Ελληνική Χωροφυλακή
Το τελευταίο έμβλημα της Ελληνικής Χωροφυλακής 1969 - 1984 (βοιωτική ασπίδα) |
|
|---|---|
| Υπουργείο | Δημόσιας Τάξης |
| Έτος Ίδρυσης | 1833 |
| Έτος Κατάργησης | 1984 |
Η Ελληνική Χωροφυλακή ήταν το πρώτο σώμα οργανωμένο στρατιωτικά με αστυνομικά καθήκοντα του Ελληνικού Βασιλείου. Συνεστήθη δια διατάγματος την 1 Ιουνίου του 1833, και όπως σημειώνει ο Μάουερ ανήμερα του γενεθλίου του Βασιλέως Όθωνα, με την ονομασία Βασιλικό Σώμα Χωροφυλακής που μετονομάσθηκε αργότερα σε Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή και στη συνέχεια σε Ελληνική Χωροφυλακή όπου και έφθασε μέχρι το 1984 όταν συγχωνεύθηκε με την πολιτική Αστυνομία Πόλεων, σε ενιαίο αστυνομικό σώμα υπό την σύγχρονη ονομασία Ελληνική Αστυνομία (ΕΛΑΣ).
Κατά το σχετικό συστατικό της Διάταγμα, το οποίο συντάχθηκε επάνω στη βάση του Οργανισμού της Γαλλικής Εθνικής Χωροφυλακής: "Συσταίνεται Χωροφυλακή, σκοπός της οποίας είναι να στερεώσει και να διαφυλάττει την κοινήν ασφάλειαν, επιτηρούσα με άγρυπνον όμμα εις το να προλαμβάνεται και εμποδίζεται πάσα διατάραξη της κοινής ησυχίας εγκληματική επιχείρησις και παρεμβαίνουσα με δραστηριότητα και ταχύτητα προς ανακάλυψιν και σύλληψιν των κακούργων. Το χρέος της είναι και να διατηρή την ισχύν των νόμων καθ' όλην την Περιφέρειαν του Κράτους και τα Στρατόπεδα και εις τον Στρατόν...".
Πίνακας περιεχομένων |
Πρόδρομοι της Χωροφυλακής[Επεξεργασία]
Πρόδρομοι της Χωροφυλακής ήταν η Πολιταρχεία που ιδρύθηκε στο Ναύπλιο το 1828, η οποία είχε καθήκοντα κυρίως εκτελεστικής δύναμης και η Eκτελεστική Δύναμη Πελοποννήσου, μια Πεντακοσιαρχία που είχε διαιρεθεί σε διάφορα τμήματα της Πελοποννήσου που λάμβαναν ονομασία του τόπου εγκατάστασής των. Αξιωματικοί και οπλίτες αυτών ήταν αγωνιστές του 1821. Επικεφαλής της δύναμης αυτής ήταν ο Ιωάννης Μακρυγιάννης και αποστολή είχε την εμπέδωση της δημόσιας ασφάλειας δείχνοντας θετική δράση στην καταπολέμηση της ληστείας. Σημειώνεται ότι πολλοί κλέφτες και αρματωλοί μεμονωμένοι συνέχιζαν να παραμένουν στα βουνά ως ανένταχτοι στο νέο καθεστώς.
Στις 29 Ιανουαρίου 1829 ο Ιωάννης Καποδίστριας με ψήφισμά του δημοσίευσε τον «Κανονισμό της αστυνομίας και καθηκόντων αυτής». Τα καθήκοντα αυτά ήταν κυρίως ο έλεγχος κίνησης αλλοδαπών και κατοίκων άλλων επαρχιών, ο έλεγχος - παρακολούθηση και καταστολή συνομωσιών, ο έλεγχος οπλοφορίας, ο έλεγχος επαιτών, λεσχών και καφενείων, ο έλεγχος οικοδομών, η φρούρηση φυλακών, η εκτέλεση διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων και η άσκηση δικαστικής αστυνομίας.
Οι Πολιταρχίες αυτές, αν και βρήκαν χάος και αναρχία, φαίνεται να λειτούργησαν για τη δημόσια ασφάλεια με επιτυχία, όχι όμως και μεταξύ τους από τις συνεχείς φιλονικείες και έριδες. Έτσι με τη δολοφονία του Καποδίστρια ακολούθησε αφ' ενός μεν μια κοινωνική ασυδοσία όπου το «κατ' εντολή τότε κράτος» οδηγήθηκε σε αναρχία με πλήρη αδυναμία παροχής στοιχειώδους προστασίας του λαού από ληστές και λοιμούς και αφετέρου ένας αλληλοσπαραγμός των καπεταναίων των σωμάτων αυτών που δεν είχε προηγούμενο μέχρι την άφιξη του Όθωνα.
