Ομάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 20°14′00″N 55°58′00″E / 20.2333°N 55.9667°E / 20.2333; 55.9667

Σουλτανάτο του Ομάν
سلطنة عُمان
(Salṭanat ‘Umān)
Σημαία Εθνόσημο
Σημαία του Ομάν Εθνόσημο του Ομάν
Εθνικός ύμνος: Nashid as-Salaam as-Sultani
 
Τοποθεσία της χώρας στον κόσμο
 
Πρωτεύουσα
(και μεγαλύτερη πόλη)
 • Συντεταγμένες
Μουσκάτ
 
23°37′N 58°35′E / 23.617°N 58.583°E / 23.617; 58.583 (Μουσκάτ)
Επίσημες γλώσσες Αραβικά
Πολίτευμα Απόλυτη Μοναρχία
Καμπούς μπιν Σαΐντ

Κυριαρχία
Δυναστεία Αλ Μπου Σαΐντ

Ισχύον Σύνταγμα


1749[1]


Κανένα1

Έκταση
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα
Ακτογραμμή

309.500 km2 (70η)
αμελητέο
1.374 km
2.092 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2009 
 • Πυκνότητα 

3.418.085[2] (139η) 
11,04 κατ./km² (214η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

72,218 δισ. $[3] (78η)  
25.829 $[3] (36η) 
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2009)
 • Κατά κεφαλή 

52,335 δισ. $[3] (69η)  
18.718 $[3] (35η) 
ΔΑΑ (2013) Green Arrow Up Darker.svg 0,731 (84η) – υψηλή
Νόμισμα Ριάλ του Ομάν (OMR)
Ζώνη ώρας (UTC +4)
Internet TLD .om

Κωδικός κλήσης

+968

To Ομάν δεν έχει Σύνταγμα, αλλά στις 6 Νοεμβρίου του 1996 υπογράφηκε από τον Σουλτάνο ένα βασιλικό διάταγμα το οποίο θεωρείται από την κυβέρνηση ως Σύνταγμα.

Το Σουλτανάτο του Ομάν είναι μια χώρα με έκταση 309.500 τετρ. χλμ.[4][5] και πληθυσμό (139η στον κόσμο) 3.418.085 (σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και 577.293 που δεν κατάγονται από το Ομάν)[2] . Στα δυτικά συνορεύει με τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Υεμένη. Πρωτεύουσα είναι η Μουσκάτ με περίπου 30.000 κατοίκους (πάνω από 1 εκ. στην ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή). Άλλες πόλεις είναι η Ματρά, η Σαλάλα κ.ά. Η κύρια θρησκεία είναι το Ισλάμ. Εθνική εορτή είναι η 18η Νοεμβρίου (γενέθλια του Σουλτάνου Καμπούς).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξισλαμισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι του Ομάν ήταν από τους πρώτους που ασπάστηκαν το Ισλάμ. Η διάδοσή του αποδίδεται κυρίως στον Αμρ Ιμπν Αλ-Ας, απεσταλμένο του προφήτη Μωάμεθ το 630 μ.Χ. για να προσηλυτίσει τους Τζαϊφάρ και Αμπντ, κυβερνήτες του Ομάν εκείνη την περίοδο.

Με την αποδοχή του Ισλάμ το Ομάν έγινε μία πολιτεία Ιμπάντι με την εξουσία ενός εκλεγμένου ιμάμη. Τα πρώτα χρόνια της μουσουλμανικής επιρροής το Ομάν έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στους πολέμους της αποστασίας που ακολούθησαν τον θάνατο του Μωάμεθ, αλλά πήρε μέρος και στις μεγάλες μουσουλμανικές επεκτάσεις σε ξηρά και θάλασσα στο Ιράκ, την Περσία και ακόμα μακρύτερα. Ο ιδιαίτερος όμως ρόλος του αφορούσε στο εντατικό εμπόριο και τη ναυτιλία στην ανατολική Αφρική, κυρίως κατά τον 19ο αιώνα, όταν συνεισέφερε στη διάδοση του Ισλάμ σε αρκετές παράκτιες περιοχές της ανατολικής Αφρικής και ορισμένες της κεντρικής. Στο Ομάν επίσης αποδίδεται η διάδοση του Ισλάμ στην Κίνα και τα ασιατικά λιμάνια.

