Τόξο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος τόξο μπορεί ν΄ αναφέρεται με διαφορετική σημασία στις ακόλουθες περιπτώσεις:

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
  • Τόξο: αρχαίο επιθετικό όπλο.
  • Τόξο: Τμήμα καμπύλης.
  • Τόξο: Αρχιτεκτονική κατασκευή.
  • Τόξο: Μέσον χειρισμού μουσικών οργάνων του βιολιού, της λύρας κ.λπ.
  • Τόξο: Ανατομική ονομασία διαφόρων σημείων.
  • "Τόξο αίακος" κοινώς τόξο του τιμονιού του πλοίου.
  • Βολταϊκό τόξο, φαινόμενο του ηλεκτρισμού
  • Ουράνιο τόξο ή Ίριδα: Μετεωρολογικό φαινόμενο.
  • Νησιωτικό τόξο, γεωλογικός σχηματισμός.
  • Τόξο: Χωριό του νομού Πιερίας, που υπάγεται διοικητικά στο Δήμο Ελαφίνας.
  • Τόξο τριγωνομετρικής συνάρτησης: Αντίστροφη συνάρτηση της τριγωνομετρικής συνάρτησης.


Begriffsklärung
Αυτή είναι μια σελίδα αποσαφήνισης, δηλαδή μια σελίδα που δείχνει άλλες που θα είχαν το ίδιο όνομα με αυτήν.

Εάν ακολουθήσατε μια σύνδεση εδώ, μπορεί να θελήσετε να επιστρέψετε και να διορθώσετε τη σύνδεση για να δείξετε την κατάλληλη συγκεκριμένη σελίδα.