Όταν ανέλαβε ο Όθων στο ανεξάρτητο πλέον κράτος, αυτό βρισκόταν σε μια άθλια κατάσταση, με τους πλέον δυσμενείς οιωνούς για αποκατάσταση της τάξης, για την οποία και ανέλαβε δυναμικά το σώμα των 5.000 Βαυαρών στρατιωτών που συνόδευε τον Όθωνα.
Ίδρυση της Χωροφυλακής[Επεξεργασία]
Στις 12 Ιουνίου 1833, δηλαδή μόλις 12 ημερες από την έκδοση του σχετικού διατάγματος που περιείχε 34 άρθρα, συγκροτήθηκε το Σώμα Χωροφυλακής από επίλεκτους άνδρες των προηγουμένων Πολιταρχιών, διαρθρούμενο από έναν αρχηγό, 10 μοιράρχους, 24 υπομοιράρχους, 1 «καταλυματία» (αντίστοιχος βαθμός, περίπου, σημερινού ανθυπασπιστού), 103 ενωμοτάρχες, 120 έφιππους χωροφύλακες και 800 πεζούς χωροφύλακες, σύνολικής δύναμης 1059 ανδρών.
Σημειώνεται ότι τότε η Αντιβασιλεία είχε χωρίσει διοικητικά τον ελληνικό χώρο σε δέκα νομούς και 42 επαρχίες αντικαθιστώντας το καθεστώς των δημογερόντων με τους δημάρχους των ορισθέντων δήμων. Σύμφωνα με το σκεπτικό του διάταγματος εκείνου, το νέο αυτό Σώμα αποτελούσε συμπληρωματικό τμήμα του υπό σύσταση ελληνικού στρατού.
Στις 10 Νοεμβρίου του ίδιου έτους δημοσιεύθηκε και ο «Κανονισμός της Υπηρεσίας του Σώματος» που αποτελούνταν από 283 άρθρα, στα οποία προστέθηκαν ακόμη 4 στις 31 Ιανουαρίου του 1834. Ο κανονισμός αυτός ήταν ένας συνδυασμός γερμανικών και γαλλικών νομοθετημάτων, λαμβάνοντας υπόψη την ελληνική πραγματικότητα. Πράγματι οι Βαυαροί πέτυχαν μ' αυτό να καταστήσουν την πρώτη «μαγιά» έννομης τάξης και ν' αντιμετωπίσουν το πολιτικό εκείνο χάος. Πρωτεργάτες σ΄ αυτό υπήρξαν ό Βασιλεύς Όθωνας και ο φιλέλληνας Φαβιέρος.
Σημειώνεται ότι κατά το χρονικό διάστημα 1833-1835 (περίοδος Αντιβασιλείας) δαπανήθηκαν για μεν το βαυαρικό στρατό, που είχε λίγο μειωθεί, 8.828.500 περίπου δραχμές, ενώ για τη Χωροφυλακή συμπεριλαμβάνοντας και τον οπλισμό της περίπου 1.108.000 δραχμές.
Σύσταση - δομή[Επεξεργασία]
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω η σύσταση έγινε από επίλεκτες δυνάμεις της ελληνικής εθνεγερσίας. Η δε δομή βασίστηκε επί ελεύθερης μετάφρασης των οργανωτικών διατάξεων της γαλλικής χωροφυλακής και όχι επί βαυαρικής νομοθεσίας, χωρίς την παρουσία Γάλλων διοργανωτών, εκτός του φιλέλληνα πρώτου αρχηγού, αλλά και χωρίς εισαγωγή ξενικών όρων. Συνεπώς το Σώμα ήταν καθαρά ελληνικό δημιούργημα.
Ονομασία - σύμβολα[Επεξεργασία]
Η αρχική βασιλική ονομασία δεν ενείχε καμία προσωποπαγή σημασία, απλά ακολούθησε την γενικότερη εφαρμογή των χωρών που είχαν ή έχουν Βασιλεία ακόμα και σήμερα (π.χ. Βασιλική Πρεσβεία, Βασιλικό Ναυτικό, ή Αεροπορία Αγγλίας, Δανίας, Ισπανίας, Σουηδίας κ.λπ.), ή ακόμα και προϊστάμενοι υπηρεσιών π.χ. Βασιλικός Έφορος, Πρέσβης, Επίτροπος κ.λπ. Οποιαδήποτε άλλα σχόλια και κρίσεις που έγιναν επ΄ αυτού ανάγονται σε σκόπιμη ενάντια προπαγάνδα.
Ως προς την κύρια ονομασία, σημειώνεται ότι ο γαλλικός όρος "Ζανταρμερί" είναι ένας αόριστος όρος που μεταφράζεται ως "ένοπλοι άνδρες", ενώ ο ιταλικός όρος "Καραμπινιέρι" προέρχεται εκ του βραχύκανου όπλου που έφεραν οι άνδρες του ομώνυμου ιταλικού σώματος. Αντίθετα αυτών ο ελληνικός όρος "Χωροφυλακή" κρίθηκε ιδιαίτερα επιτυχής που δηλώνει τη φύλαξη της Χώρας, ή του χώρου της όλης επικράτειας και βεβαίως όχι του χωριού που σκόπιμα κάποιοι απέδιδαν. ¨Έτσι τα πρώτα νομοθετήματα αναφερόμενα στο προσωπικό του σώματος έκαναν λόγο για αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και στρατιώτες της Χωροφυλακής.
Αλλά και οι βαθμοί του προσωπικού "Χωροφύλακας", "Ενωμοτάρχης" και "Μοίραρχος" που ορίστηκαν στο χρόνο σύστασης της Χωροφυλακής, είναι καθαρά ελληνικοί και ουδεμία σχέση έχουν με τους γαλλικούς περιφραστικούς όρους όπως λοχίας ή λοχαγός της Ζανταρμερί κ.λπ. Μάλιστα ο βαθμός του Μοιράρχου, (= άρχων δύναμης μοίρας κατά Νομό), υιοθετήθηκε μεταγενέστερα στη πυροβολική, ναυτική και αεροπορική ορολογία. Ο δε όρος "Ενωμοτάρχης" (= άρχων ομάδας, ενωμοτίας) είναι αρχαίος ελληνικός σπαρτιατικός όρος. Ο δε όρος "Χωροφύλαξ" (πληθ. Χωροφύλακες) είχε αρχικά διττή σημασία, αυτή του φρουρού και αυτή του πρώτου εισαγωγικού βαθμού στο Σώμα.
Περίοδος 1833 - 1905[Επεξεργασία]
Πρώτος αρχηγός του νεοσύστατου αυτού σώματος ανέλαβε ο Γάλλος φιλέλληνας συνταγματάρχης Φραγκίσκος Γκραγιάρ που ήταν ήδη διορισμένος από τον Φεβρουάριο του 1833 αρχηγός του στρατιωτικού οίκου του Βασιλέως Όθωνα. Οι πρώτοι δέκα που κατατάχθηκαν και που ανέλαβαν τη διοίκηση των ισάριθμων μοιραρχιών ήταν οι: Αντώνης Μαυρομιχάλης, Νικόλαος Πετιμεζάς, Ηλίας Πανάς, Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος, Δημήτριος Δεληγιώργης, Ιωάννης Βελέντζας, Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος, Γεώργιος Κλεώπας, Μιχάλης Σισίνης, και Γεώργιος Βοϊνέσκος, σχεδόν όλοι αρχηγοί προηγουμένων ατάκτων σωμάτων. Ομοίως και οι 25 υπομοίραρχοι, που κατατάχθηκαν τότε, αποτελούσαν εξαίρετες προσωπικότητες της εποχής και ήταν ό,τι το καλύτερο είχε να επιδείξει τότε το αναγεννώμενο ελληνικό κράτος, κατάλληλο για το αντικείμενο, σε ανθρώπινο δυναμικό. Οι παραπάνω νέοι μοίραρχοι ανέλαβαν τις ισάριθμες μοιραρχίες που ορίσθηκαν στις πρωτεύουσες των 10 τότε νομών του κράτους που ήταν στο Ναύπλιο (πρωτεύουσα), Πάτρα, Καλαμάτα, Τρίπολη, Μυστρά, Μεσολόγγι, Σάλωνα, Αθήνα, Χαλκίδα και Ερμούπολη.
Αλλά και οι χωροφύλακες που κατατάχθηκαν εθελούσια, ηλικίας 25 έως 40 ετών, (και που γνώριζαν γράμματα και γραφή και είχαν 4ετή ευδόκιμη προϋπηρεσία στο στρατό), μετά από πολλή αυστηρή επιλογή και έγγραφη δήλωση συμμόρφωσης επί του Β.Δ. 3/3/1833 «Περί διαλύσεως ατάκτων σωμάτων», μετέτρεψαν τον επιδειχθέντα ζήλο τους για ανεξαρτησία σε έφεση επί της αναζητούμενης ευνομίας και της προόδου του νέου Σώματος.
Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια η εικόνα της Ελλάδας στην Ευρώπη ήταν η πλέον δυσμενής. Θεωρούσαν γενικά ότι η ληστεία και η πειρατεία ήταν ελληνικά και μόνο προϊόντα συμπεριφοράς, (κάνοντας συνειρμούς με τις λέξεις "γκρες", "γκρης", "γκρεκ"). Αυτό όμως ήταν τελείως άδικο αφού οι διάφορες ληστοσυμμορίες που είχαν εμφανισθεί προηγουμένως προέρχονταν από το τουρκικό έδαφος και στις οποίες για διάφορους λόγους ο αγροτικός πληθυσμός μπορεί να παρείχε αρχικά κάποια συνδρομή, πλην όμως ουδέποτε, στις ενέργειες αυτών, συμμετείχε ο ίδιος. Παρά ταύτα η νεοϊδρυθείσα Χωροφυλακή εκαλείτο ν΄ αλλάξει άρδην αυτή την εικόνα, γεγονός που πέτυχε και μάλιστα σε σύντομο χρόνο.
Το 1861 ιδρύθηκε η Σχολή της Χωροφυλακής ως τμήμα του Υπουργείου Στρατιωτικών και η εκπαίδευση του προσωπικού της Χωροφυλακής άρχισε να λαμβάνει χώρα σε στρατόπεδα του στρατού. Το 1893 με τον νόμο ΒΡΠΗ΄ η Χωροφυλακή επιφορτίστηκε και με την άσκηση αστυνομίας της υπαίθρου την οποία προηγουμένως διαχειρίζονταν οι δήμοι. Τα νέα αυτά καθήκοντα καθόριζαν με λεπτομέρειες οι νόμοι ΓΡΞΕ΄ του 1906 και ΓΦΟΖ΄ του 1910.
Το 1899 ιδρύθηκε και η Κρητική Χωροφυλακή ακολουθώντας το ιταλικό πρότυπο, η οποία συγχωνεύθηκε με την Βασιλική Χωροφυλακή το 1913 (Ν.Δ. 10/7/1913), με την ενσωμάτωση της Κρήτης στην Ελλάδα κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Περίοδος 1906 - 1967[Επεξεργασία]
Το 1906, η Χωροφυλακή ανασυγκροτήθηκε αποκτώντας τις δικές τις εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις. Τέσσερις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας (η Αθήνα, ο Πειραιάς, η Πάτρα και η Κέρκυρα), απέκτησαν τη δική τους Αστυνομία Πόλεων τη δεκαετία του 1920 (Νόμος 1370/1918), και η Χωροφυλακή διατήρησε την ευθύνη όλης της υπόλοιπης επικράτειας. Τα δυο Σώματα ήταν αυτόνομα, είχαν τον δικό τους αρχηγό και μόνο σε εξαιρετικά σοβαρές περιπτώσεις υπήρχε συνεργασία των δυο Σωμάτων.
Άλλα αστυνομικά σώματα[Επεξεργασία]
Παράλληλα και λίγο μετά την έκδοση του ιδρυτικού διατάγματος της Χωροφυλακής εκδόθηκε και το πρώτο διάταγμα «Περί Λιμενίων Αρχών» με σκοπό την αστυνόμευση του θαλάσσιου χώρου και τη πάταξη της πειρατείας που συνεχίζονταν στα ελληνικά ύδατα. Την αρμοδιότητα αυτή ανέλαβε το τότε Βασιλικό Ναυτικό, του οποίου είχε ξεκινήσει η αναδιοργάνωση. Επίσης περί το τέλος εκείνου του έτους στις 27 Δεκεμβρίου 1833 καθιερώθηκε και η Δημοτική Αστυνομία με τη διαίρεση της χώρας σε δήμους.
Άλλα αστυνομικά σώματα που ιδρύθηκαν κατά την Οθωνική περίοδο ήταν η Οροφυλακή, η Εθνοφυλακή και η Διοικητική Αστυνομία με περιορισμένα όμως καθήκοντα δημόσιας ασφάλειας όπως η φύλαξη των συνόρων και του συνταγματικού καθεστώτος.
