Δουκάτο της Νορμανδίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 49°08′00″N 0°22′00″W / 49.1333°N 0.366667°W / 49.1333; -0.366667

Το έμβλημα του δουκάτου της Νορμανδίας

Το δουκάτο της Νορμανδίας αποτελεί τμήμα, όπως η Ακουιτανία, η Φλάνδρα ή η Καταλωνία, των πριγκιπάτων που κάνουν την εμφάνισή τους στη μέση του Μεσαίωνα μαζί με την εξασθένηση της βασιλικής εξουσίας του Γαλλικού Στέμματος. Το 911, έχοντας αντιμετωπίσει επανειλημμένες επιθέσεις των Βίκινγκ, ο βασιλιάς των Φράγκων Κάρολος ο Απλός παραδίδει σε έναν από τους αρχηγούς τους, τον Ρόλλο, της περιοχές γύρω από τον Κάτω Σηκουάνα (γαλλ: Basse-Seine) οι οποίες αποτέλεσαν την εμβρυακή κατάσταση του δουκάτου της Νορμανδίας. Οι Βίκινγκ δημιουργούν ένα συμπαγές κράτος, ισχυρό και ευημερούν που φτάνει στο απόγειό του το 1066, όταν ο δούκας Γουλιέλμος ο Κατακτητής καταλαμβάνει το Βασίλειο της Αγγλίας. Κατά την διάρκεια περίπου εκατό πενήντα ετών, η Νορμανδία και η Αγγλία έχουν την ίδια μοίρα. Μετά τα μισά του 12ου αιώνα και την εγκατάσταση των Πλανταγενετών στην εξουσία του αγγλονορμανδικού βασιλείου, το δουκάτο δεν έχει πλέον την λάμψη που είχε άλλοτε στην πολιτική σκηνή. Παρά ταύτα, δεν σταματά να προκαλεί το ενδιαφέρον των βασιλιάδων της Γαλλίας. Το 1204, ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος Αύγουστος καταλαμβάνει την Νορμανδία και την κάνει τμήμα των βασιλικών εδαφών της Γαλλίας.

Ιστορική Περίοδος 911-1204[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δημιουργία του δουκάτου (10ος αιώνας)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δουκάτο της Νορμανδίας ανάμεσα στο 911 και το 1050

Η συνθήκη του Σαν-Κλαιρ-συρ-Επτ το 911, σηματοδοτεί την γέννηση του δουκάτου της Νορμανδίας.[1] Έχοντας ξεπεραστεί από τις επιδρομές των Βίκινγκ που λεηλατούν το βασίλειό του, ο βασιλιάς των Φράγκων Κάρολος ο Απλός, αποφασίζει να διαπραγματευτεί με έναν σκανδιναβό αρχηγό που ακούει στο όνομα Ρόλλο. Μια συμφωνία ανάμεσα στους δύο άνδρες κλείνεται λοιπόν στο Σαν-Κλαιρ-συρ-Επτ. Ο Βίκινγκ λαμβάνει τις περιοχές που γειτονεύουν με τον κάτω Σηκουάνα (γαλ:Basse-Seine) έχοντας ως υποχρέωση να τα προστατεύει στο όνομα του βασιλιά των Φράγκων. Δεν είναι γνωστή επακριβώς η έκταση αυτής της περιοχής.[2] Πάντως, θα είναι στη βάση της Νορμανδίας, ετυμολογικά η "Χώρα των Ανθρώπων του Βορρά" (γαλλ: « Pays des Hommes du Nord »).[3]

Ο βασιλιάς των Φράγκων, Ραούλ, παραχώρησε κι άλλα εδάφη πέραν αυτών που προέβλεπε η αρχική συμφωνία. Έτσι το 924 του παραχωρεί την κεντρική Νορμανδία (Μπεσάν, Περιοχή του Οζ και Ιεμουά ?). Εννέα χρόνια αργότερα, το 933, ο ίδιος αυτός βασιλιάς εγκαταλείπει στον γιο του Ρόλλο, Γουλιέλμο τον Μακρύσπαθο, το Κοταντέν και την Αβράνς που είχαν παραχωρηθεί παλαιότερα από τους Γάλλους στους Βρετόνους. Εκείνη την εποχή, το δουκάτο της Νορμανδίας καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την εκκλησιαστική περιφέρεια της Ρουέν, δηλαδή σχεδόν το σύνολο της σημερινής περιοχής. Αλλά δεν είναι σίγουρο πως ο αρχηγός του ήταν πραγματικά κυρίαρχος όλης αυτής της περιοχής. Μέχρι την βασιλεία του Ριχάρδου Α' (942-996), το δυτικό τμήμα φαίνεται να ξεφεύγει από την εξουσία των Νορμανδών κομήτων που βρίσκονταν εγκατεστημένοι στην πόλη Ρουέν.[4]

Η εγκατάσταση των Νορμανδών στην διάρκεια της περιόδου (911-1035)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία των πρώτων κομήτων της Νορμανδίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη. Η κύρια πηγή μας είναι το πανηγυρικό έργο ενός επισκόπου, του Ντυντόν ντε Σαν-Κεντέν.

Πρώτο μέλημα των κομήτων (που γίνονται δούκες περίπου το 1010) αποτελεί η εγκατάσταση σε βάθος χρόνου στην Νορμανδία. Οι εσωτερικές εξεγέρσεις, οι εισβολές ισχυρών γειτόνων (όπως ο κόμης της Φλάνδρας ή ο κόμης του Μπλουά), η μικρή ηλικία των πριγκίπων (ο Ριχάρδος Α' και έπειτα ο Ριχάρδος Β') παραλίγο να οδηγήσουν στον αφανισμό την νεοσύστατη Νορμανδία. Ενώ σε άλλες περιοχές οι Βίκινγκ αναγκάζονται να υποχωρήσουν απέναντι στην επανάκτηση των εδαφών από τους βασιλιάδες, οι Νορμανδοί κατορθώνουν, χρησιμοποιώντας ορισμένες φορές την στρατιωτική βοήθεια σκανδιναβικών στρατών, να διατηρήσουν την κυριαρχία στην περιοχή και να χτίσουν ένα στιβαρό κράτος. Ο Ρόλλο και οι διάδοχοί του κυβερνούν σαν πραγματικοί πρίγκιπες, επιβάλλοντας την κυριαρχία τους και διοικώντας βασιζόμενοι στις μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο Καρλομάγνος. Καθώς η ειρήνη και η ασφάλεια επανήλθαν στην περιοχή, οι επίσκοποι μπορούσαν πλέον να επιστρέψουν στις επισκοπικές τους έδρες και οι μοναχοί στα αββαεία τους.

Γουλιέλμος ο Κατακτητής, από νόθος της Νορμανδίας σε βασιλιά της Αγγλίας (1035-1087)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τα θαυμαστά κατορθώματά του, ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής είναι σίγουρα ο πλέον γνωστός από τους δούκες της Νορμανδίας. Παρόλα αυτά όμως, τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησής του ήταν αρκετά δύσκολα. Ανέβηκε στο αξίωμα του δούκα σε ηλικία μόλις 8 ετών, αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του, Ροβέρτου του Μεγαλοπρεπούς. Εκμεταλλευόμενοι το νεαρό της ηλικίας του διαδόχου, ένας μεγάλος αριθμός Νορμανδών βαρόνων ανεξαρτητοποιούνται από τον έλεγχο και τις διαταγές του δούκα και ξεκινούν δικές τους αυτόνομες πολεμικές επιχειρήσεις. Η Νορμανδία καλύπτεται από κάστρα, που τις περισσότερες φορές πρόκειται για απλούς λόφους ή χωμάτινα τείχη. Ο νεαρός Γουλιέλμος βρίσκεται σε ρόλο θεατή, αδύναμος να αντιδράσει απέναντι σε αυτήν την αναρχία. Η δολοφονία ορισμένων ατόμων του περίγυρού του τον πεισμώνουν να τηρήσει σε έναν πρώτο χρόνο μια ουδέτερη στάση χωρίς να αντιδράσει.

Τα κυριότερα κάστρα του δουκάτου της Νορμανδίας τον 12ο αιώνα

Ο Γουλιέλμος θα αποφασίσει να αντιδράσει όταν θα γίνει στόχος ενός σχεδίου των βαρόνων με απώτερο στόχο την δολοφονία του. Εκείνο τον καιρό είναι σε ηλικία 20 ετών. Ο Γουλιέλμος συγκεντρώνει τότε τους πιστούς του, επιτυγχάνει να λάβει στρατιωτική βοήθεια από τον βασιλιά της Γαλλίας Ερρίκο Α' για να καταβάλει τους επαναστάτες. Το Βαλ-ες-Ντυν, στα νοτιοανατολικά του Καέν, είναι ο τόπος όπου θα έρθουν αντιμέτωποι οι τελευταίοι και ο δουκικός στρατός. Ο Γουλιέλμος καταφέρνει εκεί την πρώτη του στρατιωτική νίκη, συγκεκριμένα το έτος 1047. Από τη στιγμή εκείνη, ο δούκας Γουλιέλμος θα ανακτήσει την απόλυτη κυριαρχία του δουκάτου του. Ανακαταλαμβάνει ή γκρεμίζει τα κάστρα που έχτισαν οι βαρόνοι, τον καιρό που αυτός ήταν ακόμη ανήλικος, και συνεπώς ανίκανος να αντιδράσει. Παράλληλα, κυνηγά και τους τελευταίους ευγενείς που συνέχιζαν να μην τον αναγνωρίζουν ως δούκα τους.

Ο βασιλιάς Ερρίκος Α' της Γαλλίας, βλέποντας την επιτυχία του γείτονά του, σύντομα αλλάζει πολιτική. Σε δύο περιπτώσεις, επιχειρεί να καταλάβει την Νορμανδία, με την βοήθεια του κόμη του Ανζού, αλλά ο στρατός του ηττάται στο Μορτμέρ και στη συνέχεια στους βάλτους της Ντιβ. Νικητής, ο Γουλιέλμος περνά στην αντεπίθεση. Προσαρτά το Πασσαί (την περιοχή του Ντομφρόν Ντομφρόν στην Ορν), αναμειγνύεται στις υποθέσεις της Βρετάνης και εγκαθιστά τον γιό του Ροβέρτο Β' ως κόμης του Μαιν (1063). Αλλά το πιο γνωστό και το πιο σημαντικό κατόρθωμα του Γουλιέλμου του Κατακτητή, είναι αναμφισβήτητα η κατάκτηση της Αγγλίας το 1066.

Η ταπισερί της Μπαγιέ αφηγείται τα στάδια αυτής της επιτυχίας. Ο βασιλιάς της Αγγλίας, Εδουάρδος ο Εξομολογητής, πεθαίνει το 1066. Ο ηγέτης της Αγγλοσαξωνικής αριστοκρατίας, Χάρολντ, τον διαδέχεται. Αν και, σύμφωνα με την ταπισερί, ο αποθανών βασιλιάς είχε διαλέξει τον Γουλιέλμο για διάδοχό του. Ο δούκας της Νορμανδίας αισθάνεται πως έχει εξαπατηθεί και πραγματοποιεί την απόπειρα μιας απόβασης στον νότο της Αγγλίας για να ξαναπάρει αυτό που του ανήκει. Ο Χάρολντ έρχεται να τον συναντήσει στο Χέιστινγκς, αλλά ο στρατός του ηττάται στην μάχη και ο ίδιος σκοτώνεται. Ο δρόμος για το Λονδίνο είναι πλέον ανοιχτός. Στις 25 Δεκεμβρίου 1066, ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής λαμβάνει το στέμμα της Αγγλίας. Τότε, η δύναμη του δούκα αυξάνεται θεαματικά. Η Νορμανδία δεν είναι πλέον μια απλή δύναμη σε τοπικό επίπεδο, αλλά μια μεγάλη δύναμη που για ενάμισι αιώνα θα έχει σημαντικό ρόλο στα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη, αλλά και στην Ασία (Σταυροφορίες).

Πρόσωπα και τοπία της Νορμανδίας του 11ου και 12ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κύριος ναός ρομανικού ρυθμού του αββαείου των Γυναικών (γαλλ: abbaye aux Dames). Αυτό το μοναστήρι ιδρύθηκε στην Καν από την Ματθίλδη, γυναίκα του Γουλιέλμου του Κατακτητή

Αρκετά στοιχεία μας αφήνουν να καταλάβουμε τον πλούτο του δουκάτου. Αρχικά αποτελεί μια από τις γαλλικές περιοχές με τον μεγαλύτερο πληθυσμό. Ο ιστορικός Λυσιέν Μυσσέ εκτίμησε τον πληθυσμό, το 1184, σε 700.000 με 800.000 κατοίκους (έναντι των περισσοτέρων από τρία εκατομμύρια που είναι σήμερα).[5] Ένας τέτοιος αριθμός προϋποθέτει και απαιτεί μια εντατική ανάπτυξη των γαιών. Πρώτα απ' όλα, οι Νορμανδοί είναι λοιπόν αγρότες. Οι νορμανδικές πεδιάδες καλύπτονται από καλλιέργειες δημητριακών (σιτάρι, βρώμη, κριθάρι). Αντίθετα, η παραγωγή μηλίτη και η εκτροφή βοοειδών απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν ειδικότητες της περιοχής. Το επίπεδο τεχνογνωσίας των επαρχιών του δουκάτου είναι σχετικά προχωρημένο καθώς παρατηρείται η χρήση μιας βελτιωμένης μορφής αρότρου, η εμφάνιση της σβάρνας, αλλά και αυτή του ανεμόμυλου. Αλλά πόσοι από τους Νορμανδούς αγρότες διέθεταν τέτοιον εξοπλισμό;

Κάτι παραπάνω από μια περίοδο ακμής, έννοια σχετική στη διάρκεια του Μεσαίωνα, ο 11ος και ο 12ος αιώνας πρέπει να θεωρούνται ως μια περίοδος ανάπτυξης. Αυτή η ανάπτυξη, άλλωστε δεν παρουσιάζει απολύτως καμία πρωτοτυπία για την εποχή αυτήν στην χριστιανική Δύση. Σημάδι καλής ποιότητας ζωής, ο πληθυσμός του δουκάτου δεν παύει να αυξάνεται. Πρέπει λοιπόν να γίνει καθαρισμός των δασών και της χώρας για την δημιουργία νέων αγροτικών εκτάσεων προκειμένου να σιτίζεται αυτός ο πληθυσμός. Χωριά και οικισμοί (των οποίων το όνομα λήγει συχνά σε -erie ή -ière προσαρτημένο στο πατρώνυμο του ιδιοκτήτη τους) γεννιούνται στη μέση μιας καθαρισμένης έκτασης ή κοντά στα δάση. Οι άρχοντες χτίζουν νερόμυλους κοντά στα ποτάμια και αυξάνουν με αυτό τον τρόπο την παραγωγικότητα των εδαφών τους.[6]

Οι πόλεις αποτελούν την μειοψηφία σε σύγκριση με όλα αυτά τα χωριά και τις αγροικίες. Πάντως η Νορμανδία έχει πρωτεύουσα με μεγάλο πληθυσμό: την Ρουέν (πιθανώς 40.000 κάτοικοι). Η πόλη εκμεταλλεύεται την θέση της πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους άξονες του γαλλικού εμπορίου: τον Σηκουάνα. Έμποροι και τεχνίτες πλουτίζουν και αναδύονται σιγά-σιγά από την αστική κοινωνία. Σε λίγο καιρό η ισχύς τους από τα έσοδα από το εμπόριο είναι τέτοια που φτάνουν σε σημεία να συμμετέχουν στην διοίκηση της πόλης.

Οι άλλες πόλεις με καταγωγή από την αρχαιότητα (Λιζιέ, Σε, Μπαγιέ, Εβρέ) αναδεικνύονται επίσης μετά τις επιδρομές των Βίκινγκ. Ανακτώντας τον περίσσιο αγροτικό πληθυσμό, ξεπερνούν τα όρια των παλαιών τους ρωμαϊκών οχυρώσεων. Αυτό το πρώτο αστικό δίκτυο ολοκληρώνεται με τον πολλαπλασιασμό των κωμοπόλεων στην επαρχία. Αυτοί οι νέοι τόποι κατοικίας δημιουργήθηκαν με πρωτοβουλία λαϊκών αρχόντων ή κληρικών γύρω από μια αγορά, μια γέφυρα ή ένα μοναστήρι. Οι περισσότερες ιδρύονται κοντά σε ένα κάστρο που θα εξασφαλίζει στους μελλοντικούς κατοίκους ένα καταφύγιο σε καιρό πολέμου. Έτσι κάνουν την εμφάνισή τους το Σαιν-Λο, το Φεκάμπ, το Βαλόνι, το Σερμπούρ, η Διέπη, η Φαλαίζ, το Αλανσόν, το Αρζαντάν. Ορισμένες από αυτές τις κωμοπόλεις γνωρίζουν τέτοια ανάπτυξη που φτάνουν να γίνουν ίσης αξίας με τις παλαιότερες. Η Καέν αποτελεί την μεγαλύτερη επιτυχία αυτού του νέου μοντέλου. Με ένα κάστρο και δύο αββαεία χτισμένα από τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή, γνωρίζει τέτοια δημογραφική αύξηση και διαθέτει τέτοια δυναμική που γίνεται η δεύτερη πρωτεύουσα της Νορμανδίας.[7]

Η εκκλησιαστική οργάνωση του δουκάτου της Νορμανδίας

Η πολιτιστική επιρροή της Νορμανδίας αντιστοιχεί στην ισχύ και την δύναμη του δουκάτου. Τα νορμανδικά μοναστήρια, αναπαλαιωμένα χάρη στην αξία των γαιών τους, ξαναγίνονται πνευματικά κέντρα. Το αββαείο του Μπεκ λειτουργεί ως διδακτικό κέντρο ενώ από αυτό του Μον-Σαιν-Μισέλ, βγαίνουν εξαιρετικά εικονογραφημένα χειρόγραφα. Αν και οι Βίκινγκ δεν διέθεταν ιδιαίτερη αρχιτεκτονική παράδοση, οι Νορμανδοί οικοδομούν όμορφα εκκλησιαστικά κτήρια: τα δύο αββαεία του Αββαείου των Ανδρών, αυτά του Μπερναί, του Σεριζύ-λα-Φορέ, του Μποσερβίλ και του Ζυμιέζ αλλά και τις ενοριακές εκκλησίες του Κιγιεμπέφ, του Ταόν ή του Ουιστρεχάμ θεωρούνται αριστουργήματα του ρομανικού ρυθμού στη Νορμανδία.[8] Μια αρχιτεκτονική επαρκώς αναγνωρίσιμη για να εξαχθεί στην Αγγλία μετά το 1066. Η κατάκτηση της Σικελίας και του ιταλικού νότου από ιππότες προερχόμενους από το Κοταντέν διευρύνει την επιρροή του νορμανδικού πολιτισμού μέχρι την Μεσόγειο.

Στο δεύτερο μισό του 12ου αιώνα, η Νορμανδία αρχίζει να χάνει σε ισχύ σε σχέση με γειτονικές της περιοχές. Η βασιλική αυλή της Αγγλίας, υποκινούμενη από την βασίλισσα Ελεονώρα της Ακουιτανίας, υπονομεύει σταδιακά τα μέλη με καταγωγή από την Νορμανδία, ενώ η Ιλ-ντε-Φρανς (γαλ: Île-de-France) βλέπει την γέννηση των πρώτων εκκλησιών γοτθικού ρυθμού.

Αγγλική Νορμανδία ή Νορμανδική Αγγλία (1087-1135);[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπό την βασιλεία του Γουλιέλμου του Κατακτητή, η Νορμανδία αποτελεί μαζί με την Φλάνδρα το πριγκιπάτο με την καλύτερη διοίκηση και οργάνωση στην Γαλλία, κάτι που εξηγεί και την μακροημέρευσή του. Στην επιθανάτιο κλίνη του, ο Κατακτητής σε ηλικία 60 ετών περίπου, προετοιμάζει την δύσκολη διαδοχή του. Έχει τρεις γιούς: ο μεγαλύτερος, Ροβέρτος Β' της Νορμανδίας παραλαμβάνει το δουκάτο, ο δεύτερος, Γουλιέλμος Β' της Αγγλίας, παραλαμβάνει το βασιλικό στέμμα της Αγγλίας και ο τελευταίος, Ερρίκος, δεν παραλαμβάνει παρά μόνο ένα χρηματικό ποσό.

Με τον θάνατο του Κατακτητή (1087), η αναρχία επανέρχεται στο δουκάτο όπως την εποχή όπου ο αποθανών ήταν ακόμη ανήλικος. Ο νέος δούκας, ο άσωτος Ροβέρτος Β' της Νορμανδίας, δεν έχει την ίδια εξουσία με τον πατέρα του. Αφήνει τους βαρόνους να μάχονται μεταξύ τους και να χτίζουν κάστρα χωρίς την άδειά του. Η ταραχή αυτή επιτείνεται με την αντιπαλότητα ανάμεσα στα τρία αδέρφια. Η κατάσταση ξεκαθαρίζει το 1100 όταν ο βασιλιάς της Αγγλίας Γουλιέλμος ο Κοκκινομάλλης βρίσκει τον θάνατο εξαιτίας ενός ατυχήματος. Ο Ερρίκος, ο μικρότερος αδερφός, παίρνει από την αγγλική αριστοκρατία το κενό θρόνο. Δεν μένει όμως εκεί. Το 1105, αποβιβάζεται στην Νορμανδία και κερδίζει το 1106 τον μεγαλύτερο αδερφό του Ροβέρτο στο Τίντσμπρεϊ. Ο Ερρίκος τότε παίρνει το δουκικό στέμμα. Η αγγλονορμανδική ένωση με αυτόν τον τρόπο ανασυνιστάται, αλλά αυτή την φορά, με βάση της την Αγγλία. Με αυτόν τον νέο δούκα-βασιλιά, η Νορμανδία ξαναρχίζει την ανάπτυξή της που διακόπηκε από είκοσι χρόνια ταραχών.

Όπως τον πατέρα του Γουλιέλμο τον Κατακτητή, ο Ερρίκος Α' της Αγγλίας (γνωστός και ως Ανρί Μποκλέρκ (γαλλ: Henri Beauclerc) για την παιδεία του) είναι ένας μεγάλος δούκας-βασιλιάς, σοφός, πανούργος και ενεργητικός. Για ορισμένους ιστορικούς, η βασιλεία του αντιστοιχεί στο απόγειο της δύναμης και της ισχύος του Δουκάτου της Νορμανδίας. Θα πρέπει να συγκρατήσουμε ανάμεσα στις αναλαμπές του γιου του Κατακτητή :

  • την οριστική πτώση του φέουδου του Μπελέμ (Ορν) του οποίου οι κάτοχοι, ιδιοκτήτες σαράντα περίπου κάστρων, αμφισβητούσαν την εξουσία του δούκα της Νορμανδίας από το τέλος του 10ου αιώνα
  • την μάχη του Μπρεμύλ, μια ακόμη νίκη σε βάρος του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ'.

Τα οικονομικά και στρατιωτικά μέσα που διέθετε η Αγγλία δεν είναι άσχετα με την επιτυχία του Ανρί Μποκλέρκ στην ηπειρωτική. Επίσης, φρόντισε να οργανώσει καλύτερα την διακυβέρνηση των εδαφών του. Μην επιθυμώντας να βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα στις δύο πλευρές της Μάγχης, σχεδιάζει ως αποτέλεσμα ένα σύστημα μόνιμων θεσμών. Ο βασιλιάς εγκαθιστά ένα είδος αντιβασιλέα στην Νορμανδία, ο οποίος έχει λάβει την εξουσιοδότησή του να κυβερνά στην θέση του όσο αυτός βρίσκεται στην Αγγλία. Ένα σώμα αξιωματικών αναλαμβάνει την απονομή της δικαιοσύνης, την εφαρμογή των βασιλικών διαταγών, παρακολουθεί την διοίκηση των εδαφών από τους υποκόμηδες ή αναλαμβάνει την συλλογή των φόρων. Το Υπουργείο Οικονομικών της Νορμανδίας (γαλλ: L'Échiquier de Normandie), κεντρική διαχείριση των οικονομικών, παραλαμβάνει τα χρηματικά ποσά που είναι απαραίτητα για την επιτυχή εφαρμογή της πολιτικής του.[9] Με τις μεταρρυθμίσεις του, ο Ερρίκος Α' καταδεικνύει τον εκσυγχρονισμό της Νορμανδίας.

Η Νορμανδία των Πλανταγενετών (1135-1204)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αιφνίδιος θάνατος του δούκα-βασιλιά το 1135 επαναφέρει τον εφιάλτη των ταραχών με αφορμή το θέμα της διαδοχής καθώς ο άμεσος διάδοχος του θρόνου είναι γυναίκα, η Ματθίλδη, η κόρη του Ερρίκου Α'. Το αγγλονορμανδικό βασίλειο βρίσκεται τότε σε κρίσιμη κατάσταση. Η Ματθίλδη, παντρεμένη με τον κόμη του Ανζού Γοδεφρείδο Ε' του Ανζού γνωστό ως Πλανταγενέτη, δεν καταφέρνει να επιβάλει την κυριαρχία της στο δουκάτο της Νορμανδίας ενώ ο ξάδερφός της, Ετιέν ντε Μπλουά, προσπαθεί να της αποσπάσει το αγγλικό στέμμα. Οι Νορμανδοί βαρόνοι εκμεταλλεύονται την διαμάχη ανάμεσα στους δύο ανταγωνιστές για τον θρόνο για να ανεξαρτητοποιηθούν και πάλι. Η αναρχία αυτή θα κρατήσει μέχρι το 1144.

Εκείνη την ημερομηνία, ο Γοδεφρείδος Ε' του Ανζού καταφέρνει να επιβληθεί ως δούκας της Νορμανδίας. Το 1150, παραδίδει το δουκάτο στον γιο του Ερρίκο, πολύ πιο δημοφιλή, καθώς κατάγεται από την γενειά της μητέρας του Ματθίλδης από τον Ερρίκο Α' Μποκλέρκ. Το 1151, εκτός από το δουκάτο, ο γιος του Γοδεφρείδου και της Ματθίλδης παραλαμβάνει το δουκάτο της Τουραίν, το Μαιν και το Ανζού.

Η αύξηση της δύναμής του δεν σταματά εδώ: έναν χρόνο αργότερα, ο νέος δούκας παντρεύεται την διάδοχο του δουκάτου της Ακουϊταίνης, την Ελεονώρα. Με αυτόν τον τρόπο περνά στον έλεγχό του το νοτιοδυτικό τμήμα της Γαλλίας. Και δεν θα σταματήσει εκεί, στη συνέχεια ο δούκας Ερρίκος αποβιβάζεται στην Αγγλία και υποχρεώνει τον βασιλιά Ετιέν ντε Μπλουά στην υπογραφή ενός συμφώνου : ο τελευταίος το υιοθετεί και τον κάνει διάδοχό του στον αγγλικό θρόνο. Πράγματι, ο Ερρίκος Β' θα πάρει την θέση του όταν αυτός πεθάνει το 1154. Δεν είναι εκείνη την εποχή παρά μόνο 21 ετών.

Ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος Η' (1137-1180) που έβλεπε με ικανοποίηση την διάλυση του αγγλονορμανδικού βασιλείου μετά τον θάνατο του Ερρίκου Α' αντιλαμβάνεται πως απέναντί του έχει πλέον έναν πανίσχυρο αντίπαλο. Και όχι μόνο, η ενότητα του αγγλονορμανδικού βασιλείου ξαναγίνεται αυτή που ήταν τον καιρό του Ερρίκου Α' αλλά αυτή την φορά, οι ηπειρωτικές κτήσεις δεν περιορίζονται στην Νορμανδία. Φτάνουν μέχρι τα Πυρηναία. Το 1156, ο Πλανταγενέτης πληρώνει φό υποτέλειας στον βασιλιά της Γαλλίας για τις ηπειρωτικές του κτήσεις. Αυτή η κίνηση δεν έχει κάποιον δεσμευτικό χαρακτήρα για τον Ερρίκο Β'. Γνωρίζει πως παραμένει μοναδικός κύριος των εδαφών του. Ο Λουδοβίκος Η' της Γαλλίας είναι πράγματι ανίκανος να αμφισβητήσει την μεγάλη δύναμη αυτού που οι άνθρωποι της εποχής του χαρακτήριζαν ως " τον μεγαλύτερο μονάρχη της Δύσης ".

Πρέπει πάντως να αναφερθεί η δύναμη του Ερρίκου Β'. Σε τεράστια εδάφη, είναι λογικό να υπάρχουν πολλά προβλήματα αλλά και πολλά γεγονότα. Στο νότο, επιτίθεται στον κόμη της Τουλούζης, στη δύση υπάρχει η εγκατάσταση ενός εκ των γιων του Ερρίκου Β', του Γοδεφρείδου, στη θέση του δούκα της Βρετάνης, στον βορρά μαίνονται συγκρούσεις με τους Σκωτσέζους και τους Ιρλανδούς και στο εσωτερικό, υπάρχουν διαμάχες με την αγγλική εκκλησία που επιζητεί την ανεξαρτησία της από τον βασιλιά.

Σε αυτό το σύνολο, η Νορμανδία παίζει τον ρόλο του άξονα της μεγάλης αυτοκρατορίας των Πλανταγενετών. Αποτελεί τον κύριο τόπο διέλευσης για τον βασιλιά κατά τις μετακινήσεις του από την μια πλευρά της Μάγχης στην άλλη, τον ενωτικό κρίκο ανάμεσα στα δύο τμήματα της αυτοκρατορίας. Η Νορμανδία, αποτελεί τέλος το αντικείμενο της διαμάχης ανάμεσα στους Πλανταγενέτες και τον βασιλιά της Γαλλίας. Ο Λουδοβίκος Η' δεν αντέχει άλλο να βλέπει το βασίλειό του περικυκλωμένο, καθώς οι υδάτινοι δρόμοι του Σηκουάνα και του Λίγηρα βρίσκονται υπό τον έλεγχο του εχθρού. Ο βασιλιάς της Γαλλίας εκμεταλλεύεται τότε όλες τις δυνατότητες που θα μπορούσαν να πλήξουν την ισχύ του Ερρίκου Β'. Ο Λουδοβίκος Η' της Γαλλίας, και έπειτα ο γιος του Φίλιππος Αύγουστος (1180-1223), υποδαυλίζουν κυρίως την αντιπαλότητα ανάμεσα στον Ερρίκο Β' και τους γιούς του. Αυτή η αντιπαλότητα μεταμορφώνεται σε επανάσταση το 1173 αλλά ο δούκας-βασιλιάς καταφέρνει τελικά να λήξει ειρηνικά αυτή την διαμάχη με τους απογόνους του.

Το 1189, μια νέα επανάσταση των γιων του Ερρίκου Β' έρχεται να αποτελειώσει τον ήδη γέρο βασιλιά. Δύο μέρες πριν από τον θάνατό του, παραδίδει τα στέμματά του στον μεγαλύτερο γιό του τον Ριχάρδο, σύμμαχο του Φίλιππου Αύγουστου. Αλλά από την στιγμή που ο κοινός τους εχθρός έχει πεθάνει, αυτή η συμμαχία δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης.

Η κατάκτηση του δουκάτου από τον βασιλιά της Γαλλίας (1194-1204)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύγκρουση ανάμεσα στον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Αύγουστο και τον νέο βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο (γνωστό ως Λεοντόκαρδο) αρχίζει το 1194. Η Νορμανδία αποτελεί το κύριο πεδίο αυτής της σύγκρουσης. Αν τα πεδία των μαχών βρίσκουν συνήθως νικητή τον Ριχάρδο (νίκες του Κουρσέλ-συρ-Σεν και του Φρετεβάλ), ο Φίλιππος Αύγουστος αποδεικνύεται ιδιαίτερα ικανός στις διαπραγματεύσεις και στις πολιτικές ίντριγκες. Ως αποτέλεσμα, ο Γάλλος ηγεμόνας καταφέρνει να συνάψει συνθήκες ειρήνης με ορισμένα κάστρα της Νορμανδίας : το Ζισόρ, το Πασύ-συρ-Ερ, το Βερνόν, το Γκαγιόν, το Ιβρύ, το Νονανκούρ. Η γραμμή άμυνας στην Ερ, ο ποταμός Αβρ και η Επτ, που ιδρύθηκε και και οχυρώθηκε σταδιακά από τους δούκες της Νορμανδίας, ξεκίνησε. Για να αναπληρώσει αυτές τις απώλειες, ο Ριχάρδος χτίζει κοντά στα Λεζ Αντελύς ένα φρούριο που διαθέτει τις τελευταίες στρατιωτικές βελτιώσεις στην δύση : το Κάστρο Γκαγιάρ κατασκευάζεται σε διάστημα ενός μόλις έτους (1196-1197).

Ο θάνατος από ατύχημα του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου το 1199 όμως ανατρέπει αυτό το status-quo. Ο διάδοχός του, ο νεότερος αδελφός του, Ιωάννης ο Ακτήμων (γνωστός με αυτό το όνομα γιατί ο πατέρας του δεν κατάφερε ποτέ να του παραχωρήσει κάποια έκταση γης) δεν έχει σε καμία περίπτωση το κύρος που διέθετε ο Ριχάρδος : είναι αδύναμος, ενώ δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την λήψη αποφάσεων όπως τις απαιτεί το αξίωμά του. Ο Φίλιππος Αύγουστος Β' της Γαλλίας καταφέρνει τελικά να το εκμεταλλευτεί. Ο γαλλικός στρατός εισβάλει στην Νορμανδία το 1202. Το Κάστρο Γκαγιάρ πέφτει στα χέρια του μετά από εξάμηνη πολιορκία. Η Ρουέν παραδίνεται στις 24 Ιουνίου του 1204. Σε δύο μόλις χρόνια, το δουκάτο έχει κατακτηθεί.

Πώς μπορεί όμως να εξηγηθεί αυτή η κατάρρευση; Φαίνεται πως οι Νορμανδοί δεν υποστήριξαν με όλη τους την καρδιά τους Πλανταγενέτες. Ίσως γιατί οι τελευταίοι διατηρούσαν λιγότερους δεσμούς με την Νορμανδία σε σύγκριση με τους πρώτους δούκες. Πρέπει να προσθέσουμε επίσης την κόπωση των Νορμανδών από τους συνεχιζόμενους πολέμους και τις συνέπειες αυτών (αύξηση των φόρων, εμπορικό εμπάργκο από το Παρίσι). Η ευκολία της κατάκτησης οφείλεται επίσης στην ύπαρξης μιας γαλλόφιλης μερίδας ανάμεσα στους Νορμανδούς βαρόνους.[10]

Η Νορμανδία των Πλανταγενετών δίνει τότε την θέση της στην Νορμανδία των Καπέτων.

Ιστορία μετά το 1204[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1204 : το τέλος του δουκάτου της Νορμανδίας ;[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατασχεμένο το 1202, το δουκάτο ουσιαστικά κατακτάται από τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Αύγουστο δύο χρόνια αργότερα.[11] Γίνεται μέρος των βασιλικών κτήσεων. Οι Άγγλοι βασιλείς συνεχίζουν να το διεκδικούν μέχρι την συνθήκη του Παρισιού το 1259, αλλά στην ουσία δεν καταφέρνουν να διατηρήσουν παρά μόνο τα Νησιά της Μάγχης ως παλιό τμήμα του δουκάτου.

Έχοντας μικρή εμπιστοσύνη στους Νορμανδούς, ο βασιλιάς της Γαλλίας εγκαθιστά Γάλλους επιτρόπους στην νέα του κτήση και χτίζει ένα ισχυρό κάστρο-σύμβολο της βασιλικής εξουσίας, το Κάστρο της Ρουέν. Η ένδοξη σελίδα της νορμανδικής ιστορίας γύρισε. Παρόλα αυτά το δουκάτο δεν έχει πεθάνει ακόμα.

Εντός του βασιλικού οίκου, η Νορμανδία διατηρεί μια κάποια ιδιαιτερότητα. Αρχικά, η Παράδοση της Νορμανδίας αποτελεί πάντα βάση για τις δικαστικές αποφάσεις. Το 1315, απέναντι στις συνεχείς παραβιάσεις της βασιλικής εξουσίας στις νορμανδικές ελευθερίες, οι βαρόνοι και οι πόλεις καταφέρνουν να υποχρεώσουν τον βασιλιά να συγγράψει ένα κείμενο : την Νορμανδική Χάρτα. Αυτό το έγγραφο δεν δίνει την αυτονομία στην περιοχή αλλά την προστατεύει από τις βασιλικές αυθαιρεσίες. Οι αποφάσεις του "Échiquier", του κυριότερου νορμανδικού δικαστηρίου, κηρύσσονται απρόσβλητες (μη-εφέσιμες). Κάτι που σημαίνει πως το Παρίσι δεν θα μπορεί να αναιρέσει μια απόφαση της Ρουέν. Άλλη σημαντική παραχώρηση : ο βασιλιάς της Γαλλίας δεν θα μπορεί να επιβάλει νέο φόρο χωρίς την συγκατάθεση των Νορμανδών. Πρέπει όμως να ειπωθεί πως αυτή η χάρτα, παραχωρημένη σε ένα χρονικό διάστημα όπου η βασιλική εξουσία περνάει περίοδο κρίσης, θα καταπατηθεί πολλές φορές στην συνέχεια, όταν η βασιλεία θα ξαναβρεί την παλιά της αίγλη.

Το δουκάτο της Νορμανδίας επιβιώνει κυρίως χάρη στην αδιάλειπτη εγκατάσταση ενός δούκα στην ηγεσία της. Πράγματι, ο βασιλιάς της Γαλλίας παραχωρεί ορισμένες φορές αυτό το τμήμα του βασιλείου του σε κάποιο κοντινό του μέλος από την βασιλική οικογένεια. Αυτός στην συνέχεια αποτίει φόρο τιμής στον βασιλιά. Ο Φίλιππος ΣΤ΄ τοποθέτησε έτσι τον μεγαλύτερο γιό του, τον διάδοχο του θρόνου Ιωάννη Β', δούκα της Νορμανδίας. Με την σειρά του, ο Ιωάννης Β' ονόμασε τον γιό του τον διάδοχο του θρόνου Κάρολο Ε' που ήταν επίσης γνωστός για τον τίτλο του "dauphin" (δελφίνου) που κατείχε.

Το 1465, μετά την μάχη του Μοτλερύ, ο Λουδοβίκος ΙΑ' αναγκάζεται από τους Μεγάλους του βασιλείου του να παραχωρήσει το δουκάτο στον αδελφό του Κάρολο. Αυτή η παραχώρηση είναι ένα πρόβλημα για τον βασιλιά της Γαλλίας, καθώς ο Κάρολος αποτελεί ουσιαστικά μαριονέτα τον εχθρών του. Η Νορμανδία διατρέχει λοιπόν το ρίσκο να αποτελέσει βάση για μια επανάσταση ενάντια στην βασιλική εξουσία. Ο Λουδοβίκος ΙΑ' διαπραγματεύεται τότε με τον αδερφό του την ανταλλαγή της Νορμανδίας με την Γκιγέννη. Τελικά, για να γίνει γνωστό με τον πλέον επίσημο τρόπο πως η Νορμανδία δεν πρόκειται να παραχωρηθεί ξανά, το δουκικό δαχτυλίδι τοποθετείται στις 9 Νοεμβρίου του 1469 πάνω σε ένα αμόνι και θραύεται με ένα χτύπημα με βαριοπούλα. Αυτό αποτελεί και το οριστικό τέλος του δουκάτου της Νορμανδίας στην ηπειρωτική Γαλλία.[12]

Ωστόσο, ο "dauphin" Λουδοβίκος Κάρολος, δεύτερος γιος του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄, είναι επίσης γνωστός ως δούκας της Νορμανδίας πριν από τον θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του το 1789. Αλλά ο τίτλος του είναι καθαρά τιμητικού χαρακτήρα.

Το δουκάτο της Νορμανδίας σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και ο φεουδαρχικός χαρακτήρας του δουκάτου τελείωσε οριστικά το 1469, και μετέπειτα ως παραχώρηση το 1789, το δουκάτο της Νορμανδίας για περίπου έξι αιώνες χωρίστηκε σε δύο άνισα μεταξύ τους τμήματα, το ηπειρωτικό τμήμα ή γαλλικό, και το νησιωτικό τμήμα, που ανήκει στο βρετανικό στέμμα και δεν μπόρεσε ποτέ να κατακτηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα από την Γαλλία.

Έτσι, απέναντι στο διεθνές δίκαιο, το δουκάτο της Νορμανδίας έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα, χωρίς πάντως να έχει κάποια ιδιαίτερη εξουσία. Έχει περιοριστεί στο ελάχιστό του στα νησιά της Μάγχης, το Τζέρσεϊ και το Γκέρνσεϊ, των οποίων η επίγεια αλλά και θαλάσσια έκταση βρίσκονται υπό την εξουσία της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, δούκισσας της Νορμανδίας. Είναι αυτό το αξίωμα, σε συνδυασμό με διάφορα άλλα που κατέχει, που διατηρούν ακόμα στη ζωή το δουκάτο της Νορμανδίας.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Histoire du duché de Normandie-Ignace Joseph C. Goube
  • L'Histoire du Duché de Normandie – Léon Thiessé, Editions du Bastion, 2000
  • Rollon devant l'histoire, Louis de Saint-Pierre, Paris, Peyronnet, 1949
  • Nordica et Normannica. Recueil d'études sur la Scandinavie ancienne et médiévale, les expéditions des Vikings et la fondation de la Normandie, Lucien Musset, Paris, Société des Études nordiques, 1997, ISBN 2-912420-00-8
  • Pierre Bauduin, « Des raids scandinaves à l’établissement de la principauté de Rouen » dans La Normandie avant les Normands, de la conquête romaine à l’arrivée des Vikings, Elisabeth Deniaux, Claude Lorren, Pierre Bauduin, Thomas Jarry, éditions Ouest-France Université, Rennes, 2002, ISBN 2-7373-1117-9.
  • La Normandie des ducs aux rois, François Neveux, Rennes, Ouest-France, 2002, ISBN 2-7373-0985-9
  • Rollon, chef viking, Jean et Sigrid Renaud, éditions Ouest-France Université, 2006, ISBN 978-2-7373-3592-1
  • M. DE BOÜARD dir., Histoire de la Normandie, Privat, Toulouse, réimpr. 1987
  • D. CLARY, La Normandie, coll. Que sais-je ?, P.U.F., Paris, 1987
  • J. MABIRE & J. R. RAGACHE, Histoire de la Normandie, France-Empire, Paris, rééd. 1986
  • J. UTTLEY, The Story of the Channel Islands, Londres, 1966.
  • H. PRENTOUT, Essai sur les origines et la formation du duché de Normandie, Caen, 1911
  • M. DE BOÜARD, Guillaume le Conquérant, Fayard, Paris, réimpr. 1984
  • C. W. DAVID, Robert Curthose, Cambridge (Mass.), 1920
  • D. C. DOUGLAS, « Rollo of Normandy », in Engl. hist. Rev., t. LVII, 1942
  • D. C. DOUGLAS, William the Conqueror, Londres, 1964

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. François Neveux, L'Aventure des Normands (VIII × 10{{{1}}} -XIII × 10{{{1}}} siècle), Perrin, 2006, p. 67-72.
  2. Ο Πιέρ Μποντουέν προσπάθησε προσφάτως να οριοθέτηση τα σύνορα με βάση τα διηγήματα του Ντυντόν του Σαν-Κεντέν και του Φλόντοουρντ όπως και μερικούς χάρτες. Στα ανατολικά το όριο του Επτ φαίνεται σίγουρο. Στα δυτικά, η Νορμανδία θα έπρεπε να φτάνει στην περιοχή του Οζ (γαλλ: Auge). Στο νότο, ο Μποντουέν αμφιβάλει για το αν συμπεριλαμβανόταν το Εβρεσέν (γαλλ: Évrecin). Η περιοχή που ανατέθηκε στον Ρόλλο θα έπρεπε συνεπώς να είναι περιορισμένη. Pierre Bauduin, La Première Normandie, Πρότυπο:Sp-, Caen, Presses Universitaires de Caen, 2004, p.135-141.
  3. Η αρχική Νορμανδία θα έπρεπε περίπου να αντιστοιχεί στην σημερινή Άνω Νορμανδία (γαλλ: Haute-Normandie). Αποτελεί λοιπόν την παλαιότερη Νορμανδία, σε αντίθεση με τα εδάφη που, στην συνέχεια, θα αποτελέσουν τμήμα του δουκάτου, και θα δημιουργήσουν την Κάτω Νορμανδία (γαλλ: Basse-Normandie).
  4. Lucien Musset, Πρότυπο:Guil in Media in France..., p.309-18. Στο ίδιο πνεύμα, ο Πιέρ Μποντουέν απορρίπτει την ιδέα μιας γρήγορης κατασκευής που να βασίζεται σε σίγουρα πλαίσια από τις αρχές του 10ου αιώνα. Pierre Bauduin, La Première Normandie, Πρότυπο:Sp-, Caen, Presses Universitaires de Caen, 2004.
  5. Lucien Musset, "Essai sur le peuplement de la Normandie (VIe-XIIe siècles", les Mondes Normands VIIIe-XIIe, Actes du IIe congrès international d’archéologie médiévale (Caen, 1987), Caen, Société d’archéologie médiévale, 1989, p.97-102. Οι ιστορικοί Ματιέ Αρνού και Κριστόφ Μανεβριέ κρίνουν την εκτίμηση του Μυσσέ υποτιμημένη. Mathieu Arnoux και Christophe Maneuvrier, Le pays normand. Paysages et peuplement (IXe- XIIIe siècles), article sur la revue en ligne Tabularia
  6. François Neveux, La Normandie des ducs aux rois, Rennes, Ouest France, 2002, p.206-212 et p.229-234.
  7. François Neveux, La Normandie des ducs aux rois, Rennes, Ouest France, 2002, p.245-270.
  8. Maylis Baylé, "L’architecture romane en Normandie", L’Architecture normande au Moyen Âge, Actes du colloque de Cerisy-la-Salle (28 septembre-2 octobre 1994), Presses Universitaires de Caen, Charles Corlet, Caen-Condé-sur-Noireau, 1997, p.13-35.
  9. Michel de Boüard, Πρότυπο:Guil, in Michel de Bouärd (dir.), Histoire de la Normandie, Privat, Toulouse, 1970, p.145-147.
  10. D. Crouch, "Normans and Anglo Normans : a divided Aristocracy ?", England and Normandy in the Middle Ages, p.51-67.
  11. François Neveux, La Normandie des ducs aux rois, p.563-568.
  12. Michel de Bouärd (dir.), Histoire de la Normandie, Privat, Toulouse, 1970, p. 258.