Μικρασιατική εκστρατεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Μικρασιατική Εκστρατεία)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μικρασιατική Εκστρατεία
Μέρος του τουρκικού πολέμου της ανεξαρτησίας
Greko-Turkish-Afyon-1920.png
Πόλεμος χαρακωμάτων στη Μικρασιατική Εκστρατεία
Χρονολογία Mάιος 1919 – Oκτώβριος 1922
Τόπος Δυτική Μικρά Ασία
Έκβαση Tουρκική νίκη
Παραχωρήσεις
που δώθηκαν
Συνθήκη της Λωζάνης
• Ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών
• Τερματισμός της Ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία
• Εδάφη που είχαν αρχικά παραχωρηθεί στην Ελλάδα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ενσωματώθηκαν στη Δημοκρατία της Τουρκίας
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Απολογισμός
Τακτικός στρατός:
9,167 νεκροί[3]
2,474 νεκροί εκτός μάχης ή από τραύματα[3]
11,150 αγνοούμενοι
31,097 τραυματίες[3]
6,522 αιχμάλωτοι[4][σημ. 3]
Τακτικός στρατός:
19,362 νεκροί[5]
4,878 νεκροί εκτός μάχης ή από τραύματα
18,095 αγνοούμενοι
48,880 τραυματίες
10,000 αιχμάλωτοι[σημ. 4]
Έλληνες πολίτες:
264,000 νεκροί[6]
Σημειώσεις:
  1. Η Τουρκική Μεγάλη Εθνοσυνέλευση ξεκίνησε το 1920.
  2. Ο Οθωμανικός στρατός (Κουβά-ι μιλιέ) λειτούργησε ανεξάρτητα μεταξύ 1919–1920 μέχρι να τεθεί υπό τον έλεγχο της Tουρκικής Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης.
  3. Ahmet Özdemir (1990), Savaş esirlerinin Milli mücadeledeki yeri (2,6 έκδοση), Πανεπιστήμιο Άγκυρας, Türk İnkılap Tarihi Enstitüsü Atatürk Yolu Dergisi, σελ. 328–332, http://dergiler.ankara.edu.tr/dergiler/45/783/10069.pdf : Η Ελλάδα πήρε 22.071 στρατιωτικούς και πολίτες αιχμάλωτους. Από αυτούς 520 ήταν αξιωματικοί και 6.002 στρατιώτες. Το 1923, κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής αιχμαλώτων, 329 αξιωματικοί, 6.002 στρατιώτες και 9.410 πολίτες αιχμάλωτοι επέστρεψαν στην Τουρκία. Οι υπόλοιποι 6.330, κυρίως πολίτες κρατούμενοι, προφανώς πέθαναν σε αιχμαλωσία.
  4. Σειρά Μεγάλες Μάχες: Μικρασιατική Καταστροφή (Νο 8), συλλογική εργασία, έκδοση περιοδικού Στρατιωτική Ιστορία, Αθήνα: Εκδόσεις Περισκόπιο, Νοέμβριος 2002, σελ. 62–64 : Σύμφωνα με τουρκικές πηγές ελήφθησαν αιχμάλωτοι 20.826 Έλληνες. Από αυτούς περίπου 10.000 έφθασαν στην Ελλάδα κατά την ανταλλαγή αιχμαλώτων το 1923. Οι υπόλοιποι πιθανώς πέθαναν σε αιχμαλωσία και θα έπρεπε να περιλαμβάνονται μεταξύ των αγνουμένων ή αυτών που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία, γνωστή διεθνώς ως Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1919-1922 και στην Τουρκία ως το İzmir'in Yunanlar tarafından işgali (Ελληνική εισβολή της Σμύρνης) ή Kurtuluş Savaşı Batı Cephesi (Δυτικό Μέτωπο του τουρκικού πολέμου της Ανεξαρτησίας) ήταν μια σειρά στρατιωτικών γεγονότων, που συνέβησαν κατά το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταξύ Μαΐου 1919 και Οκτωβρίου 1922. Ο πόλεμος διεξήχθη μεταξύ της Ελλάδας και του Τουρκικού Εθνικού Κινήματος, που θα ίδρυε αργότερα τη Δημοκρατία της Τουρκίας.

Ελληνοτουρκικός Πόλεμος 1919-1922[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο επονομαζόμενος Ελληνο-Τουρκικός πόλεμος του 1919-1922, ονομάστηκε έτσι από το γενικευμένο πόλεμο των Συμμάχων κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον οποίο και ενεπλάκη η Ελλάδα στη λεγόμενη Μικρασιατική εκστρατεία. Είναι επίσης γνωστός και ως Πόλεμος της Μικράς Ασίας, και για την Τουρκία αποτελεί κομμάτι του Τούρκικου πολέμου της Ανεξαρτησίας από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις κατοχής (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, θεωρούμενη ομοίως και η Ελλάδα).

Το 1919, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η κυβέρνησή του, έχοντας την υποστήριξη των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διέταξαν την απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στην Μικρά Ασία με "εντολή" (η μέχρι πρότινος χρησιμοποιηθείσα λέξη "πρόσχημα" δεν αποδίδει σωστά την τότε κατάσταση) την αποκατάσταση της ειρήνης και της τάξης, στην ουσία δηλ. την απόφαση της Αντάντ περί εφαρμογής της επικείμενης συνθήκης των Σεβρών επί των ηττηθέντων Τούρκων. Και ναι μεν ο τελικός στόχος των Ελλήνων ήταν η προσάρτηση περιοχών της Μικράς Ασίας (κυρίως στα παράλια) όπου το ελληνικό στοιχείο, είτε ως πλειοψηφία είτε όχι, ζούσε και δραστηριοποιούνταν έντονα, πρωταρχική όμως μέριμνα της Κυβέρνησης Βενιζέλου ήταν, όντως, η "προστασία των ελληνικών πληθυσμών" από την τουρκική αυθαιρεσία καθώς και η ολοκλήρωση της επανάκτησης εδαφών και πληθυσμών από την πάλαι ποτέ Οθωμανική Αυτοκρατορία, δηλ. η πραγματοποίηση της "Μεγάλης Ιδέας". Μάλιστα αυτά γίνονται με νωπή την εμπειρία από την αισχρή μεταχείριση των πληθυσμών αυτών μετά τους βαλκανικούς πολέμους, όταν δηλ . χιλιάδες μη-Τούρκοι μικρασιάτες (και όχι μόνον Έλληνες) υπέστησαν απάνθρωπες πιέσεις και εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές εστίες τους κατά τρόπο που άγγιζε και συχνά ξεπερνούσε τα όρια της εθνοκάθαρσης. Μάλιστα ο ελληνικός στρατός εστάλη εκεί από τους συμμάχους δίκην χωροφύλακα, χωρίς η Ελλάδα να έχει δικαιώματα επί της Σμύρνης και της ευρύτερης ηπειρωτικής της περιοχής. Μόνο μετά από 5 χρόνια και αφού θα διενεργείτο δημοψήφισμα, θα αποφασιζόταν η τύχη της Σμύρνης και σε ποια χώρα θα περνούσε. Προφανώς όμως η Ελλάδα πίστευε ότι, εκ των πραγμάτων, θα "κέρδιζε" το δημοψήφισμα.

Το 1920 υπογράφηκε η Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), η οποία καθόριζε μέχρι πού θα μπορούσαν να προχωρήσουν τα ελληνικά στρατεύματα.

Και ενώ ο Σουλτάνος εδέχθη την συνθήκη, οι Νεότουρκοι με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ ή Ατατούρκ (Γενάρχης των Τούρκων) όπως ονομάστηκε από τους ομοεθνείς του στη συνέχεια δεν την αναγνώρισαν και άρχισαν να προετοιμάζονται για πόλεμο ώστε να αντιμετωπίσουν την Αντάντ και τους Έλληνες συμμάχους της. Αυτό οδήγησε την ελληνική κυβέρνηση στην ανάληψη δράσης προκειμένου να επιβάλει τα συμφωνηθέντα, με την προοπτική να κερδίσει επιπλέον εδάφη, τα οποία θεωρούσε πλειοψηφούντα σε ελληνικό πληθυσμό ("γραμμή Βενιζέλου"). Έτσι, τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να προελαύνουν στην ημιάναρχη Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία μαστιζόταν από εμφύλιες διαμάχες μεταξύ του Σουλτάνου και των Κεμαλιστών.

Πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα ανέτρεψαν τον Βενιζέλο, αφού στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 δεν εξελέγη ούτε καν βουλευτής, ενώ στην Τουρκία ο Μουσταφά Κεμάλ εδραιωνόταν όλο και πιο γερά. Αυτό οδήγησε στην αποδυνάμωση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, το οποίο βασιζόταν κυρίως σε βενιζελικούς αξιωματικούς, και αντίστροφα, σε ενδυνάμωση του τουρκικού. Παράλληλα η άνοδος του Κωνσταντίνου στον θρόνο προκάλεσε την δυσφορία των "συμμαχικών" δυνάμεων απέναντι στην Ελλάδα και σύντομα την πολιτική απομόνωσή της σε διεθνές επίπεδο καθώς ο Κωνσταντίνος είχε άμεσες σχέσεις με την έκπτωτη βασιλική οικογένεια της ηττημένης Γερμανίας.[7]

Το 1922 τα τουρκικά στρατεύματα άρχισαν την αντεπίθεση. Αφού επέτυχαν τη διάσπαση των ελληνικών δυνάμεων και την αποκοπή και συντριβή μέρους αυτών, ο κεμαλικός τουρκικός στρατός ανάγκασε τον εναπομείνοντα ελληνικό να υποχωρεί διαρκώς, ενώ μαζί με τον ελληνικό στρατό έφευγαν και Έλληνες που φοβόντουσαν αντίποινα από τους Τούρκους. Ο ελληνικός στρατός αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την Μ.Ασία και ο πόλεμος είχε ουσιαστικά τελειώσει. Με την Συνθήκη της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923), καθορίστηκαν τα νέα εδαφικά καθεστώτα του ελληνικού και τουρκικού κράτους αντίστοιχα.

Μαύρες σελίδες στην ιστορία του πολέμου αυτού αποτελούν η πυρπόληση της Σμύρνης, η οποία σύμφωνα με τους Έλληνες αλλά και αρκετούς υπηκόους ξένων κρατών της Ευρώπης και των ΗΠΑ που ήσαν αυτόπτες μάρτυρες, προκλήθηκε από τους Τούρκους (η Σμύρνη αποτελούσε τότε μεγάλο φάρο του ελληνισμού) και η ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία που ξεσπίτωσε 1.650.000 Έλληνες και 570.000 Τούρκους.

Η κατάσταση στο Αιγαίο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αιτία για την έναρξη του πολέμου ήταν οι μυστικές συμφωνίες των Δυτικών δυνάμεων για να διαμελίσουν την Οθωμανική αυτοκρατορία μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Συγκεκριμένα, η Αγγλία υποσχέθηκε στους Έλληνες εδαφικές προεκτάσεις εις βάρος των Τούρκων αν συμμαχούσαν με τους Συμμάχους στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα εδάφη που υποσχέθηκαν οι Άγγλοι ήταν η Ίμβρος, η Τένεδος και τα μικρασιατικά παράλια, ενώ παλαιότερα (1915) είχε προσφερθεί και η Κύπρος, αλλά η προσφορά απορρίφθηκε από την ελληνική βασιλική κυβέρνηση του Αλ. Ζαΐμη[8].

Αυτή την περίοδο, ο Μουσταφά Κεμάλ, στρατιωτικός και ηγέτης μίας ομάδας επαναστατών, ίδρυσε το Τούρκικο Εθνικό Κίνημα στην Μικρά Ασία. Οι επαναστάτες θέλησαν να ελευθερώσουν τα μέρη που είχαν παραδοθεί στην Ελλάδα με την απραξία της Υψηλής Πύλης.

Άφιξη Ελληνικών στρατευμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 2/15 Μαΐου 1919 ελληνικά στρατεύματα της 1ης Μεραρχίας με διοικητή το στρατηγό Ζαφειρίου αποβιβάσθηκαν στη Σμύρνη και κατέλαβαν την πόλη και τις γύρω περιοχές, με την κάλυψη του Ελληνικού, Γαλλικού και Βρετανικού ναυτικού. Ταυτόχρονα οι Έλληνες είχαν καταλάβει και την Ανατολική Θράκη. Αιματηρά επεισόδια σημειώθηκαν από τις πρώτες στιγμές της παρουσίας του ελληνικού στρατού στην πόλη, καθώς πυροβολισμοί που ρίχτηκαν από την πλευρά των τουρκικών στρατώνων (χωρίς ποτέ να διευκρινιστεί επακριβώς αν πρόκειτο για προβοκάτσια τρίτης δύναμης [9] ή αυθόρμητη είτε εκ των προτέρων σχεδιασμένη τουρκική ενέργεια[10] [11]) έφεραν σαν άμεσο αποτέλεσμα την αντίδραση των ελληνικών δυνάμεων. Υπήρξαν αρκετοί νεκροί και τραυματίες[12], ενώ η ελληνική διοίκηση, λίγες μέρες αργότερα εκτέλεσε δια τυφεκισμού δυο ευζώνους ως υπαίτιους από ελληνικής πλευράς. Έλληνες και Αρμένιοι της Σμύρνης υποδέχτηκαν τους Έλληνες ως σωτήρες. Οι Τούρκοι έβλεπαν τους Έλληνες ως κατακτητές στον τόπο τους. Το μεγαλύτερο μέρος του Τούρκικου στρατού στην περιοχή παραδόθηκε στα συμμαχικά στρατεύματα ή κατέφυγε στην ύπαιθρο. Οι Δυτικές δυνάμεις συνέχισαν την κατάκτηση των γύρω περιοχών με σκοπό να ενισχύσουν την θέση τους στην περιοχή της Σμύρνης. Σταδιακά, η Ελλάδα είχε κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος των παραλίων της Μικράς Ασίας. Μέσα σε 15 μόλις μέρες από την άφιξη των ελληνικών δυνάμεων, ολόκληρη η περιοχή των σαντζακίων (διοικητική διαίρεση των Οθωμανών) Σμύρνης και Αϊδινίου είχε καταληφθεί[13]. Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε ήδη αρχίσει να κινητοποιεί τους τουρκικούς πληθυσμούς και να τους καλεί να αντισταθούν στην ελληνική κατοχή.

Ισχυροποίηση των Ελληνικών διεκδικήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρέλαση τμήματος του Ελληνικού Στρατού στην προκυμαία της Σμύρνης, 2 Μαΐου 1919.

Τον Μάιο του 1919 η Ελλάδα (εκ των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) εξασφάλισε από τις μεγάλες δυνάμεις της "Τριπλής Συνεννοήσεως" («Αντάντ») -και χάρις στις ενέργειες του πρωθυπουργού της Ελευθέριου Βενιζέλου- την άδεια να αποβιβάσει στρατεύματα στη Σμύρνη, προκειμένου να προστατεύσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Ιωνίας από δολιοφθορές των Τούρκων ατάκτων. Η κατάληψη της πρωτεύουσας της Ιωνίας έγινε μέσα σε πανηγυρικό κλίμα και χωρίς αντίσταση (αν και κατά τις πρώτες ημέρες καταγράφηκαν αρκετά αιματηρά επεισόδια με ευθύνη και των δύο πλευρών), τοποθετήθηκαν Ελληνικές διοικητικές αρχές που υπήχθησαν στις εντολές του αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη και ξεκίνησε η προσπάθεια να αναχαιτιστούν οι εχθρικές επιβουλές, με στρατιωτικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις προς τα ενδότερα. Το Φεβρουάριο του 1920 συγκροτήθηκε η "Στρατιά Κατοχής Μικράς Ασίας", αποτελούμενη από το Α΄Σώμα Στρατού και το Σώμα Στρατού Σμύρνης. Στις 6 Ιουνίου του 1920 η ελληνική στρατιά άρχισε να προελαύνει προς βορρά και έως το τέλος του Οκτωβρίου είχε πετύχει να καταλάβει τη γραμμή Νικομήδεια - Προύσσα - Ουσάκ.

Με τη συμφωνία των Σεβρών (1920) που υπέγραψε η ηττημένη του πολέμου Οθωμανική Τουρκία αναγνωρίσθηκε η επικυριαρχία του Σουλτάνου στην καταληφθείσα περιοχή, πλην όμως το χρονοδιάγραμμα προέβλεπε Ελληνική διοίκηση για την επόμενη πενταετία πέραν της οποίας παρεχόταν η δυνατότητα μέσω δημοψηφίσματος να περιέλθει οριστικά στην Ελληνική επικράτεια. Παράλληλα, η Ανατολική Θράκη παραχωρήθηκε στην Ελλάδα έως τη γραμμή Αίνου-Μήδειας, ενώ με ξεχωριστή συμφωνία η Ιταλία συναινούσε να αποδώσει και τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα.

Ασταθής ισορροπία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τμήμα Ελληνικού Πεζικού στις πλαγιές του Τμώλου.

Η συμφωνία των Σεβρών που υπεγράφη στις 28 Ιουλίου (σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο) του 1920 αποτέλεσε μια τεράστια διπλωματική επιτυχία του Βενιζέλου, την οποία όμως δεν επικύρωσε επίσημα σχεδόν καμιά από τις πλευρές που την υπέγραψαν και την οποία ουδέποτε αναγνώρισε ο Μουσταφά Κεμάλ, μετέπειτα γνωστός και ως «Ατατούρκ», (περίφημος αξιωματικός του Τουρκικού στρατού που είχε διακριθεί στην αντίσταση κατά των δυτικών δυνάμεων στη χερσόνησο της Καλλίπολης, όπου η Αντάντ υπέστη πανωλεθρία). Ο Κεμάλ οργάνωσε ανταρτικό στρατό και όρισε την έδρα της επαναστατικής του κυβέρνησης στην Άγκυρα κηρύσσοντας αγώνα μέχρις εσχάτων. Από την άλλη πλευρά, ο Βενιζέλος, συνειδητοποιώντας πως η συνθήκη των Σεβρών κινδύνευε να παραμείνει "νεκρό γράμμα", αποφάσισε να την επιβάλει δια των όπλων και διέταξε το καλοκαίρι του 1920, την εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και τη γενίκευση της σύγκρουσης (που γρήγορα μετατράπηκε σε ολοκληρωτικό πόλεμο με εκατέρωθεν ωμότητες)[εκκρεμεί παραπομπή] στη Μικρασιατική ενδοχώρα, υπό το στρατηγό Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Ο ελληνικός στρατός, παρά τις δολιοφθορές των ατάκτων Τσετών κατόρθωσε να καταλάβει μια σειρά από πόλεις στις οποίες κατοικούσαν ελληνικής καταγωγής πληθυσμοί και να δώσει το δικαίωμα στην πολιτική ηγεσία να ελπίζει σε περιορισμό του τουρκικού στοιχείου στα οροπέδια της κεντρικής Ασίας. Παράλληλα, μια σειρά από πολιτιστικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες της ελληνικής διοίκησης της Μικράς Ασίας, όπως αρχαιολογικές ανασκαφές, ιδρύσεις εκπαιδευτικών και άλλων ιδρυμάτων αποσκοπούσαν στην εμπέδωση της ελληνικής συνείδησης των κατοίκων και τη δημιουργία υποδομών για την οριστική ενσωμάτωση των απελευθερωμένων (καταληφθεισών, κατά την τουρκική πλευρά) περιοχών στην ελληνική επικράτεια.

Στην Ελλάδα ωστόσο (παρά την διαφαινόμενη καθιέρωση της χώρας ως μίας περιφερειακής βαλκανικής δύναμης που εκτεινόταν γεωγραφικά σε δύο ηπείρους και πέντε θάλασσες) η δυσαρέσκεια του κόσμου αυξήθηκε από τις πολλές αυθαιρεσίες των βενιζελικών εναντίον των φιλομοναρχικών (μεταξύ των οποίων και η δολοφονία του επιφανούς στελέχους της αντιβενιζελικής παράταξης αγωνιστή, λογίου και πολιτικού Ίωνα Δραγούμη) μετά τη δολοφονική απόπειρα κατά του πρωθυπουργού στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών του Παρισιού από δύο απότακτους βασιλόφρονες αξιωματικούς. Παράλληλα, η οργισμένη και συνασπισμένη αντιπολίτευση δήλωνε ότι θα φρόντιζε να εξασφαλίσει την επιστροφή των ταλαιπωρημένων στρατιωτών που βρίσκονταν στα όπλα από το 1912 χωρίς σχεδόν καμία διακοπή, ενώ η ξαφνική απώλεια από δάγκωμα πιθήκου του νεαρού βασιλιά (Αλέξανδρος Α'), που είχε διαδεχθεί τον έκπτωτο πατέρα του (Κωνσταντίνος Α') και είχε αρμονική συνεργασία με το Βενιζέλο, επέτεινε την πολιτική αστάθεια.

Ο Βενιζέλος αναγκάσθηκε να προσφύγει στις κάλπες, όπου, χάρις στο εκλογικό σύστημα που εφαρμόσθηκε, η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» και ο επικεφαλής της Δημήτριος Γούναρης θριάμβευσαν, παρότι υπολείπονταν σε ψήφους.

Ελληνική επέκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έφοδος τμήματος του Ελληνικού Στρατού κοντά στον ποταμό Ερμό.

Τον Οκτώβριο του 1920, ο Ελληνικός στρατός προχώρησε στην Ανατολική Μικρά Ασία με την στήριξη πάντα των Δυτικών οι οποίοι ήθελαν να επιβάλουν στην εθνικιστική Τούρκικη κυβέρνηση να υπογράψει την Συνθήκη των Σεβρών. Οι επιχειρήσεις αν και ξεκίνησαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, συνεχίστηκαν από τον Δημήτριο Γούναρη, αφού το κόμμα του Βενιζέλου έχασε τις εκλογές. Ο Γούναρης έκανε στρατηγούς του Ελληνικού στρατού, άσχετους και άπειρους μοναρχιστές με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο να έχει τον πλήρη έλεγχο των στρατευμάτων στη Σμύρνη. Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν μία αποστολή. Να νικήσουν τον στρατό του Ατατούρκ και να τον αναγκάσουν σε διαπραγματεύσεις.

Η εξέλιξη των επιχειρήσεων το έτος 1921[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Δεκεμβρίου του 1920, σύμφωνα με το ανακοινωθέν που εξέδωσε ο διοικητής της Ελληνικής στρατιάς Μικράς Ασίας Αναστάσιος Παπούλας, είχε επιτευχθεί πλήρως ο αντικειμενικός σκοπός των στρατιωτικών επιχειρήσεων στα ενδότερα της Μικράς Ασίας. Αυτός ήταν, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια ανακοίνωση[14] «η διασκόρπισις των προ του Σώματος Στρατού Αμύνης εχθρικών δυνάμεων, αίτινες είχον συγκεντρωθή αυτόθι με επιθετικάς κατ’ αυτόν διαθέσεις». Οι ελληνικές μονάδες, κατά το διήμερο 27 – 28 Δεκεμβρίου είχαν απωθήσει τις τουρκικές μονάδες, που υποχώρησαν άτακτα προς το Εσκή Σεχίρ. Αναφέρεται ότι υπήρξαν πολλοί αιχμάλωτοι τούρκοι στρατιώτες, ότι στα ελληνικά χέρια περιήλθε πολεμικό υλικό (εξοπλισμός και πολεμοφόδια) και ότι καταρρίφθηκε ένα αεροπλάνο της τουρκικής αεροπορίας το οποίο καταστράφηκε εντελώς. Οι ελληνικές απώλειες από τη διήμερη μάχη, με βάση τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, ήταν 39 νεκροί και 138 τραυματίες. Η έσχατη θέση των ελληνικών στρατευμάτων έφτασε έως τα οχυρά υψώματα της περιοχής Κοβαλίτσα, τα οποία καταλήφθηκαν από το 6ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Αρχιπελάγους (διοικητής Σταυριανόπουλος)[15]

Ωστόσο, το γεγονός ότι, οι ελληνικές μονάδες καταδίωξαν τους υποχωρούντες τούρκους μόνο έως την περιοχή Ινονού και εν-συνεχεία επέστρεψαν στις θέσεις τους δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές του σταθμού του Καράκιοϊ προς Βαγδάτη[16], επέτρεψε στον τουρκικό τύπο να κάνει λόγω για την πρώτη ελληνική ήττα[17]. Τους παραπάνω, όμως, τουρκικούς ισχυρισμούς, ανατρέπει δημοσίευμα της γαλλικής εφημερίδας «Ματαίν» (18841944) η οποία παραθέτει «τηλεγράφημα εξ’ Αγκύρας, αγγέλον, ότι ο Κεμάλ δι’ ανακοινωθέντος, αναγνωρίζει την νίκην του ελληνικού στρατού. Το ανακοινωθέν τονίζει, ότι η ελληνική νίκη οφείλεται εις το γεγονός, ότι αι Ελληνικαί δυνάμεις ήσαν υπέρτεραι»[18]

Σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές, η πρώτη ήττα για τους Έλληνες ήρθε στην πρώτη μάχη του Ινονού στις 11 Ιανουαρίου 1921, κάτι, εντούτοις, που δεν αποδεικνύεται από τα ντοκουμέντα της εποχής. Στη δεύτερη μάχη του Ινονού (27 - 30 Μαρτίου 1921), αντίθετα, όντως η ελληνική ολιγωρία και η έλλειψη εφεδρειών οδήγησε την ελληνική πλευρά στην πρώτη ουσιαστικά καθήλωσή της (οι Τούρκοι έκαναν λόγο για δική τους νίκη[19]) από τον Κεμαλικό στρατό. Η Δύση ήθελε να επισπεύσει τον διπλωματικό διάλογο φοβούμενη χειροτέρευση της κατάστασης[20]. Στις 8 Φεβρουαρίου 1921 συγκλήθηκε στο Λονδίνο διεθνής διάσκεψη με πρωτοβουλία των Δυνάμεων και εκπροσώπηση της ελληνικής πλευράς από τον πρωθυπουργό Ν. Καλογερόπουλο και της τουρκικής από το Μπεκήρ Σαμή, προκειμένου να αναζητηθεί κάποια λύση[21]. Μετά από διάφορες αμφιταλαντεύσεις της στάσης των Συμμάχων[22] [23] οι οποίες έφτασαν έως του σημείου να προταθεί, αφενός, δημογραφικός έλεγχος από διασυμμαχική επιτροπή στη Θράκη και τη Σμύρνη, αφετέρου ακόμη και η αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών[24] η Διάσκεψη διακόπηκε απότομα στις 3 Μαρτίου 1921 χωρίς να ληφθή απόφαση, ενώ η Ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε επιστράτευση[25]. Στις 10 Μαρτίου 1921 άρχισε νέα επιθετική ενέργεια από ελληνικής πλευράς[26] Οι ελληνικές δυνάμεις αφού πρώτα κατέλαβαν το Αφιόν - Καραχισάρ, έφτασαν τελικά προ του Εσκισεχίρ συναντώντας επίμονη τουρκική αντίσταση[27] Έτσι, η δεύτερη μάχη του Ινονού, ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου και κατέληξε σε θριαμβευτική νίκη των Τούρκικων δυνάμεων[28]. Οι Βρετανοί, αν και ήταν με το μέρος της Ελλάδος, αρνήθηκαν να συνεχίσουν την στρατιωτική στήριξη, για να μην προκαλέσουν την Γαλλική κυβέρνηση. Εν τω μεταξύ, η Τουρκία έλαβε σημαντική στρατιωτική και χρηματική βοήθεια από τους Ρώσους[29].

Η ελληνική κυβέρνηση είχε αντιληφθεί ότι η προεκλογική δέσμευσή της για τον τερματισμό της Μικρασιατικής εμπλοκής δεν μπορούσε να τηρηθεί εκ των πραγμάτων, έτσι αποφάσισε τη συνέχεια των επιχειρήσεων. Μάλιστα, στις 16 Απριλίου του 1921, ο ίδιος ο πρωθυπουργός Γούναρης έφτασε στη Σμύρνη, συνοδευόμενος από τον υπουργό επί των Στρατιωτικών Ν. Θεοτόκη και είχε συνεργασία με τον αρχιστράτηγο Αν. Παπούλα, τον αρχηγό του επιτελείου Β. Δούσμανη και τον επιτελάρχη Ξ. Στρατηγό. Επίσης, συναντήθηκε με το Μητροπολίτη Χρυσόστομο και με τον Αρμοστή Αρ. Στεργιάδη[30]. Στις 29 Μαίου του 1921 (σε μία συμβολικά επιλεγμένη χρονική στιγμή, 468 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης) ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος αποβιβάσθηκε στη Σμύρνη και συμμετείχε σε ευρεία στρατιωτική σύσκεψη[31], όπου ορίστηκε ως στόχος η κατάληψη της Άγκυρας και η καταστροφή του σταθμού ανεφοδιασμού του εχθρού, ενέργεια η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ελληνικού επιτελείου θα οδηγούσε τον Κεμάλ σε συνθηκολόγηση. Έπειτα ανέλαβε την αρχιστρατηγία του εκεί Ελληνικού Στρατού, αντικαθιστώντας εν μέρει τον Αναστάσιο Παπούλα. Την άνοιξη του 1922, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε και επέστρεψε στην Αθήνα.

Στις 30 Ιουνίου του 1921 η ελληνική επίθεση επαναλήφθηκε με σφοδρότητα από 4 Μεραρχίες που εξόρμησαν από την Προύσα, με αποτέλεσμα το Εσκή Σεχίρ να πέσει στα χέρια των Ελλήνων στις 6 Ιουλίου[32], εν-συνεχεία δε, οι ίδιες δυνάμεις -ενισχυόμενες απο 2 μεραχίες πεζικού και τη μεραρχία Ιππικού που είχαν εξορμήσει από Τουμπλού Μπουνάρ και Ουσάκ- αφού προηγουμένως (4 Ιουλίου) είχαν καταλάβει την Κιουτάχεια[33], ενώ κρατούσαν ήδη το Αφιόν Καραχισάρ[34], κατέλαβαν και το σημαντικότατο σιδηροδρομικό του κόμβο[35].

Μεταστροφή του διεθνούς παράγοντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διοικητές του Τουρκικού Στρατού.

Ο Βενιζέλος απογοητευμένος από την έκβαση των γεγονότων αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι. Η Γαλλία και η Ιταλία βρήκαν σε αυτή την εξέλιξη το πρόσχημα που αναζητούσαν για να απαγκιστρωθούν από την Μικρά Ασία στην οποία κατείχαν σημαντικά εδάφη (αλλά ήδη είχαν έλθει σε μυστικές συνεννοήσεις για την αποχώρησή τους με ανταλλάγματα). Απείλησαν την Ελλάδα ότι ενδεχόμενη παλινόρθωση του γερμανόφιλου Κωνσταντίνου θα οδηγούσε σε ρήξη των σχέσεων, κάτι που όμως αγνόησε η νέα Ελληνική κυβέρνηση. Το Νοέμβριο του 1920 ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στο θρόνο ύστερα απο δημοψήφισμα. Αγγλία και Γαλλία παρέδωσαν διακοινώσεις στη νέα κυβέρνηση με τις οποίες δεν αναγνώριζαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του κράτους και πάγωσαν όλα τα δάνεια που είχανε δρομολογηθεί προς την Ελλάδα. Μόνο η Αγγλία συνέχισε πλέον, αν και μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, να υποστηρίζει την Ελλάδα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Στην Τουρκία, ο Κεμάλ συνέχιζε τον αγώνα του κατά του Σουλτάνου (ο οποίος ήταν πρόθυμος να δεχθεί τη συμφωνία των Σεβρών, διατηρώντας τα προνόμιά του) αλλά και της ξενικής τριπλής κατοχής, ενώ στην απέναντι όχθη του Αιγαίου η κυβέρνηση Γούναρη όχι μόνο δεν επανέφερε το στρατό, αλλά αποφάσισε (με την παρότρυνση των Άγγλων που εξυπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα) να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, την Ελληνική ηγεσία απασχολούσε έντονα (σύμφωνα και με δηλώσεις του ίδιου του Γούναρη) η τύχη των Ελληνικής καταγωγής πληθυσμών, σε περίπτωση που αποφασιζόταν η διακοπή της εκστρατείας.

Καθήλωση και αδράνεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Μάχη Σαγγάριου
Λαϊκή εικόνα της εποχής που εικονίζει την Μάχη του Σαγγάριου.

Η προέλαση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος (120.000 άνδρες) μέσω της Αλμυρής Ερήμου ξεκίνησε την 1 Αυγούστου 1921[36] με τη συμμετοχή των Α΄, Β' και Γ΄ Σωμάτων και της Ταξιαρχίας Ιππικού (συνολικά 9 Μεραρχίες) και έφερε τις Ελληνικές δυνάμεις (οι οποίες προέβησαν σε πολλές ωμότητες κατά του Τουρκικού πληθυσμού)[εκκρεμεί παραπομπή] προ των πυλών της Άγκυρας, στις 8 Αυγούστου με τη διάβαση του ποταμού Σαγγάριου. Εκεί, στην κρίσιμη μάχη που ακολούθησε τον Αύγουστο του 1921 με έναρξη τις 11 Αυγούστου, ο Ελληνικός στρατός παρότι διέσπασε τις δυο πρώτες αμυντικές ζώνες των τούρκων αλλά όχι και την τρίτη και τελευταία, αναγκάσθηκε να καθηλωθεί, καθώς οι αντίπαλοι Τούρκοι στρατιώτες -συναισθανόμενοι ότι σε περίπτωση ήττας θα έχαναν τα πάντα- προέβαλαν λυσσαλέα αντίσταση. Στις 28 Αυγούστου ο τουρκικός στρατός αντεπιτέθηκε με δύναμη[37] και τη νύχτα της 30ης προς 31η Αυγούστου η ελληνική στρατιά αναγκάσθηκε να συμπτυχθεί (τακτική υποχώρηση), επιστρέφοντας στις θέσεις εξόρμησής της (Νικομήδεια-Εσκή Σεχίρ-Σεϊντί Γαζή-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ-ποταμός Μαίανδρος)[38] [39]. Παράλληλα, ο Κεμάλ -που σύμφωνα με τους βιογράφους του ήταν έτοιμος να οπισθοχωρήσει- αναθάρρησε και συνέχισε τον ανεφοδιασμό, τη στρατολόγηση νέων ανδρών (που συνέρρεαν στις τάξεις του) και τις μυστικές συμφωνίες, τόσο με τη νεοπαγή Σοβιετική Ένωση (καθώς οι Μπολσεβίκοι εξασφαλίζοντας τον έλεγχο περιοχών που θα τους απέδιδε ο Κεμάλ μετά από ενδεχόμενη επικράτησή του επί των Ελλήνων, του παραχώρησαν πολύτιμο εξοπλισμό -μη ξεχνώντας την προηγηθείσα συμμετοχή της Ελλάδας με στρατό στην εναντίον τους εκστρατεία της Αντάντ στην Ουκρανία / Κριμαία- θεωρώντας ότι η χώρα του δεχόταν και εκείνη επίθεση από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις), όσο και με Κούρδους αυτονομιστές.

Μετά την εγκατάσταση του Ελληνικού Στρατού σε ενεργητική άμυνα γύρω από το Εσκί Σεχήρ - Κιουτάχεια - Αφιόν Καραχισάρ, για ένα ολόκληρο χρόνο συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, με τους Τούρκους να απορρίπτουν πρόταση των Δυνάμεων της Αντάντ για ειρήνη και απαιτώντας την συνθηκολόγηση και αποχώρηση της Ελληνικής στρατιάς υπό όρους και τους δυτικούς ηγέτες να αποκλείουν κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Ελληνικό στρατό, κάτι που ήταν μια τελευταία απελπισμένη κίνηση της ελληνικής πλευράς για να εκβιάσει την κατάσταση και να εξουδετερώσει τον διαφαινόμενο κίνδυνο.

Η μεγάλη ανάπτυξη των Ελληνικών γραμμών που εκτείνονταν σε μία τεράστια απόσταση χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη αλληλοκάλυψη των τμημάτων, η εξάντληση των στρατιωτών από την πολύμηνη παραμονή τους σε κατάσταση εκστρατείας μέσα σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον πολύ μακριά από τα φιλικά παράλια, η ενδυνάμωση του αντιπάλου και η ασυνεννοησία με την πολιτική ηγεσία που αντικατέστησε τον αρχιστράτηγο (Αναστάσιο Παπούλα) με έναν ιδιόρρυθμο στρατηγό (Γεώργιο Χατζανέστη) οδήγησαν στην διάρρηξη του μετώπου και την οπισθοχώρηση.

Ένα δείγμα της ιδιορρυθμίας του Γεωργίου Χατζανέστη, φαίνεται χαρακτηριστικά στην πεποίθησή του πως η τουρκική αντεπίθεση θα μπορούσε να αποκρουστεί χωρίς δυσκολία. Έτσι, έχοντας την βεβαιότητα αυτή, επέτρεψε τη μεταφορά τριών συνταγμάτων και δυο ταγμάτων από την Ανατολία, στην Θράκη. Στη Θράκη, οι στρατιωτικές δυνάμεις της Ανατολίας, ενίσχυσαν την ελληνική παρουσία. Ο λόγος ήταν πως ο Γεώργιος Μπαλτατζής, είχε ήδη ενημερώσει τους αντιπροσώπους των συμμαχικών δυνάμεων στην Αθήνα, πως μόνο μια ελληνική κατοχή της Οθωμανικής πρωτεύουσας (Κωνσταντινούπολης) θα έφερνε την ειρήνη[40].

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ελληνικός στρατός συνέχισε να προχωράει μέχρι και 100 χλμ. έξω από την Άγκυρα. Εκεί, τον Αύγουστο του 1921, ο Μουσταφά Κεμάλ με τον στρατό του υπερασπίστηκε την πρωτεύουσα, πλέον, όχι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά της Τούρκικης Δημοκρατίας. Μετά από σκληρή μάχη με πολλούς νεκρούς, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Τα ελληνικά τμήματα καθηλώθηκαν στις όχθες του Σαγγάριου ποταμού και ένα χρόνο αργότερα εκδηλώθηκε μεγάλη τουρκική αντεπίθεση (Αύγουστος 1922). Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, ο Ελληνικός στρατός είχε μόνο την Σμύρνη υπό τον έλεγχό του.

Ο στρατός του Ατατούρκ έφτασε στην Σμύρνη, την οποία και κατέλαβε. Μπαίνοντας στην πόλη ο τουρκικός στρατός κατακρεούργησε εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων Μικρασιατών, άνδρες, γυναίκες και δεν χαρίστηκαν ούτε στα παιδιά.

Η καταστροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 13 Αυγούστου του 1922 και ενώ την προηγούμενη ημέρα προηγήθηκε παραπλανητική επίθεση στην τοποθεσία του Ντερέκιοϊ της περιοχής Μελετζίκ[41], ο ενισχυμένος Κεμαλικός στρατός πραγματοποίησε την κύρια προσβολή των ελληνικών γραμμών με γενική επίθεση στην πλέον αδύναμη θέση τους, στο νότιο τομέα και ΒΔ του Αφιόν Καραχισάρ[42]. Τα Α΄και Β΄ Σώματα Στρατού προέβαλαν σκληρή αντίσταση αλλά την επομένη ημέρα (14 Αυγούστου 1922) η γραμμή του μετώπου διασπάστηκε και ξεκίνησε η σύμπτυξη των ελληνικών δυνάμεων[43]. Ωστόσο, πολύ γρήγορα (16-17 Αυγούστου) οι ελληνικές δυνάμεις υπέστησαν νέα ήττα και περικυκλώθηκαν, υποχρεούμενες είτε να παραδοθούν και να υποστούν ταπεινωτική αιχμαλωσία, είτε να υποχωρήσουν άτακτα προς τα παράλια, καταδιωκόμενα από τις εχθρικές μονάδες. Αντίθετα, το Γ΄ Σώμα Στρατού και η 6η Μεραρχία που κάλυπταν το βόρειο τομέα του μετώπου υποχώρησαν συντεταγμένα καθώς δεν είχαν δεχτεί ιδιαίτερη πίεση. Οι τουρκικές μονάδες εισήλθαν στην Προύσσα και την ανακατέλαβαν στις 24 Αυγούστου σύμφωνα με ανακοινωθέν του ειδησεογραφικού σταθμού "Χόρσεϊ" του Λονδίνου, το οποίο εκδόθηκε την 23η βραδυνή ώρα[44]. Το τουρκικό επιτελείο ανακοίνωσε ότι η πρώτη φάση των επιθετικών του ενεργειών ολοκληρώθηκε με την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ και του Ουσάκ, όπως μετέδωσε το γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων "Βορδώ" του Παρισιού, στις 24 Αυγούστου 1922[45] Οι ίδιες, επίσημες πηγές της Άγκυρας ανέφεραν ότι ο ελληνικός στρατός πυρπόλησε, αποχωρώντας, τη μουσουλμανική συνοικία του Αφιόν Καραχισάρ[46]. Πανικόβλητη, η κυβέρνηση των Αθηνών υπό τον Π. Πρωτοπαπαδάκη αποφάσισε την αντικατάσταση του αρχιστράτηγου Χατζανέστη με τον αντιστράτηγο Πολυμενάκο[47] και διατάζει εκκένωση της Μικράς Ασίας. Στις 5 Σεπτεμβρίου τα τελευταία τμήματα του Ελληνικού Στρατού εγκατέλειψαν την Μικρά Ασία.

Στις 8 Σεπτεμβρίου οι πρώτοι Τούρκοι στρατιώτες μπήκαν στη Σμύρνη ως απελευθερωτές και στις 13 ξεκίνησε η καταστροφή. Οι νικητές προέβησαν σε εκτεταμένες βιαιοπραγίες και ωμότητες εις βάρος του χριστιανικού πληθυσμού όλης της Μικράς Ασίας. Η γενοκτονία των Ελλήνων που ξεκίνησε το 1906 από τη Θράκη[48] ολοκληρωνόταν στη Σμύρνη από τους Νεότουρκους[49]. Οι ελληνικές και αρμενικές συνοικίες της Σμύρνης παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ οι κάτοικοί τους αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπο διαφυγής προς το Αιγαίο, κάτω από τα αδιάφορα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) βλέμματα των πληρωμάτων των συμμαχικών πλοίων τα οποία τηρούσαν στάση αυστηρής ουδετερότητας (όπως είχαν διαταχθεί) μπροστά στη σφαγή, ενώ καταγράφηκαν και περιπτώσεις όπου οι άνδρες των πληρωμάτων ράβδιζαν τα χέρια των ικετεύοντων χριστιανών που προσπαθούσαν να ανεβούν στα καταστρώματα για να σωθούν.

Η αρνητική έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας οδήγησε στη μεγάλη καταστροφή, την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπινων ζωών και την προσφυγοποίηση 1,5 εκατομμυρίου άλλων.Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο Ελ. Βενιζέλος με το υπόμνημά του στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης του Παρισιού, στη Μικρά Ασία ζούσαν 1.694.000 Έλληνες. Στη Θράκη και την περιοχή της Κωνσταντινούπολης 731.000. Στην περιοχή της Τραπεζούντας 350.000 και στα Αδάνα 70.000. Σύνολο 2.845.000 Έλληνες που αποτελούσαν το 20% του πληθυσμού της περιοχής που κυριαρχούσε οικονομικά, είχε δε καταφέρει να διατηρήσει την πολιτιστική του κληρονομιά παρ' ότι αποτελούσε μειονότητα σε εχθρικό περιβάλλον.

Οι διασωθέντες έφτασαν στον ελεύθερο χώρο του βαλκανικού Νότου, ως πρόσφυγες και τραγικές αποδείξεις μιας ανολοκλήρωτης πορείας. Ερωτηματικό παραμένει ως σήμερα, ο μεγάλος αριθμός κρυπτοχριστιανών οι οποίοι παραμένουν ως και σήμερα, αφανείς. Στα συντρίμμια της Σμύρνης τερματίσθηκε η Ελληνική παρουσία 2.500 ετών στη Μικρά Ασία και ενταφιάστηκε η ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας», η οποία είχε αποτελέσει επί σχεδόν έναν αιώνα τον κεντρικό άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τη βασική πηγή τροφοδότησης της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας. Ο ελληνισμός στη Μικρά Ασία (Ιωνία, Πόντος, Καππαδοκία) και στην Ανατολική Θράκη υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια του ελληνικού έθνους. Κατοικούσαν εκεί 2.500.000 Ελληνες περίπου, οι οποίοι είχαν 2.177 σχολεία με 177.505 μαθητές και 4.596 δάσκαλοι, καθώς και 2.232 εκκλησίες.

Οι θηριωδίες και από τις δύο πλευρές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικές σφαγές κατά των Τούρκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Αμερικανός αντιστράτηγος Τζέιμς Χάρμπορντ έγραψε το εξής προς την Αμερικανική Γερουσία, περιγράφοντας τους πρώτους μήνες της κατοχής: «Τα ελληνικά στρατεύματα και οι ντόπιοι Έλληνες που ενώθηκαν με το στρατό ξεκίνησαν ένα γενικό μακελειό του Μουσουλμανικού πληθυσμού, κατά το οποίο οι Οθωμανοί αξιωματούχοι, οι στρατιώτες, αλλά και οι φιλειρηνικοί κάτοικοι θανατώθηκαν χωρίς διάκριση.»
  • Ένας Βρετανός αξιωματούχος σημείωσε (σύμφωνα με τον ιστορικό Τανέρ Ακτσάμ: «Δεν υπήρξε καν οργανωμένη αντίσταση [από τους Τούρκους] κατά τη διάρκεια της Ελληνικής κατοχής. Και όμως οι Έλληνες επιμένουν να καταπιέζουν, και συνεχίζουν να καίνε χωριά, να σκοτώνουν Τούρκους και να βιάζουν και να σκοτώνουν γυναίκες και νεαρά κορίτσια, να στραγγαλίζουν παιδιά.»
  • Ο Χάρολντ Άρμστρονγκ, Βρετανός αξιωματούχος και μέλος της Διασυμμαχικής Επιτροπής, έγραψε ότι καθώς οι Έλληνες έκαναν επέλαση βγαίνοντας από τη Σμύρνη, κατακρεούργησαν και βίασαν πολίτες, καίγοντας και λεηλατώντας στο πέρασμά τους.
  • Ο Άρνολντ Τζ. Τόυνμπη, ο διάσημος Βρετανός ιστορικός, έγραψε οτι ο ίδιος και η γυναίκα-του έγιναν μάρτυρες θηριωδιών που διέπραξαν οι Έλληνες στις περιοχές της Γιάλοβας, του Τζεμλίκ, και της Νικομήδειας (Izmit). Όχι μόνο κατέγραψαν άφθονο αποδεικτικό υλικό όπως «καμμένα και λεηλατημένα σπίτια, πρόσφατα πτώματα, και τρομοκρατημένους επιζώντες», αλλά επίσης είδαν με τα μάτια-τους ληστείες από Έλληνες πολίτες και εμπρησμούς από Έλληνες στρατιωτικούς την ώρα που διέπρατταν αυτές τις πράξεις.
  • Η Μάρτζορι Χουσεπιάν έγραψε ότι 4.000 Μουσουλμάνοι της Σμύρνης σκοτώθηκαν από τις Ελληνικές δυνάμεις.
  • Ο Γιοχάννες Κολμόντιν, Σουηδός λαογράφος με έδρα τη Σμύρνη και ειδικευόμενος στην Ανατολή, έγραψε σε γράμματά του ότι ο ελληνικός στρατός είχε κάψει 250 Τουρκικά χωριά.
  • Η Διασυμμαχική Επιτροπή δήλωσε στην αναφορά-της της 23ης Μαΐου 1921: «Μια ιδιαίτερη και συστηματική μέθοδος φαίνεται να ακολουθείται κατά την καταστροφή των χωριών, ομάδα προς ομάδα, κατά τους τελευταίους δύο μήνες, η οποία καταστροφή έχει αγγίξει τα περίχωρα του ελληνικού αρχηγείου. Τα μέλη της Επιτροπής θεωρούν ότι, στην περίπτωση των οικισμών της Γιάλοβας και του Τζεμλίκ που κατέλαβε ο ελληνικός στρατός, υπάρχει ένα συστηματικό σχέδιο καταστροφής των Τουρκικών χωριών και εξάλειψης του Μουσουλμανικού πληθυσμού. Το σχέδιο αυτό υλοποιείται από ελληνικές και αρμενικές ομάδες, που φαίνονται να δρουν υπό τις ελληνικές οδηγίες, και μερικές φορές ακόμη και με συνδρομή αποσπασμάτων τακτικού στρατού.»

Κατά την διάρκεια της υποχώρησης:

  • Ο Σίντνεϋ Νέτλτον Φίσερ, ένας ιστορικός της Μέσης Ανατολής, έγραψε: «Ο ελληνικός στρατός, καθώς οπισθοχωρούσε, ακολούθησε πολιτική καμμένης γης, και διέπραξε κάθε είδους αγριότητα στο πέρασμά του ενάντια σε αβοήθητους Τούρκους χωρικούς».
  • Ο Νόρμαν Μ. Νάιμαρκ σημείωσε: «Η ελληνική υποχώρηση ήταν ακόμα πιο καταστροφική για τον ντόπιο πληθυσμό από την κατοχή.»
  • Ο Τζέιμς Λόντερ Παρκ, Αμερικανός Ανθύπατος στην Κωνσταντινούπολη την εποχή εκείνη, ο οποίος επισκέφθηκε μεγάλο μέρος της κατεστραμμένης περιοχής αμέσως μετά την ελληνική φυγή, περιέγραψε ως εξής αυτά που είδε: «Η Μανίσα... σχεδόν εξ ολοκλήρου αφανισμένη απ’ τη φωτιά... 10.300 σπίτια, 15 τζαμιά, 2 λουτρά, 2.278 καταστήματα, 19 ξενοδοχεία, 26 βίλλες... [καταστράφηκαν]. Ο Καζαμπάς (Turgutlu) ήταν μια πόλη με 40.000 ψυχές, απ’ τις οποίες οι 3.000 ήταν μη-Μουσουλμάνοι. Από αυτούς τους 37.000 Τούρκους μόνο οι 6.000 μπορούσαν να μετρηθούν ανάμεσα στους ζωντανούς, ενώ 1.000 Τούρκοι ήταν γνωστό ότι είχαν πυροβοληθεί ή καεί ζωντανοί. Από τα 2.000 κτίρια που αποτελούσαν την πόλη, μόνο 200 παρέμειναν όρθια. Πάμπολλες ενδείξεις υπάρχουν που δείχνουν ότι η πόλη είχε συστηματικά καταστραφεί από Έλληνες στρατιώτες, που βοηθήθηκαν από έναν αριθμό Ελλήνων και Αρμενίων πολιτών. Κηροζίνη και βενζίνη χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για να κάνουν την καταστροφή πιο σίγουρη, γρήγορη, και πλήρη. Στη Φιλαδέλφεια (Alaşehir) χρησιμοποιήθηκαν χειροκίνητες αντλίες για να βραχούν οι τοίχοι κτιρίων με κηροζίνη. Καθώς εξετάζαμε τα ερείπια της πόλης, βρήκαμε έναν αριθμό κρανίων και οστών, απανθρακωμένων και μαύρων, με υπολείμματα τριχών και δέρματος κολλημένα πάνω-τους. Με δική-μας προτροπή ένας αριθμός τάφων που φαίνονταν πρόσφατα φτιαγμένοι ανοίχτηκαν, οπότε διαπιστώσαμε ότι τα νεκρά σώματα δεν είχαν ταφεί περισσότερο από τέσσερις εβδομάδες πριν [που ήταν η διάρκεια της ελληνικής υποχώρησης μέσα από τη Φιλαδέλφεια].»
  • Ο Παρκ επίσης συμπέρανε τα εξής:
  1. «Η καταστροφή των πόλεων που η ομάδα-μας επισκέφτηκε στο εσωτερικό διαπράχθηκε από Έλληνες.
  2. «Τα ποσοστά των κτιρίων που καταστράφηκαν σε καθεμία από τις τέσσερις πόλεις που αναφέρθηκαν ήσαν: Μανίσα, 90%, Καζαμπάς (Turgutlu) 90%, Φιλαδέλφεια (Alaşehir) 70%, Σαλιχλί (Salihli) 65%.
  3. «Το κάψιμο των πόλεων αυτών δεν ήταν ούτε ασύνδετο, ούτε περιστασιακό, ούτε τυχαίο, αλλά καλά σχεδιασμένο και πλήρως οργανωμένο.
  4. «Υπήρξαν πολλές περιπτώσεις φυσικής βίας, οι πιο πολλές από τις οποίες ήσαν σκόπιμες και ανηλεείς. Χωρίς πλήρη αριθμητικά στοιχεία, που ήταν αδύνατο να συλλέγουν, μπορεί με σιγουριά να υποτεθεί ότι οι αγριότητες που διαπράχθηκαν από τους υποχωρούντες Έλληνες αριθμούσαν στις χιλιάδες στις τέσσερις πόλεις που προαναφέρθηκαν, και αποτελούνταν και από τα τρία συνήθη είδη τέτοιων αγριοτήτων, και συγκεκριμένα: φόνους, βασανισμούς, και βιασμούς.»

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Jelavich, Barbara (1983). History of the Balkans: Twentieth century. Cambridge University Press, σελ. 131. ISBN 978-0-521-27459-3. https://books.google.com/?id=Hd-or3qtqrsC&pg=PA131. 
  2. Ραμαζιάν Σ., Ιστορία τών Άρμενο – Έλληνικών στρατιωτικών σχεσεων καί συνεργασίας, Αθήνα, 2010. Ռամազյան Ս., Հայ-հունական ռազմական առնչությունների և համագործակցության պատմություն, Աթենք, 2010, σσ. 200–201, 208-209; βλ. The attempts of the Greek-Armenian Co-operation during the Armenian Genocide (1915–1923) by Gevorg Vardanyan
  3. 3,0 3,1 3,2 Sabahattin Selek: Millî mücadele - Cilt I (engl.: National Struggle - Edition I), Burçak yayınevi, 1963, page 109, (Τουρκικά)
  4. Taşkıran, Cemalettin (2005). "Kanlı mürekkeple yazın çektiklerimizi ... !": Milli Mücadelede Türk ve Yunan esirleri, 1919–1923, σελ. 26. ISBN 978-975-8163-67-0. 
  5. Επίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919–1922, Athens: Directorate of Army History, 1967 .
  6. Death by Government, Rudolph Rummel, 1994.
  7. Ζολώτα, Αναστασίου Π. (1995). Η Εθνική Τραγωδία. Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.), Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημοσίας Διοικήσεως. 
  8. "Η Μηχανή του Χρόνου": "«Η Ελλάς δεν δύναται να αποδεχθεί την προσφορά να προσαρτήσει την Κύπρο και θα παραμείνη ουδέτερη». Όταν ο Ζαϊμης απέρριψε την πρόταση των Άγγλων να παραχωρήσουν την Κύπρο στην Ελλάδα. Η χαμένη ευκαιρία..."
  9. "Η Βενιζελική απόφαση για την αποβίβαση του Ελληνικού στρατού στην Σμύρνη"
  10. "Η ελληνική απόβαση στη Σμύρνη"
  11. "Οργανωμένα έκτροπα"
  12. Ο Γάλλος καθηγητής Εντουάρ Ντριό ο οποίος ανέλαβε κατόπιν εντολής της Ελληνικής Κυβέρνησης να συγγράψει την ελληνική διπλωματική ιστορία της περιόδου 1908 - 1923, στο πόνημά του "Ελλάδα και Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος" (ελληνική έκδοση "Πελασγός", Β΄ έκδοση, Νοέμβριος 2000, σελ. 322) κάνει λόγο για 42 νεκρούς εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, εκ των οποίων οι δυο ήταν στρατιώτες και για 66 τραυματίες εκ των οποίων έξι ήταν στρατιώτες, για δε την τουρκική πλευρά αναφέρει έναν συνολικό αριθμό 300-400 νεκρών και τραυματιών τη συγκεκριμένη ημέρα (15 Μαΐου 1919
  13. Ο Εντουάρ Ντριό (όπως πριν, σελ. 323) αναφέρει ότι το βράδυ της 29 προς 30 Μαΐου 1919 οι ελληνικής καταγωγής υπήκοοι εκκένωσαν το Αιδίνι στα περίχωρα του οποίου είχαν σχηματιστεί ήδη ομάδες ένοπλων τούρκων ατάκτων οι οποίοι στη συνέχεια πυρπόλησαν ολόκληρη τη χριστιανική συνοικία της πόλης. Τα θύματα τα υπολογίζει σε 1.500-2.000 από την ελληνική πλευρά και 1.200-1.500 από την τουρκική. Στις 4 Ιουνίου ισχυρές μονάδες του ελληνικού στρατού κινήθηκαν και κατόπιν προσωπικής εντολής του Βενιζέλου προέβησαν σε αντίποινα πυρπολώντας την τουρκική συνοικία, με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα 2/3 της πόλης. Στις 17 Ιουνίου στη Μαινεμένη που απείχε σημαντική απόσταση από τη Σμύρνη, ο ελληνικός στρατός έχασε τον έλεγχο κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης τούρκων που διαδήλωναν και άνοιξε πυρ εναντίον του πλήθους με απολογισμό 200 νεκρούς και ισάριθμο περίπου αριθμό τραυματιών
  14. [ http://efimeris.nlg.gr/ns/pdfwin.asp?c=108&dc=1&db=1&da=1921 Φύλλο εφημερίδας «Εμπρός» της 1 Ιανουαρίου 1921, σελ. 4: «Αν ηθέλαμεν θα είμεθα εις το Εσκή Σεχίρ»]
  15. Εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο της 3 Ιανουαρίου 1921, σελ. 4: «Θέσεις απόρθητοι εκυρ/θησαν δια της ελληνικής λόγχης»
  16. Εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ», φύλλο της 4 Ιανουαρίου 1921, σελ. 4: «Ανακοινωθέν του Επιτελείου δια τον σκοπόν των τελευταίων επιχειρήσεων»
  17. Εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ», φύλλο της 13 Ιανουαρίου 1921, σελ. 4: «Αι Ελληνικαί επιχειρήσεις εσημείωσαν σημαντικάς επιτυχίας – Βεβαίωσις εγκύρου αγγλικής πηγής. Λονδίνον, 12 Ιανουαρίου (τηλ.)- Ο ‘Εωθινός Ταχυδρόμος’ δημοσιεύει τηλεγραφήματα εκ Κωνσταντινουπόλεως αγγέλοντα ότι κατά τας βεβαιώσεις εγκύρων αγγλικών κύκλων, αι Ελληνικαί πολεμικαί επιχειρήσεις επερί το Εσκή Σεχίρ εσημείωσαν σημαντικάς επιτυχίας. Κατά τα ίδια τηλεγραφήματα, ο τουρκικός τύπος, μη δυνάμενος να κρύψη τας συμπαθείας του προς την κυβέρνησιν του Κεμάλ, δημοσιεύει κύρια άρθρα εξυμνών τας δήθεν νίκας των Τούρκων εθνικοφρόνων, ζητών συνάμα όπως αι Δυνάμεις αναγνωρίσουν την κυβέρνησιν της Αγκύρας και αναθεωρήσουν την Συνθήκην των Σεβρών»
  18. Εφημερίδα «Μακεδονία», φύλλο της 11 Ιανουαρίου 1921, σελ. 2: «Ο Κεμάλ αναγνωρίζει την ήτταν του»
  19. Φύλλο εφημερίδας Μακεδονία της 1 Απριλίου 1921, σελ. 2: "Αθήναι, 31 (ιδ. τηλ.) Τηλεγραφείται εκ Κων/πόλεως ότι η Ιλερή της Αγκύρας λέγει, ότι τα εθνικά στρατεύματα εδόξασαν τα εθνικά όπλα προ του Καρά-Χισάρ. Ο Κεμάλ, εν συνεντεύξει διαβεβαιοί τον τουρκικόν λαόν ότι λίαν συντόμως οι σύμμαχοι θα αναγκασθούν να αναγνωρίσουν τα δίκαια της Τουρκίας επί της Θράκης και της Μικράς Ασίας"
  20. Εφημερίδα 'Έθνος', φύλλο της 12 Ιανουαρίου 1921, σελ. 2: "Επί του Πιεστηρίου - Η Διάσκεψις και το Ανατολικόν ζήτημα - Αμφιβολίαι περί της λύσεώς του"
  21. Φύλλο εφημερίδας 'ΣΚΡΙΠ' της 8/2/1921, σελ.1 : "Η σημερινή μεγάλη ημέρα"
  22. Φύλλο εφημερίδας 'Μακεδονία' της 13 Φεβρουαρίου 1921, σελ. 2: "Απρόοπτος μεταβολή εις την στάσιν των Συμμάχων έναντι των Τούρκων"
  23. Φύλλο εφημερίδας 'Εμπρός' της 17 Φεβρουαρίου 1921, σελ. 4: "Απαράδεκτοι και παράλογοι! Που κείται η μόνη λύσις"
  24. Εφημερίδα 'Έθνος', φύλλο της 22 Φεβρουαρίου 1921, σελ. 2: "Η νέα συνεδρίασις δια το Ανατολικόν"
  25. Φύλλο εφημερίδας 'ΣΚΡΙΠ' της 3/3/1921, σελ. 4: "Η Διάσκεψις διέκοψε τας εργασίας χωρίς να επιτευχθή αποτέλεσμα"
  26. Φύλλο εφημερίδας 'Μακεδονία' της 11 Μαρτίου 1921, σελ. 1: "Το τελικόν κτύπημα κατά του Κεμάλ"
  27. Εφημερίδα 'Έθνος' της 27 Μαρτίου 1921, σελ. 4: "Τρομεραί αι απώλειαι των Τούρκων εις το Εσκή Σεχήρ"
  28. Φύλλο εφημερίδας 'Έθνος' της 30 Μαρτίου 1921, σελ. 4: "Απόκρουσις επιθέσεως πέραν του Αφιόν Καραχισσάρ"
  29. Φύλλο εφημερίδς Μακεδονία της 4 Απριλίου 1921, σελ. 2 : "Ο Κεμάλ εφοδιάζεται εις πολεμεφόδια εκ Ρωσσίας"
  30. Φύλλο εφημερίδας Εμπρός της 17 Απριλίου 1921, σελ. 4: "Η χθεσινή ημέρα του κ. Γούναρη εις Σμύρνην. Σήμερον αναχώρουν εις το μέτωπον Ουσάκ"
  31. Εφημερίδα "Εμπρός", φύλλο της 30 Μαΐου 1921, σελ. 1: "Προς την νίκην! Το διάγγελμα του Βασιλέως προς τον ελληνικόν λαόν"
  32. Φύλλο εφημερίδας ΣΚΡΙΠ της 8 Ιουλίου 1921, σελ. 1: "Ο ελληνικός στρατός εισήλθε την Τρίτην στο Εσκη Σεχήρ"
  33. Κουκουτσάκης, στο φύλλο της εφημερίδας "Εμπρός" της 7 Ιουλίου 1921, σελ. 4: "Η φάλαγξ Άδρανος εισήλθε πρώτη εις την πόλιν"
  34. Φύλλο εφημερίδας 'ΣΚΡΙΠ' της 16 Μαρτίου 1921, σελ. 1: "Αι λεπτομέριαι της καταλήψεως του Αφιόν-Καραχισσάρ"
  35. Φύλλο εφημερίδας Μακεδονία της 14 Ιουλίου 1921, σελ. 2: "Λεπτομερής επίσημος έκθεσις περί της μεγαλειώδους νίκης του Εσκή Σεχήρ"
  36. Φύλλο εφημερίδας Μακεδονία της 2 Αυγούστου 1921, σελ. 1: "Η επίθεσις κατά του εχθρού ήρχισεν"
  37. Φύλλο εφημερίδας 'ΣΚΡΙΠ' της 31 Αυγούστου 1921, σελ. 4: "Αποκρούονται αι εχθρικαί αντεπιθέσεις"
  38. Εφημερίδα 'Έθνος' της 30 Αυγούστου 1921, σελ. 4: "Απεκρούσθη ισχυρά τουρκική επίθεσις"
  39. Εφημερίδα 'Ριζοσπάστης', φύλλο της 31 Αυγούστου 1921, σελ. 2: "Χαλάρωσις των επιχειρήσεων του μετώπου"
  40. Llewellyn-Smith, Michael (1973). Ionian Vision: Greece in Asia Minor 1919-1922. London: Allen Lane, σελ. 264, 273-4, 277, 278. 
  41. Φύλλο εφημερίδας 'ΣΚΡΙΠ' της 13 Αυγούστου 1922, σελ. 4: "Ο εχθρός επιτεθείς ηναγκάσθη να υποχωρήση ατάκτως - Ελάχισται αι απώλειαι των ημετέρων"
  42. Εφημερίδα 'Έθνος', φύλλο της 14 Αυγούστου 1922, σελ. 4: "Ήρχισεν από χθες επίθεσις των Τούρκων εις το Αφιόν Καραχισσάρ"
  43. Πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας 'Μακεδονία' στο φύλλο της 17 Αυγούστου 1922, με τίτλο: "Η εξέλιξις της εχθρικής επιθέσεως - ο αγών συνάπτεται δυτικώς του Αφιόν Καραχισσάρ - Διατί εξεκινώθη το Αφιόν - Αι άλλαι μετακινήσεις του στρατού"
  44. Φύλλο εφημερίδας 'ΣΚΡΙΠ' της 25/8/1922, σελ. 4
  45. 'ΣΚΡΙΠ', ό.π.
  46. 'ΣΚΡΙΠ', ό.π.
  47. Φύλλο εφημερίδας 'ΣΚΡΙΠ' της 25 Αυγούστου 1922, σελ. 4: "Αρχιστράτηγος ανέλαβεν ο κ. Πολυμενάκος"
  48. Η Γενοκτονία του Ελληνισμού της Ανατολής (Πόντου, Μ. Ασίας, Θράκης)
  49. Η άρνηση της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1914-1923)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δημήτρης Κιτσίκης, Συγκριτική Ιστορία Ελλάδος και Τουρκίας στον 20ο αιώνα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 3η έκδοση, 1998.
  • "Σύντομη ιστορία της νεώτερης Ελλάδος" (Richard Clogg)
  • Ένθετο "Ιστορικά" (Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία")
  • "Τρεις αιώνες, μια ζωή" (Φιλιώ Χαϊδεμένου και "Λιβάνης")
  • "Πως έζησα την καταστροφή της Σμύρνης" (Μιχ. Βαζλαβάνης και "Κωστόγιαννος" 1998)
  • "Δακρυσμένη Μικρασία" (Βασίλης Τζανακάρης και "Μεταίχμιο" 2007)
  • Η Γενοκτονία των Ελλήνων

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα