμβρίου ο Βενιζέλος απείχε, καταγγέλλοντας ως αντισυνταγματική την διάλυση της Βουλής σε τόσο μικρό διάστημα για το ίδιο ζήτημα[9] . Τις εκλογές κέρδισε το νεοσχηματισμένο Κόμμα Εθνικοφρόνων , αλλά ουσιαστικά κυβερνούσε το Παλάτι, και η Βουλή έπεσε σε αδράνεια για τα επόμενα δυόμιση χρόνια, μέχρι την τυπική λήξη του Διχασμού.
  • Οκτώβριος 1915: Στρατιωτική εισβολή της συμμαχικής Στρατιάς της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη για τη δημιουργία του Μακεδονικού Μετώπου υπέρ των εγκλωβισμένων Σέρβων, κάτι που χρεώθηκε στον Βενιζέλο ως προδοσία από το Παλάτι.[1][10][11][3]
  • Μάιος και Αύγουστος 1916: Μεθόδευση της παράδοσης του Οχυρού Ρούπελ ,[12][13] του Δ' σώματος Στρατού ,[14] και της Ανατολικής Μακεδονίας σε Βουλγαρία και Γερμανία, ως ανταπάντηση, από το Παλάτι.
  • Ιούνιος 1916: Εξαναγκασμός σε αφοπλισμό του στρατού και ναυτικού της βασιλικής (νότιας & δυτικής) Ελλάδας ως ανταπάντηση από την Αντάντ, και παράλληλος σχηματισμός των Συνδέσμων των Επίστρατων , από αντιβενιζελικούς αξιωματικούς.
  • Αύγουστος 1916: Δημιουργία κυβέρνησης από το βενιζελικό Κίνημα Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη , η οποία που έλεγχε τη βόρεια Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη.
  • Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1916: Εκτυλίσσονται τα Νοεμβριανά , με δεκάδες νεκρούς εκατέρωθεν από την επίθεση του ναυτικού της Αντάντ στην Αθήνα και το επακόλουθο κύμα τρομοκρατίας προς τους εναπομείναντες βενιζελικούς, καθώς ο δημόσιος αφορισμός του Βενιζέλου.
  • Δεκέμβριος 1916 – Μάιος 1917: Διεξήχθη πολύμηνος και σκληρός ναυτικός αποκλεισμός της βασιλικής Ελλάδας από το γαλλοβρετανικό ναυτικό της Αντάντ ο οποίος καταλήγει στην εκδίωξη του Κωνσταντίνου μετά από νέα ναυτική επέμβαση στην Αθήνα
  • Ιούνιος 1917: Τοποθέτηση, από την Αντάντ, ξένου Αρμοστή στην Ελλάδα, καθόλη τη διάρκεια του πολέμου και επαναφορά του Βενιζέλου ως Πρωθυπουργού ολόκληρης, πλέον, της χώρας,[15]. Ο Βενιζέλος κηρύσσει γενική επιστράτευση στο πλευτό της Αντάντ — καταφέρνοντας στο τέλος του πολέμου, το 1918, η Μακεδονία να ελέγχεται ξανά από την κυβέρνησή του, εξαιτίας και του ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της Στρατιά της Ανατολής ήταν πλέον ελληνικό.[16]

Αν και τυπικά ο Διχασμός τελείωσε τον Ιούνιο του 1917, η έλλειψη εθνικής ομόνοιας προκάλεσε και άλλα επεισόδια (όπως οι εξεγέρσεις νεοσύλλεκτων κατά την επιστρατεύση και οι λιποταξίας από το Μακεδονικό μέτωπο,[17] η 1η απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου με το τέλος του πολέμου, και το λιντσάρισμα του Δραγούμη), και έπαιξε μοιραίο ρόλο στην τραγική κατάληξή της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αλλά και στη Δίκη & εκτέλεση των έξι ως υπαιτίων της Καταστροφής.

Αίτια - Προοίμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως κύριο αίτιο του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η ριζική διαφορά απόψεων σχετικά με τη στάση της Ελλάδας κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και τον Βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄. Ο Κωνσταντίνος επέμενε να καθορίζει αυτός και όχι η εκλεγμένη κυβέρνηση την εξωτερική πολιτική της χώρας, γεγονός που τον οδήγησε σε ανοικτή σύγκρουση με τον Βενιζέλο. Βάσει του Συντάγματος του 1911 οι βασιλικές δικαιοδοσίες του ήταν περιορισμένες, όμως η επιρροή του στους συντηρητικούς πολιτικούς της εποχής ήταν παραπάνω από έντονη. Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, στον οποίο ηττήθηκε η ελληνική πλευρά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν αρχιστράτηγος του στρατού σε ηλικία 29 ετών και θεωρήθηκε υπεύθυνος για την αποδιοργάνωση του στρατού που αποτελούσε φέουδο των πριγκήπων της βασιλικής οικογένειας. Το 1909 ξέσπασε το κίνημα στο Γουδί, που οργάνωσε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, με κύρια αιτήματα πολιτικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις και την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό του στρατού, περιλαμβανομένης της αποχώρησης του Διαδόχου και των πριγκίπων από την διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στο πρόσωπο του Βενιζέλου το στρατιωτικό κίνημα βρήκε τον κύριο εκφραστή του, τον οποίο και κάλεσε από την Κρήτη για να αναλάβει την εκπροσώπηση του κινήματος. Μετά τις εκλογές του 1910 για αναθεωρητική βουλή όπου επικράτησε καθολικά (αποτέλεσμα της αποχής από τις εκλογές των παλαιών κομμάτων), ανέλαβε και πρωθυπουργός της χώρας, έφερε εις πέρας την αναθεώρηση, και ψήφισε το φιλελεύθερο νέο Σύνταγμα την 1η Ιουνίου 1911.[18][19]

Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, ο Κωνσταντίνος τέθηκε επικεφαλής του στρατεύματος. Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού οφείλονταν κυρίως στους διπλωματικούς χειρισμούς της πολιτικής ηγεσίας (συμμαχία με Βουλγαρία και Σερβία το καλοκαίρι του 1912) και στον ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών. Στα παρασκήνια εκείνο το διάστημα δημιουργήθηκε το πρώτο χάσμα στις σχέσεις Κωνσταντίνου-Βενιζέλου, μιας και ο διάδοχος, μετά τη μάχη στο Σαραντάπορο, έθεσε ως προτεραιότητα την προώθηση προς Μοναστήρι[εκκρεμεί παραπομπή], ενώ ο πρωθυπουργός τον καλούσε να καταλάβει το συντομότερο δυνατό τη Θεσσαλονίκη (τηλεγραφική διαταγή υπουργού Στρατιωτικών Βενιζέλου την 25η Οκτωβρίου 1912: «Σας καθιστώ υπεύθυνον προσωπικά δια την βραδύτητα με την οποία διεξάγετε τις επιχειρήσεις, αι οποίαι κινδυνεύουν να φέρουν τους Βουλγάρους πρώτους εις Θεσσαλονίκην».) Τελικά όμως ο κύριος όγκος του τουρκικού στρατού υποχώρησε προς τη Θεσσαλονίκη. Το συγκεκριμένο γεγονός, και ο εκνευρισμός που προκλήθηκε, παρέμεινε γνωστό τότε σε περιορισμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους[εκκρεμεί παραπομπή].

