Παύλος Α΄ της Ελλάδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παύλος
Paul I of Greece.jpg
Περίοδος1 Απριλίου 1947 - 6 Μαρτίου 1964
Στέψη1 Απριλίου 1947
ΠροκάτοχοςΓεώργιος Β΄
ΔιάδοχοςΚωνσταντίνος Β΄
Γέννηση14 Δεκεμβρίου 1901
Αθήνα, Βασίλειο της Ελλάδας
Θάνατος6 Μαρτίου 1964 (62 ετών)
Αθήνα, Βασίλειο της Ελλάδας
Τόπος ταφήςΒασιλικό Κοιμητήριο, Ανάκτορα Τατοΐου, Αθήνα
ΣύζυγοςΦρειδερίκη (ν. 1938)
ΕπίγονοιΣοφία
Κωνσταντίνος Β΄ της Ελλάδας
Ειρήνη
ΟίκοςΓκλύξμπουργκ-Ελλάδας
ΠατέραςΚωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας
ΜητέραΣοφία της Πρωσίας
ΥπογραφήKing Paul of Greece Signature.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Παύλος Α΄ της Ελλάδας (Αθήνα, 14 Δεκεμβρίου 1901 - 6 Μαρτίου 1964) ήταν Βασιλιάς της Ελλάδας από το 1947 έως το θανατό του, το 1964.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παύλος γεννήθηκε στα Βασιλικά Ανάκτορα του Τατοΐου στις 14 Δεκεμβρίου 1901. Ήταν το τέταρτο κατά σειρά παιδί του τότε Διαδόχου Κωνσταντίνου και της συζύγου του Πριγκίπισσας Σοφίας. Ο Παύλος ήταν εγγονός του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ και της Βασίλισσας Όλγας της Ελλάδας από την πλευρά του πατέρα του, ενώ από την πλευρά της μητέρας του ήταν εγγονός του Αυτοκράτορα Φρειδερίκου Γ´ και της Αυτοκράτειρας Βικτώριας της Γερμανίας.

Το 1916, κι ενώ είχε ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ξεκίνησε να φοιτά στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, όμως το επόμενο έτος (1917) αναγκάστηκε να εξοριστεί στην Ελβετία, μαζί τον πατέρα του Βασιλιά Κωνσταντίνο και άλλα μέλη της Βασιλικής Οικογένειας, έπειτα από την απαίτηση της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1920 και μετά το θάνατο του αδελφού του Βασιλιά Αλέξανδρου, η ελληνική κυβέρνηση μέσω του Έλληνα πρέσβη στη Βέρνη, ζήτησε από τον Παύλο να αποδεχτεί το ελληνικό Στέμμα. Εκείνος απέρριψε την πρόταση, αναφέροντας ότι θα την έκανε αποδεκτή μόνο εάν ο ελληνικός λαός αποφάσιζε ότι δεν επιθυμούσε την επάνοδο του πατέρα του Βασιλιά Κωνσταντίνου και του Διαδόχου Γεωργίου.[1]

Στις 19 Δεκεμβρίου 1920 ο Παύλος επέστρεψε στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του και συνέχισε τη φοίτησή του στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1922 με το βαθμό του σημαιοφόρου.[2] Ως νέος αξιωματικός, τοποθετήθηκε στο καταδρομικό «Έλλη», κυβερνήτης του οποίου ήταν ο πλοίαρχος Περικλής Ιωαννίδης.[3]

Το 1923, λίγο πριν από την ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας στην Ελλάδα, έφυγε για το εξωτερικό μαζί με τον αδελφό του, Γεώργιο Β΄.

Υπήρξε λάτρης της κλασικής μουσικής καθώς και προσωπικός φίλος της Τζίνα Μπαχάουερ και του Γεχούντι Μενουχίν.[4]

Μιλούσε ελληνικά, αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά.[4]

Διάδοχος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1935, με την παλινόρθωση της μοναρχίας, ξαναγύρισε στην Ελλάδα, ως διάδοχος του θρόνου. Στις 9 Ιανουαρίου 1938 νυμφεύτηκε στην Αθήνα Φρειδερίκη πριγκίπισσα του Αννοβέρου, η οποία ήταν κόρη της πρώτης του εξαδέλφης, Βικτωρίας Λουίζας της Πρωσίας . Από το γάμο του απέκτησε 3 παιδιά:

Στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο υπηρέτησε στο Γενικό Στρατηγείο και μετά τη γερμανική εισβολή ακολούθησε τον Βασιλιά Γεώργιο Β΄ στην Κρήτη. Μετά την κατάληψη αυτής από τους Γερμανούς, κατέφυγε στην Αίγυπτο, για να εγκατασταθεί τελικά με την οικογένειά του στο Κέιπ Τάουν της Νοτίου Αφρικής.

