Σαουδική Αραβία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 23°43′00″N 44°07′00″E / 23.7167°N 44.1167°E / 23.7167; 44.1167

Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας
المملكة العربية السعودية
Aλ-Mαμλάκα αλ-Ἁραμπίγια
ας-Σα῾ουντίγια

Σημαία

Εθνόσημο
Εθνικό σύνθημα: «Δεν υπάρχει άλλος Θεός από τον Αλλάχ και ο Μωάμεθ είναι ο Αγγελιοφόρος του»
Εθνικός ύμνος: Aash Al Maleek (Έτη Πολλά στο Βασιλιά)
και μεγαλύτερη πόλη Ριάντ (Ελ-Ριάδ)
24°38′00″N 46°43′00″E / 24.633333°N 46.716667°E / 24.633333; 46.716667 (Ριάντ)
Αραβικά
Απόλυτη Μοναρχία
Αμπντουλάχ μπιν Αμπντούλ
Αζίζ Αλ-Σαούντ
Ενοποίηση
Ισχύον Σύνταγμα
23 Σεπτεμβρίου 1932
Βασικός Νόμος 1992 (εγκρίθηκε με διάταγμα του Βασιλιά)
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα
Ακτογραμμή

2.149.690 km2 (14η)
αμελητέο
4.431 km
2.640 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2009 
 • Πυκνότητα 

28.686.633[1]1 (46η) 
13,34 κατ./km2 (207η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

596,830 δισ. $[2] (22η)  
23.388 $[2] (39η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

379,500 δισ. $[2] (23η)  
14.871 $[2] (42η) 
ΔΑΑ (2013) Green Arrow Up Darker.svg 0,782 (58η) – υψηλή
Νόμισμα Ριάλ Σαουδικής Αραβίας (SAR)
(UTC +3)
Internet TLD .sa
Κωδικός κλήσης +966
1. Συμπεριλαμβάνει 5.576.076 μη Σαουδάραβες πολίτες.

Το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας (Αραβικά: المملكة العربيّة السّعوديّة Aλ-Mαμλάκα αλ-Aραμπίγια ας-Σαουντίγια) είναι χώρα στην Αραβική Χερσόνησο. Συνορεύει με το Ιράκ, την Ιορδανία, το Κουβέιτ, το Ομάν, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Υεμένη, ενώ βρέχεται από τον Περσικό Κόλπο στα βορειοανατολικά και από την Ερυθρά θάλασσα στα δυτικά. Η εδαφική επικράτεια της Σαουδικής Αραβίας, που παλιά προσδιοριζόταν πολύ αόριστα ως Zαζιράτ αλ- Αράμπ, δηλαδή «νησί των νομάδων», καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την Αραβική Χερσόνησο, ξεδιπλώνοντας τις ακτές της σε ένα συνολικό μήκος 2.600 χλμ. περίπου. Τα χερσαία σύνορά της, εξαιρετικά αβέβαια στο νότο, με τις ακατοίκητες ζώνες της ερήμου, εκτείνονται στο βορρά σε εντελώς ευθεία γραμμή.

Η σημερινή Σαουδική Αραβία, στο σύνολό της, συμπίπτει με τα εδάφη που διαδοχικά κατακτήθηκαν και υποτάχτηκαν από τους Σαουδάραβες Βαχαβίτες, το βασίλειο των οποίων, περιορισμένο αρχικά στις οάσεις του Nέγκεντ (όπου ήταν και η πρωτεύουσα, το Ριάντ ), απέκτησε αρχικά διέξοδο στον Περσικό Kόλπο με την κατάληψη της χώρας που ονομαζόταν Aλ-Xάσα (1913) και συνέχισε να επεκτείνεται με την προσάρτηση της Χετζάζης και των ισλαμικών Αγίων Τόπων, Μέκκας και Μεδίνας (1924). Εξάλλου, μαζί με το Ιράκ, η Σαουδική Αραβία διοικεί σήμερα από κοινού την ουδέτερη εδαφική ζώνη, η οποία χωρίζει τις δύο αυτές χώρες.

Επίσημη γλώσσα είναι η Αραβική και το 100% του πληθυσμού αποτελούν Μουσουλμάνοι, κυρίως σουνίτες. Αριθμεί 28.686.633 κατοίκους, συμπεριλαμβανομένων 5.576.076 μη Σαουδάραβων (εκτίμηση 2009)[1].

