Στρατιωτική ιστορία της Ελλάδας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μνημείο για την Μάχη της Κρήτης στα Σφακιά με τις σημαίες της Ελλάδας, της Βρετανίας, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας

Η στρατιωτική ιστορία της Ελλάδας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ξεκίνησε στις 28 Οκτωβρίου 1940, όταν ο Ιταλικός Στρατός εισέβαλε από την Αλβανία, ξεκινώντας τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο Ελληνικός Στρατός ήταν ικανός να αποτρέψει προσωρινά την προέλαση των Ιταλών και τους απώθησε στην Αλβανία. Οι ελληνικές επιτυχίες υποχρέωσαν την Ναζιστική Γερμανία να παρέμβει. Οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία στις 6 Απριλίου 1941, καταλαμβάνοντας τις δύο χώρες εντός 30 ημερών, παρά την βρετανική βοήθεια με εκστρατευτικό σώμα. Η κατάκτηση της Ελλάδας ολοκληρώθηκε τον Μάιο με την πτώση της Κρήτης από αέρος, παρόλο που οι Φαλσιρμγιέγκερ (Fallschirmjäger, οι γερμανοί αλεξιπτωτιστές) υπέστησαν σοβαρότατες απώλειες, σε τέτοιο βαθμό που η Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ (Oberkommando der Wehrmacht) εγκατέλειψαν τις αεροπορικές εκστρατείες μεγάλης κλίμακας για το υπόλοιπο του πολέμου. Η γερμανική προώθηση δυνάμεων προς τα Βαλκάνια, σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, ανέβαλε το ξεκίνημα της εισβολής στην Σοβιετική Ένωση κατά έναν κρίσιμο μήνα, κάτι που αποδείχθηκε καταστροφικό καθώς ο Γερμανικός Στρατός απέτυχε να καταλάβει τη Μόσχα.

Η Ελλάδα κατελήφθη και διαμελίσθηκε μεταξύ της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας, ενώ η κυβέρνηση και ο βασιλιάς κατέφυγαν στην Αίγυπτο. Οι πρώτες προσπάθειες ένοπλης αντίστασης κατεστάλησαν το καλοκαίρι του 1941 από τις δυνάμεις του Άξονα, αλλά το κίνημα της αντίστασης συνέχισε και πάλι από το 1942 και μεγάλωσε πάρα πολύ το 1943 και το 1944, απελευθερώνοντας μεγάλα τμήματα του ορεινού εσωτερικού της χώρας και προκαλώντας συμμαχικές απώλειες στις δυνάμεις του Άξονα. Ωστόσο, οι πολιτικές εντάσεις μεταξύ των αντιστασιακών ομάδων οδήγησαν στο ξέσπασμα μιας σύγκρουσης που ξεκίνησε στα τέλη του 1943 και συνέχισε μέχρι την άνοιξη του 1944. Η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση σχημάτισε δικές της ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες υπηρέτησαν και πολέμησαν μαζί με τους Βρετανούς στην Μέση Ανατολή, την Βόρεια Αφρική και την Ιταλία. Η συνεισφορά του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και του εμπορικού ναυτικού ήταν ειδικής σημασίας για τους Συμμάχους.[εκκρεμεί παραπομπή].

Η ηπειρωτική Ελλάδα απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο του 1944 με την γερμανική αποχώρηση κατά την προέλαση του Κόκκινου Στρατού, ενώ γερμανικά φυλάκια στο Αιγαίο παρέμειναν μέχρι το τέλος του πολέμου. Η χώρα καταστράφηκε από τον πόλεμο και την κατοχή, με την οικονομία και τις υποδομές να μετατρέπονται σε ερείπια. Η Ελλάδα είχε πάνω από 400.000 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές κατά την κατοχή, ενώ η Εβραϊκή κοινότητα αποδεκατίστηκε κατά το Ολοκαύτωμα. Το 1946 ξέσπασε ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ της διεθνώς υποστηριζόμενης συντηρητικής κυβέρνησης και αριστερών αντάρτικων οργανώσεων, οι οποίες διήρκεσαν μέχρι το 1949.

