Κούρδοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κούρδισσες που γιορτάζουν το Νεβρόζ στην Κωνσταντινούπολη, 2006.

To όνομα Κούρδος συμπίπτει με τη νεοπερσική λέξη Κιούρτ που σημαίνει ήρωας. Σε αρχαιότατες επιγραφές της Ασσυρίας αναφέρονται ως Κούρτι, Χούρτι ή Κάρτι. Ο Ξενοφών στο Κύρου Ανάβασις αποκαλεί τους Κούρδους Καρδούχους ή Κάρδους. Στο τρίτο και τέταρτο βιβλίο του, τους παρουσιάζει ως λαό ανυπότακτο, γενναίο και ικανότατο στη στρατιωτική τέχνη, ιδιαίτερα τον ανταρτοπόλεμο. Η πορεία των Ελλήνων στα Καρδούχεια Όρη κράτησε επτά μέρες, στη διάρκεια των οποίων οι Έλληνες συνάντησαν σφοδρή αντίσταση κι εξαναγκάστηκαν σε σκληρές μάχες. Η λέξη Γουτού ή Κουτού επίσης, οποία ονομάζονται οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών που δέσποζαν της Ασσυρίας, σημαίνει πολεμιστής. Στην ασσυριακή γλώσσα η λέξη μεταπήδησε ως Γκαρδού ή Κορδού.

To τελευταίο επιβεβαιώνεται και από τον Στράβωνα [C 647], ο οποίος δικαιολογεί την ετυμολογία της ελληνικής λέξης Καρδούχοι ως εξής: καλούνται δε ούτοι Κάρδακες, από κλοπείας τρεφόμενοι. κάρδα γαρ το ανδρώδες και πολεμικόν λέγεται. Ακόμη και η νεότερη σχετικά ονομασία Γαρδυηνή, όπως αποκαλείτο κατά τον Στράβωνα η χώρα των Γορδυαίων, "ους οι πάλαι ποτέ Καρδούχους έλεγον", δε φαίνεται ξένη προς τις παλαιότερες ασσυριακές λέξεις. Bεβαια, ο Στράβων κατά τη προσφιλή του συνήθεια προσπάθησε να τη συσχετίσει και να την ερμηνεύσει σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία: Γόρδυς ο Τριπτολέμου λέγεται την Γορδυηνήν οικήσαι, ύστερον δε Ερετριείς αναρπασθέντες υπό Περσών. Βάσει αυτής της εκδοχής αρκετοί αρχαιολόγοι, ανάμεσά τους και ο Ράινχολντ Βάγκνερ, υπέθεσαν πως υπάρχει ιστορική αλήθεια πίσω από τον μύθο, καθώς πράγματι οι Πέρσες συνήθιζαν κατά τις εκστρατείες τους ν' απαγάγουν αιχμαλώτους.

Η προϊστορική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Κούρδοι γενικά θεωρούνται αυτόχθονες της μείζονος περιοχής της Μ. Ασίας και της Μεσοποταμίας. Γενετικά οι Κούρδοι είναι απόγονοι όλων εκείνων των λαών που εγκαταστάθηκαν στο Κουρδιστάν, όπως οι Γκούτι, οι Κούρτι, οι Μήδοι, οι Μάρδοι, οι Καρδούχοι, οι Γορδυηνοί, οι Ζίλα και οι Κάλντι.

Η προϊστορία της περιοχής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί είναι από τις πρώτες στον κόσμο (κατά πολλούς η πρώτη) που σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα ήδη από την 10η π.Χ. χιλιετία έκαναν βήματα από την παλαιολιθική περίοδο στην νεολιθική περίοδο. Μάλιστα για πολλές χιλιετίες της νεολιθικής περιόδου αλλά ακόμα και ως το 600 π.Χ. παρουσιάζεται χαρακτηριστικός πολιτισμός της Ούριας περιόδου. Μιλούσαν μια γλώσσα συγγενή της βορειοανατολικής καυκάσιας γλωσσικής οικογένειας, η οποία μοιάζει με τη σύγχρονη γλώσσα των Τσετσένων. Οι Ούριοι απλώθηκαν πολύ μακρύτερα της βάσης τους στα όρη Ζάγρος-Ταύρος και εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία, ως τις ακτές του Αιγαίου. Οι Ούριοι, των οποίων η γλώσσα επιβιώνει περισσότερο στη διάλεκτο της περιοχής του Χαουραμάν, διαιρέθηκαν σε αρκετές φυλές και υποομάδες, οι οποίες εγκαθίδρυσαν πόλεις-κράτη, βασίλεια και αυτοκρατορίες. Σήμερα τις γνωρίζουμε σύμφωνα με τα αντίστοιχα ονόματα των φυλών. Οι Γκούτι, οι Κούρτι, οι Χαντί, οι Μάρδοι, οι Μουσκού, οι Μάννα, οι Χατί, οι Μιταννοί, οι Ουραρτού (Χαλδαίοι) και οι Κασσίτες είναι ορισμένες από τις γνωστότερες.

Πριν από 2.500 περίπου χρόνια οι Μήδοι εγκαθίδρυσαν μια αυτοκρατορία που περιλάμβανε τo Κουρδιστάν και τμήματα της ευρύτερης περιοχής. To παράδειγμά τους ακολούθησαν και άλλες φυλές, ιδρύοντας πόλεις-κράτη με άρτια, περίπλοκη κοινωνική οργάνωση και εξέχοντες πολιτισμούς, όπως διαπιστώνεται από τα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα. Οι Μήδοι, όταν έφθασαν στη Μεσοποταμία, παρόλο που είχαν δική τους αρχιτεκτονική τεχνοτροπία και τρόπους επεξεργασίας μετάλλων, επηρεάστηκαν σημαντικά από τον πολιτισμό των Χαλδαίων. Μέσω αυτών ο Xαλδαϊκός πολιτισμός επέδρασε συνολικά στους απόγονους της Ούριας φάσης πολιτισμού στη Μεσοποταμία.

Η γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Κουρδική γλώσσα

Όπως όλοι οι αρχαίοι λαοί, έτσι και ο Κουρδικός διαθέτει μια αυτόνομη γλώσσα, η οποία ανήκει στην ιρανική γλωσσική ομάδα των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Η ομάδα των ιρανικών γλωσσών υποδιαιρείται σε έναν ανατολικό και ένα δυτικό κλάδο. Η κουρδική γλώσσα ανήκει στον δυτικό κλάδο, ο οποίος με τη σειρά τον υποδιαιρείται σε βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό κλάδο. Νοτιοδυτικές γλώσσες είναι τα Φαρσί και τα Τατζινεζικά. Βορειοδυτικές γλώσσες είναι τα Κουρδικά, τα Παστού και τα Μπελούτσι. Σήμερα τουλάχιστον 30.000.000 άνθρωποι μιλούν την κουρδική γλώσσα, την αρχαία Κούρντι ή Αβέστα, τη γλώσσα της ζωροαστρικής θρησκείας. Σε τούτη τη γλώσσα εμφανίζονται διάφορες διάλεκτοι, οι οποίες αντιμετωπίζονται ως ιδιαίτερες χαρακτηριστικές εκφράσεις της δικής γλώσσας. Η διάλεκτος Κουρμανσί (κερμανική) είναι εκείνη που μιλούν τα 2/3 περίπου τον κουρδικού πληθυσμού. Χωρίζεται σε βορειοδυτικά Κουρμανσί και νοτιοδυτικά Κουρμανσί. Τα βορειοδυτικά Κουρμανσί χρησιμοποιούνται στην περιοχή γύρω από To Αραράτ, τη λίμνη Ουρμία, την περιοχή του Μποτάν, τα περίχωρα τον Ερζερούμ, τη μεθόριο της κεντρικής Ανατολίας, την Ούρφα και το νοτιοδυτικό Κουρδιστάν (Συρία) με αρκετά ιδιώματα. Τα νοτιοδυτικά Κουρμανσί είναι η διάλεκτος που χρησιμοποιείται στην περιοχή των ποταμών Ζαπ και Σιβράν και στα περίχωρα τον Κερμανσάχ.

Στο βορειοδυτικό Κουρδιστάν χρησιμοποιείται η διάλεκτος Ζαζί και απαντάται στο Ντιγιαρμπακίρ, τo Ερζινκάν, το Μπινγκιόλ, To Ελατζίκ και την περιοχή τον Ερσίμ. Στις νοτιοδυτικές περιοχές χρησιμοποιείται περισσότερο η διάλεκτος Λόρι, ή Φεϊζί. Στο κεντροανατολικό Κουρδιστάν, ανατολικά του ποταμού Σιβράν, στην περιοχή Χεβρεμάν, σε ορισμένες περιοχές τον Αφγανιστάν και τον Χοραζάν απαντάται η διάλεκτος Γκορανί. Σε όλες αυτές τις διαλέκτους, που συνιστούν στο σύνολό τους ένα σοβαρό γλωσσικό θησαυρό, παρουσιάζεται ενιαία ορθογραφία, ίδιες ρίζες και ταυτόσημος σχηματισμός παρελθοντικών χρόνων.

Η πλέον ιδιόμορφη από όλες τις διαλέκτους φαίνεται να είναι η Ζαζί στη Μουκτί ιδιωματική της εκφορά και παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τη διάλεκτο Γκορανί. Όσον αφορά τώρα στους Κούρδους που κατοικούν στην Ινδία και στις περιοχές Ζιντ και Βελουχιστάν, μιλούν τη διάλεκτο Μπαχρόι, κομμάτι των διαλέκτων Ντεραβίντσι, οι οποίες απαντώνται στις κεντρικές και νότιες περιοχές της Ινδίας. Τούτη η διάλεκτος υποστηρίζεται ότι ανήκει στη γενικότερη οικογένεια των κουρδικών διαλέκτων, εξαιτίας της ομοιότητάς της στην προφορική και γραπτή εκφορά του λόγου με τη διάλεκτο Γκορανί.

Οπωσδήποτε, πρόκειται για μια ιδιαίτερα πλούσια γλώσσα που δεν είναι δυνατόν να υποχωρήσει ή να εξαφανιστεί, όταν η αρχαία κουρδική γραφή, η οποία αντικαταστάθηκε με την αραβική γραφή μετά την κατοχή των Αράβων, χρησιμοποιείται από ένα τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων, εκφράζοντας παράλληλα τις ιδιαιτερότητες και την ιδιοσυγκρασία τους μέσα σε ένα πληθυσμιακό ψηφιδωτό, όπως αυτό της μικρασιατικής χερσονήσου και της Μ. Ανατολής.

Η κουρδική γλώσσα παρουσιάζει ενίοτε κοινό λεξιλόγιο με την Eλληνική. Για παράδειγμα στην ιωνική διάλεκτο της αρχαίας Ελληνικής η λέξη πληγή λέγεται πλην ενώ στα Κουρδικά brin. Από το ρήμα brin, που σημαίνει κόβω, αφαιρώ έρχεται η ελληνική λέξη πριόνι, που στα Κουρδικά λέγεται brek. Η λέξη μείζων στα κουρδικά λέγεται mezin. Η λέξη μυς λέγεται misk και η λέξη κούρος, Kur. Η ελληνική λέξη οστούν λέγεται ostik και ο αστήρ, astare, γεγονός που υποδεικνύει κοινή ινδοευρωπαϊκή καταγωγή. Η κουρδική γλώσσα γράφεται με λατινικούς χαρακτήρες στο Κουρδιστάν που βρίσκεται υπό την κατοχή της Συρίας και της Τουρκίας με αλφάβητο 31 χαρακτήρων. Στο ιρανοκρατούμενο Κουρδιστάν, όπως και σε εκείνο το τμήμα του, που βρίσκεται υπό την κατοχή του Ιράκ, χρησιμοποιείται τροποποιημένο αραβικό αλφάβητο με χαρακτήρες 33 γραμμάτων από την εποχή της αραβικής κατοχής και εντεύθεν (10ος αιών.) Στην πρώην Σοβιετική Ένωση οι Κούρδοι χρησιμοποιούσαν τo Κυριλλικό αλφάβητο.

Οι Κεμαλιστές, προσπαθώντας να τους αποτρέψουν από τη χρήση του λατινικού αλφάβητου, προέβαλαν το επιχείρημα ότι οι Κούρδοι επηρεάστηκαν από τους Αρμένιους, γεγονός που θα τους οδηγούσε στην αφομοίωση από την αρμενική κοινότητα. Στην πραγματικότητα ο φόβος ήταν πως με τη χρήση του αλφάβητου οι Κούρδοι θα ενίσχυαν την εθνική τους συνείδηση, γεγονός που εγκυμονούσε μεγάλους κινδύνους για την Τουρκία.

Το τροποποιημένο αραβικό αλφάβητο με 33 γράμματα έχει ως εξής: ى, ێ, ﮪ , ﻭﻭ, ﻭ , ﯙ , ﻥ , ﻡ , ﻝ, ڵ, ﮒ, ﮎ, ﻕ, ڤ, ﻑ, ﻍ, ﻉ, ﺵ, ﺱ, ﮊ, ﺯ, ڕ, ﺭ, ﺩ, ﺥ, ﺡ, ﭺ, ﺝ, ﺕ, ﭖ, ﺏ, ﺋ, ﺍ

Ιστορικοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτοκρατορία των Σασσανιδών

To 300 π.Χ. οι Κούρδοι μετακινούνταν μαζικά με αποτέλεσμα την κυριαρχία και την εγκατάστασή τους σε πολλές γείτονες περιοχές. Σημαντικές κουρδικές πολιτείες ιδρύθηκαν και άκμασαν εκείνη την εποχή. Για παράδειγμα, η κουρδική φυλή Ζελάν επεκτάθηκε, δημιουργώντας τη δυναστεία των Ζελανιδών της Κομαγηνής, το βασίλειο των Ζελανιδών της Καππαδοκίας και την αυτοκρατορία των Ζελανιδών στον Πόντο. Τούτες οι περιοχές έγιναν υποτελείς στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατά το τέλος του 1ον π.Χ αιώνα. Ανατολικά, τα κουρδικά βασίλεια της Γορδυηνής, της Κορτέας, της Μηδίας, του Κιρμ και της Αδιαβηνής έγιναν μέλη της Παρθικής Ομοσπονδίας, η οποία με επιτυχία αντιστάθηκε επί μακρόν στον ρωμαϊκό επεκτατισμό.

Έτσι, ενώ όλα τα μείζονα κουρδικά βασίλεια της Δύσης έχαναν σταδιακά έδαφος και υποτάσσονταν στους Ρωμαίους, στην Ανατολή επιβίωσαν ως τον 3ο μ.Χ. αιώνα και την έλευση της περσικής αυτοκρατορίας των Σασσανιδών. Η κυριαρχία των Σασσανιδών διήρκεσε περίπου τέσσερις αιώνες, στη διάρκεια των οποίων διεξήχθησαν πολλές μάχες με τους Ρωμαίους για την κυριαρχία των περιοχών της Μεσοποταμίας, τον Κουρδιστάν και της Αρμενίας. Αυτές οι μάχες σε συνδυασμό με τις λεηλασίες των Ούννων επέφεραν σημαντικές καταστροφές σε όλη την ευρύτερη περιοχή, αποδυναμώνοντάς την ενάντια στις επιβουλές οποιονδήποτε εξωτερικού εχθρού.

Η τελευταία μεγάλη κουρδική δυναστεία των Καγιοσιδών έπεσε τελικά το 380 μ.Χ. Ωστόσο, μικρότερα κουρδικά πριγκηπάτα διατήρησαν την αυτονομία τους μέχρι τον 7ο αιώνα οπότε ενέσκηψε το Ισλάμ. Η δραστική μείωση της δύναμης των Σασσανιδών και τον Βυζαντίου από το Ισλάμ επέτρεψε στα κουρδικά πριγκιπάτα και τους επίτροπους των βουνών (Κοτιάρ) να εγκαθιδρύσουν νέες πολιτείες. Οι Σαδδαδίδ στον Καύκασο και την Αρμενία, οι Ραγουαδίδ στο Αζερμπαϊτζάν, οι Μαγουαρδί στην ανατολική Ανατολία, οι Αγιαρίδ στον κεντρικό Ζάγρο και οι Σαμπανκαρά των Φαρς και Κιρμάν είναι μερικές από τις μεσαιωνικές κουρδικές δυναστείες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η πολιτεία των Αγιουβιδών, η οποία, με επίκεντρο το Κάιρο, κυριάρχησε σε περιοχές όπως η ανατολική Λιβύη, η Αίγυπτος, η Υεμένη, η δυτική Συρία, οι Άγιοι Τόποι, η Αρμενία και μέρος μόνον του Κουρδιστάν. Η δυναστεία ιδρύθηκε από τον Σαλαεντίν Γιουσούφ, ο οποίος άρχισε να κυβερνά το 1171. Στη στρατιωτική της δύναμη οφείλεται η ήττα και πλήρης απώθηση των Σταυροφόρων από τους Αγίους Τόπους.

Θρησκευτικά κινήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάτω από τον μανδύα των θρησκευτικών κινημάτων έγιναν αρκετές εξεγέρσεις κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα, είτε εξαιτίας της καταπίεσης είτε εξαιτίας φυσικών καταστροφών στο Κουρδιστάν. Στον 7ο αιώνα συνέχισαν ως υπόγειο κίνημα στην ισλαμική περίοδο, το οποίο κατά περιόδους εκρηγνυόταν, προκειμένου να απαιτήσει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Ανάμεσα στα κινήματα τα πιο γνωστά είναι εκείνα τον Μαζδεκισμού και του Χουρεμισμού. Ο Χουρεμισμός ήταν ένα κίνημα που πυροδότησε λαϊκές και αγροτικές εξεγέρσεις και οι αρχές τοu βασίζονταν στον Ζωροαστρισμό, τον Μανιχαϊσμό και τον Μαζδεκισμό, καθώς οι οπαδοί τον πίστευαν πως υπήρχε μια διαρκής μάχη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, το καλό και το κακό, τον θεό και τον διάβολο. Οι οπαδοί του κινήματος πίστευαν πως στις διάφορες κρίσεις οδηγούσαν η κοινωνική αδικία και τα εδαφικά προβλήματα. Θεωρούσαν, επίσης, πως έπρεπε να υπάρχει ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και απαιτούσαν να απαλλαγούν από τους υψηλούς φόρους που πλήρωναν. Για τους Χουρέμιους η καταπίεση και η αδικία είναι οι δύο άξονες που οδηγούν στο σκοταδισμό. Ονομάζονταν οι «ερυθροί» και οι σημαίες τους είχαν το κόκκινο χρώμα του αίματος ως σύμβολο της θυσίας τους για την ελευθερία. Μάχονταν διαρκώς ενάντια στους Άραβες και τον Ισλαμισμό υπερασπιζόμενοι τα πιστεύω τους

Αναφερόμενοι στα θρησκευτικά κινήματα που αντανακλούσαν ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφοροποιήσεις, χρειάζεται να επισημάνουμε ένα στοιχείο. Πρόκειται για τη θρησκευτική αίρεση των Αλεβιτών, οι οποίοι πιστεύουν στον Μωαμεθανισμό, αλλά με ένα δικό τους τρόπο, που σχετίζεται περισσότερο με τον Σουφισμό παρά με τo Κοράνιο και έχει τη μορφή θρησκευτικού τάγματος. Ο ισλαμικός μυστικισμός, οι Σούφι, οι Μεβλεβί Ντερβίς εμφανίζουν στοιχεία στη λατρευτική πρακτική τους που προσιδιάζουν περισσότερο στον Ζωροαστρισμό και τις συναφείς θρησκείες που αναπτύχθηκαν μετά από αυτόν. Οι Αλεβίτες, όπως φαίνεται, επηρεάστηκαν από την αίρεση Χαρίτζι, η οποία αναγνώριζε τα δικαιώματα των άλλων λαών, υποστηρίζοντας ότι μπορούσε να γίνει οποιοσδήποτε χαλίφης, αρκεί να είχε θρησκευτικές αρχές, να ήταν ώριμος και ευπρεπής, σε αντίθεση με τους οπαδούς του χαλίφη Αλί, συγγενή του Μωάμεθ. Εκείνοι υποστήριζαν πως μόνον όσοι ήταν συγγενείς του Μωάμεθ ή προέρχονταν από τη φυλή Κουρέις μπορούσαν να αναρριχηθούν σε κοινωνικά και θρησκευτικά αξιώματα. Οι οπαδοί της αίρεσης Χαρίτζι ήταν ιδιαίτερα ανεχτικοί σε θέματα που αφορούσαν θρησκευτικές ιδιαιτερότητες και αντιτίθεντο σε αρκετούς από τους σκληρούς νόμους που επέβαλλε τo Κοράνιο, καθώς πίστευαν ότι δεν ήταν αυθεντικοί, αλλά κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων.

Μέσα από τις διαμάχες που επακολούθησαν γεννήθηκε μια άλλη αίρεση, εκείνη των Σιιτών, η οποία δημιουργήθηκε από τους οπαδούς του Αλί και εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες αιρέσεις, ακόμη και στην εποχή μας, όπως άλλωστε και οι Αλεβίτες. Οι θρησκευτικές διαφοροποιήσεις συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση διαφορετικών κοινωνικών σχημάτων, που με τη σειρά τους οργάνωσαν κατά καιρούς πολλές και διαφορετικές εξεγέρσεις και συγκρούσεις. Στο φως των θρησκευτικών διενέξεων μπορεί να εξετάσει ο ιστορικός αρκετά από τα γεγονότα που αφορούν στην ιστορία των λαών της Μεσοποταμίας και της Ανατολίας, αλλά και άγριες συγκρούσεις στην παγκόσμια σκηνή με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ινδία και το Πακιστάν.

Η άφιξη των Τούρκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τάγματα καταστολής Κούρδων δοσίλογων. Χρησιμοποιήθηκαν κατά του αρμενικού και κουρδικού αγώνα

Κατά τον 12ο και 13ο αιώνα κατέφθασαν στο Κουρδιστάν οι Tούρκοι νομάδες, οι οποίοι σταδιακά κυριάρχησαν στις σημαντικές περιοχές της Μέσης Ανατολής. Τα περισσότερα κρατίδια των Κούρδων υποτάχθηκαν στους Τούρκους. Δημιουργήθηκαν, όμως, και κρατίδια που επεβίωσαν και συνέχισαν την αυτόνομη ύπαρξή τους ακόμη και μέχρι τον 14ο αιώνα, όπως η φημισμένη δυναστεία των Εγιουμπί. Από τον 13ο έως τον 17ο περίπου αιώνα επιβίωσαν εμιράτα που διατήρησαν την αυτόνομη ύπαρξη και διακυβέρνησή τους. Η άνοδος της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της περσικής δυναστείας των Σαφαβιδών (1502-1736) είχε ως αποτέλεσμα τη διάσπαση τον Κουρδιστάν σε δύο ελεγχόμενες περιοχές. Η εισαγωγή του πυροβολικού και της τακτικής της καμμένης γης προκάλεσε τρομακτικές καταστροφές στην περιοχή. Από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα μεγάλα τμήματα της χώρας λεηλατήθηκαν συστηματικά και αναρίθμητοι Κούρδοι ξεριζώθηκαν για να σταλούν στις μακρινές γωνιές είτε της οθωμανικής είτε της περσικής αυτοκρατορίας.

To μέγεθος τον θανατικού που απλώθηκε και η ανεξέλεγκτη καταστροφή οδήγησαν στην ένωση των Κούρδων και την απόφασή τους να απαλλάξουν τη γη τους από τους ξένους βάνδαλους. Η συνεχιζόμενη οδύνη αφύπνισε ένα αίσθημα κοινού προορισμού και εθνικής συνείδησης, την αναζήτηση ενός ενωμένου κουρδικού κράτους με κοινή γλώσσα και πολιτισμό. Σε αυτήν ακριβώς την περίοδο ο ιστορικός Σαράφ αλ-Ντιν Μπιτλιζί έγραψε την πρώτη κουρδική ιστορία, τη Σαραφνάμα, το 1597. Από την άλλη ο Αχμάντ Κανί συνέθεσε το εθνικό έπος Μεμ-ο-Ζιν, το 1695, που ζητούσε την ίδρυση ενός κράτους ικανού να υπερασπιστεί το λαό του. Μπορούμε να πούμε πως σε αυτή την περίοδο καλλιεργούνται τα πρώτα σπέρματα εθνικής συνείδησης στους Κούρδους.

Για μια τελευταία φορά γεννιέται ένα μεγάλο κουρδικό βασίλειο το 1750, το βασίλειο της φυλής των Ζεντ, το οποίο κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του Ιράν. Όπως και στην περίπτωση των Αγιουβιδών, οι Ζεντ ίδρυσαν το βασίλειό τους και την πρωτεύουσά τους έξω από το Κουρδιστάν, αλλά δεν επέδειξαν σαφείς προθέσεις ενοποίησης τον κουρδικού έθνους. Περίπου έναν αιώνα μετά, κατά το 1867, τα τελευταία αυτόνομα κουρδικά κρατίδια κατατροπώθηκαν από την οθωμανική και την περσική αυτοκρατορία. Οι περιοχές τον Κουρδιστάν διοικούνταν πλέον άμεσα μέσω διορισμένων κυβερνητών.

Ακριβώς εδώ θα σταθούμε σε μια σημαντική εξέγερση των Κούρδων. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλης κλίμακας εθνική εξέγερση, στην καρδιά της οποίας βρίσκονται πολλοί κούρδοι πολέμαρχοι, με πρωταγωνιστή τον Σεΐχη Ουμπεϊντουλάχ. Στη συνάθροιση τον Αυγούστου του 1880 συγκέντρωσε αρχηγούς κουρδικών φυλών από όλο το Κουρδιστάν, σεΐχηδες, χαλίφηδες, μπέηδες και πρίγκηπες. Ο Ουμπεϊντουλάχ κατηγορήθηκε πως ήθελε να επιτεθεί στους Αρμένιους και τους άλλους χριστιανικούς λαούς, καθώς ήταν πάγια τακτική της Πύλης η υποκίνηση εσωτερικών συγκρούσεων, προκειμένου να αποδυναμώνονται και να κρατούνται υπό έλεγχο οι υποδουλωμένοι λαοί. Όμως, ως έμπειρος διπλωμάτης δεν έπεσε στην παγίδα της οθωμανικής τακτικής. Όχι μόνο δεν επιτέθηκε στους χριστιανικούς λαούς, αλλά ενώθηκε με τους Νεστοριανούς και τους Αρμένιους σε ένα κοινό αγώνα, ξεσηκώνοντας παράλληλα και τους Κούρδους του Ιράν.

Η εξέγερση έσπειρε τον πανικό προς όλες τις κατευθύνσεις εξαιτίας της ανεξαρτησίας της και σημείωσε καταρχήν αρκετές επιτυχίες με την κατάληψη ορισμένων πόλεων. Όμως, η φεουδαρχική και κατεξοχήν φυλετική δομή των Κούρδων, συνεπώς η ατομικιστική αντίληψη για όσα συνέβαιναν, όπως και οι διαφορές Σουνιτών, Αλεβιτών, δεν ήταν δυνατόν να βοηθήσουν στη συγκρότηση και τη συντήρηση μιας τόσο πλατιάς εξέγερσης. Κάποιες φυλές υποχώρησαν και άλλες στράφηκαν ενάντια στην εξέγερση. Συνέπεια του γεγονότος ήταν η ήττα και οι πρωτοφανούς αγριότητας μαζικές σφαγές από μέρους των Οθωμανών και ιδιαίτερα των Ιρανών. Ο Σεΐχης Ουμπεϊντουλάχ εξορίστηκε από τον Σουλτάνο στη Μέκκα το 1883, όπου και πέθανε. Η αποτυχία του κινήματος έδειξε πόσο ευάλωτοι ήταν οι Κούρδοι, καθώς δεν είχαν αποκτήσει ακόμη εθνική συνείδηση και συνοχή. Φυλές συγκρούστηκαν μεταξύ τους ή προσχωρούσαν στις οθωμανικές δυνάμεις. Άλλες χρησιμοποιήθηκαν σε σφαγές των εχθρών της οθωμανικής αυτοκρατορίες, όπως εκείνες των Αρμενίων, και άλλες εγκατέλειπαν τον αγώνα ικανοποιημένες από τη λεηλασία, για να επιστρέψουν στα χωριά τους.

Το κουρδικό ζήτημα στον 20ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κουρδική εφημερίδα "Ζιν" μετα άρθρα 62 και 64 της Συνθήκης των Σεβρών

To πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα σημαδεύτηκε από σημαντικές αλλαγές στην ευρϋτερη περιοχή της Μ. Ασίας και της Μ. Ανατολής. Η ανακάλυψη πλούσιων πετρελαϊκών και χρυσοφόρων κοιτασμάτων έστρεψε στην περιοχή το μάτι διεθνών οικονομικών συμφερόντων. Την ίδια ακριβώς εποχή η οθωμανική αυτοκρατορία διαλύεται μετά την ήττα της από την Αντάντ με πρώτο βήμα την Ανακωχή του Μούδρου, τον Οκτώβριο τον 1918. Με τα άρθρα 16 και 24 του κειμένου της ανακωχής, η οθωμανική αυτοκρατορία έχανε τη Μεσοποταμία, τη Συρία, την Αραβία, την Κιλικία και την Αρμενία, που αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους με ένα μεταβατικό στάδιο κηδεμονίας των συμμάχων. Οι όροι της συγκεκριμένης ανακωχής προέβλεπαν διάλυση του τουρκικού στρατού και αφοπλισμό, ο οποίος ποτέ δεν έγινε, ενώ αντίθετα ενισχύθηκε το κίνημα αντίστασης των τούρκων εθνικιστών. Η κατάρρευση της αυτοκρατορίας και οι διακηρύξεις για επικείμενη αυτοδιάθεση των λαών γέννησαν κάποιες ελπίδες για τη δημιουργία ανεξάρτητων κρατών για τους Αρμένιους στα νότια της Καυκασίας και τους Κούρδους. Ελπίδες φρούδες από τη στιγμή που η Αντάντ ενδιαφερόταν μόνο για την κατοχύρωση των οικονομικών της διεκδικήσεων. Η κυβέρνηση του Σουλτάνου, που είχε υπογράψει την ανακωχή, έχανε σταδιακά κάθε λαϊκό έρεισμα, ενώ ενισχυόταν το εθνικό απελευθερωτικό κίνημα, του οποίου ηγείτο ο Μουσταφά Κεμάλ, ο επονομαζόμενος Ατατούρκ, δηλαδή πατέρας των Τούρκων.

Στην πορεία υποσκελίστηκε πλήρως ο Σουλτάνος, ενώ διαπραγματευτής με τις Μεγάλες Δυνάμεις αναδείχτηκε ο Κεμάλ. Ο Κεμάλ Μουσταφά, εκμεταλλευόμενος τις πρόσφορες συνθήκες, την αγανάκτηση εξαιτίας της ταπεινωτικής ανακωχής και τη δυσφορία τον τουρκικού λαού από την παρουσία των ξένων δυνάμεων, αρνήθηκε την εφαρμογή των όρων και έστρεψε την προσοχή του στη διαμόρφωση μιας νεοτουρκικής εθνικής συνείδησης. Σε δύο συνέδρια των εθνικιστών, στο Ερζερούμ και τη Σεβάστεια, διατύπωσε τις αρχές τον κινήματός τοy, αρχές στις οποίες στηρίζεται ακόμη και σήμερα το κεμαλικό καθεστώς της Τουρκίας. Η πρώτη αρχή είναι η διαφύλαξη της εθνικής ενότητας, η οποία στην ιστορική συνέχεια επιβλήθηκε και εκεί που δεν υπήρχε. Για παράδειγμα, οι Κούρδοι βαφτίστηκαν ορεινοί Τούρκοι. Η άλλη αρχή ήταν ο αγώνας ενάντια στην ανεξαρτητοποίηση ανατολικών ή δυτικών επαρχιών και την προσάρτησή τους στην Ελλάδα ή την Αρμενία αντίστοιχα.

Με τη συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) οι Ευρωπαίοι περιόρισαν την Τουρκία στην κεντρική και βόρεια Ανατολία. Μεταξύ των άλλων στη συγκεκριμένη συνθήκη υπήρχαν δύο άρθρα, το 62 και τo 64, που προέβλεπαν την ίδρυση ανεξάρτητου Κουρδιστάν, το οποίο κάλυπτε μεγάλα τμήματα του πρότερου οθωμανικού Κουρδιστάν. Αξίζει, να τα καταγράψουμε:

Άρθρο 62. Επιτροπή που θα εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη και θα αποτελείται από τρία μέλη, τα οποία θα διορίζονται από τις κυβερνήσεις της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, θα προπαρασκευάσει, εντός έξι μηνών από ισχύος της παρούσης συνθήκης την τοπική αυτονομία των χωρών στις οποίες κυριαρχεί το κουρδικό στοιχείο και οι οποίες βρίσκονται ανατολικά τον Ευφράτη, στα νότια των μεσημβρινών συνόρων της Αρμενίας, όπως αυτά θα καθοριστούν μεταγενέστερα, και στα βόρεια των συνόρων της Τουρκίας με τη Συρία και τη Μεσοποταμία.

Άρθρο 64. Αν, εντός ενός έτους, από έναρξης ισχύος της παρούσης συνθήκης, ο κουρδικός πληθυσμός που ζει στις χώρες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 62, απευθυνόμενος στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών, καταδείξει ότι στην πλειονότητά τον επιθυμεί να γίνει ανεξάρτητος από την Τουρκία και αν το συμβούλιο κρίνει τότε ότι ο πληθυσμός αυτός είναι ώριμος για ανεξαρτησία και συστήσει την παραχώρηση αυτής, η Τουρκία αναλαμβάνει από τώρα την υποχρέωση να συμμορφωθεί και να παραιτηθεί από όλα τα δικαιώματα και τους τίτλους της στις χώρες εκείνες. Αν και εφόσον παραιτηθεί η Τουρκία οι προέχουσες σύμμαχες δυνάμεις δε θα προβάλουν καμία αντίρρηση στους Κούδους που κατοικούν στο τμήμα του Κουρδιστάν, που περιλαμβάνεται μέχρι τώρα στο βιλαέτιο της Μοσούλης, αν θελήσουν να προσχωρήσουν στο ανεξάρτητο αυτό κουρδικό κράτος.

Πολλές προσδοκίες γέννησε για τον κουρδικό λαό αυτή η συνθήκη, αλλά ήταν γεμάτη «αν» και «εφόσον». Η Τουρκία ποτέ δεν παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της. Αντίθετα, ο Κεμάλ, εκμεταλλευόμενος έξυπνα τις αντιθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και υπογράφοντας συμφωνίες στη βάση της προώθησης των συμφερόντων του, (συμφωνίες με Γαλλία, Ιταλία, Σοβιετική Ένωση), υπερίσχυσε σταδιακά όχι μόνο διπλωματικά αλλά και στρατιωτικά. Μετά την ολοκληρωτική ήττα του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο τον Αύγουστο του 1922 και τον ξεριζωμό τον μικρασιατικού ελληνισμού, κατέστη κυρίαρχος ρυθμιστής του παιχνιδιού βοηθούμενος από τους άλλοτε εχθρούς του.

Aρμένιοι και οι Κούρδοι διαγράφτηκαν οριστικά από τo xάρτη. Η Κύπρος παραχωρήθηκε στους Άγγλους και παράλληλα βελτιώθηκε η συνοριακή γραμμή της Τουρκίας εις βάρος της Συρίας. To Κουρδιστάν χωρίστηκε στα τέσσερα.

To 1925 ξέσπασε η εξέγερση τον Σεΐχη Σαΐντ στο τουρκικό Κουρδιστάν Ήταν ένα κίνημα μεγάλης κλίμακας στο οποίο και πάλι έλαβαν μέρος πολλοί Σεΐχηδες με τη βοήθεια των Αζάντι. Ο Μάρτιν βαν Μπρούινεσεν, ο μόνος ακαδημαϊκός που μελέτησε την εξέγερση σε όλες της τις λεπτομέρειες, λέει: «Ο κύριος στόχος και των δύο, του Σεΐχη Σαΐντ και των Αζάντι, ήταν η ίδρυση ενός ανεξάρτητου Kουρδιστάν». Τούτο το αναφέρουμε, γιατί το κεμαλικό καθεστώς πρόβαλε την εξέγερση ως θρησκευτική διαμάχη ανάμεσα σε αντικρουόμενα δόγματα. Αναμφίβολα, ο μέσος Κούρδος που συμμετείχε στην εξέγερση, ωθήθηκε τόσο από θρησκευτικά όσο και από εθνικά κίνητρα. Όμως, ακολούθησε την εξέγερση για ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Οι αρχηγοί του ήταν Κούρδοι και η ζωή του απειλείτο από τις μεταρρυθμίσεις που ήθελε να επιβάλει η Άγκυρα, η οποία δια νόμων επιθυμούσε να διαγράψει την κουρδική γλώσσα και κάθε κουρδικό πολιτισμικό στοιχείο.