Το διάστημα κυριαρχίας του μουσουλμανισμού στην περιοχή συνοδεύτηκε από την εξουσία των Ουμαγιάδων μεταξύ του 661 και του 750, των Αβασιδών τα διαστήματα 750-931, 932-933 και 934-967, των Καρμάτ μεταξύ 931 και 932 και μεταξύ 933 και 934, των Μπουγίντ το διάστημα 967-1053, και των Σελτζούκων του Κιρμάν το διάστημα 1053-1154.

Η εμφάνιση των Πορτογάλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πορτογάλοι κατέλαβαν το Μουσκάτ για 140 χρόνια μεταξύ 1508 και 1648, φτάνοντας μία δεκαετία μετά τον περίπλου της Αφρικής από τον Βάσκο ντα Γκάμα. Σε αναζήτηση ενός σταθμού για να προστατεύουν τις θαλάσσιες διαδρομές τους, οι Πορτογάλοι ανασκεύασαν και οχύρωσαν την πόλη, στην οποία ακόμα και σήμερα τα αποικιοκρατικά χαρακτηριστικά είναι εμφανή. Ανυπόταχτες φυλές της περιοχής τελικά εκδίωξαν τους Πορτογάλους, αλλά αποχώρησαν από το Ομάν σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, όταν το 1741 ο αρχηγός μία φυλής από την Υεμένη εισέβαλε με έναν πολυφυλετικό στρατό, από τον οποίο προέρχονται και οι σημερινοί σουλτάνοι της χώρας. Μία σχετικά βραχύβια κατάκτηση από την Περσία μερικά χρόνια αργότερα αποτέλεσε και την τελευταία περίοδο αποικιοκρατίας πριν την αυτοδιάθεση της χώρας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Ομάν και Γκουαντάρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1783 ο σουλτάνος του Ομάν, Σαϊάντ, αναζήτησε καταφύγιο στον πρίγκηπα Σαζ Νασίρ του Καλάτ στην Ινδία, με στόχο να σφερτεριστεί το σουλτανάτο του Μουσκάτ από τον αδελφό του Σαϊάντ Σαίντ. Ο Νασίρ του παραχώρησε την περιοχή του Γκουαντάρ μέχρι το 1797, όταν και ο Σαϊάντ επανήλθε στο σουλτανάτο. Το Γκουαντάρ έγινε επίσημα κτήση του σουλτανάτου του Ομάν από το 1979 και παρέμεινε, έστω και τυπικά, κάτω από την εξουσία του σουλτάνου μέχρι το 1958, όταν η πόλη και η γύρω περιοχή της παραχωρήθηκαν επίσημα στο Πακιστάν.

Ομάν και η αυτοκρατορία της ανατολικής Αφρικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του 1690 ο ιμάμης του Ομάν, Σαίφ Μπιν Σουλτάν επεκτάθηκε κατά μήκος της ανατολικής ακτογραμμής της Αφρικής. Εμπόδιο στα σχέδιά του αποτέλεσε κατά κύριο λόγο το οχυρό Ζεσούς, θέση άμυνας της πορτογαλικής φρουράς της Μομπάσα στη σημερινή Κένυα. Μετά από μία διετή πολιορκία, ο Σαίφ το κατέκτησε το 1698.

Από τότε και μετά ο στρατός του Ομάν εκδίωξε αρκετά εύκολα τους Πορτογάλους από τη Ζανζιβάρη και όλες τις παράκτιες περιοχές βόρεια από τη Μοζαμβίκη. Η Ζανζιβάρη είχε ιδιαίτερη σημασία καθώς αποτελούσε τη σημαντικότερη αγορά σκλάβων της ανατολικής αφρικανικής ακτής και γρήγορα έγινε ισχυρή κτήση της αυτοκρατορίας του Ομάν. Η σημασία που της αποδόθηκε διαφαίνεται και από την απόφαση του ισχυρότερου σουλτάνου του Ομάν κατά το 19ο αιώνα, Σαίντ Ιμπν Σουλτάν, να καθιερώσει τη Ζανζιβάρη ως τόπο κατοικίας του από το 1837.

Η διαμάχη ανάμεσα στους δύο γιους του επιλύθηκε με την υποστήριξη της ισχυρής βρετανικής διπλωματίας με το διαχωρισμό των κτήσεων μεταξύ τους. Ο ένας από αυτούς, ο Μαζίντ, κληρονόμησε τη Ζανζιβάρη και τις άλλες κτήσεις του Ομάν κατά μήκος των αφρικανικών ακτών, ενώ ο άλλος, Τουαϊνί, κληρονόμησε το Μουσκάτ και το Ομάν.

Σύγχρονη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1970 ο Καμπούς Μπιν Σαίντ Αλ Σαίντ εξόρισε τον πατέρα του, Σαίντ Μπιν Ταϊμούρ, ο οποίος πέθανε αργότερα στο Λονδίνο, και παραμένει από τότε ηγεμόνας σουλτάνος του Ομάν. Με την ανάληψη της εξουσίας ο νέος σουλτάνος αντιμετώπισε συνεχείς ανταρσίες σε μία χώρα που μαστίζοταν από επιδημίες, αναλφαβητισμό και φτώχεια. Οι αυστηροί περιορισμοί του πατέρα του είχαν οδηγήσει αρκετές χιλιάδες κατοίκους στο εξωτερικό, και για να αντιμετωπίσει αυτές τις συνθήκες ο Αλ Σαίντ πρόσφερε αμνηστία στους αντίπαλους του προηγούμενου καθεστώτος, αρκετοί από τους οποίους επέστρεψαν στη χώρα. Επίσης, καθιέρωσε μία σύγχρονη κυβερνητική δομή και ξεκίνησε ένα μεγάλο αναπτυξιακό πρόγραμμα για την αναβάθμιση της παιδείας και της υγείας, τη βελτίωση των υποδομών και την εκμετάλευση των φυσικών πόρων.

Σε μία προσπάθεια να χαλιναγωγήσει την επανάσταση του Ντοφάρ, ο σουλτάνος Καμπούς επέκτεινε και επανεξόπλισε τις ένοπλες δυνάμεις, προσφέροντας αμνηστία σε όσους στασιαστές παραδίνονταν, και συνεχίζοντας τον πόλεμο με την άμεση στρατιωτική υποστήριξη από την Μεγάλη Βρετανία, το Ιράν και την Ιορδανία. Στις αρχές του 1975, οι επαναστάτες είχαν περιοριστεί σε μία μικρή περιοχή κοντά στα σύνορα με την Υεμένη, και σύντομα εξουδετερώθηκαν. Με το τέλος του πολέμου, δόθηκε προτεραιότητα σε κοινωνικά προγράμματα στο Ντόφαρ, κερδίζοντας έτσι τη λαϊκή γνώμη. Η σύναψη διπλωματικών σχέσεων το 1983 ανάμεσα στο Ομάν και τη Νότια Υεμένη εξάλειψε σχεδόν την απειλή επανάστασης και ελάττωσε την προπαγάνδα της Υεμένης ενάντια στο σουλτανάτο. Το 1987 το Ομάν άνοιξε πρεσβεία στο Άντεν και απέστειλε τον πρώτο πρέσβη στη γειτονική χώρα από την ίδρυσή της.

Το 1996 ο σουλτάνος Καμπούς παρουσίασε στο λαό του Ομάν το πρώτο γραπτό σύνταγμα της χώρας εξασφαλίζοντας δικαιώματα στο πλαίσιο του άγραφου δικαίου και με βάση το Κοράνι. Παράλληλα, διαχώρισε τις υπουργικές θέσεις με το ασυμβίβαστο ως προς δημόσιες υπηρεσίες. Η πιο βασική πρόβλεψη ήταν η θεσμοθέτηση κανόνων για τη διαδοχή του σουλτάνου.

Το Ομάν κατέχει μία στρατηγική θέση στα στενά του Ορμούζ στην είσοδο του Περσικού Κόλπου και σε μικρή απόσταση από το Ιράν. Το σουλτανάτο διατήρησε τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράκ κατά τον Πόλεμο του Κόλπου, ενώ παρείχε παράλληλα υποστήριξη στα Ηνωμένα Έθνη και τις συμμαχικές επιχειρήσεις, διατηρώντας μία ισορροπία ανάμεσα στο θρησκευτικό και πολιτικό ισλαμισμό της ευρύτερης περιοχής.

Το 2000, εξέλεξε το πρώτο κοινοβούλιο με τη συμμετοχή και δύο γυναικών, ενώ στο υπουργικό συμβούλιο που διόρισε ο σουλτάνος περιλαμβάνονται πέντε γυναίκες. Το εκτεταμένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του Αλ Σαίντ έχει στηρίξει την εξωστρέφεια της χώρας και έχει διατηρήσει μία μακρόχρονη πολιτική και στρατιωτική ισορροπία τόσο με τα Αραβικά κράτη όσο και με τη Δύση. Η μετριοπαθής και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική του σουλτανάτου έχει την αναγνώριση όλων των κρατών της Μέσης Ανατολής.