Ελληνοϊταλικός πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικές δυνάμεις στην ιταλική εαρινή επίθεση

Η ιταλική εισβολή από την Αλβανία στις 28 Οκτωβρίου 1940, μετά από μερικά αρχικά εδαφικά κέρδη, σταματήθηκε από την ελληνική άμυνα στις μάχες στη γραμμή Ελαίας-Καλαμά και την Πίνδο. Η απροθυμία των Βουλγάρων να εισβάλλει στην Ελλάδα, όπως ήλπιζαν οι Ιταλοί, επέτρεψαν στο ελληνικό στρατό να μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων της Μακεδονίας στο μέτωπο, όπου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ελληνική αντεπίθεση που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου. Οι Ελληνικές δυνάμεις διέσχισαν το σύνορο με την Αλβανία και κατέλαβαν την μια πόλη μετά την άλλη παρόλο που είχαν να αντιμετωπίσουν ένα βαρύ χειμώνα, είχαν ελλιπείς προμήθειες και αντιμετώπιζαν την αεροπορική υπεροχή των Ιταλών. Στα μέσα Ιανουαρίου οι ελληνικές δυνάμεις κατείχαν το ένα τέταρτο της Αλβανίας, αλλά η επιχείρηση σταμάτησε πριν φτάσει στον στόχο της, τον Αυλώνα.

Αυτή η κατάσταση οδήγησε την Γερμανία να παρέμβει για να σώσει τον συνεργάτη της στον Άξονα. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Στόκινγκς και Χάνκοκ, ο Χίτλερ ποτέ δεν επιθύμησε να παρέμβει στα Βαλκάνια. Υποστηρίζουν στο βιβλίο τους, το Σβάστικα πάνω από την Ακρόπολη (2013) ότι η εισβολή στην Ελλάδα είχε να κάνει περισσότερο με "μια διστακτική απάντηση στην βρετανική ανάμειξη" και όχι με παροχή βοηθείας προς την Ιταλία.[1] Σε μια τελευταία προσπάθεια αποκατάστασης του ιταλικού κύρους πριν την γερμανική παρέμβαση, ξεκίνησε μια αντεπίθεση στις 9 Μαρτίου 1941 στο στρατηγικό σημείο της Κλεισούρας, υπό την προσωπική επίβλεψη του Μουσολίνι. Παρά τους μαζικούς βομβαρδισμούς και την απασχόληση πολλών μεραρχιών σε ένα στενό μέτωπο, η επίθεση απέτυχε και σταμάτησε μετά από σχεδόν δύο εβδομάδες.

Αλλά από τις 13 Απριλίου, το ιταλικό μέτωπο στην Αλβανία άρχισε να κινείται, λόγω της ιταλογερμανικής κοινής επίθεσης. Οι Έλληνες τοποθέτησαν ισχυρή άμυνα. Ωστόσο σύντομα αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν χάνοντας μεγάλο μέρος της επικράτειας που κερδήθηκε με σκληρή μάχη στην Αλβανία. Παρόλο που τοποθετήθηκαν νάρκες και μπλόκα στους δρόμους σε μια προσπάθεια να καθυστερήσουν την είσοδο των Ιταλών σε ελληνική επικράτεια, οι Ιταλοί απλά αποβιβάζονταν από τα φορτηγά τους και προχωρούσαν με το ποδήλατο. Ο ελληνικός στρατός στην Ήπειρο ήταν εξαντλημένος, ενώ "η ιταλική προέλαση είχε να κάνει μόνο με το να συμβαδίζει με έναν ηττημένο εχθρό που υποχωρούσε."[2]

Italian Invasion 1940 in Pindus Epirus el.svg
Greek Offensive 1940 41 in Northern Epirus el.svg
Χάρτης της ιταλικής εισβολής και της αρχικής ελληνικής αντεπίθεσης (28 Οκτωβρίου – 18 Νοεμβρίου 1940) Χάρτης της ελληνικής αντεπίθεσης και της στασιμότητας στο μέτωπο (14 Νοεμβρίου 1940 – 23 Απριλίου 1941)

Γερμανική εισβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανικό πυροβολικό βομβαρδίζει την γραμμή Μεταξά

Η πολυαναμενόμενη γερμανική επίθεση (Unternehmen Marita) ξεκίνησε στις 6 Απριλίου 1941 κατά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. Η μάχη της Ελλάδας τελείωσε με την πτώση της Καλαμάτας στις 30 Απριλίου με την εκκένωση του Εκστρατευτικού Σώματος της Κοινοπολιτείας και την ολοκληρωτική κατοχή της Ελλάδας από τον Άξονα.

Χάρτης της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα

Η αρχική επίθεση έγινε κατά των αμυντικών γραμμών της "γραμμής Μεταξά" (19 οχυρά στην ανατολική Μακεδονία ανάμεσα στο όρος Μπέλες και τον ποταμό Νέστο και άλλα δύο στην δυτική Θράκη). Η αρχική επίθεση ξεκίνησε σε βουλγαρικό έδαφος και υποστηρίχθηκε από πυροβολικό και βομβαρδιστικά αεροσκάφη. Η αντίσταση στα οχυρά υπό τον στρατηγό Κωνσταντίνο Μπακόπουλο ήταν θαρραλέα και αποφασιστική αλλά τελικά απέτυχε. Η τάχιστη κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας επέτρεψε στη 2η Μεραρχία Πάντσερ (η οποία ξεκίνησε από την κοιλάδα της Στρούμιτσας στη Βουλγαρία, προχώρησε σε γιουγκοσλαβικό έδαφος και έπειτα έστριψε προς τα νότια κατά μήκος της κοιλάδας του Αξιού) και να καταλάβει την στρατηγικής σημασίας πόλη της Θεσσαλονίκης στις 9 Απριλίου. Ως αποτέλεσμα, οι ελληνικές δυνάμεις που επάνδρωναν τα οχυρά (ο Τομέας Στρατού της Ανατολικής Μακεδονίας[3]) αποκόπηκαν από την υπόλοιπη χώρα και το γενικό επιτελείο τους επέτρεψε να παραδοθούν εφόσον το επιθυμούσαν. Η παράδοση ολοκληρώθηκε στις 10 Απριλίου, την επομένη. Την ίδια ημέρα (10 Απριλίου) οι γερμανικές δυνάμεις διέσχισαν το ελληνογιουγκοσλαβικό σύνορο κοντά στην Φλώρινα στην δυτική Μακεδονία αφού είχαν νικήσει κάθε αντίσταση στη νότια Γιουγκοσλαβία. Οι Γερμανοί διαπέρασαν τις αμυντικές θέσεις των Ελλήνων και της Κοινοπολιτείας στη περιοχή του Κλειδίου στις 11/12 Απριλίου, και κινήθηκαν προς τα νότια και νοτιοδυτικά.

Ενώ κυνηγούσαν τους Βρετανούς προς τα νότια, η κίνηση προς τα νοτιοδυτικά απειλούσε το μεγαλύτερο τμήμα του Ελληνικού Στρατού (14 μεραρχίες) που πολεμούσαν τους Ιταλούς στο αλβανικό μέτωπο. Ο Στρατός άρχισε να υποχωρεί νότια, πρώτα από τα βορειοανατολικά στις 12 Απριλίου και τέλος από τα νοτιοδυτικά στις 17 Απριλίου. Η Γερμανική κίνηση προς την Καστοριά στις 15 Απριλίου έκανε την κατάσταση κρίσιμη, απειλώντας να αποκόψει την ελληνική υποχώρηση. Οι στρατηγοί στο μέτωπο άρχισαν να εξερευνούν τις πιθανότητες παράδοσης (μόνο στους Γερμανούς), παρά τις πιέσεις του γενικού επιτελείου να συνεχίσουν τη μάχη για να καλύψουν τα βρετανικά στρατεύματα που παραδόθηκαν.

Στο γεγονός, στις 20 Απριλίου, αρκετοί στρατηγοί υπό την ηγεσία του Γεώργιου Τσολάκογλου, κατάργησε πραξικοπηματικά τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα, ανέλαβε ο ίδιος διοικητής της Στρατιάς και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μεραρχίας Πάντσερ Ες-Ες Σωματοφυλακή Αδόλφος Χίτλερ κοντά στο Μέτσοβο την ίδια ημέρα. Στις 21 Απριλίου υπέγραψε πρωτόκολλο παράδοσης με τους Ιταλούς στα Ιωάννινα, ενώ στην Θεσσαλονίκη υπέγραψε δεύτερο πρωτόκολλο παράδοσης στις 23 Απριλίου. Την ίδια ημέρα στην Αθήνα ο στρατηγός Παπάγος παραιτήθηκε από το αξίωμα του ενώ ο βασιλιάς και η κυβέρνησή του εγκατέλειψαν την ηπειρωτική χώρα για τη Κρήτη. Περίπου την ίδια περίοδο τα στρατεύματα της Κοινοπολιτείας έκαναν μια τελευταία στάση στις Θερμοπύλες πριν την τελική υποχώρηση τους στα πελοποννησιακά λιμάνια, όπου θα εκκενώνονταν προς την Κρήτη ή την Αίγυπτο. Οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν τις γέφυρες του ισθμού της Κορίνθου, μπήκαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της ηπειρωτικής χώρας και των περισσότερων νησιών στο τέλος του μήνα μαζί με τους Ιταλούς και τους Βουλγάρους.

Μάχη της Κρήτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές προσγειώνονται στην Κρήτη, Μάιος 1941.

Τον Μάιο του 1941, η μόνη ελεύθερη ελληνική επικράτεια ήταν το μεγάλο και στρατηγικής σημασίας νησί της Κρήτης, το οποίο ήταν στην κατοχή ενός μεγάλου αλλά αδύναμου συμμαχικού φυλακίου που αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από τις πληγωμένες μονάδες που εκκενώθηκαν από την ηπειρωτική χώρα χωρίς τον βαρύ εξοπλισμό τους, ειδικά τον εξοπλισμό μεταφοράς. Για να την κατακτήσουν, το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο προετοίμασε την "Επιχείρηση Ερμής", την πρώτη αεροαποβατική στρατιωτική εκστρατεία μαζικής κλίμακας.

Η επίθεση ξεκίνησε στις 20 Μαΐου 1941. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στα τρία κύρια αεροδρόμια στα βόρεια του νησιού: το Μάλεμε, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Οι Γερμανοί έτυχαν σθεναρής αντίστασης από τα βρετανικά, τα αυστραλιανά, τα νεοζηλανδικά και εναπομείναντα ελληνικά στρατεύματα στο νησί, καθώς και από ντόπιους. Ωστόσο, κανένας από τους στόχους δεν επετεύχθη.

Εκτελεσμένοι πολίτες στο Κοντομαρί

Κατά την διάρκεια της επόμενης ημέρας, εν μέρει λόγω της κακής επικοινωνίας και της αποτυχίας των συμμαχικών στρατηγών να κατανοήσουν πλήρως τη κατάσταση, το Μάλεμε έπεσε στους Γερμανούς. Εξασφαλίζοντας το αεροδρόμιο του Μάλεμε, οι Γερμανοί έφεραν χιλιάδες ενισχύσεις και κατέλαβαν το υπόλοιπο δυτικό τμήμα του νησιού. Αυτό ακολουθήθηκε από σοβαρές βρετανικές ναυτικές απώλειες λόγω των έντονων αεροπορικών επιθέσεων των Γερμανών στο νησί. Μετά από επτά ημέρες μάχης οι συμμαχικοί στρατηγοί συνειδητοποίησαν ότι η νίκη δεν ήταν πλέον πιθανή. Στις 1 Ιουνίου η εκκένωση της Κρήτης είχε ολοκληρωθεί και το νησί έπεσε σε γερμανική κατοχή. Λόγω των βαριών απωλειών που υπέστη η 7η Μεραρχία Φλίγκερ ο Αδόλφος Χίτλερ απαγόρευσε άλλες αεροαποβατικές επιθέσεις μεγάλης κλίμακας. Ο στρατηγός Κουρτ Στούντεντ ονόμασε την Κρήτη "το νεκροταφείο των Γερμανών αλεξιπτωτιστών" και ονόμασε τη μάχη ως μια "καταστροφική νίκη."[4]

Αμέσως μετά την Κρήτη, ο στρατηγός Στούντεντ διέταξε να γίνουν αντίποινα κατά των ντόπιων (Κοντομαρί, Αλικιανός, Κάντανος, κτλ.). Τα αντίποινα εκτελέστηκαν ταχύτατα, παρακάμπτοντας τις συνήθεις διαδικασίες και έγιναν από τις ίδιες ομάδες που πολέμησαν οι ντόπιοι. Γρήγορα οι Κρητικοί σχημάτισαν ομάδες αντίστασης και σε συνεργασία και σε συνεργασία με βρετανούς πράκτορες των Επιχειρήσεων Ειδικών Αποστολών και άρχισαν να σαμποτάρουν τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις με αρκετή επιτυχία. Ως αποτέλεσμα κατά την κατοχή οι κατοχικές αρχές συνέχισαν τις εκτελέσεις πολιτών κατά την κατοχή.

Κατοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2006 η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η ελληνική αντίσταση σκότωσε 21.087 στρατιώτες του Άξονα (17.536 γερμανούς, 2.739 ιταλούς και 1.532 βούλγαρους) και συνέλαβε άλλους 6.463 (2.102 γερμανούς, 2.109 ιταλούς και 2.252 βουλγάρους), ενώ σκοτώθηκαν 20.650 Έλληνες αντάρτες και συνελήφθη ένας άγνωστος αριθμός στρατιωτών.[5] Σύμφωνα με την δεκαήμερη αναφορά απωλειών ανά θέατρο πολέμου του γερμανικού γενικού επιτελείου, το 1944,[6] ο Γερμανικός στρατός ξηράς είχε 8.152 νεκρούς, 22.794 τραυματισμένους και 8.222 αγνοούμενους στο νοτιοανατολικό θέατρο (Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία) από τις 22 Ιουνίου 1941 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1944. Σύμφωνα με τις μηνιαίες αναφορές του Γενικού Επιτελείου της Βέρμαχτ,[7] οι γερμανικές απώλειες στο ίδιο θέατρο από τον Ιούνιο 1941 έως τον Δεκέμβριο του 1944 ήταν 16.532 νεκροί (από τις 1 Ιουνίου 1941 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1944), 22.794 τραυματισμένοι και άρρωστοι (από τις 22 Ιουνίου 1941 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1944) και 13.838 αγνοούμενοι (από τις 1 Ιουνίου 1941 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1944). Στο νοτιοανατολικό θέατρο οι περισσότερες γερμανικές απώλειες εντοπίζονται στη Γιουγκοσλαβία.[8] Η Γερμανική Επιτροπή Πολεμικών Τάφων περιέχει δύο γερμανικά κοιμητήρια σε ελληνικό έδαφος, ένα στο Μάλεμε Κρήτης όπου έχουν θαφτεί 4.468 στρατιώτες (κυρίως από τη μάχη της Κρήτης) και ένα άλλο στον Διόνυσο-Ραπεντόζα όπου έχουν θαφτεί περίπου 10.000 στρατιώτες που μεταφέρθηκαν εκεί απ'όλη την Ελλάδα εκτός από την Κρήτη.

Η παραπάνω ελληνική κυβερνητική αναφορά (σ. 126) υποστηρίζει ότι οι πληθυσμιακές απώλειες της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν 1.106.922 άτομα, από τους οποίους οι 300.000 προέρχονται από έλλειμμα γεννήσεων και 806.922 από θνησιμότητα. Οι θάνατοι διαιρούνται στις εξής κατηγορίες:

  • στρατιωτικοί θάνατοι το 1940/41: 13,327
  • εκτελεσμένοι: 56.225,
  • πέθαναν ως όμηροι σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης: 105.000
  • θάνατοι από βομβαρδισμούς: 7.000
  • θάνατοι μαχητών της αντίστασης: 20.650
  • θάνατοι στην Μέση Ανατολή: 1.100
  • θάνατοι στο εμπορικό ναυτικό: 3.500 (υποσύνολο: 206.922)
  • θάνατοι από πείνα και σχετικές ασθένειες: 600.000

Στον αριθμό των 600.000 θανάτων συμπεριλαμβάνονται 69.151 Έλληνες Εβραίοι που απελάθηκαν από τις 15 Μαρτίου 1943 έως τις 10 Αυγούστου 1944, εκ των οποίων μόνο οι 2.000 επέστρεψαν (σ. 68). Ο αριθμός των 600.000 θυμάτων στη "μεγάλη πείνα" αναφέρεται στην καταχώρηση της 5ης Φεβρουαρίου 1942 σε ένα "σύντομο ημερολόγιο της αντίστασης" (σ. 118). Περίπου 300.000 πέθαναν στον Μεγάλο Λιμό στην Ελλάδα το 1941-1944.

Δυνάμεις της κατοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμβολική αρχή της κατοχής: Γερμανοί στρατιώτες υψώνουν τη γερμανική πολεμική σημαία στην Ακρόπολη. Λίγο αργότερα θα κατεβαστεί από τον Απόστολο Σάντα και τον Μανώλη Γλέζο, μια από τις πρώτες αντιστασιακές πράξεις στη χώρα.
Γερμανοί στρατιώτες σε κατάστημα τροφίμων.
Εγγραφή των αρρένων Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τις ναζιστικές αρχές, στην πλατεία Ελευθερίας τον Ιούλιο του 1942.
Χάρτης που δείχνει τις τρεις ζώνες της κατοχής

Η κατακτημένη Ελλάδα διαιρέθηκε σε τρεις ζώνες ελέγχου από τις κατοχικές δυνάμεις, την Γερμανία, την Ιταλία και την Βουλγαρία.[9] Οι Γερμανοί ήλεγχαν την Αθήνα, την Κεντρική Μακεδονία, την δυτική Κρήτη, την Μήλο, την Αμοργό και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Η Βουλγαρία προσάρτησε την δυτική Θράκη και την ανατολική Μακεδονία, ενώ η Ιταλία κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Οι Ιταλοί ήταν υπεύθυνοι για το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας, ειδικά στην εξοχή, όπου μπορούσε να λάβει χώρα κάθε ένοπλη αντίσταση. Οι ιταλικές δυνάμεις στην Ελλάδα αποτελούνταν από 11 μεραρχίες πεζικού, οι οποίες εντάχθηκαν στον 11ο Στρατό υπό τον στρατηγό Κάρλο Τζελόζο,[10] με μια ακόμη μεραρχία στα Δωδεκάνησα, ιταλική κτήση από το 1912. Οι Ιταλοί υιοθέτησαν μια μάλλον πιο χαλαρή συμπεριφορά ως προς τα καθήκοντα διασφάλισης της ασφάλειας στη χώρα, αλλά ήταν εν μέρει δικαιολογημένοι να το κάνουν.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1942, καθώς το κίνημα της Αντίστασης ήταν στην φάση δημιουργίας του, αντιμετώπιζαν λίγη αντιπολίτευση και θεωρούσαν ότι η κατάσταση στη χώρα είχε ομαλοποιηθεί.[11] Στην πρώτη περίοδο της κατοχής οι Γερμανοί περιόρισαν την παρουσία τους σε στρατηγικής σημασίας περιοχές και οι δυνάμεις τους ήταν περιορισμένες. Τα γερμανικά στρατεύματα στην νοτιοανατολική Ευρώπη ανήκαν στον 12ο Στρατό, τον οποίο ηγήθηκε αρχικά ο Βίλχελμ Λιστ και έπειτα ο στρατηγός Αλεξάντερ Λερ. Στην Ελλάδα δημιουργήθηκαν δύο γερμανικές ανώτερες στρατιωτικές διοικήσεις: η Ανώτερη Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης-Αιγαίου με έδρα τη Θεσσαλονίκη και η Ανώτερη Στρατιωτική Διοίκηση Νότιας Ελλάδας στην Αθήνα, υπό την ηγεσία του στρατηγού της Λουφτβάφε Χέλμουτ Φέλμυ, για όλη τη διάρκεια του πολέμου.[12] Η Κρήτη οργανώθηκε ως οχυρό ("Festung Kreta") φρουρούμενο από την Μεραρχία Οχυρού "Κρήτη", ενώ από τον Αύγουστο και μετά φρουρούταν από την 22η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη ζώνη τους με στρατιωτικό σώμα, ενώ ακολούθησαν πολιτική εκβουλγαριασμού της περιοχής με την ενεργή αντίθεση των κατοίκων.

