Αρσενικώδες κάλιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αρσενικώδες κάλιο
Potassium arsenite.png
Meta-arsenite-anion-3D-balls.png
Arsenite-anion-3D-balls.png
Γενικά
Όνομα IUPAC Αρσενώδες κάλιο
Άλλες ονομασίες Αρσενικώδες κάλιο
Χημικά αναγνωριστικά
Χημικός τύπος KAsO2
Μοριακή μάζα 146,019 amu
Αριθμός CAS 10124-50-2
SMILES [O-][As]=O.[K+]
PubChem CID 61616
Φυσικές ιδιότητες
Σημείο τήξης ~300° (διασπάται)
Πυκνότητα 8.760 kg/m³
Διαλυτότητα
στο νερό
Ελαφρά διαλυτό
Χημικές ιδιότητες
Επικινδυνότητα
GHS-pictogram-skull.svg GHS-pictogram-pollu.svg
LD50 14 mg/kg
Εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά, τα δεδομένα αφορούν υλικά υπό κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος (25°C, 100 kPa).

Το αρσενικώδες κάλιο[1] ή αρσενώδες κάλιο[2] (αγγλικά: potassium arsenite) είναι η ανόργανη ένωση με εμπειρικό τύπο KAsO2. Είναι το άλας που προκύπτει (θεωρητικά) από την εξουδετέρωση του αρσενικώδους οξέος (HAsO2) από το υδροξείδιο του καλίου (KOH).

Για την ακρίβεια, η ίδια γενικότερη ονομασία (αρσενικώδες κάλιο) χρησιμοποιείται για δυο ενώσεις. Η ένωση με τύπο KAsO2 αντιστοιχεί ειδικότερα στο «μεταρσενικώδες κάλιο». Υπάρχει, όμως, και το «ορθαρσενικώδες κάλιο», που έχει τύπο K3AsO3. Οι κορμοί των δυο ενώσεων είναι τα ιόντα [AsO2]- και [AsO3]3-, αντιστοίχως, στα οποία το αρσενικό βρίσκεται στην +3 βαθμίδα οξείδωσης. Το κάλιο βρίσκεται στη βαθμίδα οξείδωσης +1 και το οξυγόνο στη βαθμίδα οξείδωσης -2.[3]. Όπως ισχύει και για πολλές άλλες ενώσεις του αρσενικού, το αρσενικώδες κάλιο είναι πολύ τοξικό και καρκινογόνο για τους ανθρώπους (και όχι μόνο). Το αρσενικώδες κάλιο σχηματίζει τη βάση του διαλύματος Φόουλερ (Fowler’s solution), που ιστορικά χρησιμοποιήθηκε ως ιατρικό τονωτικό και ως φάρμακο για διάφορες ασθένειες, αλλά όταν ανακαλύφθηκε η τοξική του φύση διακόπηκε η φαρμακευτική χρήση του.[4][5]. Ωστόσο, χρησιμοποιείται ακόμη, ως τρωκτικοκτόνο (και όχι μόνο).[6]

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δυο μοναδικές μορφές του αρσενικώδους καλίου διακρίνονται από το διαφορετικό αριθμό ατόμων οξυγόνου. Το μεταρσενικώδες κάλιο (KAsO2) περιέχει δυο (2) άτομα οξυγόνου, ένα ουδέτερο και ένα ανιόν, τα οποία συνδέονται με το άτομο του αρσενικού. Το ουδέτερο άτομο οξυγόνου συνδέεται μέσω ενός διπλού δεσμού και το ανιόν μέσω ενός απλού. Αντιστοίχως, το ορθαρσενικώδες κάλιο (K3AsO3) περιέχει τρία (3) ανιόντα οξυγόνου, τα οποία συνδέονται με το άτομο του αρσενικού μέσω, ενός απλού δεσμού, το καθένα. Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις το αρσενικό βρίσκεται στην +3 βαθμίδα οξείδωσής του. Οι δυο ενώσεις συνονομάζονται αρσενώδεις, παρόλο που έχουν διαφορετικούς τύπους και δομές,[3] γιατί έχουν ταυτόσημες ιδιότητες. Άλλωστε, η ορθο- δομή προκύπτει από τη μετα- μετά από αντιστρέψιμη προσθήκη νερού στο διπλό δεσμό As=O:

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το υδατικό διάλυμα αρσενώδους καλίου, που είναι περισσότερο γνωστό ως διάλυμα Φόυλερ, μπορεί να παραχθεί με συνθέρμανση τριοξειδίου του αρσενικού (As2O3) και υδροξειδίου του καλίου (KOH), παρουσία νερού. Η αντίδραση αποδίδεται με την ακόλουθη στοιχειομετρική εξίσωση: [7][8]

Ιδιότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρσενικώδες κάλιο είναι ανόργανο άλας του αρσενικώδους οξέος (μετα: HAsO2 ή ορθο: H3AsO3) με υδροξείδιο του καλίου (ΚΟΗ) και βρίσκονται (στις κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος) με τη μορφή άοσμου λευκού στερεού. Είναι αρκετά υδατοδιαλυτό, αλλά μόλις ελαφρά διαλυτό στην αιθανόλη. Τα υδατικά διαλύματα αρσενώδους καλίου υδρολύονται μερικώς, με αποτέλεσμα να παράγονται μικρές συγκεντρώσεις ανιόντων υδροξυλίου (ΟΗ-) και επομένως να είναι ελαφρώς βασικά.[9] Ενώ το ίδιο το αρσενικώδες κάλιο είναι άφλεκτο, η θέρμανσή του προκαλεί τη διάσπασή του, η οποία σχηματίζει τοξικούς ατμούς που συμπεριέχουν αρσίνη (AsH3, παρουσία υγρασίας ως πηγής υδρογόνου), οξείδια του αρσενικού και οξείδια του καλίου. Το αρσενικώδες κάλιο αντιδρά επίσης με οξέα, δίνοντας τοξική αέρια αρσίνη.[6]

Εφαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον 18ο αιώνα, ο Άγγλος ιατρός Τόμας Φόουλερ (Thomas Fowler) επινόησε το επονομαζόμενο διάλυμα Φόουλερ, που ήταν υδατικό διάλυμα αρσενώδους καλίου, ως θεραπεία για διάφορες ασθένειες, που συμπεριλάμβαναν την αναιμία, τους ρευματισμούς, την ψωρίαση, το έκζεμα, τη δερματίτιδα, το άσθμα, τη χολέρα και τη σύφιλη. Επιπλέον, το 1865, οι δυνητικές εφαρμογές του διαλύματος Φόουλερ επεκτάθηκαν ως πρώτο χημικοθεραπευτικό μέσο για τη θεραπεία της λευχαιμίας, αλλά ωστόσο το χημικοθεραπευτικό αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής ήταν μόνο προσωρινό. Αν και αυτό ακούγεται στις μέρες μας εκπληκτικό, η έμπνευση για τη χρήση του διαλύματος Φόουλερ σε τέτοιες εφαρμογές προήλθε από την εφαρμογή του υδατικού διαλύματος αρσενώδους καλίου ως βυρσοδεψικού μέσου για την παραγωγή απαλότερου παλτού για άλογα.[4] Πλέον το αρσενικώδες κάλιο αποτελεί νευραλγικής σημασίας συστατικό σε ορισμένα τρωκτικοκτόνα, εντομοκτόνα και ζιζανιοκτόνα. Ωστόσο, η υδατοδιαλυτότητα και η τοξικότητά του το καθιστούν παράγοντα δυνητικού κινδύνου για το περιβάλλον.[9]

Επιπτώσεις στην υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοξικότητα του αρσενώδους καλίου προκύπτει από την υψηλή χημική συγγένεια του αρσενικού για τις υδροθειομάδες (-SH). Ο σχηματισμός δεσμών αρσενικού - θείου (As - S) βλάπτει τη λειτουργικότητα ορισμένων ενζύμων, που συμπεριλαμβάνουν την αναγωγάση της γλουταθειόνης, τις υπεροξειδάσες της γλουταθειόνης, την αναγωγάση της θειορεδοξίνης και την υπεροξειδάση της θειορεδοξίνης. Αυτά τα ένζυμα εμπλέκονται πολύ στενά με τα άμυνα κατά των ελευθέρων ριζών και με το μεταβολισμό του πυροσταφυλικού οξέος. Έτσι, η έκθεση στο αρσενικώδες κάλιο, αλλά και σε άλλες αρσενώδεις ενώσεις, οδηγεί (αρχικά) στην παραγωγή ζημιογόνων οξυγονούχων ελευθέρων ριζών και (τελικά) στη διακοπή του κυτταρικού μεταβολισμού.[10]

Επιπρόσθετα, οι αρσενώδεις ενώσεις έχουν χαρακτηριστεί καρκινογόνες. Η καρκινογονικότητα του αρσενώδους καλίου προκύπτει από την ικανότητά του να εμποδίζει το DNA από το να διορθωθεί και να μεθυλιωθεί. Αυτή η παρεμπόδιση του κυτταρικού μηχανισμού μπορεί να οδηγήσει σε καρκίνο επειδή τα κύτταρα δεν μπορούν πλέον να διορθώνουν τις μεταλλάξεις, ή τουλάχιστον να σταματούν την αναπαραγωγή τους, οπότε προκύπτει έτσι ένας καρκινικός όγκος.[11] Όλες αυτές οι συνθήκες επεκτείνουν τη ζημιογόνα δύση του αρσενώδους καλίου και άλλων αρσενωδών ενώσεων. Επιπλέον ένδειξη γι' αυτό αποτελεί ο δείκτης LD50 της ένωσης, που ανέρχεται σε 14 mg/kg για τους αρουραίους και ο δείκτης TDL, που ανέρχεται σε 74 mg/kg για τους ανθρώπους.[12]

Παρατηρήσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πίνακας των ρυπαντικών ουσιών Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. C322, 15 Δεκεμβρίου 1988, σελίδα 15.
  2. Σημείωση: Μέρος της ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας, ιδιαίτερα παλαιότερα, χρησιμοποιεί τον όρο «αρσενώδες» αντί αρσενικώδες. Παραδείγματα πηγών: 1. Χημεία Ξαυερίου Λανδερέρ, Αθήνα 1842, Τόμος 2: 6 αναφορές: Σελ. 6, 15, 27, 42, 45 και 46. 2. Επιτομή Χημείας Πέτρου Αυγούστου Αδητού, Βιέννη 1808, 5 αναφορές: Σελ. 71, 114, 115, 121 και 150. 3. Τοξικολογία Ξαυερίου Λανδερέρ, Αθήνα 1843, 3 αναφορές: Σελ. 2, 58 και 61. 4. Εφημερίδα της Κυβέρνησης, Αθήνα 1835, Αριθμός 20. 1 αναφορά. 5. Λεξικόν Παπαδιαμάντη, Δρ. Δημητρίου Γκέλη, λήμμα: αρσενώδες οξύ. 6. Βικιπαίδεια: Επιχείρηση Φυσικές Επιστήμες/Επιθυμητά λήμματα: Αρσενώδες οξύ. 7. Μεθοδοι και υλικα - iKEE - Αριστοτελειο Πανεπιστημιο Θεσσαλονικης, 2005: ...αρσενώδες ανιóν. 8. CHAZMA GS 2008 / ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΜΕ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ... ΑΡΣΕΝΩΔΕΣ ΣΤΡΟΝΔΙΟ.
  3. 3,0 3,1 Lide, D. R. (1993). CRC Handbook Chemistry & Physics 74th Edition. ISBN 0-8493-0474-1.
  4. 4,0 4,1 DM, J. (1993). "The History of the use of Arsenicals in Man". Journal of the Royal Society of Medicine. 86.
  5. Lander J.J.; Stanley R.J.; Sumner H.W.; Boswell D.C.; Aach R.D. (1975). "Angiosarcoma of the Liver associated with Fowler's Solution (Potassium Arsenite)". Gastroenterology. 68 (6): 1582–1586. PMID 1169181
  6. 6,0 6,1 Potassium Arsenite. [1]
  7. Caspari, Charles (1901). A Treatise on Pharmacy for Students and Pharmacists (2nd έκδοση). Philadelphia: Lea Brothers and Co.. https://archive.org/stream/atreatiseonphar04caspgoog#page/n6/mode/2up. 
  8. Tinwell, H.; Stephens, S. C.; Ashby, J. (1991). «Arsenite as the probable active species in the human carcinogenicity of arsenic: mouse micronucleus assays on Na and K arsenite, orpiment, and Fowler's solution». Environmental Health Perspectives 95: 205–210. doi:10.2307/3431125. PMID 1821373. PMC 1568403. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC1568403/pdf/envhper00415-0197.pdf. 
  9. 9,0 9,1 U.S. Dept. of Health and Human Services, Public Health Service (October 2, 2014). «Arsenic and Inorganic Arsenic Compounds». Report on Carcinogens, Thirteenth Edition. http://ntp.niehs.nih.gov/ntp/roc/content/profiles/arsenic.pdf#search=potassium%20arsenite. 
  10. Chen, Sai-Juan; Zhou, Guang-Biao; Zhang, Xiao-Wei; Mao, Jian-Hua; The ́, Hugues de; Chen, Zhu (16 June 2011). «From an old remedy to a magic bullet: molecular mechanisms underlying the therapeutic effects of arsenic in fighting leukemia». Blood 117 (24). http://www.bloodjournal.org/content/bloodjournal/117/24/6425.full.pdf. 
  11. Xiong, Lei; Wang, Yinsheng (5 February 2010). «Quantitative Proteomic Analysis Reveals the Perturbation of Multiple Cellular Pathways in HL-60 Cells Induced by Arsenite Treatment». Journal of Proteome Research 9 (2): 1129–1137. doi:10.1021/pr9011359. PMID 20050688. 
  12. «Potassium arsenite». TOXNET: Toxicology Data Network. Ανακτήθηκε στις 6 December 2014. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Potassium arsenite της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).