Ξωτικά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ängsälvor, ξωτικά που χορεύουν στα λιβάδια, (Nils Blommér - 1850)

Τα ξωτικά είναι μυθικά πλάσματα της Σκανδιναβικής μυθολογίας, που επέζησαν στις λαϊκές παραδόσεις της βόρειας Ευρώπης. Αρχικά ως γένος ελάσσονων θεών της φύσης και της γονιμότητας, τα ξωτικά απεικονίζονται συχνά σαν φαινομενικά νεαροί άντρες και γυναίκες εξαίσιας ομορφιάς που ζουν σε δάση και άλλες φυσικές περιοχές, υπογείως, ή σε κρύπτες. Περιγράφονται σαν υπεραιωνόβια ή αθάνατα πλάσματα και τους αποδίδουν μαγικές δυνάμεις. Ακολουθώντας την επιτυχία του έπους του Τόλκιν Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, τα ξωτικά έγιναν κλασικοί χαρακτήρες της σύγχρονης φανταστικής λογοτεχνίας. O Τόλκιν χρησιμοποίησε τον όρο "ξωτικά" ως συμβατική απόδοση της ονομασίας των "πρωτόπλαστων όντων" του κόσμου του. Τα πλάσματα αυτά διευκρινίζεται ότι έχουν περισσότερα κοινά με τους ανθρώπους (Εdain) παρά με τα πνευματικά όντα, τους Maiar και τους Valar, μοιάζοντας περισσότερο με εξιδανικεύσεις της ανθρώπινης φύσης.

Ξωτικά (elves) και ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις εκτεταμένες διαφωνίες, οι λέξεις elf, álf και οι σχετικές με αυτές μάλλον προέρχονται από την ίδια πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *albh, όπως η λατινική λέξη albus (λευκός).[1]

Χαρακτηριστικά των ξωτικών της παράδοσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξωτικά στην αρχαία Νορβηγική μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη περιγραφή ξωτικών μας έρχεται από τη Νορβηγική μυθολογία. Στα αρχαία νορβηγικά ονομάζονται álfar και η παρουσία μυθολογικών πλασμάτων με συγγενή ονομασία σε μεταγενέστερες λαϊκές παραδόσεις ενισχύει την άποψη ότι η πίστη στα ξωτικά ήταν κοινή σε όλες τις γερμανικές φυλές και όχι μόνο στους αρχαίους Σκανδιναβούς. Ξωτικά στη Σκανδιναβική μυθολογία αναφέρονται στην Έντα και στις σάγκα. Εδώ τα ξωτικά συσχετίζονται με τους Εσίρ, ειδικά από την έκφραση "Æsir and the elves", που σημαίνει περίπου "όλοι οι θεοί".[2] Ωστόσο, ταυτίζονται και με τους Βανίρ από κάποιους ειδικούς.[3] Τα ξωτικά της Σκανδιναβικής μυθολογίας έχουν μέγεθος ανθρώπου: ξωτικά και άνθρωποι μπορούσαν να ζευγαρώσουν. Ξακουστοί άνθρωποι μετά το θάνατό τους θα μπορούσαν να γίνουν ξωτικά, όπως ο μεγάλος βασιλιάς Όλαφ Γκέιρσταντ

Ξωτικά στη Σκανδιναβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις λαϊκές παραδόσεις της Σκανδιναβίας, που είναι μια μεταγενέστερη μείξη της Νορβηγικής μυθολογίας και στοιχείων του Χριστιανισμού, το ξωτικό αποκαλείται elver στα δανέζικα, alv στα νορβηγικά και alv ή älva στα σουηδικά. Οι φτερωτές νεράιδες των βρετανικών λαϊκών παραδόσεων συχνά συγχέονται με τα ξωτικά. Σε ένα παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν αναφέρεται η ονομασία elvere. Σε αυτή την ιστορία, τα ξωτικά μοιάζουν περισσότερο με τα ξωτικά των τοπικών λαϊκών παραδόσεων: πανέμορφες θηλυκές υπάρξεις, που ζουν στο ύπαιθρο και μπορούν να παρασύρουν έναν άντρα σε ένα χορό μέχρι θανάτου. Συνήθως απεικονίζονται με ξανθά μαλλιά και άσπρο δέρμα και, όπως τα περισσότερα πλάσματα στις σκανδιναβικές λαϊκές παραδόσεις, τα ξωτικά γίνονται ιδιαίτερα ενοχλητικά όταν τα προσβάλλει κανείς. Μπορούσε να τα δει κανείς να χορεύουν στα λιβάδια ειδικά τη νύχτα ή πρωινά με ομίχλη. Όμως, αν κάποιος παρακολουθούσε το χορό τους, είχε την αίσθηση ότι είχαν περάσει μόνο λίγες ώρες, ενώ στην πραγματικότητα είχαν περάσει χρόνια ολόκληρα. (Ακόμα και στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού ανακαλύπτει ότι ο χρόνος κυλάει πιο αργά στο δάσος ξωτικών του Λοθλόριεν).

Ξωτικά στη Γερμανική μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη γερμανική λαϊκή παράδοση, τα ξωτικά θεωρούνταν μικρά σκανδαλιάρικα πλάσματα, που προκαλούσαν αρρώστιες στα ζώα και τους ανθρώπους και έφερναν άσχημα όνειρα, επειδή κάθονταν πάνω στο στήθος αυτού που κοιμόταν. Η γερμανική λέξη Albtraum (=εφιάλτης), κυριολεκτικά σημαίνει ξωτικό όνειρο. Ο θρύλος του Erlkönig φαίνεται να δημιουργήθηκε στη Δανία κατά το ίδιο σχεδόν χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις της Γερμανίας και της Δανίας, ο Erlkönig εμφανίζεται σαν προάγγελος θανάτου, όπως οι νεράιδες μπάνσι στην Ιρλανδική μυθολογία. Ωστόσο, ο Erlkönig εμφανίζεται μόνο στο άτομο που θα πεθάνει και η έκφρασή του δηλώνει τι είδους θάνατο θα περιμένει: ήρεμο ή γεμάτο πόνους και αγωνία. Αυτή η πλευρά του μύθου ενέπνευσε τον Γκαίτε να γράψει το ποίημά του Der Erlkönig.

Ξωτικά στην Αγγλική μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H λέξη elf εμφανίστηκε στην Αγγλική γλώσσα από την Αρχαία Αγγλική λέξη ælf κι έτσι έφτασε στη Μεγάλη Βρετανία αρχικά με τους Αγγλοσάξονες.[4] Τα ξωτικά των Αγγλοσαξόνων φαίνεται να είχαν ομοιότητες με τα ξωτικά στη Σκανδιναβική μυθολογία: υπερφυσικά πλάσματα με ανθρώπινο παρουσιαστικό, κυρίως αρσενικού φύλου, μπορούσαν να βοηθήσουν ή να βλάψουν τους ανθρώπους που τα συναντούσαν. Ωστόσο, τα μεταγενέστερα αγγλικά παραμύθια παρουσίαζαν τα ξωτικά σαν μικρά δυσδιάκριτα πλάσματα με σκανταλιάρικο χαρακτήρα. Δεν είναι κακά, αλλά ενοχλούν τους ανθρώπους ή μπλέκονται στις υποθέσεις τους. Κάποιες φορές είναι αόρατα. Σε αυτή την παράδοση, τα ξωτικά ταυτίστηκαν λίγο πολύ με τις νεράιδες της Κέλτικης μυθολογίας κι έτσι πολλές φορές πλέον δεν διαχωρίζονται στη λαϊκή παράδοση. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η λογοτεχνική επίδραση στάθηκε καθοριστική για την απαγκίστρωση της εικόνας των ξωτικών από τις μυθολογικές τους ρίζες, με εξέχον παράδειγμα τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, που φανταζόταν τα ξωτικά σαν μικρούς ανθρώπους και δεν τα ξεχώριζε από τις νεράιδες στα διάφορα έργα του.

Ξωτικά, Νύμφες και Νεράιδες στην Ελληνική μυθολογία και λαογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ξωτικά της Σκανδιναβικής μυθολογίας και λαογραφίας έχουν πολλές ομοιότητες με τις Νύμφες και άλλες κατώτερες θεότητες της Ελληνικής μυθολογίας και τις Νεράιδες και τα Ξωτικά της νεοελληνικής λαογραφίας και προφορικής παράδοσης.

Τα ξωτικά στη σύγχρονη φανταστική λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H σύγχρονη φανταστική λογοτεχνία αναβίωσε το μύθο των ξωτικών ως ημίθεα πλάσματα με ανθρώπινη μορφή. Εξέχοντα ρόλο διαδραμάτισε το έργο του Τζον Ρόναλντ Ρούελ Τόλκιν, ο οποίος δημιούργησε έναν τεράστιο μυθικό κόσμο, όπου τα Ξωτικά του είχαν σαφέστατα εμπνευστεί από τα Ξωτικά της Σκανδιναβικής μυθολογίας. Τα Ξωτικά σαν φυλή έμοιαζαν στους ανθρώπους, αλλά ήταν ομορφότερα και είχαν μεγαλύτερη σοφία, μεγαλύτερες πνευματικές δυνάμεις, οξύτερες ικανότητες και είχαν πιο κοντινή επαφή με τη φύση. Είναι αθάνατα, με την έννοια ότι δε φθείρονται από το χρόνο ή κάποια ασθένεια. Μπορούν όμως να σκοτωθούν ή να πεθάνουν από λύπη, αλλά μεταβαίνουν στο Βάλινορ στη Δύση, ενώ οι άνθρωποι εγκαταλείπουν εντελώς τον κόσμο της Άρντα.

Σε διάφορα παιχνίδια ρόλων (π.χ. Dungeons & Dragons), τα ξωτικά είναι όμορφα, συνήθως ξανθά, λεπτοκαμωμένα κι έχουν εξαιρετική ταχύτητα και ευκινησία. Χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι τα μεγάλα μυτερά αυτιά τους, ενώ χωρίζονται σε διάφορες φυλές.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hall, Alaric Timothy Peter. 2004. The Meanings of Elf and Elves in Medieval England (Ph.D. University of Glasgow). pp. 56-57.
  2. Hall 2004, pp. 37-46
  3. Hall 2004, pp. 43-46
  4. Hall 2004, esp. pp. 212-16


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Elf της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).