Γκιώνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°38′54″N 22°15′04″E / 38.64833°N 22.25111°E / 38.64833; 22.25111

Γκιώνα

GionaMountain.jpg
Η Γκιώνα όπως φαίνεται από το χωριό Πανουργιάς

Γκιώνα στον χάρτη: Ελλάδα
Γκιώνα
Ύψος 2.510 μέτρα
Κορυφή Πυραμίδα
Γεωγραφικά στοιχεία
Γεωγραφικό Διαμέρισμα Στερεά Ελλάδα
Νομός Φωκίδας
Οροσειρά Πίνδος

Η Γκιώνα είναι το υψηλότερο βουνό της Στερεάς Ελλάδας, τοποθετημένο στην Φωκίδα ανάμεσα στον Παρνασσό και τα Βαρδούσια. Με υψηλότερη κορυφή την Πυραμίδα στα 2.510 μέτρα, η Γκιώνα είναι το υψηλότερο βουνό νότια του Ολύμπου και το πέμπτο συνολικά στην Ελλάδα. Στην αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Ασέληνον όρος.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γκιώνα, με χαρακτήρα καθαρά αλπικό, βρίσκεται στο κέντρο του νομού Φωκίδας βορειοδυτικά από την κοιλάδα της Άμφισσας, αποτελεί τμήμα της νότιας απόληξης της οροσειράς της Πίνδου και ενώνεται με τον Παρνασσό ανατολικά, με τα Βαρδούσια όρη δυτικά και με την Οίτη στα βόρεια. Στα νότια ενώνεται με το χαμηλό σύμπλεγμα λόφων που ονομάζονται Όρη Λιδωρικίου[1]. Είναι ένα βουνό με αδρό και ξεκάθαρο ανάγλυφο, με βαθιές χαράδρες, ρεματιές και ασβεστολιθικές ορθοπλαγιές που το κάνουν δύσβατο ενώ διαθέτει την μεγαλύτερη ορθοπλαγιά των Βαλκανίων, την Πλάκα της Συκιάς, με υψομετρική διαφορά 1.100 μέτρα περίπου.

Οι πλευρές της προς το Λιδωρίκι είναι κατάφυτες από έλατα και κέδρους (αρκεύθους), στις χαράδρες παρατηρούνται σφεντάμια, ενώ στα ξέφωτα υπάρχουν αγριολούλουδα και αγριοτριανταφυλλιές. Στα δάση της ζουν άγρια ζώα, λύκοι (είναι το νοτιότερο σημείο εξάπλωσής τους στην Ελλάδα),αγριογούρουνα, ζαρκάδια και αγριόγιδα, ενώ στις απόκρημνες πλαγιές της πετούν αρπακτικά πουλιά όπως γυπαετοί και χρυσαετοί. Επίσης διαθέτει και πολλά λιβάδια που συντηρούν αιγοπρόβατα. Παρότι ο συνδυασμός των λιβαδιών με τις κάθετες ορθοπλαγιές κυρίως στα δυτικά, συνθέτουν ξεχωριστή αισθητική τοπίου και αποτελούν καταφύγιο για την άγρια ζωή, στη βόρεια, ανατολική και νότια πλευρά του βουνού υπάρχουν μεταλλεία εξόρυξης βωξίτη που επηρεάζουν την εικόνα του βουνού.

Η Γκιώνα χωρίζεται στα δύο από τη βαθιά χαράδρα της Ρεκάς που εισχωρεί στον κύριο όγκο του βουνού από τα ανατολικά, ενώ η ρεματιά του Λάζου διατρέχει το βουνό από βορρά προς νότο, παράλληλα με το Μόρνο, στα δυτικά. Η Γκιώνα, συγκριτικά με τα Βαρδούσια απέναντι της, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άνυνδρο βουνό. Δεν έχει ποτάμια, οι πηγές είναι σχετικά λίγες και απ' αυτές αρκετές το καλοκαίρι στερεύουν, ειδικά στα ανατολικά και νότια. Στα ψηλότερα σημεία του βουνού δεν υπάρχουν πηγές γιατί όλες εμφανίζονται στο σημείο επαφής του πορώδους ασβεστόλιθου με το αδιάβροχο στρώμα του φλύσχη. Οι βοσκοί εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις πηγές και τα ρέματα.

Άλλες υψηλές κορυφές της Γκιώνας είναι η Πέρδικα (2.484 μ.), το Τραγονόρος (2.456 μ.), η Πλατυβούνα (2.317 μ.), ο Προφήτης Ηλίας (2.298 μ), το Κάστρο (2.176 μ.), η Βράϊλα (2.177 μ.), το Παλιοβούνι (2.122 μ.), ο Πύργος (2.066 μ.), η Λυρίτσα (2007 μ.), ο Μπότσικας (1.945 μ.), το Κοκκινάρι (1.908 μ.), το Τυχιούνι (1.842 μ.) και ο Αηλιάς (1.806 μ.).