Μετά τα μέσα του 1942, με την άνοδο της ένοπλης αντίστασης, και την ανατίναξη της γέφυρας Γοργοποτάμου (επιχείρηση Χάρλινγκ) από μια ομάδα ελλήνων ανταρτών και γερμανών σαμποτέρ στις 25 Νοεμβρίου, οι ιταλικές αρχές προσπάθησαν να αποτρέψουν την άνοδο των αντιστασιακών πράξεων με στόχο τις δυνάμεις τους. Οι αντάρτικες δυνάμεις είχαν πολλές επιτυχίες κατά των Ιταλών, επιτρέποντας την δημιουργία "απελευθερωμένων" περιοχών στο ορεινό εσωτερικό της χώρας. Αυτές οι ζώνες περιλάμβαναν και πόλεις αρκετών χιλιάδων κατοίκων από τα μέσα του 1943. Εκείνη την εποχή, όμως, Γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να μετακινούνται προς την Ελλάδα. Σχηματισμοί όπως η 1η Μεραρχία Πάντσερ και η 1η Ορεινή Μεραρχία μεταφέρθηκαν στη χώρα, στην αναμονή για μια πιθανή συμμαχική απόβαση στην Ελλάδα (μια ιδέα που προώθησαν σκόπιμα οι Σύμμαχοι ως αντιπερισπασμό για την συμμαχική απόβαση στη Σικελία) και ως εγγύηση για πιθανή συνθηκολόγηση των Ιταλών.[13]

Αυτές οι δυνάμεις, ειδικά οι έμπειρες ορεινές δυνάμεις, ασχολήθηκαν με επιχειρήσεις κατά των ανταρτών μεγάλης κλίμακας στην περιοχή της Ηπείρου. Οι επιχειρήσεις τους ήταν επιτυχημένες σε τέτοιο βαθμό που μείωσαν την απειλή των επιθέσεων ανταρτών στις κατοχικές δυνάμεις, αλλά η συχνά βίαιη δράση τους και η πολιτική μαζικών αντιποίνων οδήγησαν σε σφαγές πολιτών όπως αυτή στο Κομμένο στις 16 Αυγούστου, την σφαγή του Διστόμου, τη σφαγή των Καλαβρύτων τον Δεκέμβριο και άλλες. Αναμένοντας την κατάρρευση της Ιταλίας, η Γερμανική στρατιωτική δομή στα Βαλκάνια άλλαξε: Η Ομάδα Στρατού Ε υπό τον Λερ ανέλαβε την Ελλάδα, επιβλέποντας τις γερμανικές δυνάμεις και τον Ιταλικό 11ο Στρατό.[14]

Η ιταλική συνθηκολόγηση τον Σεπτέμβριο οδήγησε τις περισσότερες Ιταλικές μονάδες να μη παραδοθούν στους Γερμανούς, ενώ άλλες, όπως η μεραρχία Πινερόλο και η Λαντσιέρι ντι Αόστα (σύνταγμα ιππικού) παραδόθηκαν στους αντάρτες ή αποφάσισαν να αντισταθούν στη γερμανική κατάληψη. Αυτό οδήγησε σε μια σύντομη αλλά βίαιη σύγκρουση μεταξύ των Γερμανών και των Ιταλών, συνοδευόμενη από βίαιες πράξεις κατά ιταλών αιχμαλώτων πολέμου, όπως η σφαγή της μεραρχίας Άκουι στη Κεφαλονιά, η οποία δραματοποιείται στην ταινία Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι. Επίσης, Βρετανικές, Ελληνικές και νοτιοαφρικανικές δυνάμεις μαζί με τους Ιταλούς προσπάθησαν να καταλάβουν τα ιταλόκτητα Δωδεκάνησα, ωστόσο ηττήθηκαν από τους Γερμανούς.[15]

Στα τέλη του 1943 και στο πρώτο μισό του 1944, οι Γερμανοί, σε συνεργασία με τους Βουλγάρους και βοηθούμενοι από Έλληνες συνεργάτες των δυνάμεων του Άξονα (δείτε παρακάτω) ξεκίνησαν επιχειρήσεις εκκαθάρισης κατά της ελληνικής αντίστασης, κατά κύριο κατά του κομμουνιστικού ΕΛΑΣ, ενώ έκαναν μια ανεπίσημη εκεχειρία με τον δεξιό ΕΔΕΣ. Την ίδια εποχή, οι επιδρομές από ελληνικές και βρετανικές ειδικές δυνάμεις στο Αιγαίο γίνονταν όλο και πιο συχνές. Τέλος, με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού και την πτώση της φιλοαξονικής κυβέρνησης στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, οι Γερμανοί υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την ηπειρωτική Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944, παρόλο που απομονωμένα φυλάκια παρέμειναν στη Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και νησιά του Αιγαίου μέχρι το τέλος του πολέμου, τον Μάιο του 1945.

Έλληνες συνεργάτες του άξονα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα μέλος των Ταγμάτων Ασφαλείας στέκεται κοντά σε έναν εκτελεσμένο άνδρα.

Όπως έγινε σε μερικές κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες, οι κατοχικές αρχές σχημάτισαν μια κυβέρνηση μαριονέτα στην Ελλάδα, αρχικά υπό την ηγεσία του στρατηγού Γεώργιου Τσολάκογλου και έπειτα υπό την ηγεσία του Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου.

Οι δυνάμεις στην υπηρεσία της κυβέρνησης ήταν κατά κύριο λόγο η δημοτική αστυνομία και η αγροτική χωροφυλακή, στις οποίες εξαρτόταν η κυβέρνηση για να επιβάλλει την τάξη. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν έγινε ποτέ ικανή να διοικήσει όλη τη χώρα, καθώς ποτέ δεν της δόθηκε το ελεύθερο ούτε την εμπιστεύονταν εξολοκλήρου οι δυνάμεις του Άξονα, ενώ δεν ήταν αρεστή στο λαό. Καθώς τα αντιαξονικά συναισθήματα μεγάλωναν το 1942, τα όργανα της κυβέρνησης άρχισαν να δέχονται επίθεση από τους αντάρτες και απομονώθηκαν κοινωνικά.

Εκτός από απομονωμένες περιπτώσεις, όπως η ομάδα του στρατάρχη Γεώργιου Πούλου και οι Γιαγκντκομάντο (Jagdkommando) του Φρίντριχ Σούμπερτ, μόνο το 1943, με τον διορισμό του έμπειρου πολιτικού Ιωάννη Ράλλη ως πρωθυπουργού, οι Γερμανοί επέτρεψαν στην κυβέρνηση της Αθήνας να συγκροτήσει κάποια ευμεγέθη αστυνομική δύναμη. Αυτή η δύναμη ήταν τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας που είχαν καθαρά πολιτικό κίνητρο, όπως και σε άλλες κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς πολεμούσαν αποκλειστικά κατά του κομμουνιστικού αντιστασιακού κινήματος ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, το οποίο είχε απελευθερώσει μεγάλα τμήμα της χώρας. Οι σκληρές και αδιάκριτες κατασταλτικές δραστηριότητες τους κατά του πληθυσμού και η σύνδεση τους με τους Γερμανούς έκαναν τα Τάγματα Ασφαλείας μισητά στον λαό, ενώ στην καθομιλουμένη ήταν γνωστοί ως Γερμανοτσολιάδες.

Ελληνική αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στην Μέση Ανατολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τάφος του Άγνωστου Στρατιώτη στη πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα. Στις δύο πλευρές του μνημείου εμφανίζονται πολλά σημεία όπου πολέμησε ο ελληνικός στρατός.

Μετά την πτώση της Ελλάδας στον Άξονα, στοιχεία των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων κατάφεραν να διαφύγουν στην Μέση Ανατολή, η οποία βρισκόταν υπό βρετανική κυριαρχία. Ήταν το στρατιωτικό σώμα της ελληνικής εξόριστης κυβέρνησης, και συνέχισε να πολεμά στο πλευρό των Συμμάχων. Οι Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις Μέσης Ανατολής πολέμησαν στην Εκστρατεία της Βόρειας Αφρικής, στην Ιταλική Εκστρατεία, στην μάχη της Δωδεκανήσου και σε επιδρομές κατά γερμανικών θέσεων στην Ελλάδα, ενώ συμμετείχαν και σε καθήκοντα συνοδείας στη Μεσόγειο, τον Ινδικό και τον Ατλαντικό ωκεανό. Όπως και στην Ελλάδα, μεταξύ των μελών των δυνάμεων οι πολιτικές απόψεις ήταν ποίκιλες, με αποκορύφωμα την φιλοεαμική ναυτική ανταρσία του Απριλίου 1944. Μετά την καταστολή της, οι ένοπλες δυνάμεις αναδιοργανώθηκαν με την τοποθέτηση φιλομοναρχικών και συντηρητικών αξιωματικών. Μετά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων από την ελληνική ηπειρωτική χώρα τον Οκτώβριο του 1944, επέστρεψαν στην Ελλάδα και αποτέλεσαν τον πυρήνα των νέων ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που πολέμησαν κατά του ΕΑΜ στα Δεκεμβριανά και κατά των κομμουνιστών στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα της νίκης στον Β΄ ΠΠ στη Ρόδο

Μετά τον πόλεμο, η Ελλάδα βυθίστηκε σε πολιτική και οικονομική κρίση λόγω της γερμανικής κατοχής και της διαμάχης ανάμεσα στους αριστερούς και τους δεξιούς οι οποίοι στόχευαν το κενό εξουσίας και οδήγησε στον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, μια από τις πρώτες συγκρούσεις του Ψυχρού Πολέμου.

Επίσημα, οι εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας αφορούσαν την Βόρεια Ήπειρο (από την Αλβανία), την Βόρεια Θράκη (από τη Βουλγαρία) και τα Δωδεκάνησα (από την Ιταλία), αλλά κέρδισε μόνο τα Δωδεκάνησα από την Ιταλία καθώς οι νέες κομμουνιστικές κυβερνήσεις στην Αλβανία και την Βουλγαρία είχαν την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης.

Μετά τον πόλεμο, το επίσημο ελληνικό κράτος δίκασε και εκτέλεσε για πολεμικά εγκλήματα τον Άντον Κάλτσεφ, τον Μπρούνο Μπρόιερ, τον Φρίντριχ-Βίλχελμ Μίλερ, τον Φρίντριχ Σούμπερτ και άλλους. Ωστόσο οι περισσότεροι δράστες τέτοιων εγκλημάτων δεν διώχθηκαν ποτέ.

Επιρροές στον λαϊκό πολιτισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατοχή της Ελλάδας, εν προκειμένω των ελληνικών νησιών, αποτελεί τμήμα της ιστορίας πολλών αγγλόγλωσσων βιβλίων και ταινιών βασισμένες σε πραγματικές επιδρομές των ειδικών δυνάμεων όπως είναι τα Κακό φεγγαραντάμωμα: Το χρονικό της απαγωγής του Στρατηγού Κράιπε, Ο Κρητικός Μαντατοφόρος, φαντασιακές όπως οι Τα Κανόνια του Ναβαρόνε, Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι (μια φαντασιακή αφήγηση της κατοχής) και άλλες. Γνωστές ελληνικές ταινίες για την περίοδο, τον πόλεμο και την κατοχή είναι οι Όχι, Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση; και Υπολοχαγός Νατάσσα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Stockings, Craig, Hancock, Eleanor (2013). Swastika over the Acropolis. σελ. 70. 
  2. Owen Pearson, Albania in the Twentieth Century, A History: Volume II: Albania in Occupation and War, 1939-45, 2006, p. 142.
  3. Field report of the Army Section of Eastern Macedonia by Lt. General Konstantinos Bakopoulos, from 2/8/1941 to 4/10/1941. Archives of the Hellenic Army General Staff/Army History Directorate. Period of WW II, F.629/A/1. 
  4. Beevor (1992), p. 229-231
  5. Council for Reparations from Germany, "Black Book of the Occupation" (in Greek and German), Athens 2006, p. 125-126. Archived from the original (PDF) on March 31, 2014. Retrieved May 25, 2019.
  6. BA/MA RW 6/547-548, 6/555, 6/557, 6/559. The figures are available online.
  7. BA/MA RW 6/547, 6/548. Copies of the reports are available online
  8. Basil Davidson, Partisan Picture, The Sixth Offensive
  9. «Greece - MSN Encarta». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Νοεμβρίου 2009. 
  10. German Antiguerrilla Operations, Ch. 4.II
  11. Mazower (2001), p. 106-107
  12. German Antiguerrilla Operations, Ch. 4.III
  13. German Antiguerrilla Operations, Ch. 5.II-III
  14. German Antiguerrilla Operations, Ch. 7.III
  15. German Antiguerrilla Operations, Ch. 8.III

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]