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού ήταν σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2013 τα 74,72 χρόνια (72,84 χρόνια οι άνδρες και 76,7 οι γυναίκες).[2]

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και δεν γίνονται επίσημες καταγραφές του θρησκεύματος στους κατοίκους του Ομάν, περίπου 70% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι του δόγματος Ιμπάντι. Οι σουνίτες μουσουλμάνοι των δογμάτων Χανάφι αποτελούν περίπου το 17% του συνόλου, ενώ οι σιίτες μουσουλμάνοι των δογμάτων Ιμάμι Σία και Ζίκρι σχηματίζουν το 8% του πληθυσμού. Αν και το δόγμα Ιμάμι Σία προέρχεται κύρια από το Μπαχρέιν, το Ιράν και την επαρχία Ασά στη Σαουδική Αραβία, η κοινότητα του Ομάν είναι αρμονικά ολοκληρωμένη με την τοπική κοινωνία και καταγράφεται κυρίως συγκεντρωμένη κοντά στην περιοχή της πρωτεύουσας και κατά μήκος των βόρειων ακτών.

Οι μη μουσουλμανικές κοινότητες αποτελούν λιγότερο από το 5% του συνολικού πληθυσμού και περιλαμβάνουν διάφορες ομάδες Ινδουιστών, Βουδιστών, Ζωροαστρών, Σιχ, Μπάχα και Χριστιανών. Οι χριστιανικές κοινότητες εντοπίζονται κυρίως στις βασικές αστικές περιοχής του Μουσκάτ, του Σοχάρ και του Σαλαλάχ, ενώ περιλαμβάνουν Καθολικούς, Ορθόδοξους και διάφορα προτεσταντικά δόγματα. Οι κοινότητες αυτές έχουν οργανωθεί σε αντιστοιχία με γλωσσικές ή εθνικές ομάδες, ενώ στο Μουσκάτ μόνο καταγράφονται περισσότερες από 50 διαφορετικές χριστανικές κοινότητες σε ενεργεία. Η πλειοψηφία του μη μουσουλμανικού πληθυσμού είναι κυρίως εργατικό δυναμικό από τη νότια Ασία, καθώς και μικρότερες κοινότητες Ινδουιστών και Χριστιανών.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι του Ομάν απολαμβάνουν ένα καλό επίπεδο ζωής, αν και το μέλλον διαγράφεται αβέβαιο με τα περιορισμένα αποθέματα πετρελαίου της χώρας. Άλλες πηγές εθνικού εισοδήματος, η γεωργία και η τοπική βιομηχανία, είναι σχετικά μικρές σε σύγκριση με το πετρέλαιο και αποτελούν λιγότερο από το 1% των εθνικών εξαγωγών. Η γεωργία, συχνά καθαρά βιοποριστική, παράγει εσπεριδοεική, σιτηρά και λαχανικά. Μόνο το 1% της έκτασης της χώρας καλλιεργείται και γενικά οι τροφές εισάγονται. Οι βιομηχανία συνεισφέρει κατά το 4%, αν και υπάρχει σχετικό κρατικό σχέδιο ανάπτυξης.

Η παραγωγή πετρελαίου είναι πλήρης αρμοδιότητα της εταιρίας Ανάπτυξης Πετρελαίου του Ομάν. Τα τελευταία χρόνια τα δεδομένα αποθέματα διατηρούνται σταθερά, αν και η παραγωγή μειώνεται. Άλλοι φυσικοί πόροι της χώρας είναι ο χαλκός, το μάρμαρο και ο αμίαντος, αλλά μικρά ποσοστά είναι σε εκμετάλλευση.

Πετρέλαιο και φυσικό αέριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εμπορική εξαγωγή του πετρελαίου ξεκίνησε το 1967 και από τη διαδοχή του Σουλτάνου Καμπούς στο θρόνο το 1970 έχουν ανακαλυφθεί αρκετά πεδία, τα οποία βρίσκονται σε εκμετάλλευση. Το 1990, η κρατική εταιρία ανακάλυψε ένα νέο πεδίο στο νότιο Ομάν μετά από γεωτρήσεις που απέδειξαν τη βιωσιμότητα του κοιτάσματος, το πιο σημαντικό τα τελευταία πέντε χρόνια.

Οι εργασίες συνεχίζονται στο διυλιστήριο στο Σοχάρ, το οποίο ήταν να ξεκινήσει τη λειτουργία του το 2006 με δυναμικότητα 116,400 βαρέλια την ημέρα. Το 2004 η παραγωγή ήταν περίπου 78,200 βαρέλια την ημέρα για δυίληση, ενώ η κρατική εταιρία ξεκίνησε τη χρήση τεχνολογίας ψεκασμού σε αρκετές γεωτρήσεις για την αύξηση της παραγωγής. Η οικονομία της χώρας στο μέλλον φαίνεται να εξαρτάται από τη μονάδα του Σοχάρ, η οποία αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς.

Με την πτώση των τιμών του πετρελαίου το 1998, το Ομάν ξεκίνησε το σχεδιασμό για τη διαφοροποίηση της οικονομίας του και έδωσε έμφαση σε άλλες μορφές βιομηχανίας, όπως ο τουρισμός και το φυσικό αέριο.

Φυσικοί πόροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι φυσικοί πόροι της χώρας περιλαμβάνουν χρωμίτες, δολομίτες, ψευδάργυρο, ασβεστόλιθο, γύψο, πυρίτιο, χαλκό, χρυσό, κοβάλτιο και σίδηρο. Αρκετές βιομηχανίες έχουν αναπτυχθεί στα κοιτάσματα αυτά ως μέρος της εθνικής αναπτυξιακής πορείας και έχουν με τη σειρά τους δώσει ώθηση στη συνεισφορά του τομέα της εξόρυξης στο ΑΕΠ και την απασχόληση.

Πολιτικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1970 απόλυτος μονάρχης είναι ο Σουλτάνος Καμπούς μπιν Σαΐντ. Ωστόσο, το 2003 η χώρα είδε μια μορφή πρωτόγονης δημοκρατίας, με τη διεξαγωγή των πρώτων εκλογών για Συμβουλευτική Συνέλευση, στις 4 Οκτωβρίου. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 21 ετών και άνω. Ωστόσο, τα μέλη του στρατού και των δυνάμεων ασφαλείας απαγορεύεται να ψηφίζουν[2].

Το Κοινοβούλιο έχει δύο σώματα: τη Συμβουλευτική Συνέλευση (Majlis al-Shura) με 83 εκλεγμένα μέλη που έχουν μόνο εθιμοτυπικές αρμοδιότητες και το Συμβούλιο του Κράτους (Majlis al-Dawla).

Εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βουλευτικές εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα 83 μέλη της Συνέλευσης αυτής έχουν μόνο καθήκοντα συμβούλου. Οι πρώτες εκλογές διεξήχθησαν το 2003 και οι επόμενες τον Οκτώβριο του 2007. Στις εκλογές του 2007 όλοι οι υποψήφιοι ήταν ανεξάρτητοι, καθώς απαγορεύονται τα πολιτικά κόμματα στο Ομάν. Συνολικά 632 υποψήφιοι κατήλθαν στις εκλογές και μειώθηκαν σε 631 μετά το θάνατο ενός από αυτούς λίγο πριν διεξαχθεί η ψηφοφορία. Ανάμεσα στους υποψηφίους ήταν και 21 γυναίκες.

Εκλογές 2011[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πιο πρόσφατες εκλογές διεξήχθησαν στις 15 Οκτωβρίου 2011 για την εκλογή 84 μελών της Συνέλευσης των Συμβούλων. Οι εκλογές εκείνες έγιναν υπό τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης, τα οποία οδήγησαν στην εξαγγελία μεταρρυθμίσεων από τον Σουλτάνο. Στα πλαίσια αυτών, το Συμβούλιο (Σούρα) θα αποκτήσει κάποιες νομοθετικές εξουσίες, ενώ θα ξεκινήσουν προγράμματα με στόχο τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας και την πάταξη της διαφθοράς.[6] Στις εκλογές του 2011 έλαβαν μέρος 1.300 υποψήφιοι, 77 από τους οποίους ήταν γυναίκες, ο μεγαλύτερος αριθμός σε σχέση με όλες τις προηγούμενες εκλογές.[6]

Αποτελέσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμβουλευτική Συνέλευση (Majlis al-Shura), 15 Οκτωβρίου 2011


Μέλη Έδρες
Ανεξάρτητοι 84
Σύνολο (συμμετοχή %) 84

Συγκοινωνίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα