Σπαρτιατική ηγεμονία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Η σπαρτιατική ηγεμονία είναι περίοδος της κλασικής εποχής της αρχαίας ελληνικής ιστορίας από το τέλος του πελοποννησιακού πολέμου (404 π.Χ.) μέχρι τη μάχη των Λεύκτρων (371), κατά την οποία η πόλη της Σπάρτης ήταν η κυρίαρχη πολιτική και στρατιωτική δύναμη στον κόσμο των ελληνικών πόλεων, τις οποίες ηγεμόνευε.

Με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, μετά τη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς, ο Λύσανδρος έθεσε υπό τον έλεγχό του το χώρο της Α’ αθηναϊκής συμμαχίας, κάτι που οδήγησε στην υπογραφή ειρήνης τον επόμενο χρόνο. Η ηγέτιδα δύναμη του ελληνικού κόσμου ήταν πλέον η Σπάρτη.

Τα έτη 400-395 ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αγησίλαος Β΄ διεξήγαγε επιχειρήσεις στην Ιωνία για την υπεράσπιση των ελληνικών πόλεων από τους σατράπες των Σάρδεων, Τισσαφέρνη, και του Δασκυλείου, Φαρνάβαζο, διότι ο τελευταίος απαιτούσε οι ελληνικές πόλεις της περιοχής να του καταβάλλουν φόρο, κάτι που θα σήμαινε την υπαγωγή τους στην περσική διοίκηση.Εν τω μεταξύ, στην ηπειρωτική Ελλάδα ξέσπασε ο Κορινθιακός πόλεμος. Το 395 π.Χ. δημιουργήθηκε ένας αντισπαρτιατικός συνασπισμός με την οικονομική υποστήριξη της Περσίας, αποτελούμενος από το Άργος, την Κόρινθο, την Αθήνα και τη Θήβα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ανάκληση του στρατού του Αγησιλάου από την Ιωνία. Το 394 π.Χ. δόθηκε μία ναυμαχία στην Κνίδο που οδήγησε στην ήττα του σπαρτιατικού από τον αθηναϊκό στόλο, με συνέπεια η Σπάρτη να μην ελέγχει πλέον το Αιγαίο. Ήταν το πρώτο γεγονός που έδωσε στην Αθήνα τη δυνατότητα να επανέλθει στο Αιγαίο και να ασκήσει πολιτική επιρροή στην περιοχή, αφού αποδεσμεύθηκε από τη συνθήκη του 404 π.Χ. και άρχισε να ανακτά την πολιτική της ισχύ. Το τέλος του πολέμου ήλθε με την Ανταλκίδειο ειρήνη ή ειρήνη του βασιλέως (φθινόπωρο του 387 π.Χ.), που επικυρώθηκε την άνοιξη του 386 π.Χ., που συμφωνήθηκε μεταξύ του Αρταξέρξη Β’ και του Σπαρτιάτη ναυάρχου Ανταλκίδα και ανακοινώθηκε στους εκπροσώπους των ελληνικών πόλεων από τον Τισσαφέρνη. Σύμφωνα με τους όρους της ειρήνης: οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας μαζί με τις Κλαζομενές και η Κύπρος ανήκαν πλέον στον Αρταξέρξη οι υπόλοιπες πόλεις ήταν αυτόνομες, εκτός από τη Λήμνο, τη Σκύρο και την Ίμβρο, που αναγνωρίστηκαν ως αθηναϊκές κληρουχίες. Η Σπάρτη ανέλαβε την επίβλεψη της τήρησης των όρων. Η αυτονομία κάθε πόλης δεν επέτρεπε πλέον τη δημιουργία ευρύτερων συνασπισμών. Έτσι, μετά την άνοιξη του 386 π.Χ. η Σπάρτη διέλυσε το κοινό των Βοιωτών και εγκατέστησε ένα ολιγαρχικό καθεστώς και μία σπαρτιατική φρουρά στην Καδμεία, την ακρόπολη της Θήβας. Το 382 π.Χ. η Σπάρτη κινήθηκε εναντίον του κοινού των Χαλκιδέων που είχε ως κέντρο την Όλυνθο. Ο Ολυνθιακός πόλεμος (382-379) έληξε με τη διάλυση του κοινού των Χαλκιδέων. Τα πράγματα, όμως, άρχισαν να μεταβάλλονται. Το Δεκέμβριο του 379 π.Χ. δημοκρατικοί Θηβαίοι εκδίωξαν τη σπαρτιατική φρουρά από την Καδμεία. η Θήβα, λοιπόν, ήταν η πρώτη πόλη στην οποία σημειώθηκε προσπάθεια με σκοπό να ελευθερωθεί και η υπόλοιπη Βοιωτία. Ακολούθησε πόλεμος ανάμεσα σε Βοιωτούς και Σπαρτιάτες, καθώς η Σπάρτη δεν αναγνώριζε τους Θηβαίους ως εκπρόσωπο του κοινού των Βοιωτών, πόλεμος ο οποίος έληξε με τη συντριπτική ήττα της Σπάρτης στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ., που σήμανε και τη ληξη της σπαρτιατικής ηγεμονίας.