Αλβοΐνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μικρογραφία του Αλβοΐνου, προερχόμενη από το Χρονικό της Νυρεμβέργης (1493)

Ο Αλβοΐνος (ιταλικά : Alboino ; λατινικά : Alboinus, εκ του γερμανικού Alfwin, « φίλος των Ελφ ») υπήρξε βασιλιάς των Λομβαρδών, κατά τα μισά του 6ου αιώνα, ο οποίος οδήγησε τον λαό του στην Ιταλία το 568, θέτοντας τα θεμέλια για το λομβαρδικό βασίλειο της Ιταλίας.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος κατά το 530, διαδέχτηκε τον βασιλιά Αλδουΐνο, τον πατέρα του, κατά το έτος 560. Ένα χρόνο νωρίτερα, είχε διακριθεί στη διάρκεια της νικηφόρας μάχης επί των Γέπηδων του βασιλιά Θόρισιντ, σκοτώνοντας σε έφιππη μονομαχία, τον πρίγκηπα Θόρισμοντ, διάδοχο του βασιλιά Θόρισιντ.

Έχοντας μπει στην υπηρεσία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με το σύνολο του λαού του, ο Αλβοΐνος συμμάχησε με τους Αβάρους ιππείς του χαγάνου Μπαγιάν, εναντίον των Γέπηδων, των οποίων κατέστρεψε το βασίλειο επί τον Δούναβη κατά το 567, σκοτώνοντας τον βασιιά τους, Κουνιμόνδο και νυμφευόμενος μετά βίας την κόρη του τελευταίου, την πριγκίπισα Ροζεμόνδη.

Στις αρχές του έτους 568, πιθανώς λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης του προς τους Αβάρους, αλλά και λόγω της γνώσης που είχε για την βυζαντινή κυριαρχία στην Ιταλία, η οποία είχε κλονιστεί σημαντικά μετά τους Γοτθικούς Πολέμους (535-553/61), αποφάσισε την μετανάστευση του λαού του στην Βόρεια Ιταλία, αφού πρώτα είχε έρθει σε συμφωνία με τον Μπαγιάν, ώστε να έχει δικαίωμα επιστροφής στην Πανονία και την Νορική για διάστημα 200 ετών.

Κατευθύνθηκε τότε με τον λαό του, αλλά και με άλλους λαούς, συμπεριλαμβανομένων των Γέπηδων, 20 000 Σαξώνων, ακόμη και Αβάρων (περίπου 200 000 άτομα στο σύνολο), προς την Ιταλία, ξεκινώντας την πορεία του από την λίμνη Μπάλατον (στην σημερινή Ουγγαρία), την Δευτέρα του Πάσχα του έτους 568.

Οι λομβαρδικές κατακτήσεις στην Ιταλία κατά την βασιλεία του βασιλιά Αλβοΐνου

Κατέλαβε το Φρίουλι την άνοιξη του 569, κάνοντας την περιοχή το πρώτο λομβαρδικό δουκάτο, στην ηγεσία του οποίου εγκατέστησε έναν ανιψιό του, τον Γισούλφο, με έδρα το Τσιβιντάλε, πρωτεύουσα του δουκάτου. Από τα βορειοδυτικά της χερσονήσου, κατέλαβε στο σύνολό της την εύφορη κοιλάδα του Πάδου μέχρι και τις Άλπεις, καθώς και την Κεντρική Ιταλία, με εξαίρεση την Ραβέννα και την Ρώμη, οι οποίες βρισκόντουσαν ακόμη υπό βυζαντινή κατοχή, ενώ εγκατέστησε την έδρα του στο παλιό παλάτι του Βασιλιά των Οστρογότθων Θεοδώριχου στην Βερόνα. Το Μιλάνο κατελήφθη στα τέλη του καλοκαιριού του 569 και η Παβία παραδόθηκε μετά από μια μακρά πολιορκία, διάρκειας τριών ετών, το 572.

Η δολοφονία του Αλβοΐνου. Έργο του Τσαρλς Λάντσιρ (1859)

Στις 28 Ιουνίου 572, ο Αλβοΐνος δολοφονήθηκε στην Βερόνα, ενώ κοιμόταν. Σύμφωνα με τον μύθο, ιθύνων νους αυτής της δολοφονίας ήταν η γυναίκα του Ροζεμόνδη, η οποία θέλησε με αυτόν τον τρόπο να εκδικηθεί τον Βασιλιά, ο οποίος την είχε υποχρεώσει στην διάρκεια γλεντιού να πιει κρασί από έναν κύπελλο, το οποίο ήταν φτιαγμένο από το κρανίο του ίδιου της του πατέρα. Ένα κύπελλο που διατηρείτο τουλάχιστον μέχρι την βασιλεία του Ράτχη (744-749), σύμφωνα με την μαρτυρία του Παύλου του Διακόνου, ιστορικού των Λομβαρδών, ο οποίος αναφέρει στο έργο του, Historia Langobardorum, πως το είδε με τα μάτια του στην βασιλική αυλή της Παβίας, όταν ο Βασιλιάς Ράτχης το έδειξε στους καλεσμένους του.

Ο τάφος του συλήθηκε τον 8ο αιώνα από τον Λομβαρδό Δούκα Γισελπέρτο της Βερόνα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Gianluigi Barni, La Conquête de l'Italie par les Lombards - VIe siècle - Les Événements, Le Mémorial des Siècles, Éditions Albin Michel, Paris (1975) ISBN 2-226-00071-2
  • Paul Diacre, Histoire des Lombards, fin du VIIIe siècle

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προηγούμενος
Αλδουΐνος
Βασιλιάς των Λομβαρδών
560-572
Επόμενος
Κλέφος