Μέκκα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση



Συντεταγμένες: 21°25′21″N 39°49′34″E / 21.4225°N 39.8261°E / 21.4225; 39.8261

Μέκκα
Μέκκα
Χώρα Σαουδική Αραβία Σαουδική Αραβία
Διοίκηση
 • Δήμαρχος Osama Al-Bar
Έκταση 850 χλμ²
Υψόμετρο 300 μ
Πληθυσμός 1.700.000(2007)
Ιστοσελίδα Mecca Municipality
Η Κάαμπα μετά τις προσευχές της Παρασκευής

Η Μέκκα ή Μάκκα (πλήρες όνομα, Μάκκα αλ-Μουκάραμα, στην αραβική, مكة المكرمة‎) αποτελεί την ιερότερη πόλη των Μουσουλμάνων. Σύμφωνα με την Ισλάμική πίστη οι πιστοί πρέπει να στρέφονται προς τη Μέκκα για να εκπληρώσουν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις (Ναμάζ). Όλα τα τζαμιά είναι προσανατολισμένα προς την Κάαμπα στη Μέκκα. Ο προφήτης των Μουσουλμάνων, ο Μωάμεθ, γεννήθηκε στη Μέκκα. Πιστεύεται ότι μέρος του ιερού βιβλίου των Μουσουλμάνων, του Κορανίου, δόθηκε από τον Θεό στον προφήτη Μωάμεθ το 610 Κ.Χ. στη Μέκκα. Η πόλη υπήρξε κάτω από Οθωμανική κυριαρχία κατά τα έτη 1517-1917.

Κάθε χρόνο χιλιάδες πιστοί συρρέουν στην πόλη αυτή κατά την περίοδο των προσευχών. Μετά την επίσκεψή τους στη Μέκκα, οι πιστοί αποκτούν την ιδιότητα του Χατζ. Οι μη μουσουλμάνοι απαγορεύεται να επισκεφτούν την πόλη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μέκκα και ο προφήτης Μωάμεθ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μωάμεθ γεννήθηκε στη Μέκκα το 570, γι' αυτό και η πόλη αποτελεί σημαντικό τόπο για όλο το Ισλάμ από τότε μέχρι και σήμερα. Ο Μωάμεθ ανήκε σε μία μειοψηφική φυλή, τους Χασεμίτες, μέρος της φυλής Κουράς που κυβερνούσε. Στο γειτονικό όρος Χίρα αναφέρεται ότι ο προφήτης είχε τη θεϊκή αποκάλυψη από τον αρχάγγελο Γαβριήλ το 610 και ξεκίνησε το κήρυγμα ενός αβρααμικού μονοθεϊσμού σε αντίθεση με τον παγανισμό και πολυθεϊσμό της πόλης του. Μετά από 13 χρόνια συνεχούς αντίθεσης και διαμάχης με τις παγανιστικές φυλές της Μέκκα που δεν τον αποδέχθηκαν, ο Μωάμεθ μετανάστευσε το 622 με τους συντρόφους του στην πόλη Γιατρίμπ, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Μεδίνα. Το ταξίδι αυτό αποτελεί την Εγίρα και είναι η αρχή του μουσουλμανικού ημερολογίου. Η διαμάχη μεταξύ των μουσουλμάνων και των Κουράς, οι οποίοι παρέμεναν πολυθεϊστές, συνεχίστηκε και έλαβε διαστάσεις ένοπλων συγκρούσεων. Στη μάχη του Μπαντρ έξω από τη Μεδίνα οι μουσουλμάνοι νίκησαν τους Κουράς, ενώ οι κάτοικοι της Μέκκα νίκησαν στη μάχη του Ουχούντ. Η προσπάθεια της Μέκκα να υποτάξει το Ισλάμ όμως δεν ήταν μακροπρόθεσμα επιτυχής, και κατά τη μάχη των χαρακωμάτων το 627 έξω από τη Μέκκα οι ενωμένες αραβικές δυνάμεις ηττήθηκαν από τους οπαδούς του Μωάμεθ.

