Νοεμβριανά του 1916

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νοεμβριανά
Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος
162 9 le Mirabeau bombarde Ahènes.jpg
Το γαλλικό θωρηκτό Μιραμπώ βομβαρδίζει την Αθήνα, 1η Δεκεμβρίου 1916.
Χρονολογία18η Νοεμβρίου / 1η Δεκεμβρίου 1916
ΤόποςΑθήνα, Ελλάδα State Flag of Greece (1863-1924 and 1935-1973).svg
ΑίτιαΆρνηση του Ελληνικού Στρατού να παραδώσει ποσότητες πολεμικού υλικού
ΈκβασηΑπόσυρση των γαλλοβρεταννικών δυνάμεων από την Αθήνα,
Αναγνώριση της Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Λουί Νταρτίζ ντυ Φουρνέ
Απολογισμός
40 έως 85 νεκροί
60 έως 194 νεκροί

Τα Νοεμβριανά, που ξεκίνησαν τη 18η του Νοέμβρη, 1916 (1η Δεκεμβρίου με το σύγχρονο το Γρηγοριανό ημερολόγιο), είναι οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των «Επίστρατων» του Βασιλιά Κωνσταντίνου, και της αποβατικής δύναμης της Συμμαχικής Αντάντ στην Αθήνα, καθώς και το καινοφανές κύμα πολιτικής τρομοκρατίας που τις ακολούθησε, εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της κορύφωσης του Εθνικού Διχασμού.[1][2]

Οι Γαλλο-βρετανικές δυνάμεις των Συμμάχων της Αντάντ εισέβαλαν στην Αθήνα με σκοπό να επιτάξουν οπλισμό ως αντάλλαγμα για την αμαχητί παράδοση της οχυρωματικής γραμμής του Ρούπελ και την παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία (των Κεντρικών Δυνάμεων) από τον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τον Ιωάννη Μεταξά, τον Μάη και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου(1916), αντίστοιχα. Η επέμβαση των Συμμάχων, αν και τυπικά νικηφόρα, στερούνταν στρατηγικού βάθους, ενώ έπληξε το γόητρο των βρετανογάλλων λόγω και της αναπάντεχης άμυνας του «Συνδέσμου των Επίστρατων», αντι-βενιζελικού και φιλομοναρχικού στρατιωτικού σχηματισμού της (εκ του Διχασμού) κυβέρνησης της νότιας Ελλάδας. Παράλληλα, στην πρωτεύουσα οι ίδιοι σηματισμοί είχαν ξεκινήσει κύμα διώξεων των αντι-βενιζελικών, που κατέληξε μετά την επέμβαση σε ανοικτή τρομοκρατία, με δεκάδες θανάτους από λιντσάρισμα και εκτεταμένες καταστροφές της περιουσίας των.[3]

Ο στόχος των Συμμάχων επετεύχθει τελικά τον Μάη-Ιούνη του επόμενου χρόνου (1917), αφότου ο οίκος των Ρομανόφ, μοναδικοί υποστηρικτές του Κωνσταντίνου στην Αντάντ, είχε καθαιρεθεί, και ύστερα από σκληρό και πολύμηνο ναυτικό αποκλεισμό της Ελλάδας, όταν με νέο τελεσίγραφο για βομβαρδισμό της Αθήνας και κατάληψη του Πειραιά από το ναυτικό τους, επέβαλαν την εκδίωξη του Βασιλιά Κωνσταντίνου, Γάλλο Αρμοστή για τη χώρα, επαναφορά του Βενιζέλου ως πρωθυπουργού ολόκληρης, πλέον, της επικράτειας (λήγοντας, φαινομενικά, τον Εθνικό Διχασμό υπέρ του τελευταίου), και καθολική επιστράτευση για τη στήριξη της Αντάντ.

Η ονομασία ελληνικοί εσπερινοί[N 1] η οποία δόθηκε, στην Δυτική Ευρώπη, στην σφαγή που ακολούθησε παραπέμπει στους « σικελικούς εσπερινούς » του 1282, στη διάρκεια των οποίων οι δυνάμεις του Ανδεγαυού βασιλιά Καρόλου Α΄ σφαγιάστηκαν συστηματικά από τον ντόπιο σικελικό πληθυσμό. Στην Ελλάδα, οι συγκρούσεις αποκαλούνταν, ωστόσο, « Νοεμβριανά », λόγω της διατήρησης του Ιουλιανού Ημερολογίου στην χώρα.



Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1916, η Ελλάδα σπαράσσόταν από την σύγκρουση ανάμεσα στο παλάτι του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α' και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, κάτι που θα κορυφωνόταν το καλοκαίρι με τον Εθνικό Διχασμό. Ο Βασιλιάς τον προγούμενο χρόνο (1915) είχε ήδη υποχρεώσει σε παραίτηση δύο βενιζελικές κυβερνήσεις, μία τον Φεβρουάριο και μία τον Σεπτέμβρη για θεματα που άπτονταν του επερχόμενου πολέμου. Ο Βασιλιάς τη δεύτερη φορά διέλυσε και την βουλή πλειοψηφίας των βενιζελικών, και με προσωρινό πρωθυπουργό τον Ζαΐμη κήρυξε εκλογές για τις 15 Δεκέμβρη, τις οποίες αναμενόμενα κέρδισε το νέο αντι-βενιζελικό και (πρωτόγνωρο για την Ελλάδα) φιλομοναρχικό «Κόμμα των Εθνικοφρόνων» του Δημητρίου Γούναρη, αφού ο Βενιζέλος είχε αρνηθεί να συμετάσχει, και να νομιμοποιήσει έτσι τη διάλυση της Βουλής. Μετά την άρνηση του Γούναρη να αναλάβει την πρωθυπουργία, ο Βασιλιάς όρισε πρωθυπουργό άνθρωπο του περιβάλλοντός του, και εκτός κοινοβουλίου, τον Στέφανο Σκουλούδη.

Οι δύο παρατάξεις είχαν και αντίθετες θέσεις σχετικά με το αν έπρεπε η Ελλάδα να συμμετάσχει στον πόλεμο, και με ποια πλευρά συνέφερε την Ελλάδα να συμπαραταχθει:

  • Ο Βασιλιάς, όντας φιλογερμανός (είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ), τασσόταν υπέρ της ουδετερότητάς, κάτι που εμμέσως βοηθούσε τις Κεντρικές Δυνάμεις, αφού απέκλειαν την πρόσβαση από τις ναυτικες δυνάμεις της Αντάντ στον εγκλωβισμένο Σερβικό στρατό. Η ρητορική του περί "διαρκούς ουδετερότητας" έβρισκε ευήκοα ώτα στις λαϊκές μάζες, πρόσφατα ταλαιπωρημένες στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913).[1]
  • Αντιθετα ο Βενιζέλος, είχε παραιτηθεί 2 φορές από την πρωθυπουργία εξαιτίας παρεμβάσεων του Παλατιού, αφού προσεταιρίζότανε τους συμμάχους της Αντάντ, Γαλλία και Βρετανία, επιδιώκοντας έτσι την επέκταση της χώρας μέσω της συμμετοχής της στη νομή των νικήτων μετά το πέρας του πολέμου.

Η πορεία των γεγονότων που οδήγησε στην 2η, και τελική παραίτηση Βενιζέλου είχε ξεκινήσει ένα χρόνο πριν, όταν είχε εμπλακεί στην εισβολή των ηττημένων στρατευμάτων της Αντάντ από την Εκστρατεία της Καλλίπολης που στρατοπέδευσαν στην νεοαποκτηθήσα Θεσσαλονίκη.[εκκρεμεί παραπομπή] Τότε η Αντάντ αποσκοπούσε στο να χτίσει τη Στρατιά της Ανατολής που, αν και καθυστερημένα, θα άνοιγε το Μακεδονικό Μέτωπο για να βοηθησει την εγκλωβισμένη σύμμαχο της Ελλάδος από τους Βαλκανικούς, Σερβία, με την επερχόμενη (11 Οκτώβρη) Βουλγαρική επίθεση εναντίον της να πλησιάζει, και ενώ ήδη η Σερβία έχανε στη μάχη με την Αυστρουγγαρία και τη Γερμανία, Η στρατιωτική απόβαση της Ανάντ ήταν ενάντια στις επιθυμίες του Βασιλιά, και το γεγονός αυτό, μαζί με την άρνησή του να κηρύξει την ψηφισμένη στη βουλή επιστράτευση, όπως καθόριζε η συμφωνία συμμαχίας με του Σέρβους, ήταν η αιτίες της 2η παραίτησης του Βενιζέλου, στις 5 Οκτώβρη (22 του Σεπτέμβρη με το συγχρονο Γρηγοριανο), μία μέρα μετά την λήψη ψήφου εμπιστοσύνης για την επιστράτευση.[4] Θεωρώντας αντισυνταγματική τη διάλυση της βουλής μέσα σε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους από τις εκλογές, ο Βενιζέλος δεν συμμετείχε στις επόμενες εκλογές, 6 Δεκεμβρίου, και από τότε η Ελλάδα είχε φιλοβασιλικές Κυβερνήσεις.

Το 1914 η πόλη της Δράμας είχε πληθυσμό 25.000 κατοίκων, εκ των οποίων 4.000 πέθαναν από πείνα και ασθένειες κατά τη βουλγαρική κατοχή του 1916-18 (αρχείο Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου Η.Π.Α.).

Για να δημιουργήσει αντίστοιχο τετελεσμένο γεγονός υπέρ των Γερμανών με την κατάληψη της θεσσαλονικης, η φιλοβασιλική Κυβέρνηση Σκουλούδη και ο γερμανοσπουδαγμένος, τότε αναπληρωτής επιτελάρχης (και κατοπινός δικτάτορας) Ιωάννης Μεταξάς αποφάσισε στις 26 Μαϊου του 1916 την άνευ όρων παράδοση της οχυρωματικής γραμμής του Ρούπελ στις Γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις. Αυτό φυσικά άφησε την Ανατολική Μακεδονία ανυπεράσπιστη.[5] Στη συνέχεια ακολούθησε η κατάληψη της Καβάλας και της Δράμας από τις Κεντρικές Δυνάμεις χωρίς καν να έχει κυρηχτεί πόλεμος, καθώς και η αιχμαλωσία του Δ' Σώματος Στρατού, με περισσότερους από 7.000 αξιωματικούς και στρατιώτες να καταλήγουν στο γερμανικό στρατόπεδο του Γκέρλιτς στα γερμανοπολωνικά σύνορα.[6] Η αμαχητί παράδοση του Ρούπελ οδήγησε αναπόφευκτα στην, πολύνεκρη για την Ελλάδα, Β΄ Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας.[7][8]

Από εκείνη την στιγμή η Αντάντ, και κυρίως η Γαλλία, υποπτευόμενη ότι ο Βασιλιάς είχε συνάψει μυστική συμμαχία με τον Κάιζερ, κάτι που θα απειλούσε τη Γαλλική Στρατιά της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη, απαίτησε τον αφοπλισμό του στρατού που ήταν υπό τις διαταγές του. Ο Βασιλιάς ικανοποίησε το αίτημά της Αντάντ, αλλά, συγχρόνως, έδωσε εντολή οι έφεδροι που απολύονταν να οργανώνονται στο νεοσχηματισμένο Σύνδεσμο Επίστρατων.

Ως αντίδραση στα δραματικά γεγονότα, και με τη στήριξη της Ανταντ, ο Βενιζέλος θα καταφύγει από την Κρήτη στη Θεσσαλονίκη, όπου παραδοσικά είχε μεγάλη στήριξη λόγω της συμμετοχής του στην απελευθέρωσης της πόλης πριν μερικά χρόνια, και τον Αύγουστο του '16 η «Τριανδρία», ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, Ελευθέριος Βενιζέλος και στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής, θα κανουν το Κίνημα Εθνικής Αμύνης, που θα κατέληγε ένα μήνα αργότερα, στις 26 του Σεπτέμβρη, στην Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης. Στις τις 10 Νοέμβρη η νεα κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο εναντιον των Κεντρικών Δυνάμεων και η εδραίωσε τις δυνάμεις της Ανταντ στο Μακεδονικό Μέτωπο. Στις 25 Νοεμβρίου 1916 με ειδικό διάγγελμα κήρυξε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο έκπτωτο.

Η σύγκρουση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνοψίζοντας, η παράδοση της Μακεδονίας στον βουλγαρικό στρατό, και η διακύρηξη της "παράλληλης" Κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης από το Βενιζέλο, επέτεινε τον Εθνικό Διχασμό και διαίρεσε την Ελλάδα στη μέση:

  • η επίσημη κυβέρνηση του Βασιλείου της Ελλάδος στην Αθήνα είχε τον έλεγχο μόνο της νότιας Ελλάδας, με στρατό και ναυτικό να είναι αφοπλισμένος ή να τελεί υπό την επιτήρηση της Αντάντ, ενώ
  • η προσωρινή κυβέρνηση του Κράτους της Θεσσαλονίκης ελήγχε όση από τη τη Βόρεια Ελλάδα δεν είχε καταλάβει η Βουλγαρία, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, ενώ ήτανε de facto ενα προτεκτοράτο της Αντάντ.[2]

Εντωμεταξύ, στη διάρκεια του συνόλου του καλοκαιριού του 1916, διπλωματικές διαπραγματεύσεις διεξάγονταν μεταξύ της Κυβέρνησης της Αθηνών και της Αντάντ, η οποία, κατόπιν εισηγήσεως του Βενιζέλου[εκκρεμεί παραπομπή], απαίτησε στις 3 Νοεμβρίου από το Βασίλειο της Ελλάδος να της παραδώσει αριθμό αντίστοιχο των όπλων που λεηλατήθηκαν από τους Βούλγαρους στο Φρούριο Ρούπελ, καθώς και τον αφοπλισμού του Ελληνικού στόλου, ή εντέλη, 10 ορειβατικές πυροβολαρχίες.[3] Στα τέλη Οκτωβρίου, μια μυστική συμφωνία υπεγράφη μεταξύ της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Α΄ και των συμμαχικών διπλωματών, ωστόσο οι πιέσεις του βασιλικού περιβάλλοντος σε συνδυασμό με ατυχείς χειρισμούς των βενιζελικών οδήγησαν τον Βασιλιά στην ακύρωση της συμφωνίας.[εκκρεμεί παραπομπή] Εντέλη, η κατάρευση των διαπραγματεύσεων αποτέλεσε την θρυαλίδα για το Γαλλο-βρετανική δύναμη να επιτεθεί κατά του Κράτους των Αθηνών, συμβάν γνωστό ως «Νοεμβριανά».[9]

Ο αντιναύαρχος Λουί Νταρτίζ ντε Φουρνέ αποβιβάστηκε στην Αθήνα επικεφαλής 3000 ανδρών του εκστρατευτικού σώματος της Ανταντ, την 18 Δεκεμβρίου του 1916 (1 Δεκεμβρίου σύμφωνα με το μοντέρνο Γρηγοριανό Ημερολόγιο). Η απόβαση έγινε με λέμβους και ατμακάτους μονάδων Γάλλων, Ιταλών και Βρετανών οι οποίες ανέβαιναν στην Αθήνα μέσω της Λεωφόρου Συγγρού, Πειραιώς και οδού του Ελαιώνος (Πέτρου Ράλλη).[10]. Στην εισβολή τους αντιτάχθηκαν κυριώς οι νεοεμφανιζόμενοι φιλοβασιλικοί Σύνδεσμοι Επίστρατων,[11] δηλαδή απολυθέντες φιλοβασιλκοί αξιωματικοί από το Κράτος της Θεσσαλονίκης, αρχικά, οργανωτής των οποίων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς, και εξελιχθηκε σε αιματηρή σύγκρουση. Η πρώτη μάχη δόθηκε το πρωί στο Στρατόπεδο Ρουφ, στη συνέχεια στη γέφυρα Πουλόπουλου και γενικεύτηκε σε περιοχές της Ακρόπολης και του Ζαππείου. Μετά από 2 μέρες οδομαχιών και βομβαρδισμών από τον Γαλλικό στόλο στο Παγκράτι, σε αποθήκες όπλων στα Λιόσια, στο Φιλοπάππου και στα Ανάκτορα, επιτεύχθηκε ανακωχή μεταξύ της βασιλικής κυβέρνησης και των Συμμάχων. Στις 20 Νοέμβρη ο βασιλιάς Κωνσταντίνος συμφώνησε να παραδώσει μέρος του οπλισμού στους Συμμάχους κι αυτοί απελευθέρωσαν τα πλοία του Ελληνικού στόλου.

Η σύγκρουση άφησε πίσω της 40 έως 85 Έλληνες και 60 εώς 194 Σύμμαχους νεκρούς, συμφωνα με αντιφατικές καταγραφές.

Εντωμεταξυ ήδη από την επίδοση του τελεσίγραφου είχε ξεκινήσει ανεξέλεγκτη καταστολή από φιλοβασιλικούς, επίστρατους και λαικής βασης αντι-βενιζελικούς εργάτες, όπου κατέληξε σε κύμα τρομοκρατίας τις τρεις ημέρες μετά την σύγκρουση. Καταστράφηκαν ή λεηλατήθηκαν σχεδόν 500 σπίτια και μαγαζιά όσων βενιζελικών είχαν παραμείνει στην Αθήνα, με 35 να λιντσάρονται μέχρι θανάτου, και σχεδόν 1000 να συλλαμβάνονται και να κακοποιούνται, ενώ έκλεισαν 31 εφημερίδες που ήσαν φιλικές προς τον Βενιζέλο. Στις 12 Δεκεμβρίου ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α΄ θα αφορίσει τον Βενιζέλο για τον διχασμό σε μια λαική τελετή στο Πεδίο του Άρεως όπου πλήθος κόσμου θα πετάει συμβολικά πέτρες καταριώντας τον, φωνάζοντας «Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδα ανάθεμα έστω. Ανάθεμα και αιωνία κατάρα στον προδότη Βενιζέλο».[12][13]

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί του ναυτικού αποκλεισμού της Αντάντ σε νότια Ελλάδα πρωτακούστηκε το σύνθημα «ψωμί- ελιά και Κώτσο βασιλιά», που σήμαινε πλήρη πίστη στον Κωνσταντίνος Α' ακόμα και μέσα σε συνθήκες απόλυτης πείνας.
Θα ξανακουστεί, μετά τη νικηφόρα λήξη του Πολέμου, στις επόμενες εκλογές του 1920 όπου και θα τις χάσει ο Βενιζέλος.

Στο μακεδονικό μέτωπο, όπως στο Παρίσι και το Λονδίνο, οι επιπτώσεις των «εσπερινών» δεν άργησαν να έρθουν. Ο Λουί Νταρτίζ ντυ Φουρνέ αποπέμφθηκε των καθηκόντων του, στο Λονδίνο, ο πρωθυπουργός Χέρμπερτ Χένρι Άσκουϊθ και ένα τμήμα του πολιτικού του συμβουλίου παραιτήθηκαν στις 5 Δεκεμβρίου, ενώ στο Παρίσι μια σημαντική υπουργική αναδιάρθρωση έλαβε χώρα στις 12 Δεκεμβρίου. Για τους συμμάχους ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος έγινε πλέον "ο πιο μισητός άνθρωπος στην Ευρώπη μετά τον Κάιζερ". Η Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης του Βενιζέλου αναγνωρίστηκε εν μέρει από τους Συμμάχους στις 19 του Νοέμβρη (ιουλιανό ημερολόγιο), ενώ ένας αυστηρός ναυτικός αποκλεισμός επιβλήθηκε στο Βασίλειο της Ελλάδας οδηγώντας σε λιμοκτονία πολλές πόλεις της Νοτίου Ελλάδος, εντείνοντας τα αισθήματα του αντι-βενιζελισμου στην επικράτεια.[14]

Οι υποστηρικτές του Βενιζέλου ανταπάντησαν στην επιστροφή του στην κυβέρνηση με το γνωστό τραγούδι «της Αμύνης τα παιδιά έδιωξαν τον βασιλιά, της Αμύνης το καπέλο έφερε τον Βενιζέλο».

"Της αμύνης τα παιδιά(Ο Μακεδών)", Ελληνική Εστουδιαντίνα στο YouTube

Με τον Ρομανώφ να έχει εκθρονισθεί από την Φεβρουαριανή Επανάσταση, ο μόνος σύμμαχος της Αντάντ που αντιτιθόταν στην εκδίωξη του Κωνσταντίνου μέχρι τότε, η εξωτερική πίεση του Συμμαχικού ναυτικού αποκλεισμού κλιμακώνεται στις 27 Μαΐου 1917 όταν οι Γάλλοι με τον νάυαρχο Ζοννάρ επικαλούνται το καθεστώς των «Προστάτιδων Δυνάμεων» και προχωρούν σε μια 3η απόβαση στον Πειραία.[10]. Με τελεσίγραφο εξαναγκάζουν το Βασιλιά να παραχωρήσει τον θρόνο στον δευτερότοκο υιό του Αλέξανδρο, και να διοριστεί Αρμοστής της Ελλάδος ο ναύαρχος. Τον Ιούνιο ο Βασιλιάς θα αυτοεξοριστεί με την υπόλοιπη οικογένειά του στην Ελβετία, φεύγοντας κρυφά από τον Ωρωπό λίγες μέρες προτού κατέβει ο Βενιζέλος δια του γαλλικού θωρηκτού «Προβάνς» (= Προβηγκία) στην Αθήνα, για να αναλάβει πρωθυπουργός του, ενωμένου φαινομενικά, αλλά και υπό Επιτροπεία, Ελληνικού Κράτους, στις 12-13 Ιούνη.

Η πρώτη πράξη της νεας κυβέρνησης ήταν η κήρυξη πολέμου εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων, στις 15 Ιούνη του 1917. Ο Βενιζέλος στις 29 Ιουνίου πέτυχε, με μοναδικό στην ιστορία της Ελλάδος Βασιλικό διάταγμα του νέου Βασιλιά, την επανασύσταση της Βουλής του 2015 που την είχε διαλύσει ο πατήρ Βασιλιάς 2 χρόνια νωρίτερα (Οκτώβρης του 1915), και που ο τύπος της εποχής αποκάλεσε ως «Βουλή των Λαζάρων». Ένα μήνα αργότερα, στις 20 Ιουλίου, ο Βενιζέλος κήρυξε το νομό Αττικοβοιωτίας σε «κατάσταση πολιορκίας», και με νόμο ήρε την ισοβιότητα των δικαστών και την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Κηρύχθηκαν έκπτωτοι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος Α' και οι μητροπολίτες που είχαν πρωτοστατήσει στο ανάθεμα. Απολύθηκαν 570 δικαστικοί όλων των βαθμίδων και 6.500 δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ αποστρατεύθηκε το 40% του συνόλου των μόνιμων αξιωματικών του στρατού.[13] Ακολούθησαν εξορίες των πολιτικών του αντιπάλων από τους Γάλλους στην Κορσική, σε εσωτερική εξορία ή σε κατ'οίκον περιορισμό, καθώς και η «Δίκη του ΓΕΣ» των στρατιωτικών του Παλατιού για την για την αμαχητί παράδοση της Μακεδονίας, του Ρούπελ και του Δ' Σώματος Στρατού το 1916, όπου θα καταδικαστεί σε θάνατο για προδοσία ο Ιωάννης Μεταξάς.[εκκρεμεί παραπομπή]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Απαντώνται επίσης οι ονομασίες « αθηναϊκοί εσπερινοί », « ενέδρα της Αθήνας », « Ελληνικοί Εσπερινοί» στην γαλλική ιστοριογραφία και « Δεκεμβριανά » στην ελληνική ιστοριογραφία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Κωστόπουλος, Τάσος (20 Νοεμβρίου 2016). «Η πρώτη «μάχη της Αθήνας». Εφημερίδα των Συντακτών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. 
  2. 2,0 2,1 Κωστόπουλος, Τάσος (11 Οκτωβρίου 2015). «Η άλλη Κατοχή». Η Εφημερίδα των Συντακτών. efsyn. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Ιουλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2020. 
  3. 3,0 3,1 «Πώς ξεκίνησε ο εθνικός διχασμός που χώρισε την Ελλάδα σε βασιλικούς και αντιβασιλικούς. Ο βομβαρδισμός των ανακτόρων από την Αντάντ και το κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη...». Μηχανή του Χρόνου. 6 Δεκεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 2020. Στις 11 Νοέμβρη ο Φουρνιέ έστειλε νεο τηλεγράφημα: "Μέχρι 18-11-1916 ζητώ 10 ορειβατικάς πυροβολαρχίας. Μη λαμβάνων ικανοποίησιν θα ευρεθώ εις την ανάγκην να λάβω από της 18ης τα μέτρα άτινα θα συνεπήγετο η κατάστασις." 
  4. Βεντήρης, Γεώργιος (1970) [1931]. Η Ελλάς του 1910 – 1920. Ιστορική μελέτη. Αθηνα: Ικαρος. σελ. 7-9. ISBN 9780007233113. Ανακτήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2020. 'Το απόγευμα περιμένω τον Βενιζέλον. Θα μου φέρει το διάταγμα της επιστρατεύσεως. Δεν θα το υπογράψω.', συνομιλία Βασιλιά Κωνσταντίνου με το Γερμανό πρέσβη. 
  5. «Η παράδοση του Ρούπελ και της Αν. Μακεδονίας: Όταν ο Μεταξάς είπε «ΝΑΙ» στους Γερμανοβουλγάρους». Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  6. Σπύρος Κουζινόπουλος, Δράμα 1941. Μια παρεξηγημένη εξέγερση, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σελ. 19-20.
  7. Δ. Πασχαλίδη, Τά δεινοπαθήματα τῆς Χωριστῆς κατά τή δεύτερη βουλγαρική κατοχή τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, Χωριστή 2006.
  8. «Η ντροπή του εθνικού διχασμού». Μηχανή του Χρόνου. 29 Απριλίου 1941. Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2020. 
  9. Μπαχάρας, Δημήτρης (20 Νοεμβρίου 2016). «Από την ξένη επέμβαση στον μικρό Εμφύλιο». Εφημερίδα των Συντακτών. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. Ο αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Καλλάρης εξέδωσε εκ μέρους του Α΄ Σώματος Στρατού στις 11 Νοεμβρη την εξής διαταγή: "Εις την απαίτησιν του Γάλλου ναυάρχου κ. Φουρνέ περί παραδόσεως εις τον συμμαχικόν στρατόν της ανατολής ελληνικών όπλων, πυροβόλων κ.τ.λ. η Κυβέρνησις απεφάσισε ν’ αντιτάξη απόλυτον άρνησιν". 
  10. 10,0 10,1 Μίλεσης, Στέφανος (6 Μαρτίου 2013). «Γαλλική Κατοχή Πειραιά 1916-17 (Επιχείρηση Ελληνικός Εσπερινός)». pireorama. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Ιουλίου 2020. Ανακτήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. 
  11. ο.π. Βεντήρης (1931), σελ. 227
  12. «tovima.gr - Τα εθνο-τροφεία». TO BHMA. Ανακτήθηκε στις 17 Ιουνίου 2016. 
  13. 13,0 13,1 «Όταν η Εκκλησία της Ελλάδας «έριξε» ανάθεμα στον Ελευθέριο Βενιζέλο». newsbeast.gr. 15 Δεκεμβρίου 2018. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Ιουνίου 2020. Ανακτήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. Ο φονεύων βενιζελικόν, δεν φονεύει άνθρωπον 
  14. «Το Πάσχα του 1917 βρίσκει την Ελλάδα χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα». Ελευθερος Τύπος. 17 Απριλίου 2017. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Φεβρουαρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2020. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (Αγγλικά) George F. Abbott, Greece and the Allies 1914-1922, Londres, Methuen & Co. Ltd, 1922
  • (Αγγλικά) D. F. Burg, Almanac of World War I, University Press of Kentucky, 1998 (ISBN 0813120721)
  • (Αγγλικά) David Dutton, The Politics of Diplomacy : Britain and France in the Balkans in the First World War, I. B. Tauris, 1998 (ISBN 9781860640797)
  • (Αγγλικά) David Dutton, « The Deposition of King Constantine of Greece, June 1917: An Episode in Anglo-French Diplomacy » dans Canadian Journal of History, vol. 12, n° 4, 1977.
  • (Αγγλικά) Zisis Fotakis, Greek naval strategy and policy, 1910-1919, Routledge, 2005 (ISBN 9780415350143)
  • (Αγγλικά) M. Hickey, First World War, vol. 4 : The Mediterranean Front 1914-1923, Taylor & Francis, 2007 (ISBN 184176373X)
  • (Αγγλικά) George B. Leon, Greece and the Great Powers 1914-17, Thessalonique, Institute of Balkan Studies, 1974 (ISBN 0722800010)
  • (Γαλλικά) Pierre Miquel, Les poilus d'Orient, éditions Fayard, 1998 (ISBN 2213600279)
  • (Ελληνικά) Γιάννης Γ. Μουρέλος, Τα "Νοεμβριανά" του 1916, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2007 (ISBN 9789601625713)