H εξέγερση του Σεΐχη Σαΐντ, που βρήκε τη συνέχειά της στις εξεγέρσεις του Ζεϊλάν, το 1930, και του Άγκρι, 1926-1932. To όρος Άγκρι, τμήμα του Αραράτ, υπήρξε το καταφύγιο όσων γλύτωσαν την εξέγερση τον 1925. Εκεί ο Ιχσάν Νουρί, πρώην λοχαγός του τουρκικού στρατού, ανέλαβε τη στρατιωτική ηγεσία μιας νέας επανάστασης, εκδίδοντας μάλιστα το 1929 και την εφημερίδα «Άγκρι». Οι επαναστάτες των βουνών ύψωσαν την κουρδική σημαία με τρεις λουρίδες πράσινου, λευκού και κόκκινου χρώματος, με τη διακριτική ονομασία «χοϊμπούν», που σημαίνει αναγέννηση. Χοϊμπούν ήταν το όνομα του πατριωτικού συλλόγου που ίδρυσαν τον Αύγουστο του 1927 Κούρδοι αγωνιστές, σε παράλληλη δράση με τους αγωνιστές των βουνών. Σε τούτη την εξέγερση πήραν μέρος και οι Αρμένιοι, τους οποίους η Τουρκία κατηγόρήθηκε για αντισοβιετική δράστη. Η εξέγερση κράτησε ως το Σεπτέμβρη του 1930, οπότε ο τουρκικός στρατός, κυκλώνοντας το Αραράτ με τη βοήθεια της Περσίας, έκανε την τελική του επίθεση. Μέσα στον ασφυκτικό κλοιό της Τουρκίας της Σοβιετικής Ένωσης και του Ιράν, η κουρδική εξέγερση ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο Ιχσάν Νουρί διέφυγε την εξόντωση και κατέφυγε στο Ιράν, όπου το 1955 έγραψε την ιστορία του Κουρδιστάν, στην οποία περιλαμβάνεται η προϊστορία και η πρώιμη ιστορία τον κουρδικού λαού. Τα άλλα ηγετικά στελέχη τον Χοϊμπούν πέρασαν το 1945 στην Ανεξάρτητη Κουρδική Δημοκρατία του Μαχαμπασάντ.

Από το 1950 και εντεύθεν η πολιτική για τον κουρδικό λαό είχε λεπτές ισορροπίες. Η δημιουργία του Ρ.Κ.Κ., του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν και ο ένοπλος αγώνας υπήρξε το τελικό αποτέλεσμα των διαδοχικών αρνήσεων των τουρκικών εθνικιστικών κυβερνήσεων να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες τον κουρδικού λαού για πολιτιστική και πολιτική αυτονομία. Οι αναταραχές των προοδευτικών Κούρδων πολιτικών στην Τουρκία, από τα τέλη της δεκαετίας του '50 ως τις αρχές της δεκαετίας του '60, συντέλεσαν στο σχηματισμό πολιτιστικών συλλόγων και οργανισμών. Οι ζυμώσεις που έγιναν με επίκεντρο αυτές τις οργανώσεις οδήγησαν το καλοκαίρι τον 1965 σε μαζικές διαδηλώσεις φοιτητών σε 19 κουρδικές πόλεις. 10.000 διαδήλωσαν μόνο στο Σιλβάν και 25.000 στη νοτιανατολική πόλη του Ντιγιαρμπακίρ.

Ο οργανωμένος ακτιβισμός πήρε ουσιαστικά αρκετές μορφές -ακόμα και πολιτισμικές- μέσω των οποίων οι Κούρδοι διεκδίκησαν και συνεχίζουν να διεκδικούν την πολιτισμική και πολιτική αυτονομία τους, με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο από γεωγραφικής άποψης. Εκτός και εντός P.K.K. αναδείχθηκαν αγωνιστές όπως ο Μαχμούτ Κιλίντς, ο Κεμάλ Μπουρκάι (Ιδρυτής και Γενικός Γραμματέας. PSK - Σοσιαλιστικό Κόμμα Κουρδιστάν) και ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν. Τα όνειρα των Κούρδων για αυτονομία δεν έχουν ευοδωθεί ως σήμερα.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Campbell J. , Πρωτόγονη Μυθολογία, (Α΄, Β΄ τομ.), Ιάμβλιχος, (Αθήνα, 1997)
  • Chaliand, Gerard, (ed.), People without a Country: The Kurds and Kurdistan, (trans M. Pallis) Zed Press, (London, 1982)
  • Καλογερόπουλος Κ., Οτζαλάν, Ιάμβλιχος, (Αθήνα, 1999)
  • Μπουρκάι Κεμάλ, Οι Κούρδοι και το Κουρδιστάν,Επιμέλεια και μετάφραση Τζεμίλ Τουράν Μπαζιντί - Εκδόσεις Παπαζήσης, (Αθήνα, 1999)
  • McDowall D., A Modern History of the Kurds, I.B.Tauris, revised (London, 2001)
  • Olson R., The Emergence of Kurdish Nationalism and the Sheik Said Rebellion, 1880-1925, The University of Texas Press, (Austin, 1989)

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα