Νικηφόρος Βρυέννιος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νικηφόρος Βρυέννιος ο πρεσβύτερος ήταν στρατηγός του Βυζαντίου. Κατέπνιξε την επανάσταση του δούκα των Παριστρίων Νέστορα, και των Πετζενέγων. Καθαιρέθηκε όμως από την Βυζαντινή αυλή. Το 1077 ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας στο Δυρράχιο και κατέλαβε τις δυτικές επαρχίες του κράτους και απείλησε την Κωνσταντινούπολη. Το 1078 ο Νικηφόρος Βοτανειάτης, για να αποφύγει τα δεινά του εμφύλιου πολέμου, έστειλε πρεσβεία προς τον Βρυέννιο, προσφέροντάς του το αξίωμα του Καίσαρα και ζητώντας του να σταματήσει την αντιπαράθεση. Ο Βρυέννιος απέκρουσε τις προτάσεις αυτές, όπως και τις δύο επόμενες πρεσβείες που ακολούθησαν. Ακολούθησε μάχη στην θέση Καλαβρύη της Θράκης. Ο Βρυένιος ηττήθηκε στην πεισματική αυτή μάχη και έπεσε αιχμάλωτος του Αλεξίου Κομνηνού, ο οποίος κατ εισήγηση του Βορίλου για να τον τιμωρήσει του έβγαλε τα μάτια. Ο Βοτανειάτης όμως τον αποκατέστησε στα κτήματά του, και παρέμεινε ανενόχλητος στην Αδριανούπολη ακόμα και αφού ο Αλέξιος ανήλθε στο θρόνο, ηγήθηκε μάλιστα της άμυνας της πόλης ενάντια σε μία επίθεση των Κουμάνων το 1094/1095. Ο γιος ή εγγονός του, Νικηφόρος Βρυέννιος ο Νεότερος, παντρεύτηκε την Άννα Κομνηνή, κόρη του Αλεξίου, και διακρίθηκε ως στρατηγός και ιστορικός.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]