Μετά και το τέλος και του Δεύτερου Βαλκανικού, στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη συνθήκη του Βουκουρεστίου, ο Βενιζέλος επικρίθηκε σφόδρα από την αντιπολίτευση για την επιστροφή-παράδοση της δυτικής Θράκης στη Βουλγαρία. Ο ίδιος στη βουλή έκανε λόγω για την ανάγκη εξευμενισμού της Βουλγαρίας, αλλά και για τη θεωρία της «σπονδυλικής στήλης»[εκκρεμεί παραπομπή].

Οι θέσεις των δύο πρωταγωνιστών για τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υποστηρίζει τη συμμαχία της Ελλάδας με την Αντάντ
Μέχρι σήμερον η πολιτική ημών συνίστατο εις διατήρησιν της ουδετερότητος [...]. Αλλ’ ήδη καλούμεθα να μετάσχωμεν του πολέμου [...] επ’ ανταλλάγμασι, τα οποία πραγματοποιούμενα θα δημιουργήσωσι μιαν Ελλάδα μεγάλην και ισχυράν, τοιαύτην οποίαν ουδ’ οι μάλλον αισιόδοξοι ηδύναντο να φαντασθώσι καν προ ολίγων ακόμη ετών. […]. Ε. Βενιζέλος, Yπόμνημα προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο, 11 Ιανουαρίου 1915.

Πηγή: Βίβλος Ελευθερίου Βενιζέλου, Αθήνα 1964.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Τριπλής Συνεννόησης (Αντάντ) πιστεύοντας πως ήρθε η ώρα «εκπλήρωσης της Μεγάλης Ιδέας». δηλ. η Ελλάδα όχι μόνο να διατηρούσε τα κέρδη της από τους Βαλκανικούς πολέμους αλλά και να επέκτεινε τα σύνορα της, παρά το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες είχαν κουραστεί από τους συνεχείς πολέμους. Οι Αγγλογάλλοι απέβλεπαν στη συμμαχία της Βουλγαρίας και ουδετερότητα της Τουρκίας και απέρριπταν, προς το παρόν, τις προτάσεις του Βενιζέλου.[εκκρεμεί παραπομπή] Η μεγαλύτερη μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης, ιδίως της διασποράς, προσδοκούσε να ενταχθεί (όπως έλεγε) σε μία «μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα».[1] Επιπλέον, όπως έδειξαν οι εκλογές-δημοψήφισμα του Μαΐου του 1915 όπου οι Φιλελεύθεροι επικράτησαν με ευρεία πλειοψηφία σχεδόν σε ολόκληρη την επικράτεια, με εξαίρεση τους μειονοτικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, ο λαός προσεταιριζόταν την Αντάντ.[20]

'2. Η κωνσταντινική «ουδετερότητα»'
Η [...] πολιτική της ουδετερότητας την οποία σταθερά πρόβαλλε [ενν. ο Κωνσταντίνος] μέχρι την αποπομπή του από τις δυνάμεις της Entente το καλοκαίρι του 1917, δεν αντιστοιχούσε, βεβαίως, σε κάποια διάθεση τηρήσεως ίσων αποστάσεων από τους δύο εμπολέμους συνασπισμούς. Ήταν απλώς η φιλογερμανικότερη δυνατή πολιτική που μπορούσε να ακολουθήσει μία χώρα της οποίας η γεωγραφική θέση την καθιστούσε όμηρο των διαθέσεων του πανίσχυρου βρετανικού στόλου που κυριαρχούσε τότε στην ανατολική Μεσόγειο. Σε συνεχή τηλεγραφική επικοινωνία με τον γυναικαδελφό του γερμανού αυτοκράτορα –ερήμην ακόμη και των αντιβενιζελικών κυβερνήσεών του– είχε εξασφαλίσει την πλήρη έγκριση του Βερολίνου στο ζήτημα αυτό [...].

Γ. Γιανουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις...», εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, δ‘ έκδοση, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003, σ. 227.

Ο Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας

Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, περιτριγυριζόταν από γερμανόφιλους (Ιωάννης Μεταξάς, Γεώργιος Στρέιτ, Βίκτωρ Δούσμανης, Νικόλαος και Ιωάννης Θεοτόκης) και ήταν παντρεμένος με την αδελφή του Γερμανού Κάιζερ, Σοφία της Πρωσίας[21]. Και αυτός και ο κυριότερος σύμβουλός του, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Στρέιτ, πεπεισμένοι για την ανωτερότητα του γερμανικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος και την τελική νίκη της Γερμανίας, επέμεναν στη «διαρκή ουδετερότητα» καθώς η Ελλάδα δεν μπορούσε να πάρει το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων, καθώς οι ακτές της ήταν ευπρόσβλητες στο συμμαχικό ναυτικό[22][23]. Η ουδετερότητα ήταν βεβαίως ιδιαιτέρως βολική για τη Γερμανία, αφού εγκλώβιζε τη Σερβία από τον νότο, αδρανοποιούσε ακόμη περισσότερο την Ελληνοσερβική Συμμαχία, και περιόριζε την ελευθερία του ναυτικού της Αντάντ.[11] Ταυτόχρονα όμως, ήταν στάση με μικρότερο ρίσκο (τουλάχιστον μέχρι το 1916), αφού στις απαρχές του πολέμου διαφαινόταν μια γρήγορη νίκη για τις καλά οργανωμένες Κεντρικές Δυνάμεις, λόγω και της συνέχειας των εδαφών τους.[24] Επίσης, η στάση αυτή έβρισκε κάποια απήχηση στα μικροαστικά και λαϊκά στρώματα που δεν ήθελαν νέους πρόσφυγες ή οικονομικούς ανταγωνισμούς από το διεθνές κεφάλαιο, καθώς και στις εθνικο-θρησκευτικές μειονότητες της Μακεδονίας, όλοι τους εξαντλημένοι στους πρόσφατους Βαλκανικούς Πολέμους.[25][20]