Πολλοί χωροφύλακες πήραν μέρος ανεπίσημα στον Μακεδονικό αγώνα. Αποσπάσματα της Χωροφυλακής πολέμησαν στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) και στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918). Οι πολεμικές αυτές δραστηριότητες την κρατούσαν προσκολλημένη στην στρατιωτική δομή της και στο να παραμελεί τα αμιγώς αστυνομικά της καθήκοντα. Μετά το 1935 μεταλλάχτηκε σταδιακά σε ένα αμιγώς αστυνομικό σώμα, μια πορεία που διακόπηκε κατά την στρατιωτική δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά (1936-1940), τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (1940-1945) και τον ελληνικό εμφύλιο (1946-1949) στον οποίο η Χωροφυλακή έπαιξε σημαντικό ρόλο, όπως και κατά την διάρκεια της δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974). Το 1946 η Χωροφυλακή έπαψε να αποτελεί οργανικό τμήμα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και μετατάχθηκε στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης.
Το 1969 η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή μετονομάσθηκε σε Ελληνική Χωροφυλακή. Την ίδια χρονιά απέκτησε και το τελευταίο (στην ιστορία της) έμβλημα (βοιωτική ασπίδα). Το 1984 κρίθηκε σκόπιμο να συγχωνευθούν η Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων, ώστε να σχηματίσουν ένα νέο Σώμα, την Ελληνική Αστυνομία. Η Χωροφυλακή την στιγμή της συγχώνευσης (Οκτώβριος 1984) είχε δύναμη 28 χιλιάδων ατόμων και το νέο αστυνομικό σώμα διατήρησε την προϋπάρχουσα δομή της, όχι όμως την στρατιωτική.
Διακριτικά βαθμών της Ελληνικής Χωροφυλακής 1833-1935[Επεξεργασία]
Οχήματα[Επεξεργασία]
Μεταπολεμικά, το Σώμα προέβη στην αγορά ποικίλων μεταφορικών μέσων: περιπολικά («κούρσες» και τζιπ), μοτοσικλέτες, λεωφορεία και άλλα βοηθητικά οχήματα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησε τα πρώτα περιπολικά του (κούρσες) μάρκας Ford Fairlane. Λίγο αργότερα απέκτησε τζιπ Willys Overseas. Τα συγκεκριμένα οχήματα (Ford και Willys) χρησιμοποιήθηκαν στη νεοσύστατη τότε (1960) Υπηρεσία Αμέσου Επεμβάσεως (αντίστοιχη με την υπηρεσία Αμέσου Δράσεως που ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1959 από το Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και έπειτα η προμήθεια οχημάτων γινόταν με όλο και αυξανόμενους ρυθμούς. Τότε αγοράστηκαν περιπολικά Volvo "Αμαζόνες" [1] (1964), Chevrolet Chevelle (1966) [2] και Vauxhall Cresta (1967 και 1970). Τα δε επόμενα χρόνια (Δεκαετία 1970 και αρχές δεκαετίας 1980) το Σώμα απέκτησε (μεταξύ άλλων) περιπολικά Ford Taunus (1971), Fiat 125 Special (1971), Ford Cortina (1972 [3]), Plymouth Valiant (δύο γενιές: 1970 [4] και 1974), Fiat 132 (1973 [5] και 1975), Datsun Bluebird (1977) [6], Mitsubishi Galant (1976 [7], 1978 [8], 1980 [9] και 1984 [10]), Volvo 264GL (1977 [11] και 1979), Datsun 120Y (1978 [12]), Datsun Violet (1981 [13]), Nissan Stanza (1982 [14]), Fiat 131 Supermirafiori (1983 [15]). Επίσης, απέκτησε τζιπ Land Rover (1969 [16] και 1970 [17]), ARO M-461 (1970 έως 1973) [18]), ARO 240 (1975 έως 1977) και Nissan Patrol (1981 [19] και 1984), μίνι λεωφορεία Mercedes Benz και Hino [20], γερανούς Dodge [21], ανακριτικά Dodge Κ-160 [22], φορτηγά Hanomag, μοτοσικλέτες CZ (1970) (175cc).
Xαρακτηριστική αποτέλεσε η προμήθεια μοτοσικλετών μεγάλου κυβισμού ΒΜW (1973 και 1976), Harley Davidson Electra Glide (τέλη δεκαετίας '60), Moto Guzzi (1973), Suzuki καθώς και η προμήθεια τεθωρακισμένων MOWAG (οι λεγόμενες "αύρες") σε δύο εκδόσεις (Roland και Grenadier) (1974 έως 1976) [23].
Παραπομπές[Επεξεργασία]
Πηγές[Επεξεργασία]
- "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τομ.18ος, σελ.798.
- Κ. Σταμάτης "Αστυνομικόν Δίκαιον" Αθήναι 1972.
- Αλεξ. Δρεμπέλας "Το Ελληνικόν Αστυνομικόν Πρόβλημα" Αθήναι 1977.