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χωριά και οι οικισμοί του βουνού έχουν ιδιαίτερα λίγους μόνιμους κατοίκους. Ο αριθμός τους αυξάνεται μόνον κατά τους καλοκαιρινούς μήνες όταν επιστρέφουν αρκετοί γηγενείς για παραθερισμό. Σημαντική μείωση του πληθυσμού της περιοχής παρατηρήθηκε μετά τον πόλεμο και ειδικά τον Εμφύλιο οπότε παρατηρήθηκε μεγάλο μεταναστευτικό κύμα προς το εξωτερικό και την Αθήνα. 0 τουρισμός στην περιοχή ακόμη δεν διαθέτει την απαιτούμενη υποδομή ώστε να υπάρχει σημαντικό οικονομικό αποτέλεσμα. Τελευταία, κάποια μικρά ξενοδοχεία και ξενώνες έχουν κάνει την εμφάνιση τους στη βόρεια και δυτική πλευρά του βουνού που παρουσιάζουν σχετική κίνηση τα Σαββατοκύριακα.

Τα υψόμετρα στο εσωτερικό της Γκιώνας είναι απαγορευτικά για μόνιμη κατοίκηση και έτσι την εμφάνισή τους κάνουν μόνο διάσπαρτες θερινές εγκαταστάσεις κτηνοτρόφων ενώ στον μεσοπόλεμο υπήρχε ένας μικρός συνοικισμός υλοτόμων στη Ρέκα.

Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων της περιοχής είναι η κτηνοτροφία, λιγότερο η υλοτομία και η γεωργία καθώς η Γκιώνα έχει σχετικά άγονο έδαφος. Μεταπολεμικά και επί αρκετά χρόνια, ικανός αριθμός κατοίκων βρήκε ενασχόληση στη δραστηριότητα της εξόρυξης του βωξίτη. Παρ' όλα αυτά, οι θέσεις εργασίας στα μεταλλεία σταδιακά μειώνονται. Τελευταία και η κτηνοτροφική παραγωγή παρουσιάζει και αυτή μειωτικές τάσεις. Οι περισσότερες ορεινές καλλιέργειες έχουν προ πολλού εγκαταλειφθεί.

Στην Γκιώνα υπάρχει Δασικό χωριό, στην περιοχή του Προσηλίου στο δήμο της Άμφισσας, που δημιουργήθηκε από το δασαρχείο Άμφισσας, σε υλοποίηση σχετικού περιβαλλοντικού προγράμματος του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Το χωριό αποτελείται από 20 κατάλληλα εξοπλισμένα οικήματα που φιλοξενούν πολλούς επισκέπτες.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το "Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας" του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, η ορθή γραφή της ονομασίας του βουνού είναι Γκιόνα, η οποία και χρησιμοποιείται στις αναφορές του όρους στα παλαιότερα κείμενα. Ετυμολογικά η ονομασία προέρχεται από το πτηνό γκιόνης, μεγάλοι πληθυσμοί του οποίου είναι μόνιμα εγκατεστημένοι στην Γκιώνα.

Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αρχαιότητα η Γκιώνα θεωρείτο τμήμα του Παρνασσού και ονομαζόταν Ασέληνον όρος, ονομασία που προέρχεται από την ελληνική μυθολογία. Σύμφωνα με το σχετικό μύθο, στο όρος κατοικούσε ένας βοσκός, ο Ενδυμίων, γιος της Πύρρας και του Δευκαλίωνα, και όταν πήγαινε η ημίθεα Σελήνη να τον συναντήσει, στις παρυφές του βουνού, άφηνε τον κόσμο χωρίς φεγγάρι. Επίσης το ίδιο όρος χαρακτηρίζονταν δυσχείμερον (ψυχρό) και πολιόν (χιονοσκεπές). Κατοικείτο από τους Οζολούς Λοκρούς.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας η Γκιώνα αποτελούσε ορμητήριο των κλεφτών και θέατρο ιστορικών συγκρούσεων κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, όπου και στάθηκε τόπος καταστροφής των τουρκικών δυνάμεων το Μάιο του 1821. Κατά την Γερμανική κατοχή στης Ελλάδα, στη μάχη της Καρούτας πάνω στην Γκιώνα, οι αντάρτες κατατρόπωσαν τις δυνάμεις κατοχής. Σε σπηλιές του βουνού κρύβονταν Άγγλοι που μαζί με τις αντιστασιακές ομάδες του Ναπολέοντα Ζέρβα και του Άρη Βελουχιώτη οργάνωσαν την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου.

Λαογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι από τα βουνά που τραγουδήθηκαν ιδιαίτερα από την ελληνική δημοτική ποίηση και το κλέφτικο τραγούδι1,2.
1
H Γκιώνα λέει της Λιάκουρας[2], κι η Λιάκουρα της Γκιώνας
- Bουνό μου, που 'σαι πιο ψηλά και πιο ψηλά αγναντεύεις,
πού να 'ναι, τι να γίνονται, οι κλέφτες Aνδρουτσαίοι;
- Tι να σου πω, βρε Λιάκουρα, τι να σου πω, βουνό μου,
την κλεφτουριά την χαίρονται οι ψωριασμένοι κάμποι

2
Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα
μουγγρίζουν τ' Άγραφα, σείεται η Στεριά
Στ' άρματα, στ' άρματα εμπρός στον αγώνα
Για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Συχνά οι νοτιότερες κορυφές της Γκιώνας (με την υψηλότερη στα 1908 μ.) αναφέρονται ανακριβώς ως Όρη Λιδωρικίου
  2. Λιάκουρα ονομάζεται η υψηλότερη κορυφή του Παρνασσού και από αυτή πολλές φορές ολόκληρος ο Παρνασσός αναφέρεται ως Λιάκουρα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα