Πάργαλης Ιμπραήμ πασάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ιμπραήμ Πασάς

Ο Πάργαλης Ιμπραήμ πασάς (τουρκ. Pargalı Damat İbrahim Paşa, 1494-1536) ήταν Μεγάλος Βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό τον Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιμπραήμ ήταν χριστιανός ελληνικής καταγωγής, γιος ενός Έλληνα ναυτικού από την Πάργα, που τον 16ο αιώνα τελούσε υπό την κυριαρχία της Βενετίας.Το πραγματικό του όνομα ηταν Θεόφιλος. Γεννήθηκε το 1494 –ο ίδιος ο Ιμπραήμ είπε στον πρεσβευτή Ζάρα το 1532 ότι γεννήθηκε την ίδια εβδομάδα με τον Σουλεϊμάν– και σε παιδική ηλικία αιχμαλωτίστηκε από Τούρκους κουρσάρους. Απ’ ό,τι φαίνεται, αρχικά πουλήθηκε σε μια χήρα στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, η οποία τον φρόντιζε και του παρείχε μια ολοκληρωμένη παιδεία. Έμαθε μάλιστα να παίζει πολύ καλά ένα μουσικό όργανο αντίστοιχο με το σημερινό βιολί. Διάβαζε περσικά, τουρκικά, ελληνικά και ιταλικά. Είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο διάβασμα κυρίως γεωγραφίας και ιστορίας, ειδικά σχετικά με τον Μέγα Αλέξανδρο και τον Αννίβα.

Υπάρχουν δύο εκδοχές σχετικά με το πώς κατέληξε ο Ιμπραήμ στην υπηρεσία του Σουλεϊμάν. Σύμφωνα με την πρώτη ο πρίγκιπας Σουλεϊμάν, γιος του σουλτάνου Σελίμ Α΄, γνώρισε τον Ιμπραήμ σε μία από τις εκστρατείες του στη Μικρά Ασία και γοητεύτηκε από τη χάρη του και τις επιδόσεις του στη μουσική. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή ο Ιμπραήμ κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη και εκεί πουλήθηκε στον πρίγκιπα Σουλεϊμάν. Πάντως το γεγονός ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο Ιμπραήμ κατέληξε ιδιοκτησία του Σουλεϊμάν είναι αδιαφιλονίκητο.

Ο Ιμπραήμ τοποθετήθηκε ως υπηρέτης στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του διαδόχου Σουλεϊμάν. Σαν ευνοούμενος του διαδόχου κοιμόταν και γευμάτιζε στα ίδια με αυτόν διαμερίσματα. Ο συγγραφέας Bragadino αναφέρει ότι όταν οι δύο δεν ήταν μαζί έγραφαν ο ένας στον άλλο σημειώματα που τα έστελναν με μουγγούς υπηρέτες (τέτοιοι υπήρχαν πάντοτε στα παλάτια). Ο Pietro Zen αναφέρει ότι ο Ιμπραήμ και ο Σουλεϊμάν έκαναν μαζί βαρκάδα σε μια μικρή βάρκα με έναν μόνο κωπηλάτη καθώς και περιπάτους στους κήπους. Επίσης ότι ήταν αχώριστοι και ότι η φιλία τους συνεχίστηκε και όταν ο Σουλεϊμάν έγινε σουλτάνος.

Η πολύ στενή σχέση μεταξύ Ιμπραήμ και Σουλεϊμάν σκανδάλιζε τους Οθωμανούς και οι Τούρκοι συγγραφείς δεν την αναφέρουν καθόλου. Θεωρούσαν ανάρμοστο για τον σουλτάνο να δείχνει ιδιαίτερη εύνοια προς έναν σκλάβο. Σ' αυτή την εύνοια οφείλεται και η ταχύτατη άνοδος του Ιμπραήμ στην ιεραρχία. Υπάρχουν μαρτυρίες δυτικών συγγραφέων ότι ο Ιμπραήμ ήταν ευνούχος, βασιζόμενες στο ότι αυτός πριν γίνει βεζύρης είχε το αξίωμα του "Χασ-οντά-μπαση" στο χαρέμι, αξίωμα που ανετίθετο σε ευνούχους. Ο ιστορικός H. Donaldson Jenkins πιστεύει ότι μάλλον αυτό ευσταθεί, παρ' ότι στη ζωή του Ιμπραήμ περιλαμβάνονται στοιχεία που ήταν ασυμβίβαστα με τη θέση του ευνούχου, όπως π.χ. το να εξέρχεται απ' το σαράι και να περιφέρεται στην πόλη, η προαγωγή του στο αξίωμα του βεζύρη και ο γάμος του με την αδελφή του σουλτάνου. Στην ιστορία αναφέρονται και άλλοι ευνούχοι που ανήλθαν σε υψηλά αξιώματα της Οθωμ. Αυτοκρατορίας και έκαναν γάμους σκοπιμότητας.[1]

Η πρώτη θέση που κατέλαβε ο Ιμπραήμ ήταν προσωπικός υπηρέτης του διαδόχου του θρόνου, δηλαδή του Σουλεϊμάν. Όταν ο Σουλεϊμάν ανέβηκε στο θρόνο, το 1520, προήγαγε τον Ιμπραήμ σε αρχιγερακάρη, και πολύ σύντομα τον έχρισε διαδοχικά χασ-ονταμπασί (αρχιτελετάρχη), μπεηλέρμπεη της Ρούμελης, βεζίρη, μεγάλο βεζίρη και τέλος σερασκέρη, ή αλλιώς γενικό διοικητή των αυτοκρατορικών δυνάμεων – μια αστραπιαία αναρρίχηση στην ιεραρχία. Ο Μποντιέ αφηγείται μια σχετική, αν και ανεπιβεβαίωτη, ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή, καθώς ταιριάζει με το χαρακτήρα του.

Η ιστορία έχει ως εξής: «Η ραγδαία ανέλιξη του Ιμπραήμ είχε αρχίσει να του προκαλεί ανησυχία. Τα σκαμπανεβάσματα που επιφύλασσε η μοίρα σε πολλούς ισχυρούς άντρες της οθωμανικής Αυλής τον έκαναν να συνειδητοποιήσει τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχαν όλοι όσοι απολάμβαναν τα μεγαλεία της Αυλής και λειτούργησε σαν χαλινάρι στις επιθυμίες του. Εκλιπαρούσε τον Σουλεϊμάν να μην τον προωθήσει σε πολύ υψηλά αξιώματα γιατί τότε η πτώση του θα ήταν μοιραία. Του εξήγησε ότι μια περιορισμένη ευημερία θα ήταν πιο ασφαλής από τα μεγαλεία, ότι θα ήταν αρκετή ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του να έχει απλώς όσα χρειάζεται για να ζήσει με ηρεμία και άνεση. Ο Σουλεϊμάν εκτίμησε την ταπεινότητά του, αλλά έχοντας κατά νου να τον ανεβάσει στα υψηλότερα αξιώματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ορκίστηκε ότι δεν θα επέτρεπε ποτέ στη διάρκεια της βασιλείας του να καταδικαστεί ο Ιμπραήμ σε θάνατο, ό,τι κι αν συνέβαινε στην Αυλή του». «Αλλά», ηθικολογεί ο Μποντιέ, «η ανθρώπινη και ευμετάβλητη φύση των βασιλέων από τη μια και η υπεροψία και αγνωμοσύνη των ευνοούμενων από την άλλη θα κάνουν τον Σουλεϊμάν να αθετήσει την υπόσχεσή του και τον Ιμπραήμ να χάσει την πίστη και την αφοσίωσή του.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hester Donaldson Jenkins, Ibrahim Pasha : Grand Vizir of Suleiman the Magnificent, 1911, σ. 23-25.


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]