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι 13 επαρχίες της Σαουδικής Αραβίας

Η Σαουδική Αραβία διαιρείται σε 13 επαρχίες:

  1. Χαΐλ
  2. Κασίμ
  3. Ριάντ
  4. Ταμπούκ
  5. Μαδίνα
  6. Μάκα
  7. Μπαά
  8. Βόρεια σύνορα
  9. Τζοφ
  10. Τζιζάν
  11. Ασίρ
  12. Νατζράν
  13. Ανατολική επαρχία

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η περιοχή της σημερινής Σαουδικής Αραβίας είναι πλούσια σε αρχαία ιστορία, η ανάδειξη της δυναστείας Σαούντ ξεκίνησε στην κεντρική Αραβία το 1744. Εκείνη τη χρονιά ο Μοχάμεντ Ιμπν Σαούντ, ηγεμόνας της πόλης Αντ Ντιριγιάχ κοντά στο Ριάντ, ένωσε τις δυνάμεις του με έναν διάσημο μουσουλμάνο λόγιο και ιμάμη, τον Μοχάμεντ Ιμπν Αμπντ Αλ Γουαχάμπ, ώστε να δημιουργήσουν μία νέα πολιτική οντότητα. Και οι δύο βρήκαν κοινά ενδιαφέροντα και ενώθηκαν με την επιθυμία να επαναφέρουν όλους τους αραβικούς πληθυσμούς της χερσονήσου στην άσκηση του ορθόδοξου ισλαμισμού. Αυτή η συμμαχία του 18ου αιώνα αποτελεί και τη βάση της σημερινής δυναστείας της Σαουδικής Αραβίας.

Τα επόμενα 150 χρόνια οι τύχες της οικογένειας Σαούντ ακολούθησαν μία έντονη πορεία καθώς οι ηγεμόνες της οικογένειας αντιμετώπισαν την Αίγυπτο, την Οθωμανική αυτοκρατορία και άλλες αραβικές οικογένειες για να αποκτήσουν τελικά τον έλεγχο της χερσονήσου. Το τρίτο και σημερινό βασίλειο των Σαούντ ιδρύθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τον βασιλιά Αμπντούλ Αζίζ Αλ Σαούντ. Πριν από αυτό, άλλα δύο βασίλεια άκμασαν και διαλύθηκαν.

Το πρώτο βασίλειο των Σαούντ ιδρύθηκε το 1756 με την εγκατάσταση του Μοχάμεντ Ιμπν Αμπντ Αλ Γουαχάμπ στο Ντιριγιάχ και την υπόσχεση του τοπικού ηγεμόνα πρίγκηπα Μοχάμεντ Ιμπν Σαούντ να υποστηρίξει την προσπάθεια εξαγνισμού της ισλαμικής θρησκευτικής πρακτικής. Ο οίκος των Σαούντ και οι σύμμαχοί του σύντομα εξελίχθηκαν στο επικρατέστερο βασίλειο στην Αραβία, ελέγχοντας σχεδόν όλη τη σημερινή επικράτεια της Σαουδικής Αραβίας και τις ιερές πόλεις της Μέκκα και της Μεδίνα. Η επέκταση των Σαούντ ανησύχησε τον οθωμανό σουλτάνο, ο οποίος ζήτησε από τον Μοχάμεντ Αλί Πασά να επανακτήσει τις περιοχές για λογαριασμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Αλί με τους γιους του, Τουσούν Πασά και Ιμπραήμ Πασά, κατέφερε τελικά να εξουδετερώσει τον στρατό των Σαούντ το 1818 και τελικά να αποδυναμώσει την κυριαρχία του Αλ Σαούντ στην ευρύτερη περιοχή.

Μετά από μία περίοδο αναδόμησης που ακολούθησε τη διάλυση του πρώτου βασιλείου των Σαούντ, η οικογένεια επέστρεψε στην εξουσία με την ίδρυση του δεύτερου βασιλείου των Σαούντ το 1824. Το βασίλειο αυτό υποτάχθηκε τελικά το 1891 στον Αλ Ρασίντ του Χαίλ.

Το τρίτο βασίλειο των Σαούντ ιδρύθηκε από τον Ιμπν Σαούντ, ο οποίος το 1902 κατέλαβε το Ριάντ, προγονική πρωτεύουσα της δυναστείας των Αλ Σαούντ, από την αντίπαλη οικογένεια των Αλ Ρασίντ. Συνεχίζοντας την επέκτασή του, ο Αμπντούλ Αζίζ υπέταξε το Αλ Χασά, την υπόλοιπη περιοχή του Νεζντ και την Χετζάζ, το διάστημα 1913-1926.

Τα σύνορα με την Ιορδανία, το Ιράκ και το Κουβέιτ οριοθετήθηκαν με μία σειρά από συμφωνίες τη δεκαετία του 1920, με τη δημιουργία δύο παράλληλων ζωνών, μία με το Ιράκ και μία με το Κουβέιτ. Το 1926 ο Χουσεΐν Ιμπν Αλί έγινε βασιλιάς της Σαρκίγια, ενώ ένα χρόνο αργότερα, το 1927, πήρε τον τίτλο βασιλιάς του Νεζντ. Με τη συνθήκη της Τζέντα το Μάιο του 1927, η Μεγάλη Βρετανία αναγνώρισε την ανεξαρτησία της επικράτειας του Αμπντούλ Αζίζ, γνωστής μέχρι τότε ως βασίλεια του Χεζάχ και του Νεζντ. Το 1932 οι περιοχές αυτές ενώθηκαν ως το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας. Τα νότια σύνορα του βασιλείου με την Υεμένη διαμορφώθηκαν το 1934 με τη συνθήκη του Ταΐφ, τερματίζοντας έναν βραχύβιο μεθοριακό πόλεμο μεταξύ τους.

Οι στρατιωτικές και πολιτικές επιτυχίες του Αμπντούλ Αζίζ δεν είχαν οικονομικό αντίκτυπο παρά μόνο μετά την ανακάλυψη κοιτασμάτων πετρελαίου το 1938. Αναπτυξιακά προγράμματα ξεκίνησαν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το 1949 η εξόρυξη του πετρελαίου ήταν σε πλήρη ανάπτυξη. Οικονομική ευημερία επικράτησε σε όλη τη χώρα, ενισχύοντας παράλληλα τη διεθνή εικόνα του βασιλείου.

Πριν από το θάνατό του το 1953, ο Αμπντούλ Αζίζ, γνωρίζοντας τις δυσκολίες των απόλυτων μοναρχιών της ευρύτερης περιοχής, προσπάθησε να ρυθμίσει τη διαδοχή του. Ο Σαούντ διαδέχθηκε τον πατέρα του, αλλά μέσα σε λίγα χρόνια το βασίλειο κινδύνεψε από την οικονομική κακοδιαχείρισή του και την αποτυχία του να χειριστεί αποτελεσματικά την πρόκληση του Αιγύπτιου πρόεδρου Νάσερ, με συνέπεια ο Σαούντ να παραιτηθεί από το θρόνο υπέρ του Φεϊζάλ το 1964.

Ενδοοικογενειακές αντιπαλότητες, σε συνδυασμό με την πετρελαϊκή κρίση του 1973, συνέβαλαν στη δολοφονία του Φεϊζάλ από τον ανηψιό του, πρίγκηπα Φεϊζάλ Μπιν Μουσαΐντ, το 1975. Στο θρόνο τον διαδέχθηκε ο Χαλίντ μέχρι το 1982 και στη συνέχεια ο βασιλιάς Φαχντ, γνωστός ως ο πιο διεφθαρμένος μονάρχης του βασιλείου. Η διαφθορά κατά τη βασιλεία του ήταν ιδιαίτερα έντονη, ενώ οι γιοι του απέκτησαν δημόσια περιουσία και εμπορεύονταν ιδιωτικά το κρατικό πετρέλαιο. Με το θάνατο του Φαχντ το 2005, στο θρόνο της Σαουδικής Αραβίας ανέβηκε ο ετεροθαλής αδελφός του Αμπντουλάχ.

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σαουδική Αραβία είναι βασίλειο που ιδρύθηκε το 1932 από την ένωση των Βασιλείων του Nέγκεντ και της Χετζάζ, καθώς και των εμιράτων του Ασίρ, του Νατζτάν και του Αλ-Χάσα, τα οποία μέχρι τότε κυβερνούσαν αντίστοιχα αντιβασιλιάδες και εμίρηδες. Στην πράξη, ο μονάρχης συγκεντρώνει την απόλυτη εξουσία και ασκεί τη νομοθετική λειτουργία με τη συνεργασία μιας συμβουλευτικής συνέλευσης (δημιουργήθηκε το 1993- εκλογές ακόμα δεν έχουν γίνει), και την εκτελεστική με τη βοήθεια υπουργών, που τους διορίζει ο ίδιος και λογοδοτούν σε αυτόν. Το 1960 εγκρίθηκε Σύνταγμα, το οποίο ωστόσο δεν απέκτησε ποτέ ισχύ. Πολιτικά κόμματα δεν υπάρχουν στη χώρα. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσοι είναι ηλικίας 21 ετών και άνω. Απαγορεύεται να ψηφίζουν οι γυναίκες.[1].

Στο βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας η δικαιοσύνη απονέμεται σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο από έναν ανώτατο δικαστή, που είναι υπεύθυνος για τις νομικές υποθέσεις. Οι αποφάσεις εκδίδονται βάσει των αρχών και των κανόνων που περιέχονται στο Κοράνι και στη Σούνα του Προφήτη. Από πλευράς κλιμάκωσης στην απονομή της δικαιοσύνης, προβλέπονται τρεις βαθμοί δικαιοδοσίας και μία επιτροπή δικαστικού ελέγχου. Στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας έχουμε τους «Μαλχάμα», «Αλ-Oυμούρ», «Αλ-Mούστα Τζάλα», και έπειτα έρχονται τρεις «Mαλχάμα», «Aς-Σαρία» και «Aλ-Kουμπρά», με έδρα τους τη Γέδα, τη Μέκκα, τη Μεδίνα και την Τζέντα, των οποίων η αρμοδιότητα εκτείνεται σε όλες τις νομικές διαφορές. Η επιτροπή δικαστικού ελέγχου έχει την έδρα της στη Μέκκα και δικαιούται να επανεξετάζει τις αποφάσεις όλων των κατωτέρου βαθμού δικαστηρίων.

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2013 τα 74,58 χρόνια (72,58 χρόνια οι άνδρες και 76,68 οι γυναίκες).[1]

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σαουδική Αραβία είναι το επίκεντρο της μουσουλμανικής θρησκείας και αυτό το μαρτυρούν και οι «ιερές» πόλεις: η Μέκκα (όπου γεννήθηκε ο Μωάμεθ) και η Μεδίνα (όπου είναι θαμμένος). Ο εθνικός πληθυσμός, στην πλειονότητά του, ακολουθεί το λατρευτικό τυπικό των σουνιτών, και σε ορισμένες περιπτώσεις των σαφιιτών.

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Σαουδικής Αραβίας

Η ύπαρξη νομαδικών φυλών δυσχεραίνει τη σχολική εκπαίδευση. Εκτός αυτού, δεν υφίσταται κάποιος νόμος που να την καθιστά υποχρεωτική, ούτε που να ορίζει σε ποια ηλικία πρέπει να εγγράφονται τα παιδιά στο σχολεί­ο. Μετά το 1955 ξεκίνησε σοβαρή εκστρατεία για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, του οποίου ο δείκτης εξακολουθεί να παραμένει ανάμεσα στους υψηλότερους στον κόσμο. Η στοιχειώδης εκπαίδευση διαρκεί έξι χρόνια, όπως και η μέση, η οποία προετοιμάζει τους μαθητές για τις πανεπιστημιακές σπουδές. Η ανώτατη εκπαίδευση είναι μοιρασμένη ανάμεσα στο πανεπιστήμιο του Ριάντ (φιλολογία, θετικές επιστήμες, φαρμακευτική και ανώτερα εμπορικά μαθήματα) και στο πανεπιστήμιο της Τζέντα, που λειτουργεί από το 1967 και περιλαμβάνει σχολές σχετικές με τον οικονομικό και το διοικητικό τομέα. Το 1964 οργανώθηκε στο Nταχράν και ένα ανώτερο ινστιτούτο για έρευνες του υπεδάφους. Υπάρχει το ισλαμικό πανεπιστήμιο της Μεδίνας για τις θεολογικές σπουδές, όπως και άλλα πανεπιστήμια.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Άμυνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εδώ και τριάντα χρόνια περίπου, οι σαουδαραβικές ένοπλες δυνάμεις, και κυρίως η αεροπορία, επωφελούνται από τη βρετανική και την αμερικανική βοήθεια. Η συνολική δύναμή τους είναι 104.000 άνδρες. Στην αεροπορία υπηρετούν 18.000 και στο ναυτικό 12.000 άνδρες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Ψηφιακό αρχείο ΝΕΡΙΤ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]