Εθνικός Διχασμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος το 1913, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων

Ο Εθνικός Διχασμός (1914-1917) υπήρξε μία σειρά γεγονότων που επικεντρώνονται στη διένεξη μεταξύ του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθερίου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ σχετικά με την είσοδο ή μη της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα κύρια γεγονότα της διένεξης αφορούν διαδοχικά την παραίτηση του Βενιζέλου, τη δημιουργία ξεχωριστού κράτους με πρωτοβουλία του στην Βόρεια Ελλάδα με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη και την εκδίωξη του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα μετά από στρατιωτική παρέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ. Η διένεξη αυτή χώρισε την χώρα σε δύο διαφορετικά στρατόπεδα και προκάλεσε εξαιρετικά βαθύ χάσμα στην ελληνική κοινωνία μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά. Κάποιες επιπτώσεις του χάσματος παρέμειναν ως το 1974 και την έκπτωση της μοναρχίας στην Ελλάδα. Μία σειρά από τραυματικά για την Ελλάδα γεγονότα, η μικρασιατική καταστροφή, η δικτατορία του Μεταξά ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια του Εθνικού Διχασμού.

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κωνσταντίνος Α΄
Ελευθέριος Βενιζέλος

Ως κύριο αίτιο του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η ριζική διαφορά απόψεων σχετικά με τη στάση της Ελλάδας κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄. Ο Κωνσταντίνος επέμενε να καθορίζει αυτός και όχι η εκλεγμένη κυβέρνηση την εξωτερική πολιτική της χώρας, γεγονός που τον οδήγησε σε ανοικτή σύγκρουση με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Βάσει του Συντάγματος του 1911, είχε δικαιοδοσίες περιορισμένες, όμως η επιρροή του στους συντηρητικούς πολιτικούς της εποχής ήταν παραπάνω από έντονη. Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, στον οποίο ηττήθηκε η ελληνική πλευρά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν αρχιστράτηγος του στρατού σε ηλικία 29 ετών και θεωρήθηκε υπεύθυνος για την αποδιοργάνωση του στρατού που αποτελούσε φέουδο των πριγκήπων της βασιλικής οικογένειας. Το 1909 ξέσπασε το κίνημα στο Γουδί, που οργάνωσε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, με κύρια αιτήματα τις πολιτικές-διοικητικές μεταρρυθμίσεις, την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό του στρατού με κύριο αίτημα την αποχώρηση του Διαδόχου και των πριγκίπων από την διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στο πρόσωπο του Βενιζέλου το στρατιωτικό κίνημα βρήκε τον κύριο εκφραστή του, τον οποίο και κάλεσε από την Κρήτη για να αναλάβει την εκπροσώπηση του κινήματος. Μετά τις εκλογές του 1910 ανέλαβε και πρωθυπουργός της χώρας.

Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, ο Κωνσταντίνος τέθηκε επικεφαλής του στρατεύματος. Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού οφείλονταν κυρίως στους διπλωματικούς χειρισμούς της πολιτικής ηγεσίας (συμμαχία με Βουλγαρία και Σερβία το καλοκαίρι του 1912) και στον ηρωισμό των ελλήνων στρατιωτών, παρά στη φημολογούμενη στρατιωτική τέχνη του Κωνσταντίνου. Στα παρασκήνια όμως, εκείνο το διάστημα δημιουργήθηκε το πρώτο χάσμα στις σχέσεις Κωνσταντίνου-Βενιζέλου, μια και ο διάδοχος έθεσε ως προτεραιότητα την κατάληψη του Μοναστηρίου, ενώ ο πρωθυπουργός τον καλούσε να καταλάβει το συντομότερο δυνατό την Θεσσαλονίκη.(τηλεγραφική διαταγή υπουργού Στρατιωτικών Βενιζέλου την 25η Οκτωβρίου 1912: "Σας καθιστώ υπεύθυνον προσωπικά δια την βραδύτητα με την οποία διεξάγετε τις επιχειρήσεις, αι οποίαι κινδυνεύουν να φέρουν τους Βουλγάρους πρώτους εις Θεσσαλονίκην". Το συγκεκριμένο γεγονός παρέμεινε γνωστό τότε μόνο σε περιορισμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους.

Τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ πιστεύοντας πως ήρθε η ώρα "εκπλήρωσης της Μεγάλης Ιδέας" (δηλ. η Ελλάδα όχι μόνο να διατηρήσει τα κέρδη της από τους Βαλκανικούς πολέμους αλλά και να επεκτείνει τα σύνορα της). Παρέβλεπε όμως το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες είχαν κουραστεί από τους συνεχείς πολέμους. Οι Αγγλογάλλοι όμως απέβλεπαν στη συμμαχία της Βουλγαρίας και ουδετερότητα της Τουρκίας και απέρριπταν, προς το παρόν, τις προτάσεις του Βενιζέλου. Η μεγαλύτερη μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης, ιδίως της Διασποράς, προσδοκούσε να ενταχθεί (όπως έλεγε) σε μία "μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα".

Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε δεχθεί έκκληση από τον Γερμανό Κάιζερ να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια» με αντίδωρο το Μοναστήρι. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του Στρατάρχη του γερμανικού στρατού και είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη και ιδιαίτερα την Καβάλα. Παρά ταύτα, υπολόγιζε και την δύναμη της Αντάντ, έχοντας υπόψην του πως η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί τη σύμπραξη με την Τουρκία. Μάλιστα είπε "Να έχετε υπόψη σας πως δεν υποστηρίζω πως δεν θα βγούμε στον πόλεμο-φυσικά στο πλευρό της Αντάντ, αφού τα συμφέροντά μας συνδέονται στο σύνολό τους με αυτήν. Σε καμία περίπτωση δεν θα πολεμούσαμε εναντίον της και δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας που να το διανοείται". Έχοντας την εμπειρία και την γνώση στην πρώτη γραμμή ήδη δύο πρόσφατων πολέμων ήθελε την ειρήνη στο διπλασιασμένο Ελληνικό κράτος και την ξεκούραση των Ελλήνων. Έτσι επεδίωκε την ουδετερότητα.

Η αρχή της διένεξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσπάθεια της Αντάντ να συμφιλιώσει Σερβία, Βουλγαρία, Τουρκία και Ελλάδα και να δημιουργήσει ένα συνασπισμό στα Βαλκάνια απέτυχε. Κατά δήλωση του Γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών "άξονας της πολιτικής της Αντάντ στα Βαλκάνια είναι οι Πρώσοι" (Πρώσοι δηλ. Βούλγαροι τους οποίους η Ελλάδα ένα-δύο χρόνια νωρίτερα είχε συντρίψει). Ο Βενιζέλος είχε διατυπώσει την άποψη στο υπουργικό συμβούλιο λίγες εβδομάδες μετά την κήρυξη του πολέμου πως ο πόλεμος μέσα σε τρεις εβδομάδες θα τελειώσει και πρέπει να σπεύσει η Ελλάδα να συμμετάσχει σ΄ αυτόν για να μην χάσει τα κέρδη της. Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1915 ο Έλληνας πρωθυπουργός απέστειλε στον Βασιλιά Κωνσταντίνο 3 επιστολές με τις οποίες πρότεινε να παραχωρηθούν άμεσα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, με αντάλλαγμα ισομεγέθη εδάφη στη Μικρά Ασία. Ο Κωνσταντίνος διαφώνησε και ο Βενιζέλος κοινοποίησε τις επιστολές στον γαλλικό τύπο ο οποίος και τις δημοσίευσε. Παρά ταύτα, οι Αγγλογάλλοι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο στον πόλεμο της Τουρκίας αρχικά και της Βουλγαρίας αργότερα, στο πλευρό των Αυστρογερμανών.

Υπέρ της ουδετερότητας συνηγορούσε και η μη εγγύηση των δυνάμεων της Αντάντ για εξασφάλιση της ακεραιότητας της Ελλάδας. Ο Κωνσταντίνος αντίθετα, ήθελε να γνωρίζει τα ανταλλάγματα που θα έδιναν στην Ελλάδα οι Αγγλογάλλοι σε μία ενδεχόμενη νίκη τους, βάζοντας και όρους για την συμμετοχή της στον πόλεμο στον πλευρό τους. Μάλιστα είπε "Το ελληνικό το αίμα είναι λιγοστό! Για να το χύσουμε για χάρη σας κύριοι της Αντάντ, θα πρέπει να γνωρίζουμε ποιά θα είναι τα ανταλλάγματα". Ο Βενιζέλος δεν έθετε το θέμα των ανταλλαγμάτων και επεδίωκε την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο χωρίς όρους, έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητές του για οφέλη υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915). Ο Κωνσταντίνος, μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη του ΓΕΣ πως η επιχείρηση θα κατέληγε σε αποτυχία, αρνήθηκε. Έτσι, η "άνευ όρων φιλοαντατική" πολιτική του Βενιζέλου έβρισκε αντίθετο το Παλάτι, το ΓΕΣ και την μεγαλύτερη μερίδα της αντιπολίτευσης. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν μεγάλος στρατιωτικός νους για εκείνη την εποχή. Είχε προβλέψει ότι "οποιονδήποτε στρατιωτικόν εγχείρημα ημών εις τον χώρον της Μικράς Ασίας, δεν θα είναι μόνον πράξις καταστροφική, αλλά πράξις οιονεί αυτοκτονίας", κάτι που στο μέλλον αποδείχθηκε.

Η διαφωνία μεταξύ Βασιλιά και Πρωθυπουργού οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου την 21η Φεβρουαρίου 1915. Στις εκλογές του Μαΐου ο Βενιζέλος επανεκλέχθηκε και θεώρησε το αποτέλεσμα ως έγκριση της εξωτερικής πολιτικής του, επαναλαμβάνοντας τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ελλάδα ως σύμμαχος απέναντι στη Σερβία, εάν δεχθεί εκείνη επίθεση της Βουλγαρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1915, η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση και η Ελλάδα αναγκάστηκε να πράξει το ίδιο. Ο Κωνσταντίνος, έμμενε στις θέσεις του για ουδετερότητα. Ο Κωνσταντίνος τελικά δέχτηκε να επιστρατεύσει 18.000 εφέδρους, ως προφύλαξη για το ενδεχόμενο Βουλγαρικής επίθεσης.

Εντωμεταξύ αγγλογαλλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, με τη συναίνεση του Βενιζέλου. Η γενική διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη ανατέθηκε στο Γάλλο Στρατηγό Σαράι (Sarail) που ήταν ένθερμος αντιμοναρχικός, προσεταιριζόμενος στο μέλλον μέρος της εξουσίας του Βασιλέως, και παρά τη δηλωμένη ουδετερότητα της Ελλάδας ενθάρρυνε τη στρατολόγηση ενός Ελληνικού "εθνικού στρατού" για να πολεμήσει τους Βούλγαρους. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915 η Γερμανία πρότεινε στην Ελλάδα "ουδετερότητα de facto" με αντίδωρα εξασφάλιση του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, παραχώρηση στην Ελλάδα της Βορείου Ηπείρου, διαρρύθμιση των συνόρων προς την Βουλγαρία και μελλοντική παραχώρηση της Δωδεκανήσου και της Κύπρου (εφόσον βέβαια κέρδιζε τον πόλεμο η Γερμανία). Σε αντίθεση, η Αντάντ δεν εξασφάλιζε ακόμα ούτε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος, κάτι που στο μέλλον θα αναγκαζόταν να πράξει. Η πρόταση απορρίφθηκε από τον Βενιζέλο[εκκρεμεί παραπομπή]. Με τα Ανάκτορα εξαγριωμένα να εμμένουν στην θέση τους, ο πρωθυπουργός παραιτήθηκε πάλι και διεξήχθαν εκ νέου εκλογές στις 6 Δεκεμβρίου 1915. Ο Βενιζέλος και οι Φιλελεύθεροι απείχαν θεωρώντας αντισυνταγματικές τις πράξεις των Ανακτόρων. Έτσι νίκησαν οι φιλοβασιλικοί.

Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις που διορίζονται στη συνέχεια, διατηρούν την πολιτική "ουδετερότητας". Οι δυνάμεις της Αντάντ μετά την ήττα του Βενιζέλου άρχισαν να προτείνουν ανταλλάγματα. Απορρίφθηκε όμως από την Ελληνική κυβέρνηση και τον Κωνσταντίνο η προσφορά της Κύπρου από τη Βρετανία, με αντάλλαγμα τη συμπαράταξη της Ελλάδος με την Αντάντ. Οι Έλληνες διχάστηκαν ανάμεσα σε δύο παρατάξεις, - φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών - κάτι που θα συντελέσει στην άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθά του.

Το Κίνημα Εθνικής Αμύνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τριανδρία: Κουντουριώτης-Βενιζέλος-Δαγκλής

Κομβικό σημείο αποτέλεσε η εισβολή των Γερμανοβουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία και η παράδοση στις 26 Μαΐου 1916 του Ρούπελ, κατόπιν διαταγών από το Υπουργείο Στρατιωτικών στην Αθήνα, σε Βουλγαρικές δυνάμεις. Το Δ΄ Σώματος Στρατού αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στη Γερμανία.

Στις 16 Αυγούστου 1916 ξεσπά το χωριστικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη που το υποστηρίξε ο συμμαχικός στρατός που είχε στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη, καθώς και φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί. Ο Βενιζέλος, ως ηθικός αυτουργός του κινήματος, τάσσεται με αυτό και στις 26 Σεπτεμβρίου μεταβαίνει στα Χανιά, όπου και σχηματίζει προσωρινή κυβέρνηση με αρχικά μέλη την τριανδρία, αποτελούμενη από τον ίδιο, το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή και από εκεί μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη.

Η πρώτη προκήρυξη της Επαναστατικής Κυβέρνησης («Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης») δημοσιεύεται στο υπ' αριθμό 1 φύλλο της Εφημερίδας της Προσωρινής Κυβερνήσεως που εκδόθηκε στα Χανιά 15 Σεπτεμβρίου 1916 με το παρακάτω περιεχόμενο:

Το ποτήριον των πικριών, των εξευτελισμών και των ταπεινώσεων υπερεπληρώθη. Μια πολιτική της οποίας δεν θέλομε να εξετάσωμεν τα ελατήρια, απειργάσθη ενός και ημίσεως έτους τοιαύτας εθνικής συμφοράς, ώστε ο συγκρίνων την Ελλάδα της σήμερον προς την προ ενός και ημίσεως έτους Ελλάδα να αμφιβάλλη αν πρόκειται περί ενός και του αυτού κράτους. Το Στέμμα εισακούσαν εισηγήσεις κακών συμβούλων επεδίωξε την εφαρμογήν προσωπικής πολιτικής διά της οποίας η Ελλάς απομακρυνθείσα των κατά παράδοσιν φίλων της, επεζήτησε να προσεγγίση τους κληρονομικούς εχθρούς της.

Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης δεν κατήργησε την μοναρχία. Ο Βενιζέλος, παρά τις προτροπές συνεργατών του, επέλεξε να μην άρει την αναγνώριση προς τον Κωνσταντίνο και αποδίδοντας τη συμπεριφορά του Βασιλιά σε "ανεύθυνους και κακούς συμβούλους". Στις 24 Νοεμβρίου 1916 η "Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης" κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Γαλλικό πλοίο βομβαρδίζει την Αθήνα (1916)

Η Ελλάδα είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά, το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε τη μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά, η φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου με τους απολυθέντες στρατευσίμους («επιστράτους») που είχε οργανώσει ο Ιωάννης Μεταξάς σε παρακρατικές ομάδες προς απόκρουση κινδύνου. Τον Δεκέμβριο του 1916 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αναθεμάτισε και αφόρισε τον Βενιζέλο. Στην προσπάθεια των Γάλλων και του Βενιζέλου να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά μπήκαν στον Πειραιά και αποβίβασαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδισαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα, σε μια σειρά επεισοδίων γνωστών ως «Νοεμβριανά». Σημειώθηκαν συγκρούσεις με το φιλοβασιλικό στράτευμα, ενώ κύμα διώξεων ξεκίνησε στην Αθήνα κατά των φιλοβενιζελικών. Με την επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων ο εθνικός διχασμός έφθασε στο απόγειό του.[1] Όλα τα λιμάνια ήταν αποκλεισμένα από τους Γάλλους με αποτέλεσμα η Αθήνα αλλά και άλλες πόλεις της Νοτίου Ελλάδος να λιμοκτονήσουν.

Η επίσημη είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο (1917)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τμήμα του ελληνικού στρατού παρελαύνει στην Αψίδα του Θριάμβου, Παρίσι, κατά την νικητήρια παρέλαση μετά το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, Ιούλιος 1919.

Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από το νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει το θρόνο του προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Eπικαλέστηκαν μάλιστα το καθεστώς των "Προστάτιδων Δυνάμεων", το οποίο κατά την άποψή τους είχαν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Μετά το τελεσίγραφο των συμμάχων, ο Βασιλιάς μπροστά στον κίνδυνο αιματοχυσίας αποσύρθηκε από το θρόνο, χωρίς όμως να παραιτηθεί τυπικά, και στις 15 Ιουνίου 1917 έφυγε στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του το δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο ο οποίος διέθετε την εμπιστοσύνη της Αντάντ.

Ο Βενιζέλος ήρθε στην Αθήνα και σχημάτισε κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Ο Βενιζέλος έχοντας χάσει πλέον πολλούς οπαδούς του στην Παλαιά Ελλάδα, αλλά και θεωρώντας αντισυνταγματικές τις παλαιότερες πράξεις του Βασιλιά, δεν διεξήγαγε εκλογές και ανακάλεσε το διάταγμα της διάλυσης της Βουλής του 1915. Η ανασυσταθείσα Βουλή χαρακτηρίστηκε ειρωνικά "Βουλή των Λαζάρων". Στις 15 Ιουνίου η Ελλάδα κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης.

Επακολούθησαν εξορίες των πολιτικών αντιπάλων του Βενιζέλου στην Κορσική, καθαιρέσεις δεκάδων μητροπολιτών, απολύσεις εκατοντάδων δικαστικών και αξιωματικών, εξευτελισμοί χιλιάδων κληρικών, δημοσίων υπαλλήλων κλπ.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρα Ντι Λέγκεν στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων στην τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογήσει και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Οθωμανική αυτοκρατορία θα συνάψει ανακωχή στον Μούδρο.

Ο Φρανσαί ντ' Εσπερέ, αρχιστράτηγος του Βαλκανικού Μετώπου, με αφορμή τον νικηφόρο αγώνα των Ελλήνων θα σημειώσει: "Ιδιαιτέρως διά τον ελληνικόν στρατόν τονίζω τον ζήλον, την ανδρείαν και την παροιμιώδην ορμήν, τα οποία επέδειξε κατά τον υπ' αυτού διαδραματισθέντα ένδοξον ρόλον επί των οχθών του Στρυμώνος και του Αξιού".

Η συνθηκολόγηση, τέλος, της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου 1918 βάζει τέλος στον Μεγάλο Πόλεμο που διήρκεσε τέσσερα έτη και αιματοκύλησε την Ευρώπη.

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τη λήξη του πολέμου με την Ελλάδα στη πλευρά των νικητών, οι πολιτικές διενέξεις και ο διχασμός συνέχισαν να υφίστανται εντός της ελληνικής κοινωνίας. Τον Αύγουστο του 1920 υπογράφηκε από τον Βενιζέλο στο Παρίσι η συνθήκη των Σεβρών. Ενώ όμως επρόκειτο να γυρίσει στην Ελλάδα, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών (από εκεί έπαιρνε κάποιος το τρένο για την πόλη Λυών), στο Παρίσι, από δύο απότακτους Έλληνες φιλοβασιλικούς αξιωματικούς, κατά την οποία τραυματίστηκε από πυρά περιστρόφου. Αφού θεραπεύτηκε από τα τραύματά του, γύρισε το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα. Ως αντίποινα για την απόπειρα δολοφονίας, εξαπολήθη κυνήγι αντιβενιζελικών στην Αθήνα, θύμα του οποίου έπεσε και ο Ίων Δραγούμης.

Με την αντιπολίτευση να ζητά επιμόνως εκλογές, ο Βενιζέλος αποφάσισε να διεξαχθούν τον Νοέμβριο του 1920. Οι Φιλελεύθεροι ηττήθηκαν από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση και ο Βενιζέλος αναχώρησε αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Ένα μήνα πριν ο Βασιλιάς Αλέξανδρος είχε πεθάνει αιφνιδίως, περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση και δημιουργώντας εκ νέου καθεστωτικό ζήτημα. Τελικά, με το Δημοψήφισμα του 1920, ο εξαιρετικά αντιπαθής στις συμμαχικές Δυνάμεις, Κωνσταντίνος, ξαναεπέστρεψε στην Ελλάδα και τον Θρόνο.

Παρά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο μικρασιατικό μέτωπο, ο διχασμός συνέχισε να υφίσταται. Ο δημοσιογράφος Ανδρέας Καβαφάκης δολοφονήθηκε στην Αθήνα από φιλοβασιλικούς το Φεβρουαρίου του 1922, ενώ θύμα δολοφονικής απόπειρας έπεσε και ο Παύλος Κουντουριώτης.

Η Μικρασιατική καταστροφή και το στρατιωτικό κίνημα του 1922 ήταν η τραγική κορύφωση του δράματος που κατέληξε στη δίκη των έξ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βλ. αντίθεση άποψη Ζολώτα, Αναστασίου Π. (1995). Η Εθνική Τραγωδία. Αθήνα, Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.), Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίας Διοικήσεως (Τ.Π.Ε.Δ.Δ.), σελ. 3-80. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]