Η περίοδος της βασιλείας του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παύλος και η Φρειδερίκη σε καταδρομικό των ΗΠΑ στον Πειραιά τον Μάιο του 1947

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1946 επανήλθε στην Ελλάδα με τον άτεκνο αδερφό του Γεώργιο, μετά το θάνατό του οποίου, την 1η Απριλίου 1947, έγινε βασιλιάς.

Διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στον εμφύλιο πόλεμο, καθώς το βασιλικό ζεύγος επιδόθηκε με μια πρωτοφανή δραστηριοποίηση στη σύσταση ιδρυμάτων και φιλανθρωπικών θεσμών, αυξάνοντας τη δημοφιλία της Δυναστείας.[5] Ελέγχοντας αποτελεσματικά τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας και διατηρώντας έναν αντιφατικό ρόλο κατά την περίοδο του ελεγχόμενου κοινοβουλευτισμού, καθώς και καλλιεργώντας άριστες σχέσεις με την Ουάσιγκτον, ο Παύλος εδραίωσε την εξουσία του.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, οι οικονομικές απαιτήσεις των ανακτόρων προκάλεσαν αρκετές φορές το δημόσιο αίσθημα δημιουργώντας παράλληλα ένταση στις σχέσεις του με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο τελευταίος με επιστολή του προς το βασιλιά είχε ζητήσει να μειώσει τις δαπάνες του.[6] Το Φεβρουάριο του 1962 προκλήθηκε νέα ένταση σχετικά με το ζήτημα της προίκας της κόρης του, Σοφίας. Σύμφωνα με το νόμο που έφερε η ΕΡΕ προς ψήφιση η προίκα της πριγκίπισσας Σοφίας, ενόψει του γάμου της με το Χουάν Κάρλος, ανερχόταν στις 300.000 δολάρια. Το ύψος του χρηματικού ποσού προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες της αντιπολίτευσης ενώ χρησιμοποιήθηκε και ως σύνθημα στις διαδηλώσεις των φοιτητών ("15% Προίκα στην Παιδεία και όχι στη Σοφία").[7] Αντίστοιχες διαμαρτυρίες προκλήθηκαν και το Σεπτέμβριο του 1962 με την απόφαση της κυβέρνησης, ύστερα από έντονες πιέσεις των ανακτόρων, για αύξηση της βασιλικής χορηγίας από τα 11.500.000 δραχμές στα 17.000.000.[8] Επίσης κριτική δέχτηκε για τα έξοδα διαφόρων εκδηλώσεων όπως για τους εορτασμούς της εκατονταετηρίδας του βασιλικού θεσμού με την παράλληλη πρόσκληση της βασιλικής οικογένειας της Δανίας[9]

Το 1959 με πρωτοβουλία του ιδρύθηκε το Βασιλικό Ίδρυμα Ερευνών.

Διακυβέρνηση Παπάγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αποτυχημένες προσπάθειες για σύμπτυξη των βενιζελογενών δυνάμεων προς τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρώου συνασπισμού είχαν οδηγήσει στη δημιουργία έντονης παραφιλολογίας περί καθόδου του Παπάγου στην πολιτική. Η λύση αυτή αν και έχαιρε της υποστήριξης μεγάλων εκδοτικών συγκροτημάτων, όπως αυτό του Λαμπράκη, καθώς και σημαντικών πολιτικών προσωπικοτήτων, δεν ήταν αποδεκτή από τα Ανάκτορα. Ήδη από τις αρχές του 1950 οι σχέσεις του Παπάγου με τα Ανάκτορα είχαν ψυχρανθεί ενώ ο ίδιος εξέφραζε την έντονη δυσαρέσκειά του για συγκεκριμένα πρόσωπα του ανακτορικού περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικότερο ήταν αυτό του Αριστείδη (Μπούλη) Μεταξά, διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Βασιλιά Παύλου. Μέσα σε αυτό το κλίμα, στις 28 Μαΐου 1951, ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτησή του από Στρατάρχης στον Πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο. Ο τελευταίος αρνήθηκε να την κάνει δεκτή. Την επομένη πραγματοποιήθηκε σε έντονο κλίμα συνάντηση μεταξύ του Παπάγου και του Βασιλιά Παύλου, κατά την οποία ο πρώτος απαίτησε την παραίτηση του Αριστείδη Μεταξά, τον οποίο κατηγόρησε ότι διέδιδε αρνητικές φήμες. Η πρόταση απορρίφθηκε από το Βασιλιά.[10] Στην ίδια συνάντηση ο Παπάγος φαίνεται να διαβεβαίωσε το Βασιλιά ότι δεν επρόκειτο να πολιτευτεί.[10] Το ίδιο βράδυ ανακοινώθηκε από το κρατικό ραδιόφωνο η παραίτησή του.

Στις 30 Ιουλίου 1951, ο Βασιλιάς προκήρυξε εκλογές. Την επομένη των εκλογών, ο Παπάγος, σε συνέντευξη τύπου που παραχώρησε στην οικία του στην Εκάλη, ανακοίνωσε την κάθοδό του στην πολιτική. Ο Βασιλιάς Παύλος θεωρώντας ότι ο Παπάγος τον εξαπάτησε διέταξε τον αρχηγό Γ.Ε.Σ., Θρασύβουλο Τσακαλώτο, να τον συλλάβει, εντολή που εν τέλει δεν εκτελέστηκε.[10]

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Παπάγου, η επιρροή του Βασιλιά μειώθηκε σημαντικά. Ενδεικτικό της αλλαγής της κατάστασης είναι ότι ο Παπάγος προχώρησε σε αλλαγή των στελεχών του στρατού, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τα ανάκτορα, ενώ απαίτησε την αντικατάσταση του στρατηγού Γ. Βεντήρη από τη θέση του γενικού γραμματέα των ανακτόρων, αίτημα με το οποίο συμμορφώθηκε ο βασιλιάς Παύλος.[11]

Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τα βρετανικά αρχεία, η πρώιμη πληροφόρηση της βρετανικής κυβέρνησης -εν μέσω της διαδικασίας διεθνοποίησης του κυπριακού- σχετικά με την κακή υγεία του Παπάγου, και τον επικείμενο θάνατό του οφειλόταν στο Βασιλιά, ο οποίος ενημέρωνε τακτικά το Βρετανό πρέσβη κατά τη διάρκεια των συναντήσεών τους.[12]

Διακυβέρνηση Καραμανλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1952, ο Βασιλιάς μπορούσε να επιλέξει όποιον ήθελε για Πρωθυπουργό, αρκεί ο τελευταίος να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης μέσα σε δεκαπέντε μέρες από τη Βουλή. Έχοντας αυτή τη δυνατότητα, επέλεξε τον τότε Υπουργό Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνο Καραμανλή ως εντολοδόχο Πρωθυπουργό, μετά το θάνατο του Παπάγου, και όχι κάποιον από τους αντιπροέδρους της κυβέρνησης και υποψήφιους για την αρχηγία του κόμματός τους, Στέφανο Στεφανόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ο Καραμανλής δεν εκλέχτηκε αρχηγός του κόμματός του, πήρε όμως την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής και ίδρυσε νέο κόμμα.

Το Σεπτέμβριο του 1961 επέλεξε για υπηρεσιακό πρωθυπουργό το στρατιωτικό αρχηγό του οίκου του, Κωνσταντίνο Δόβα, προκειμένου να προχωρήσει στη διενέργεια εκλογών. Για τη θέση του υπουργού Εθνικής Άμυνας, και παρά τις αντίθετες εισηγήσεις, επέλεξε τον έμπιστο σύμβουλό του, Χαράλαμπο Ποταμιάνο. Το αποτέλεσμα των εκλογών καταγγέλθηκε από την αντιπολίτευση ως προϊόν βίας και νοθείας. Παράλληλα, κηρύχθηκε ο Ανένδοτος Αγώνας κατά της μη νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης. Στο πλαίσιο του ανένδοτου αγώνα η αντιπολίτευση απείχε από το λόγο του βασιλιά, από τους εορτασμούς για τα εξηκοστά γενέθλιά του, από τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας του βασιλικού θεσμού, από τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, καθώς από το γάμο της πριγκίπισσας Σοφίας.

Μετά την άρνηση του βασιλιά να ακυρώσει την προγραμματισμένη επίσκεψή του στο Λονδίνο, το 1963, ο Καραμανλής παραιτήθηκε. Έχει υποστηριχθεί ότι οι πραγματικοί λόγοι της παραίτησής του αφορούσαν τις κακές σχέσεις του με τα Ανάκτορα λόγω των συνεχών παρεμβάσεων στο έργο του.

Στη Κεφαλονιά με ισραηλινούς αξιωματικούς μετά τους σεισμούς το 1953

Δολοφονία Λαμπράκη - επίσκεψη και επεισόδια στο Λονδίνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Απριλίου φτάνει στο Λονδίνο ο Γρηγόρης Λαμπράκης, για να συμπαρασταθεί στην Μπέτυ Αμπατιέλου, σύζυγο του βαρυποινίτη κομμουνιστή συνδικαλιστή Αντώνη Αμπατιέλου, που διεκδικεί μαχητικά μια ακρόαση από τη Φρειδερίκη για να επαναφέρει στην επικαιρότητα το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων που βρίσκονται σε πρωτόγονες συνθήκες στα κάτεργα του Ελληνικού Βασιλείου.[13]

Υπήρχαν ήδη πληροφορίες ότι αντιβασιλικοί Έλληνες του εξωτερικού, προσκείμενοι στην αριστερά, ετοίμαζαν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας και αποδοκιμασίας κατά του βασιλικού ζεύγους. Το βασιλικό ταξίδι άρχισε στις 9 Ιουλίου. Χιλιάδες άνδρες όλων των βρετανικών υπηρεσιών ασφαλείας προσπάθησαν να προστατεύσουν τον Παύλο και τη Φρειδερίκη. "Υποδοχή αστυνομικού κράτους" χαρακτηρίστηκε η βρετανική κινητοποίηση από την Ίβνινγκ Στάνταρντ, ενώ το Associated Press τη χαρακτήρισε ως "το μεγαλύτερο δίκτυο ασφαλείας, το οποίον οργανώθη ποτέ εις την Αγγλίαν". "Απίστευτα" χαρακτήρισε τα αστυνομικά μέτρα και η γαλλική Le Monde.

Στην πλατεία Τραφάλγκαρ σημειώθηκαν αιματηρά επεισόδια. Έγιναν εκτεταμένες συγκρούσεις, καθώς η αστυνομία "κατόπιν σκληρού αγώνος κατόρθωσε να απωθήση τους διαδηλωτάς και να κλείση τας πύλας κάτωθι της Αψίδος του ναυαρχείου, αποκλείουσα ούτω την προσπέλασιν προς τα ανάκτορα. Εις την διάλυσιν των διαδηλωτών συνέβαλε και η έφιππος αστυνομία... Περί το μεσονύκτιον αι οδοί είχον εκκαθαρισθή από το πλήθος. Εν τούτοις εκατοντάδες αστυνομικοί εξηκολούθουν να περιπολούν εις τας οδούς που οδηγούν εις τα ανάκτορα. Ακαθόριστος αριθμός τραυματιών καθημαγμένων, αστυνομικών και πολιτών, μετεφέρθη εις τα νοσοκομεία. Ενώ επλησίαζε το μεσονύκτιον, αι διαδηλώσεις συνεχίζοντο και υπήρχον ενδείξεις ότι είναι δυνατόν να συνεχισθούν καθ' όλην την νύκτα"[14].

Την επομένη σημειώθηκε νέος κύκλος επεισοδίων. Το πρωί συνελήφθη από τη Σκότλαντ Γιαρντ η Μπέτυ Αμπατιέλου στην αποβάθρα του Ουεστμίνστερ, καθώς επιχείρησε να πλησιάσει τρέχοντας τους Έλληνες βασιλείς που επιβιβάζονταν σε πλοιάριο για να κάνουν βόλτα στον Τάμεση.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεκάδες διαδηλωτές καταδικάστηκαν από τα βρετανικά δικαστήρια σε μικρά χρηματικά πρόστιμα για τα επεισόδια της προηγουμένης. Το βράδυ υπήρξαν έντονες αποδοκιμασίες στο θέατρο Όλντουιτς, όπου ο Παύλος και η Φρειδερίκη μετέβησαν συνοδεία της βασίλισσας Ελισάβετ για να παρακολουθήσουν παράσταση προς τιμήν τους, ενώπιον κοινού αυστηρά επιλεγμένου, ώστε να αποφευχθούν νέα επεισόδια.

Κυβερνηση Γεωργίου Παπανδρέου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου 1963 (Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1963) ανέλαβε μετά τη νίκη του κόμματος της Ένωσις Κέντρου στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963.
Η Ένωση Κέντρου κατάφερε να πρωτεύσει στις εκλογές με 138 έδρες. Σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση μαζί με την ΕΔΑ που είχε αναδειχτεί τρίτο κόμμα (28 έδρες). Έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στις 16 Δεκεμβρίου 1963. [15]. Την ίδια ημέρα, ο βασιλιάς Παύλος εκφώνησε στην κατάμεστη Βουλή τον «Λόγο του Θρόνου», έχοντας δεξιά του τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και αριστερά του τον διάδοχο Κωνσταντίνο Β'. Ο Λόγος αυτός προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του προσωρινού αρχηγού της Ε.Ρ.Ε. Παναγιώτη Κανελλόπουλου, επειδή η βασιλική ομιλία περιελάμβανε την εκτίμηση ότι «δια των τελευταίων εκλογών παγιούται ο ομαλός πολιτικός βίος της χώρας». Αυτό εκλήφθη ως υπονοούμενο για τις αμφιλεγόμενες εκλογές του 1961[16]
Ο Γ. Παπανδρέου διατήρησε σε δυο κρίσιμες θέσεις τους εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς της προηγούμενης κυβέρνησης, κατ΄ επιθυμία του Στέμματος, παραχωρώντας μάλιστα «τον στρατό στον έλεγχο των Ανακτόρων σε αντάλλαγμα για τη διάλυση της Βουλής, την οποία χρειαζόταν άμεσα.»[17]

Ασθένεια και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το φθινόπωρο του 1963 η υγεία του ήταν αρκετά κλονισμένη ενώ κατά τις λιγοστές δημόσιες εμφανίσεις του παρουσιαζόταν εμφανώς καταβεβλημένος από την ασθένειά του (καρκίνος στομάχου). Στις 18 Φεβρουαρίου 1964 δόθηκε ανακοίνωση στον Τύπο ότι σημειώθηκε επιδείνωση του έλκους και ότι ο βασιλιάς έπρεπε να χειρουργηθεί ενώ επίσης αναφερόταν ότι ο Κωνσταντίνος ανέλαβε καθήκοντα αντιβασιλιά.

Με απόφαση της συζύγου του, ο βασιλιάς Παύλος δε μετακινήθηκε από το Τατόι ενώ για τις ανάγκες της νοσηλείας του ένα δωμάτιο των ανακτόρων είχε μετατραπεί σε χειρουργείο. Παράλληλα κλήθηκαν δύο Βρετανοί ιατροί. Την παραμονή του χειρουργείου, η ανακοίνωση των Ελλήνων και Άγγλων γιατρών (Θωμά Δοξιάδη, Αλέξανδρου Μάνου, Νικόλαου Τσαμπούλα, Στ. Κέιντ και Εντ. Μουίρ) ανέφερε ότι πρόκειται για "στένωσιν του πυλωρού συνεπεία παλαιού έλκους" που "ενδείκνυται να εγχειρισθή". Τα ίδια ανέφερε και η ανακοίνωση μετά την εγχείρηση που έγινε το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου. Τα ιατρικά δελτία εκείνης της ημέρας πρόσθεσαν ότι η μετεγχειρητική κατάσταση του βασιλιά ήταν "ικανοποιητική".

Αποφασίσθηκε επίσης η μεταφορά της εικόνας της Παναγίας από την Τήνο, όπως είχε γίνει και το 1915 για να σωθεί ο Κωνσταντίνος, πατέρας του Παύλου, που έπασχε από πνευμονία. Με κυβερνητική εντολή, το αντιτορπιλικό Ιέραξ έφερε στις 3 Μαρτίου από την Τήνο την εικόνα. Στην αποβάθρα περίμεναν ο διάδοχος, ο Γεώργιος Παπανδρέου, υπουργοί, ο αρχιεπίσκοπος, μητροπολίτες, ο αρχηγός του Γ.Ε.Ν. κ.ά.[18] Τελικά πέθανε μετά από τρεις μέρες, στις 6 Μαρτίου 1963. Οι απλοί πολίτες για να μπορέσουν να δουν από κοντά και να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας, έπρεπε απαραίτητα να περάσουν από το τριήμερο λαϊκό προσκύνημα της σορού του Παύλου στη Μητρόπολη Αθηνών.

Το 2014, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών από το θάνατό του, προβλήθηκε ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, με τίτλο Παύλος. Ένας Ασυνήθιστος Βασιλιάς.

Πίνακας προγόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. https://eretikos.gr/pavlos-vasilias-ton-ellinon-apo-1947-eos-1964/108152
  2. Αθανασίου Σπανίδης «Αναμνήσεις και Μαρτυρίες», Εκδότης ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Δεκέμβριος 1987
  3. [Παύλος, βασιλιάς της Ελλάδας http://www.timesnews.gr/παύλος-βασιλιάς-της-ελλάδας/]
  4. 4,0 4,1 Σταματόπουλος Κώστας, Ο θάνατος του βασιλέως Παύλου, από την εφημερίδα Η Καθημερινή
  5. Δ. Δημητράκος, Κώστας Καραμανλής. Πολιτική βιογραφία, τόμος Α΄ (1918-1961). Από την αντίσταση στην πολιτική, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1989, σελ. 277.
  6. Χρηστίδης Χρήστος, Ο Ανένδοτος Αγώνας της Ένωσης Κέντρου, Από τις εκλογές του 1961 στην παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, διδακτορική διατριβή, Αθήνα 2012, σελ. 189
  7. Μωραϊτίδης Μιχάλης, Το φοιτητικό κίνημα στην Ελλάδα, Πολιτική ριζοσπαστικοποίηση και συλλογική δράση (1956-1964), διδακτορική διατριβή, Βόλος 2015, σελ. 157
  8. Χρηστίδης Χρήστος, Ο Ανένδοτος Αγώνας της Ένωσης Κέντρου, Από τις εκλογές του 1961 στην παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, διδακτορική διατριβή, Αθήνα 2012, σελ. 178
  9. Χρηστίδης Χρήστος, Ο Ανένδοτος Αγώνας της Ένωσης Κέντρου, Από τις εκλογές του 1961 στην παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, διδακτορική διατριβή, Αθήνα 2012, σελ. 254
  10. 10,0 10,1 10,2 Καραγεώργος Δημήτρης, Η διαδρομή του Ελληνικού Συναγερμού από την ίδρυσή του ως την αδρανοποίησή του, 1951-1956, διδακτορική διατριβή ΕΚΠΑ, Αθήνα 2015, σελ. 11 - 14
  11. Καραγεώργος Δημήτρης, Η διαδρομή του Ελληνικού Συναγερμού από την ίδρυσή του ως την αδρανοποίησή του, 1951-1956, διδακτορική διατριβή ΕΚΠΑ, Αθήνα 2015, σελ. 745
  12. Καραγεώργος Δημήτρης, Η διαδρομή του Ελληνικού Συναγερμού από την ίδρυσή του ως την αδρανοποίησή του, 1951-1956, διδακτορική διατριβή ΕΚΠΑ, Αθήνα 2015, σελ. 524
  13. Ο Λαμπράκης πριν το τρίκυκλο, 18.06.2017 Εφημερίδα των Συντακτών
  14. Εφημερίδα Καθημερινή, 10 Ιουλίου 1963.
  15. https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/178680_1963-kybernisi-me-anohi-i-enosi-kentroy
  16. «Η βραχύβια κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου», «Ιστορικό Λεύκωμα 1963», σελ 76-79, εκδ. «Καθημερινή» (1997)
  17. https://www.kathimerini.gr/857082/article/epikairothta/ellada/prwth-kyvernhsh-enwsews-kentroy
  18. Μπουγας, Ιωαννης Π (2 Σεπτεμβρίου 2019). «ENOTHTA: Ο Βασιλιάς Παύλος στο Τατόι. Εκκλησιαστικές φωτογραφίες του 20ου αιώνος. ανάρτηση 30η». ENOTHTA. Ανακτήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 2019. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Γεώργιος Β΄
Βασιλεύς των Ελλήνων
1947-1964
Διάδοχος
Κωνσταντίνος Β΄