Μονή Στουδίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°59′46″N 28°55′43″E / 40.99611°N 28.92861°E / 40.99611; 28.92861

Σχέδιο της μονής το 1877
Βυζαντινή μικρογραφία που απεικονίζει τη Μονή Στουδίου στην Προποντίδα

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Στουδίου, γνωστή απλά ως Μονή Στουδίου (ή των «ακοιμήτων μοναχών.), ήταν σπουδαίο μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη Βαπτιστή, χτισμένο στον Ξηρόλοφο[1], τον έβδομο λόφο της Κωνσταντινούπολης, έχοντας σημαντική συμβολή στη θρησκευτική, πολιτική και πολιτιστική ζωή της πόλης. Μετατράπηκε σε οθωμανικό τέμενος, γνωστό σήμερα ως Ιμραχόρ Τζαμί.

Ιδρύθηκε μάλλον πριν το 454 από κάποιον Συγκλητικό ονόματι Στούδιο, ο οποίος είχε αναδειχθεί ύπατος της Κωνσταντινούπολης από το 457 και από τον οποίο πήρε και το όνομά της. Αυτός θαύμαζε το μοναχικό βίο και μέσα σε μια μεγάλη έκταση που κατείχε, έκτισε μια τρίκλιτη βασιλική, η οποία ήταν αφιερωμένη στον Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον πρώτο ασκητή. Εκεί εγκαταστάθηκε αδελφότητα μοναχών, που ονομάστηκαν ακοίμητοι, καθώς προσεύχονταν αδιάλειπτα νυχθημερόν. Ο Θεοφάνης Ομολογητής τοποθετεί την ίδρυσή της περί το 463, επί αυτοκράτορα Λέοντα Α΄ και Πατριάρχου Γενναδίου Α΄.

Η Μονή Στουδίου είχε δικό της Τυπικό («υποτύπωσιν») και πλούτισε την εκκλησιαστική υμνολογία με νέους ύμνους και κανόνες, οι οποίοι υιοθετήθηκαν αμέσως από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, αντικαθιστώντας την παλιά υμνογραφία. Το Τυπικό της Μονής αποτέλεσε πρότυπο για πολλές άλλες, τόσο στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όσο και στη Ρωσία, μετά τον 11ο αιώνα. Στα χρόνια του Ιωάννου Τσιμισκή, ο Ευθύμιος Στουδίτης συνέταξε το πρώτο Τυπικό του Αγίου Όρους.

Μεγάλη ακμή γνώρισε επί των ημερών του Θεοδώρου Στουδίτη (9ος αιώνας) και ύστερα, οπότε με την εγκατάσταση της αδελφότητας των Σακκουδιτών η μοναχική αδερφότητα έφτασε να αριθμεί πάνω από 700 μοναχούς. Στους αιώνες που λειτούργησε απέκτησε μεγάλη φήμη, αναδείχθηκε στην πολυπληθέστερη Μονή της Πόλης και αποτέλεσε πνευματικό κέντρο της Αυτοκρατορίας.

Οι μοναχοί της ονομάζονταν Στουδίτες και η οργάνωση του βίου τους αποτέλεσε πρότυπο για ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο. Τρεις Αυτοκράτορες[2] αποσύρθηκαν εκεί και έγιναν Στουδίτες, ενώ τρεις Στουδίτες έγιναν Πατριάρχες[3]. Έπαιξε σπουδαίο ρόλο κατά την Εικονομαχία, κατά τη διάρκεια της οποίας υπέφερε πολλά, καθώς οι μοναχοί της αναδείχτηκαν αγωνιστές της Ορθοδοξίας και υπερασπιστές της τιμής των εικόνων. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας έκλεισε, καθώς της επιβλήθηκαν όροι που οι μοναχοί αρνήθηκαν να δεχθούν. Ανασυστήθηκε το 1294 με τις γενναιόδωρες χορηγίες του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, αδερφού του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β', και λειτούργησε μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453. Τον 14ο αιώνα κατείχε την κορυφαία θέση μεταξύ των μονών της Κωνσταντινούπολης[4] και ο εκάστοτε ηγούμενός της συμμετείχε στις εργασίες της Πατριαρχικής Συνόδου.

Στη σπουδαία βιβλιοθήκη της Μονής θησαυρίζονταν έγγραφα, επιστολές και υλικό που αφορούσε στα περιουσιακά στοιχεία και τα προνόμιά της[5]. Επιπλέον, η Μονή περιλάμβανε σχολή αντιγραφέων, τα χειρόγραφα της οποίας ήταν περιζήτητα σε ολόκληρο το Χριστιανικό κόσμο και πολλά από αυτά σώζονται σε διάφορες βιβλιοθήκες της Δυτικής Ευρώπης και της Ανατολής. Στη Μονή φυλάσσονταν επίσης πολλά ιερά λείψανα, μεταξύ των οποίων η κάρα του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, του πατέρα του Ζαχαρία, και του Αγίου Θεοδώρου, αλλά τα περισσότερα χάθηκαν στην περίοδο της Φραγκοκρατίας.

Τα ερείπια της Μονής Στουδίου, όπως είναι σήμερα

Η εκκλησία της Μονής, που βρίσκεται στο κέντρο του μοναστικού συγκροτήματος, ανήκει στον παλαιό τύπο της βασιλικής, όμοια με τις εκκλησίες που ανήγειρε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Αποτελείται από τρία κλίτη, μια μεγάλη πολυγωνική κόγχη του ιερού, ένα μεγάλο ορθογώνιο αίθριο δυτικά και γυναικωνίτη που περιβάλλει τον κυρίως ναό. Η διακόσμηση του ναού ήταν εκπληκτική, όπως αναφέρουν πολλοί περιηγητές.

Πολλοί ιστορικοί, χρονικογράφοι και περιηγητές έχουν καταγράψει γεγονότα που σχετίζονται με τη Μονή Στουδίου. Μεταξύ αυτών οι: Θεοφάνης, Λέων Γραμματικός, Μιχαήλ Ατταλειάτης, Γεώργιος Ακροπολίτης, Γεώργιος Κεδρηνός, Μιχαήλ Γλυκάς, Νικήτας Χωνιάτης, Νικηφόρος Γρηγοράς και Συμεών ο Μεταφραστής.

Περί το 1481, η βασιλική μετετράπη σε τέμενος από τον ιπποκόμο του Σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄, Αλβανό Ελιά Μπέη και πήρε το όνομα Μιραχόρ ή Ιμραχόρ τζαμί ή «Τζαμί του ιπποτρόφου». Το 1782 κάηκε, το 1894 επλήγη από σεισμό, ενώ το 1920 κάηκε ξανά. Σήμερα υπάρχουν τα ερείπιά της. Το εξαιρετικό ψηφιδωτό δάπεδο του 13ου αιώνα με τα γεωμετρικά σχέδια και τις μινιατούρες ζώων και πουλιών είναι σήμερα εκτεθειμένο στον ήλιο και τη βροχή και σιγά σιγά καταστρέφεται. Τα υπολείμματα του τεράστιου μοναστικού συγκροτήματος που ήταν διασκορπισμένα γύρω από το ναό, όπως περιγράφονταν από διάφορους περιηγητές, δεν υπάρχουν πλέον, καθώς χρησιμοποιήθηκαν από τους κατοίκους της περιοχής για να επανοικοδομήσουν τα σπίτια τους μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1920.

Το 2013 το υπουργικό συμβούλιο της Τουρκίας αποφάσισε να ανακαινιστεί και να μετατραπεί και πάλι σε τζαμί[6].

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. κοντά στην παραλία της Προποντίδος, αριστερά από τη Χρυσόπορτα των Θεοδοσιανών τειχών, κοντά στα Ψαμαθιά
  2. ο Μιχαήλ Ε' ο Καλαφάτης (1042), ο Ισαάκ Κομνηνός (1059) και ο Μιχαήλ Ζ' ο Δούκας (1078)
  3. Ο Αντώνιος, ο Αλέξιος και ο Δοσίθεος έγιναν Οικουμενικοί Πατριάρχες, ενώ ο Δοσίθεος προηγουμένως διετέλεσε και Πατριάρχης Ιεροσολύμων
  4. όπως αναφέρεται σε πράξη που εξέδωσε ο Πατριάρχης Νείλος
  5. libraries.gr
  6. amen.gr

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Σοφίας Ν. Σφυρόερα, Κωνσταντινούπολη, Πόλη της Ιστορίας, Αθήνα 2006, ISBN 960-442-233-2
  • Κazhdan, Alexander (ed.). Oxford Dictionary of Byzantium, Oxford University Press, 1991

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]