Παρ' όλα αυτά, υπήρχαν και άλλοι λόγοι γιατί την ουδετερότητα του Κωνσταντίνου, πέρα από το όφελος του λαού, την υστεροφημία ή την προσμονή σε γερμανική νίκη.[26] Ένα γεγονός είχε να κάνει με το δάνειο που είχε προτείνει η Γερμανία μέσω βασιλικών κύκλων, λίγο μετά την έναρξη του Πολέμου, με αντάλλαγμα την προσχώρησή της Ελλάδας στις Κεντρικές Δυνάμεις, στις 23 Νοεμβρίου του 1914, κατι που είχε αρνηθεί ο Βενιζέλος ως πρωθυπουργός — τελικώς αυτό το δάνειο θα συναφθεί μυστικά ένα χρόνο αργότερα, στις 20 Νοεμβρίου 1915, από την κυβέρνηση Σκουλούδη, σχεδόν αμέσως μετά το διορισμό της από το Παλάτι, μόλις δύο μήνες από τη διάλυση βουλής και κυβέρνησης των Φιλελευθέρων.[27] Επιπλέον, ο Γ. Βεντήρης, ενόσω είχε πρόσβαση στην κυβέρνηση Βενιζέλου μετά την τυπική λήξη του Διχασμού το 1917 και την εγκατάλειψη του θρόνου, και με τη συνεργασία γαλλικών υπηρεσιών, συνέλεξε και αποκρυπτογράφησε φιλογερμανική αλληλογραφία του Παλατιού με τον Κάιζερ και την Βουλγαρία στη «Λευκή Βίβλο», η οποία συνέβαινε παράλληλα με την επίσημη του υπουργείου Εξωτερικών.[28] Η δε θέση του βασιλιά μετά την εξορία του, στην Ελβετία, το 1918, ήταν απενοχοποιημένα φιλογερμανική, ελπίζοντας επιμόνως στην επικράτησή των γερμανικών όπλων στον πόλεμο.[29][30]

Η αρχή της διένεξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσπάθεια της Αντάντ να συμφιλιώσει Σερβία, Βουλγαρία, Τουρκία και Ελλάδα και να δημιουργήσει ένα συνασπισμό στα Βαλκάνια απέτυχε. Κατά δήλωση του Γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών "άξονας της πολιτικής της Αντάντ στα Βαλκάνια είναι οι Πρώσοι" (δηλ. Βούλγαροι τους οποίους η Ελλάδα ένα-δύο χρόνια νωρίτερα είχε συντρίψει). Λίγες εβδομάδες μετά την κήρυξη του πολέμου, o Βενιζέλος είχε διατυπώσει την άποψη στο υπουργικό συμβούλιο πως ο πόλεμος μέσα σε τρεις εβδομάδες θα τελειώσει και πρέπει να σπεύσει η Ελλάδα να συμμετάσχει σ΄ αυτόν για να μην χάσει τα κέρδη της. Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1915, ο Έλληνας πρωθυπουργός απέστειλε στον Βασιλιά Κωνσταντίνο τρία σχέδια-μνημόνια με τα οποία πρότεινε να παραχωρηθούν εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας, με τη Δράμα και τη Καβάλα, στη Βουλγαρία (ωστέ να βγει και αυτή στον πόλεμο με την Αντάντ), με αντάλλαγμα εδάφη στη Μικρά Ασία μετά το πέρας του πολέμου[εκκρεμεί παραπομπή]. Σε υπουργικό συμβούλιο που έγινε, ο Κωνσταντίνος διαφώνησε, όπως και ο Ιωάννης Μεταξάς. Παρ' όλ' αυτά, οι Αγγλογάλλοι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο στον πόλεμο της Τουρκίας αρχικά και της Βουλγαρίας αργότερα στο πλευρό των Αυστρογερμανών.[εκκρεμεί παραπομπή]

Διαδήλωση υπέρ του Κων/νου στην Αθήνα, Ιούλιος 1915

Υπέρ της ουδετερότητας συνηγορούσε και η μη εγγύηση της ακεραιότητας της Ελλάδας από την Αντάντ. Ο Κωνσταντίνος, αντίθετα, ήθελε να γνωρίζει τα ανταλλάγματα που θα έδιναν οι Αγγλογάλλοι στην Ελλάδα μετά από μια ενδεχόμενη νίκη τους, βάζοντας και όρους για την συμμετοχή της στον πόλεμο στον πλευρό τους. Μάλιστα είπε «Το ελληνικό το αίμα είναι λιγοστό! Για να το χύσουμε για χάρη σας, κύριοι της Αντάντ, θα πρέπει να γνωρίζουμε ποια θα είναι τα ανταλλάγματα». Ο Βενιζέλος δεν έθετε το θέμα των ανταλλαγμάτων και επεδίωκε τη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο χωρίς όρους, έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητές του για οφέλη υπέρ των ελληνικών συμφερόντων.

Διαφωνία του Παλατιού σε συμμετοχή στην Καλλίπολη, 1η παραίτηση Βενιζέλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Φεβρουάριο του 1915 ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων, έχοντας εξασφαλίσει από τους Βρετανούς την προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα.[31] Ο Κωνσταντίνος, μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη του ΓΕΣ και του Μεταξά πως η επιχείρηση θα κατέληγε σε αποτυχία, αρνήθηκε. Έτσι, η φιλοανταντική πολιτική του Βενιζέλου έβρισκε αντίθετο το Παλάτι, το ΓΕΣ και τη μεγαλύτερη μερίδα της αντιπολίτευσης. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν μεγάλος στρατιωτικός νους για εκείνη την εποχή[εκκρεμεί παραπομπή]. Ήταν της άποψης ότι μια ελληνική συμμετοχή στην εκστρατεία της Καλλίπολης θα καθιστούσε πολύ πιθανή μια βουλγαρική επίθεση από τα βόρεια, ενώ θεωρούσε παράλληλα ότι ήταν πολύ δύσκολη η ελληνική επικράτηση στη Μικρά Ασία για γεωγραφικούς και εθνοτικούς λόγους.

Η διαφωνία μεταξύ Βασιλιά και Πρωθυπουργού οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου την 21η Φεβρουαρίου 1915 και στο διορισμό. του μοναρχικού Γούναρη ως πρωθυπουργού. Στις εκλογές του Μαΐου, ο Βενιζέλος επανεκλέχθηκε και θεώρησε το αποτέλεσμα ως έγκριση της εξωτερικής πολιτικής του, επαναλαμβάνοντας τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ελλάδα ως σύμμαχος απέναντι στη Σερβία, εάν εκείνη δεχθεί επίθεση από τη Βουλγαρία. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1915, η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση και η Ελλάδα αναγκάστηκε να πράξει το ίδιο. Ο Κωνσταντίνος επέμενε στις θέσεις του για ουδετερότητα. Τελικά, δέχτηκε να επιστρατεύσει 18.000 εφέδρους, ως προφύλαξη για το ενδεχόμενο βουλγαρικής επίθεσης.

Απόβαση της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη, 2η αποπομπή κυβέρνησης Βενιζέλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν τω μεταξύ, αγγλογαλλικά στρατεύματα της Αντάντ (που μόλις είχαν ηττηθεί, έχοντας δεκάδες χιλιάδες νεκρούς στην Καλλίπολη) αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη, με τη συναίνεση της κυβερνησης Βενιζέλου,[2][32][Η ουδετερότητα αμφισβητείται] και με τον Κωνσταντίνο να εξαγριώνεται. Η γενική διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη ανατέθηκε στον Γάλλο Στρατηγό Σαράιγ (Sarail) που ήταν ένθερμος αντιμοναρχικός,[εκκρεμεί παραπομπή] και που στο μέλλον θα προσεταιρίζονταν μέρος της διοίκησης της πόλης και της Δ. Μακεδονίας. Παρά τη δηλωμένη ουδετερότητα της Ελλάδας, ο Σαράιγ θα ενθάρρυνε τη στρατολόγηση ενός ελληνικού «εθνικού στρατού» για να πολεμήσει τους Βουλγάρους.[εκκρεμεί παραπομπή] Με αφορμή τον λόγο του Βενιζέλου στη Βουλή υπέρ της Αντάντ, την προηγούμενη της απόβασης, που κατέληξε στην ψήφιση της επιστράτευσης για βοήθεια των συμμάχων Σέρβων, τα εξαγριωμένα από την απόβαση Ανάκτορα ανάγκασαν τον πρωθυπουργό σε δεύτερη παραίτηση. Η παραίτηση θα ήταν και οριστική αυτή τη φορά, αφού στις επόμενες εκλογές, που διεξήχθησαν στις 6 Δεκεμβρίου 1915, το κόμμα του Βενιζέλου, οι Φιλελεύθεροι, θα απέχουν, θεωρώντας αντισυνταγματικές τις πράξεις των Ανακτόρων. Έτσι το νεο-σχηματισθέν «Κόμμα Εθνικοφρόνων» του Γούναρη, το πρώτο φιλομοναρχικό κόμμα στην Ελλάδα που συσπείρωσε όλους τους αντιβενιζελικούς, νίκησε χωρίς αντίπαλο.

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915, η Γερμανία πρότεινε στην Ελλάδα «ουδετερότητα de facto» με αντίδωρα, εφόσον κέρδιζε τον πόλεμο, την εξασφάλιση του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, παραχώρηση στην Ελλάδα της Βορείου Ηπείρου, διαρρύθμιση των συνόρων προς την Βουλγαρία και μελλοντική παραχώρηση της Δωδεκανήσου και της Κύπρου, σε αντίθεση με την Αντάντ που δεν εξασφάλιζε ακόμα ούτε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος, κάτι που στο μέλλον θα αναγκαζόταν να πράξει.[εκκρεμεί παραπομπή]

Παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βρετανική γελοιογραφία ειρωνεύεται τον βασιλιά Κωνσταντίνο για την αδράνειά του κατά τη βουλγαρική εισβολή στη Μακεδονία. Ο Βούλγαρος βασιλιάς Φερδινάνδος μπαίνει από το παράθυρο ρωτώντας Ενοχλώ; και ο Κωνσταντίνος του απαντά Όχι. Νιώσε σαν στο σπίτι σου.
Η επέκταση της Βουλγαρίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την κατοχή των ελληνικών εδαφών της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (1916-1918).

Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις που διορίστηκαν στη συνέχεια διατήρησαν την πολιτική «ουδετερότητας». Οι δυνάμεις της Αντάντ μετά την ήττα του Βενιζέλου άρχισαν να προτείνουν ανταλλάγματα. Απορρίφθηκε όμως από την Ελληνική κυβέρνηση και τον Κωνσταντίνο η προσφορά της Κύπρου από τη Βρετανία, με αντάλλαγμα τη συμπαράταξη της Ελλάδος με την Αντάντ. Οι Έλληνες διχάστηκαν ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών, κάτι που θα συντελούσε στην άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθά του.

Η φιλοβασιλική Κυβέρνηση Σκουλούδη, μετά την κατάληψη του φρουρίου Ντοβά Τεπέ από την Αντάντ, για να δημιουργήσει τετελεσμένο γεγονός υπέρ των Γερμανών, ή για να επιδείξει ουδετερότητα προς τις Κεντρικές Δυνάμεις, αποφάσισε την παράδοση του φρουρίου Ρούπελ σε αυτές. Ειδικότερα, ο πρωθυπουργός Σκουλούδης, ο υπουργός Στρατιωτικών Γιαννακίτσας, ο τότε αναπληρωτής του επιτελάρχη του Στρατού (και κατοπινός δικτάτορας) Ιωάννης Μεταξάς, με τη σύμφωνη γνώμη του φιλογερμανού βασιλιά Κωνσταντίνου, αποφάσισαν την αμαχητί παράδοση του οχυρού Ρούπελ κατά τη βουλγαρική επιχείρηση του Στρυμώνα, στις 26 Μαΐου 1916[33][34][35]

Ο ιστορικός Γ. Βεντήρης έγραψε πως η παράδοση στους Γερμανοβούλγαρους αποτέλεσε «αίσχος εις τας ημέρας του ελληνισμού».[36]

Το 1914 η πόλη της Δράμας είχε πληθυσμό 25.000 κατοίκων, εκ των οποίων 4.000 πέθαναν από πείνα και ασθένειες κατά τη βουλγαρική κατοχή του 1916-18 (αρχείο Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου Η.Π.Α.).

Την παράδοση του Ρούπελ ακολούθησε γερμανοβουλγαρική εισβολή σε όλη την ανατολική Μακεδονία. Στη συνέχεια έγινε η παράδοση της Καβάλας στις γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις και η παράδοση του ελληνικού Δ' Σώματος Στρατού, με περισσότερους από 7.000 αξιωματικούς και στρατιώτες που κατέληξαν αιχμάλωτοι στο γερμανικό στρατόπεδο του Γκέρλιτς, στα γερμανοπολωνικά σύνορα.[37][14]

Ακολούθησε η πολύνεκρη για τον Ελληνισμό Β΄ Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας (1916-1918). Στη διάρκεια της Β' Βουλγαρικής Κατοχής (1916-1918) ο ελληνικός πληθυσμός στις πόλεις και τα χωριά υπέστη διώξεις, λιμοκτονία, ομηρίες καθώς και συλλήψεις, φυλακίσεις, βιαιοπραγίες και βασανισμούς από τη μυστική βουλγαρική αστυνομία και τον κατοχικό βουλγαρικό στρατό. Ως αποτέλεσμα χιλιάδες Έλληνες έχασαν τη ζωή τους.[38][39][40][34][35]

Το Κίνημα Εθνικής Αμύνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κομβικό σημείο αποτέλεσε η εισβολή των Γερμανοβουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και η παράδοση στις 26 Μαΐου 1916 του Ρούπελ σε βουλγαρικές δυνάμεις - κατόπιν διαταγών από το Υπουργείο Στρατιωτικών στην Αθήνα - και η επακόλουθη Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών (1916-1918). Το Δ΄ Σώμα Στρατού αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στη Γερμανία, όπου παρέμεινε υπό επιτήρηση σε στρατόπεδο στην πόλη Γκαίρλιτς.

Στις 16 Αυγούστου 1916, ξέσπασε το χωριστικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη το οποίο υποστήριξε ο συμμαχικός στρατός που είχε στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη, καθώς και φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί. Ο Βενιζέλος, ως ηθικός αυτουργός του κινήματος, τάχθηκε με αυτό και στις 26 Σεπτεμβρίου μετέβη στα Χανιά, όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση με αρχικά μέλη την τριανδρία, αποτελούμενη από τον ίδιο, τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή. Από εκεί μετέβη στη Θεσσαλονίκη.

Η πρώτη προκήρυξη της Επαναστατικής Κυβέρνησης («Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης») δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό 1 φύλλο της Εφημερίδας της Προσωρινής Κυβερνήσεως, που εκδόθηκε στα Χανιά, στις 15 Σεπτεμβρίου 1916, με το παρακάτω περιεχόμενο:

Το ποτήριον των πικριών, των εξευτελισμών και των ταπεινώσεων υπερεπληρώθη. Μια πολιτική της οποίας δεν θέλομε να εξετάσωμεν τα ελατήρια, απειργάσθη ενός και ημίσεως έτους τοιαύτας εθνικής συμφοράς, ώστε ο συγκρίνων την Ελλάδα της σήμερον προς την προ ενός και ημίσεως έτους Ελλάδα να αμφιβάλλη αν πρόκειται περί ενός και του αυτού κράτους. Το Στέμμα εισακούσαν εισηγήσεις κακών συμβούλων επεδίωξε την εφαρμογήν προσωπικής πολιτικής διά της οποίας η Ελλάς απομακρυνθείσα των κατά παράδοσιν φίλων της, επεζήτησε να προσεγγίση τους κληρονομικούς εχθρούς της.

«Ψωμί, ελιά, και Κώτσο βασιλιά!»

Σύνθημα που πρωτοακούστηκε κατά το ναυτικό αποκλεισμό της "βασιλικής" (νότιας) Ελλάδας από την Αντάντ το 1917, και εξέφραζε την πλήρης πίστη στον Βασιλιά Κωνσταντίνο, ακόμα και από συνθήκες πείνας.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης δεν κατάργησε την μοναρχία. Ο Βενιζέλος, παρά τις προτροπές συνεργατών του, επέλεξε να μην άρει την αναγνώριση προς τον Κωνσταντίνο και απέδωσε τη συμπεριφορά του Βασιλιά σε «ανεύθυνους και κακούς συμβούλους». Στις 24 Νοεμβρίου 1916, η «Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης» κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Γαλλικό πλοίο βομβαρδίζει την Αθήνα (1916)

Η Ελλάδα είχε κοπεί στα δύο: από τη μια μεριά, το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε τη μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά, η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου με τους απολυθέντες στρατευμένους («επιστράτους») που είχε οργανώσει ο Ιωάννης Μεταξάς σε παρακρατικές ομάδες προς απόκρουση κινδύνου. Τον Δεκέμβριο του 1916, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αναθεμάτισε και αφόρισε τον Βενιζέλο. Στην προσπάθεια των Γάλλων και του Βενιζέλου να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά μπήκαν στον Πειραιά και αποβίβασαν 3.000 άνδρες, ενώ βομβάρδισαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα, σε μια σειρά επεισοδίων γνωστών ως «Νοεμβριανά». Σημειώθηκαν συγκρούσεις με το φιλοβασιλικό στράτευμα, ενώ κύμα διώξεων ξεκίνησε στην Αθήνα κατά των φιλοβενιζελικών. Με την επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων, ο εθνικός διχασμός έφθασε στο απόγειό του.[41] Όλα τα λιμάνια ήταν αποκλεισμένα από τους Γάλλους, με αποτέλεσμα η Αθήνα αλλά και άλλες πόλεις της Νότιας Ελλάδας να λιμοκτονήσουν.

Η επίσημη είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο (1917)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από τον νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόιντ Τζόρτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει το θρόνο του προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό, στέλνοντας τον Γάλλο Κάρολο Ζοννάρ. Eπικαλέστηκαν μάλιστα το καθεστώς των «Προστάτιδων Δυνάμεων», το οποίο είχαν κατά την άποψή τους από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Μετά το τελεσίγραφο των Συμμάχων, ο Βασιλιάς μπροστά στον κίνδυνο αιματοχυσίας αποσύρθηκε από το θρόνο, χωρίς όμως να παραιτηθεί τυπικά, και στις 15 Ιουνίου 1917 έφυγε στην Ελβετία . στη θέση του έβαλαν τον δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο ο οποίος διέθετε την εμπιστοσύνη της Αντάντ.

Ο Βενιζέλος ήρθε στην Αθήνα και σχημάτισε κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Ο Βενιζέλος έχοντας χάσει πλέον πολλούς οπαδούς του στην Παλαιά Ελλάδα, αλλά και θεωρώντας αντισυνταγματικές τις παλαιότερες πράξεις του Βασιλιά, ανακάλεσε το διάταγμα της διάλυσης της Βουλής του Μαΐου 1915. Η ανασυσταθείσα Βουλή χαρακτηρίστηκε ειρωνικά «Βουλή των Λαζάρων». Στις 15 Ιουνίου, η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις, επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης.

«Της Αμύνης τα παιδιά έδιωξαν τον βασιλιά, της Αμύνης το καπέλο έφερε τον Βενιζέλο, της Αμύνης το σκουφάκι έφερε το Λευτεράκι».

Έτσι τραγουδούσαν οι υποστηρικτές του Βενιζέλου για την επιστροφή του στην κυβέρνηση και την εκδίωξη του βασιλιά Κωνσταντίνου, τον Ιούνιο του 1917 (Βίντεο στο YouTube).

Ακολούθησαν εξορίες των πολιτικών αντιπάλων του Βενιζέλου από τους Γάλλους στην Κορσική, σε εσωτερική εξορία ή σε κατ'οίκον περιορισμό, καθαιρέσεις μητροπολιτών, απολύσεις δικαστικών και αξιωματικών, δημοσίων υπαλλήλων κτλ.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρα Ντι Λέγκεν στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων στην τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογούσε και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Οθωμανική αυτοκρατορία θα σύναπτε ανακωχή στον Μούδρο.

Ο Φρανσαί ντ' Εσπερέ, αρχιστράτηγος του Βαλκανικού Μετώπου, με αφορμή τον νικηφόρο αγώνα των Ελλήνων θα σημειώσει: «Ιδιαιτέρως διά τον ελληνικόν στρατόν τονίζω τον ζήλον, την ανδρείαν και την παροιμιώδην ορμήν, τα οποία επέδειξε κατά τον υπ' αυτού διαδραματισθέντα ένδοξον ρόλον επί των οχθών του Στρυμώνος και του Αξιού».

Η συνθηκολόγηση, τέλος, της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου 1918 έβαλε τέλος στον Μεγάλο Πόλεμο που διήρκεσε τέσσερα έτη και αιματοκύλησε την Ευρώπη.

Η συνθήκη των Σεβρών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Συνθήκη των Σεβρών
Τμήμα του ελληνικού στρατού παρελαύνει στην Αψίδα του Θριάμβου, Παρίσι, κατά την νικητήρια παρέλαση μετά το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, Ιούλιος 1919.
Η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), ως επακόλουθο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, αποτέλεσε μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία του Βενιζέλου. Με το τέλος του πολέμου, η Ελλάδα απέκτησε την Ίμβρο, την Τένεδο και την Ανατολική Θράκη μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας, κοντά στην Κωνσταντινούπολη.  Η περιοχή της Σμύρνης έμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία του Σουλτάνου αλλά θα διοικούνταν από Έλληνα Αρμοστή, εντολοδόχο των Συμμάχων, και θα μπορούσε να προσαρτηθεί στην Ελλάδα με δημοψήφισμα μετά από πέντε χρόνια. Το άρθρο 26 της Συνθήκης όριζε ακόμα ότι αν οι οθωμανικές αρχές δεν συναινούσαν στην εφαρμογή της, θα έχαναν από την κυριαρχία τους την Κωνσταντινούπολη, την οποία θα μπορούσε να καταλάβει η Ελλάδα, κάτι το οποίο έντεχνα είχε προωθήσει ο Βενιζέλος.

Ένα χρόνο νωρίτερα, στις 29 Ιουλίου του 1919 και στα πλαίσια της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, η Ιταλία είχε συνομολογήσει πως η Βόρεια Ήπειρος θα ενσωματωνόταν στην Ελλάδα με το μυστικό σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι . Επιπλέον η Ιταλία θα παραχωρούσε στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα (εκτός από τη Ρόδο και το Καστελόριζο), ενώ αν η Βρετανία έδινε στο μέλλον την Κύπρο στην Ελλάδα, τότε (και μετά από δημοψήφισμα) θα παραχωρύσε και αυτά τα δύο νησιά. Όμως τον Ιούλιο του 1920, και με τη δικαιολογία της επερχόμενης επέκτασης της Ελλάδας στη Μ. Ασία, όπου βλέψεις εκεί είχε και η Ιταλία, ο νέος υπουργός Εξωτερικών της ακύρωσε μονομερώς το σύμφωνο.

Η επικύρωση της Συνθήκης των Σεβρών δεν έγινε από κανένα συμμαχικό κοινοβούλιο (ούτε από το ελληνικό), καθώς μετά την επαναφορά του Κωνσταντίνου στον ελληνικό θρόνο, διαταράχθηκαν οι σχέσεις με τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες ποτέ δεν τον αναγνώρισαν ως αρχηγό του ελληνικού κράτους

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ όμως επρόκειτο ο Βενιζέλος να γυρίσει στην Ελλάδα, μετά την υπογραφή της συνθήκης, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στον σιδηροδρομικό σταθμό Γκαρ ντε Λυών στο Παρίσι από δύο απότακτους Έλληνες φιλοβασιλικούς αξιωματικούς, κατά την οποία τραυματίστηκε από πυρά περιστρόφου. Αφού θεραπεύτηκε από τα τραύματά του, επέστρεψε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα. Ως αντίποινα για την απόπειρα δολοφονίας, εξαπολύθηκε κυνήγι αντιβενιζελικών στην Αθήνα, θύμα του οποίου έπεσε και ο Ίων Δραγούμης.

Με την αντιπολίτευση να ζητά επιμόνως εκλογές, ο Βενιζέλος αποφάσισε να διεξαχθούν τον Νοέμβριο του 1920. Οι Φιλελεύθεροι ηττήθηκαν από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση, και ο Βενιζέλος αναχώρησε αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Ένα μήνα πριν, ο Βασιλιάς Αλέξανδρος είχε πεθάνει αιφνιδίως, περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση και δημιουργώντας εκ νέου καθεστωτικό ζήτημα. Τελικά, με το Δημοψήφισμα του 1920, ο εξαιρετικά αντιπαθής στις συμμαχικές Δυνάμεις, Κωνσταντίνος, επέστρεψε εκ νέου στην Ελλάδα και τον Θρόνο.

Κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Μικρασιατικό μέτωπο, τις οποίες συνέχισε η φιλοβασιλική κυβέρνηση παρά τις υποσχέσεις για αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής και επιδίωξη ειρήνης,αλλά και διότι προέκρινε την προστασία του ελληνικού πληθυσμού της Ιωνίας, ο διχασμός συνέχισε να υφίσταται. Ο δημοσιογράφος Ανδρέας Καβαφάκης δολοφονήθηκε στην Αθήνα από φιλοβασιλικούς τον Φεβρουαρίου του 1922, ενώ θύμα δολοφονικής απόπειρας έπεσε και ο Παύλος Κουντουριώτης.

Η Μικρασιατική Καταστροφή και το στρατιωτικό κίνημα του 1922 ήταν η τραγική κορύφωση του δράματος που κατέληξε στη Δίκη των έξι.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Κωστόπουλος, Τάσος (11 Οκτωβρίου 2015). «Η άλλη Κατοχή». Η Εφημερίδα των Συντακτών. efsyn. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Ιουλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2020. 
  2. 2,0 2,1 Κολιόπουλος, Ιωάννης (2019). Ιστορία του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου (από το 1815 έως σήμερα). Πάτρα: ΟΕΔΒ, ΤΥΕ ΤΥΕ Διόφαντος. σελ. 82-84. ISBN 9789600623543. Τη στάση του Βενιζέλου ενίσχυσαν αφενός οι εκπρόσωποι της Γαλλίας και της Αγγλίας, οι οποίες με τη συγκατάθεση της ελληνικής κυβέρνησης είχαν ήδη αποστείλει στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη,... 
  3. 3,0 3,1 Hassiotis, Loukianos (2014).
  4. Μαυρογορδάτος, Γιώργος (10 Μαρτίου 2013). «Ο Διχασμός ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης» (PDF). Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστημιο Αθηνών, Μελέτες και Κείμενα για την περίοδο 1909−1940,. Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα. σελ. 43. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Ιουνίου 2020. Ανακτήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 2020. 
  5. 5,0 5,1 Κωστόπουλος, Τάσος (20 Νοεμβρίου 2016). «Η πρώτη «μάχη της Αθήνας». Εφημερίδα των Συντακτών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. 
  6. Σακκά, Βασιλική (22 Ιουλίου 2018). «Ο Εθνικός Διχασμός και ο Μεγάλος Πόλεμος. Η σχολική ιστορία και η προσέγγιση των γεγονότων στη σκιά των παθογενειών της ελληνικής ιστορικής εκπαίδευσης (από πρακτικά διημερίδας)» (PDF). 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015. Άργος: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 10 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2020. Οι εθνικές ιστορίες, οι επίσημες ιστορίες που διδάσκονται στα σχολεία και γαλουχούν τις συνεχόμενες γενεές, είναι φτιαγμένες με αποσιωπήσεις και αμνησίες, όσες χρειάζονται, κάθε φορά, για να διαμορφωθεί στις συλλογικές συνειδήσεις μια αίσθηση αρμονίας, συνοχής και μεσότητας που υποτίθεται ότι χαρακτήριζε το ιστορικό παρελθόν. 
  7. Μπογδανίδης, Κώστας (22 Φεβρουαρίου 2005). «Φεβρουάριος 1915 - Οι παραιτήσεις του Βενιζέλου και ο εθνικός διχασμός». Πατρις καθημερινη πρωiνη εφημεριδα Ηρακλειου. ΠΑΤΡΙΣ. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2020. 
  8. Βεντήρης, Γεώργιος (1931): «Το απόγευμα περιμένω τον Βενιζέλον. Θα μου φέρει το διάταγμα της επιστρατεύσεως. Δεν θα το υπογράψω.», συνομιλία Βασιλιά Κωνσταντίνου με τον Γερμανό πρέσβη.
  9. Βλαχόπουλος, Σπύρος (22 Ιουλίου 2018). «Οι συνταγματικές διαστάσεις του Α΄ Εθνικού Διχασμού (από πρακτικά διημερίδας)». 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015. Άργος: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2020. 
  10. Χουρχούλης, Διονύσης (2017), σελ. 79: «Αποδείχθηκε ότι όχι μόνο ήταν εθνικά επιζήμια, αλλά και μη ρεαλιστική, αφού η Ελλάδα δεν μπορούσε να αποτρέψει την επέμβαση των Συμμάχων και την στρατιωτική κατάληψη εδαφών της, όπως λόγου χάριν της Λήμνου, της Κέρκυρας, της κεντρικής Μακεδονίας.»
  11. 11,0 11,1 Πετσιναρ, Αλεξάνδρα (2017).
  12. Λαμπρινος, Γιώργης (1965) [1945]. Η Μοναρχία στην Ελλάδα, εισαγωγή για το Εικοσιένα, η δυναστεία των Γλύξμπουργκ, Γεώργιος Α΄, Κωνσταντίνος, Γεώργιος Β΄ (2η έκδοση). Αθήνα: Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις. σελ. 98. Τηλεγράφημα του αυλικού πρωθυπουργού Σκουλούδη προς τον Βούλγαρο ομόλογό του για την αντισταση που προέβαλαν καποιες μοναδες του ελληνικού στρατου επειδή αργησε να φτασει η εντολή της αμαχητί παράδοση της γραμμής Ρούπελ: "Μόλις επληροφορήθην χθες το επισόδειον, έδωκα αυτοστιγμεί λεπτομερείς οδηγίας εις τα στρατεύματά μας να υποχωρήσουν και να παραδώσουν τα ζητούμενα μέρη. Παρακαλώ εκ των προτέρων τον κύριον Ραδοσλάυωφ να δεχθή να με συγχωρήση δια το επισόδειον. Δεν υπήρξε κακή πρόθεσις, αλλ’ απλών παρεξήγησις." 
  13. «1916. Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ». Οχυρον Ρούπελ, Μακεδονικές Θερμοπύλες 1941. Kοιν.Σ.Επ. Άγκιστρο Δράση. 2019. Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2020. 
  14. 14,0 14,1 «Η ντροπή του εθνικού διχασμού». ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. www.facebook.com/mixanitouxronou. 14 Φεβρουαρίου 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Μαΐου 2018. Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  15. Hassiotis, Loukianos (2014): «In effect, Venizelos’s government replaced Constantine’s unconstitutional regime with its own form of dictatorship, which was to last until the 1920 elections.»
  16. Chester, S. M. (1921). Life of Venizelos, with a letter from His Excellency M. Venizelos (PDF). London: Constable. , σελ. 311.
  17. Μαυρογορδατος, Γιώργος (12 Μαΐου 2018). «Αντίσταση στην Εθνική Άμυνα: ελληνικές ανταρσίες και λιποταξίες, 1916-18». Διεθνές συνέδριο για τα 100 χρόνια από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (video) στις 24 Νοεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 2020. 1:30:00-1:55:00 
  18. Δημητρίου, Ανδρέας; Αντωνίου (2004). «ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1911, για το μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου» (PDF). greeklaws.com. ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΝ ΑΘΗΝΩΝ. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 21 Οκτωβρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2020. 
  19. http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C102/79/646,2348/
  20. 20,0 20,1 Ηλίας Νικολακόπουλος: «ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ 1910 - 1920: Ελευθέριος Βενιζέλος από τον θρίαμβο στην ήττα», https://eclass.uoa.gr/modules/document/?course=PSPA154
  21. Χουρχούλης, Διονύσης (2017), σελ. 66.
  22. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ΄, σελ. 16.
  23. Χουρχούλης, Διονύσης (2017), σσ. 65, 67, σε ό,τι αφορά στην ιδεολογική-συναισθηματική ταύτιση του Κωνσταντίνου και των συμβούλων του με τη Γερμανία.
  24. Χουρχούλης, Διονύσης (2017), σσ. 77, 79.
  25. Λούβη, Ευαγγελία; Ξιφαράς, Δημήτριος. «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Φ' Γυμνασίου, 32. Η Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο – Ο Εθνικός Διχασμός». ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ», ΠΑΤΑΚΗΣ. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2020. 
  26. Λούλος, Κώστας (2000). Γερμανική πολιτική και ελληνική ουδετερότητα. Ιστορικά (Ελευθεροτυπίας). 57. Αθήνα: Ελευθεροτυπία. …Πρόκειται περί ενός μύθου που καλλιεργήθηκε από τη βασιλική παράταξη σε συνεργασία με τη γερμανική ηγεσία. Το Βερολίνο…χρηματοδοτούσε την ουδετερότητα και τον προεκλογικό αγώνα των βασιλικών» 
  27. Φιλίστωρ, Ιωάννης (6 Ιουνίου 2013). «Το μυστικο δάνειο της κυβερνήσεως Σκουλούδη από την Γερμανία κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και οι πολιτικές του επιπτώσεις (1915-1917)». Θέματα Ελληνικής Ιστορίας. Θέματα Ελληνικής Ιστορίας. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2020. 
  28. Βεντήρης, Γεώργιος (1931), σσ. 9-12.
  29. Χουρχούλης, Διονύσης (2017), σελ. 73.
  30. Λεονταρίτης, Γεώργιος (2000), σσ. 109-110, 114, 119-120: «Το σχέδιο που είχε επεξεργαστεί με τους Γεώργιο Στρέιτ και Νικόλαο Θεοτόκη (και που υποστήριζε ένθερμα η Σοφία), για την κατατρόπωση του βενιζελισμού και προσωπικά του Βενιζέλου, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ αναλάβει πάλι την πρωθυπουργία της επανενωμένης (αλλά βαθιά διχασμένης) χώρας, ήταν το εξής: συνδυασμός υπονόμευσης του βενιζελικού καθεστώτος -και τελικά ανοικτής εξέγερσης εναντίον του με ταυτόχρονη εκδήλωση μεγάλης έκτασης γερμανο-βουλγαρικής επίθεσης στο Μακεδονικό Μέτωπο, ικανής να κάμψει την αντίσταση των στρατευμάτων της Αντάντ και των ελληνικών δυνάμεων που μάχονταν στο πλευρό τους».
  31. Αθανασίου, Βαλάντης (12 Μαρτίου 2018). «Πότε οι Βρετανοί προσέφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα, αλλά η ελληνική κυβέρνηση την απέρριψε. Με ποιο σκεπτικό ο βασιλιάς Κωνσταντίνος το αρνήθηκε διά του Ζαΐμη». ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ. www.facebook.com/mixanitouxronou. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Νοεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 2020. 
  32. Γ. Γιανουλόπουλος(2003) ο.π σελ. 233: «Ό άρχηγός τών Φιλελευθέρων έπρότεινε τότε τήν άναπλήρωση αύτής τής δύναμης μέ στρατεύματα τής Entente καί ό Κωνσταντίνος, αίφνιδιασμένος, φαίνεται πώς άποδέχθηκε τήν πρόταση σιωπηλά μή έχοντας νά προβάλει κανένα πειστικό καί, κυρίως, άμεσο άντεπιχείρημα. "Οταν άλλαξε γνώ μη καί είδοποίησε τόν πρωθυπουργό του νά μήν γνωστοποιήσει τήν πρότασή του στίς Δυνάμεις τής Συνεννοήσεως, πληροφορήθηκε πώς αύτές είχαν ήδη ειδοποιηθεί καί είχαν άνταποκριθεΐ θετικά στήν πρόσκληση.»
  33. Σπύρος Κουζινόπουλος, Δράμα 1941. Μια παρεξηγημένη εξέγερση, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σελ. 19-20.
  34. 34,0 34,1 Ριτζαλέος, Βασίλης (2014), σελ. 34.
  35. 35,0 35,1 Τσέκου, Κατερίνα (2010).
  36. «Η παράδοση του Ρούπελ και της Αν. Μακεδονίας: Όταν ο Μεταξάς είπε «ΝΑΙ» στους Γερμανοβουλγάρους». Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  37. «Η παράδοση του Ρούπελ και της Αν. Μακεδονίας: Όταν ο Μεταξάς είπε «ΝΑΙ» στους Γερμανοβουλγάρους». Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  38. Η βουλγαρική εισβολή στην Ανατ. Μακεδονία -του Ιακωβου Μιχαηλιδη, εφημερίδα Καθημερινή 25.09.2011
  39. Τετράδια Βουλγαρικῆς Κατοχῆς, Ἀνατολική Μακεδονία 1916-1918, ἐπιμέλεια Ν. Ρουδομέτωφ, τ. 2ος, Ἱστορικό Λογοτεχνικό Ἀρχεῖο Καβάλας, Καβάλα 2008.
  40. Β.Σ. Κάρτσιου, Ἡ Γενοκτονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας κατά τή 2η Βουλγαρική Κατοχή (1916-18), ἐκδ. Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2010.
  41. Βλ. αντίθετη άποψη Ζολώτα, Αναστασίου Π. (1995). Η Εθνική Τραγωδία. Αθήνα, Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.), Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίας Διοικήσεως (Τ.Π.Ε.Δ.Δ.). σελίδες 3–80. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιπλέον βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, 1915 - Ο Εθνικός Διχασμός, εκδ.Πατάκη,Αθήνα, 2015.
  • Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, «Τα σπέρματα του διχασμού», Η Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων, 1910-1914, Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1993, σσ. 227-232.
  • Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Εθνικός διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1996.
  • Συλλογικό έργο. Εθνικός διχασμός 1916-1917 : Ο Κωνσταντίνος, ο Βενιζέλος και το "Ανάθεμα", Ελευθεροτυπία, 2009.
  • Θεμιστοκλής Ηλ. Πέτρου, Ο εθνικός διχασμός στην ομογένεια της Αμερικής και η αρχιεπισκοπεία του Αθηναγόρα, εκδ.Περίπλους, 2009.
  • Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού κατά την αρθρογραφία του Ελευθέριου Βενιζέλου και του Ιωάννου Μεταξά, εκδ.Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη, 1994.
  • Αντώνης Κλάψης, Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923, Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα, 2019.
  • Γιάννης Mουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων, εκδ.Πατάκης,Αθήνα, 2007.
  • Γιάννης Mουρέλος, Η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και οι σχέσεις της με τους Συμμάχους, Μνήμων, Τόμος Η΄, Αθήνα, 1980-1982, σ.150-188.
  • Κωνσταντίνος Ζαβιτζιάνος, Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε (1914-1922), τόμ. 1, Αθήνα 1946.
  • Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Η δόξα και ο Διχασμός. Από τα μυστικά αρχεία Βιέννης, Βερολίνου και Βέρνης, 1908-1918, γ΄ έκδ., εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1992
  • Παύλος Πετρίδης (επιμ.), Βασιλική προδοσία (1915-17). Οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου στη Βουλή, Εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα 1999.
  • Παύλος Πετρίδης (επιμ.), Η αποκήρυξη του βασιλέως Κωνσταντίνου από τον ελληνικό λαό (1916-1917), εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000.
  • Παύλος Πετρίδης (επιμ.), Γεωργίου Μ. Μελά. Ο Κωνσταντίνος. Αναμνήσεις του πρώην Γραμματέως του, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000.
  • Γιώργος Αναστασιάδης (επιμ.), Αντιβενιζελικοί λίβελοι, εκδ. University Studio Press,Θεσσαλονίκη 2001
  • Γεώργιος Σ. Πλουμίδης, «Αντιβενιζελικά φυλλάδια και η πολεμική τους (1910-1935)», Θάνος Βερέμης-Οδυσσέας Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, εκδ Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σελ.605-631.
  • Χρήστος Δ. Βήττος, Ο εθνικός διχασμός και η γαλλική κατοχή (1915-1920), εκδ. Όλυμπος, Θεσσαλονίκη 2008.
  • Φίλιππος Δραγούμης, Ημερολόγιο, Διχασμός 1916-1919, επιμ. Μάρκος Φ.Δραγούμης, εισαγωγή - σχόλια Χριστίνα Βάρδα, εκδ Δωδώνη, 1995.
  • Δέσποινα Παπαδημητρίου, Ο τύπος και ο διχασμός: 1914-1917, Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, 1991.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]