Το 628 ο προφήτης και οι υποστηρικτές του προσπάθησαν να εισέλθουν στη Μέκκα ως προσκυνητές, αλλά εμποδίστηκαν από τους Κουράς. Η τελική συμφωνία του Χουνταϊμπιγιάχ μεταξύ των δύο ομάδων επέτρεψε στους μουσουλμάνους την είσοδο στην πόλη για προσκύνημα τον επόμενο χρόνο. Δύο χρόνια αργότερα οι Κουράς παραβίασαν τη συμφωνία, σκοτώνοντας μία ομάδα μουσουλμάνων με συνέπεια ο Μωάμεθ και ένα σύνολο 10.000 ατόμων να επιτεθούν στη Μέκκα. Η πόλη παραδόθηκε στους μουσουλμάνους που παραχώρησαν αμνηστία στους κατοίκους. Το τοπικό παγανιστικό ιερό καταστράφηκε από τον Μωάμεθ και η ίδια τοποθεσία αφιερώθηκε στη λατρεία του Αλλάχ, ενώ καθορίστηκε ως ο πιο ιερός τόπος λατρείας για το Ισλάμ, κέντρο προσευχής και ένας από τους πέντε πυλώνες της πίστης. Ο Μωάμεθ διακήρυξε ότι η είσοδος σε αλλόθρησκους στην πόλη πλέον απαγορεύεται, και επέστρεψε στη Μεδίνα αφήνοντας τον Ακίμπ Ιμπν Ουσαίντ κυβερνήτη της Μέκκα.

Ο θάνατος του Μωάμεθ το 632 δεν ανέκοψε την ενωτική πορεία όλων των εξισλαμισμένων αραβικών λαών ως ένα ισλαμικό έθνος (Ούμα), ενώ η επέκταση του Ισλάμ ήταν έντονη τον επόμενο αιώνα από τη βόρεια Αφρική ως την κεντρική Ασία και μέρη της Ευρώπης. Με την άνθηση της αραβικής μουσουλμανικής αυτοκρατορίας, η Μέκκα αποτέλεσε χώρος προσέλευσης πιστών όχι μόνο από τις αραβικές περιοχές, αλλά από μουσουλμάνους από όλο τον κόσμο, για την τέλεση της ετήσιας λατρείας. Η πόλη παράλληλα αποτέλεσε πόλο έλξης λόγιων και σοφών, πιστών που ήθελαν να ζουν κοντά στην Καάμπα, καθώς και ντόπιων για την εξυπηρέτηση των πιστών. Η πρόσβαση γινόταν είτε μέσω του λιμανιού της Τζέντα, ή με καραβάνια από τη Συρία και το Ιράκ.

Μεσαιωνική και πρόσφατη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μέκκα δεν αποτέλεσε ποτέ πρωτεύουσα των μουσουλμανικών κρατών και βασιλείων, αλλά όλοι οι μουσουλμάνοι ηγέτες συνεισέφεραν στη διατήρησή της. Κατά τις περιόδους βασιλείας του Ουμάρ ιμπν αλ-Χαττάμπ (634-644) και του Οθμάν ιμπν Αφφάν (644-656), οι χαλίφηδες έφεραν χριστιανούς μηχανικούς ώστε να εξασφαλίσουν την πόλη από τον κίνδυνο πλημμυρών, κατασκευάζοντας φράγματα και αναχώματα γύρω από την Κάαμπα.

Η πορεία του Μωάμεθ στη Μεδίνα έβαλε τη Μέκκα στο περιθώριο, ιδιαίτερα κατά την εξουσία του χαλιφάτου των Ουμαγιαδών, οι οποίοι επέλεξαν τη Δαμασκό στη Συρία ως πρωτεύουσα. Το χαλιφάτο των Αμπασιδών μετέφερε την πρωτεύουσα στη Βαγδάτη, στο σημερινό Ιράκ, η οποία και παρέμεινε το κέντρο της ισλαμικής αυτοκρατορίας για περισσότερα από 500 χρόνια. Η Μέκκα μπήκε ξανά στο προσκήνιο της πολιτικής ιστορίας του Ισλάμ όταν καταλήφθηκε από τον Αμπντ-Αλλάχ Ιμπν Αλ-Ζουμπαίρ, αντίπαλο των Ουμαγιαδών χαλίφηδων, και αργότερα επίσης κατά την πολιορκία της από τον χαλίφη Γιαζίντ τον Α' το 683. Η πολιτική σημασία της πόλης παρέμεινε όμως γενικά χαμηλή, ενώ αποτελούσε πόλη λατρείας και σπουδής κάτω από την εξουσία των Χασεμιτών Σαρίφ.

Το 930 η Μέκκα δέχθηκε την επίθεση των Καρματιδών, μίας σέκτας μουσουλμάνων με ηγέτη τον Αμπού Ταχίρ Αλ-Τζαναμπί με έδρα την ανατολική Αραβία, και λεηλατήθηκε. Αργότερα, το 1349, η πόλη βίωσε σημαντικές απώλειες από πανδημία πανώλης. Το 1517, ο Σαρίφ της Μέκκας, Μπαρακάτ Μπιν Μοχάμεντ, αναγνώρισε την εξουσία του σουλτάνου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αν και διατήρησε ένα σημαντικό βαθμό τοπικής αυτονομίας.

Το 1803 η πόλη καταλήφθηκε από το πρώτο βασίλειο των Σαούντ και παρέμεινε στην εξουσία τους μέχρι το 1813. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα στην εικόνα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία είχε τον έλεγχο της ιερής πόλης από το 1517. Οι Οθωμανοί ανέθεσαν την αποστολή ανακατάληψης της πόλης στον ισχυρό αντιβασιλέα της Αιγύπτου, Μοχάμεντ Αλί Πασά, ο οποίος κατάφερε το 1813 να ανακτήσει την πόλη.

Σαουδική Αραβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο το 1916 ο Σαρίφ της Μέκκα, Χουσεΐν Μπιν Αλί, διακήρυξε την επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τη Μέκκα, η οποία ήταν και η πρώτη πόλη που καταλήφθηκε μετά την ομώνυμη μάχη. Ο Χουσεΐν ίδρυσε ένα νέο κράτος, το βασίλειο του Χεζάζ, και ανακήρυξε τη Μέκκα πρωτεύουσα του νέου βασιλείου. Μετά τη μάχη της Μέκκα το 1924, η οικογένεια Σαούντ ανέτρεψε τον Σαρίφ και η Μέκκα ενσωματώθηκε στη Σαουδική Αραβία.

Στις 20 Νοεμβρίου του 1979, περίπου 200 ένοπλοι αντιφρονούντες με ηγέτη τον Σαουδάραβα ιερέα Ζουχαϊμάν Αλ-Οταϊμπί κατέλαβαν το Μεγάλο Τζαμί, ισχυριζόμενοι ότι η βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας δεν αντιπροσωπεύει πλέον το αγνό Ισλάμ και το ιερό τέμενος και η Κάαμπα πρέπει να ανήκουν στους πραγματικά πιστούς. Οι ένοπλοι κράτησαν δεκάδες χιλιάδες πιστών ως ομήρους και αποκλείστηκαν στο τζαμί. Η πολιορκία τους κράτησε δύο εβδομάδες και είχε ως συνέπεια αρκετές εκατοντάδες θανάτους και υλικές ζημιές. Η τελική επίθεση απελευθέρωσης των ομήρων έγινε από δυνάμεις του Πακιστάν με την υποστήριξη Γάλλων κομάντο.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα