Θησέας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Θησέας και ο Μινώταυρος, απεικόνιση σε αμφορέα

Ο Θησέας (αρχ. Θησεύς) ήταν Έλληνας βασιλιάς της Αθήνας στην ελληνική μυθολογία, γιος του Αιγέα και της Αίθρας, ο πιο δημοφιλής ήρωας στην αρχαία Ελλάδα μετά τον Ηρακλή.

Εισαγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποτε ο Ηρακλής πέρασε από την Τροιζήνα της Αττικής όπου τον φιλοξένησε στο παλάτι του βασιλιάς Πιτθέας. Όταν κάθισαν να φάνε,ο Ηρακλής έβγαλε την λεοντή και την άφησε χάμω. Μια παρέα παιδιών βλέποντας τη λεοντή τρόμαξαν και το έβαλαν στα πόδια. Ένα όμως επτάχρονο παιδί,νομίζοντας πως έβλεπε αληθινό λιοντάρι άρπαξε ένα τσεκούρι κι όρμησε να το σκοτώσει.Ήταν ο θησέας,ο εγγονός του βασιλιά Πιτθέα.Ένας ακόμη ήρωας της ελληνικής μυθολογίας.

Πώς γεννήθηκε ο Θησέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή ο Αιγέας δεν είχε παιδιά παρά τις προσπάθειές του, πήγε στο Μαντείο των Δελφών και πήρε ένα δυσνόητο χρησμό. Επιστρέφοντας στην Αθήνα σκέφθηκε να περάσει από το φίλο του βασιλιά της Τροιζήνας Πιτθέα, ο οποίος τον φιλοξένησε. Ο Αιγέας του ανέφερε τον χρησμό, οπότε ο Πιτθέας, κατανοώντας το νόημά του, μεθά τον Αιγέα και τον ρίχνει στο κρεβάτι της κόρης του Αίθρας, αποσκοπώντας έτσι να γίνει παππούς του διαδόχου του αθηναϊκού θρόνου. Το πρωί, όταν ο Αιγέας συνήλθε από το μεθύσι του δίπλα στην Αίθρα, την έπεισε να του υποσχεθεί ότι αν αποκτούσε απόγονό του θα τον μεγάλωνε κρυφά στην πόλη. Ακόμα, έκρυψε κάτω από μεγάλο βράχο τα σανδάλια και το σπαθί του λέγοντας στην Αίθρα ότι όταν μεγαλώσει το παιδί του τόσο ώστε να μπορέσει να σηκώσει το βράχο, να το διέταζε να πάει στην Αθήνα και να του δείξει τα αντικείμενα. Στο μεταξύ, τη νύκτα που κοιμήθηκε με τον Αιγέα, η Αίθρα είδε σε όνειρο την Αθηνά, η οποία την καθοδήγησε να περάσει περπατώντας πάνω σε υφάλους στη νησίδα Σφαιρία, που είναι τόσο κοντά στην ακτή της Τροιζήνας, ώστε να μπορεί κάποιος να πάει σε αυτή με τα πόδια. Καθώς περπατούσε μέσα στη θάλασσα λέγεται ότι ο Ποσειδώνας τη γονιμοποίησε. Μετά λοιπόν από εννέα μήνες η Αίθρα γέννησε τον Θησέα πάνω στο δρόμο που πάει στο λιμάνι. Ο ήρωας επομένως είχε αβέβαιη πατρότητα, μοιρασμένη ανάμεσα στον Αθηναίο βασιλιά και στο θεό της θάλασσας.

Το ταξίδι προς την Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο τέλος της εφηβείας του, ο Θησέας έμαθε από τη μητέρα του, Αίθρα, την καταγωγή του και μπόρεσε να σηκώσει το βράχο και να βρει τα πράγματα που είχε κρύψει ο Αιγέας. Αμέσως ξεκίνησε να πάει στην Αθήνα για να γνωρίσει τον πατέρα του, αλλά όχι με πλοίο όπως του συνέστησε η προσεκτική πριγκήπισσα. Θέλησε να πάει από την ξηρά, την οποία λυμαίνονταν διάφοροι ληστές, προκειμένου να μιμηθεί κατά κάποιο τρόπο τους άθλους του Ηρακλή, τον οποίο είχε ως πρότυπο, αλλά και να εκκαθαρίσει τον δρόμο ως την Αθήνα από τους εγκληματίες.

Πραγματικά, κοντά στην Επίδαυρο συνάντησε τον Περιφήτη, γνωστό και ως «Κορυνήτη» από το σιδερένιο ρόπαλο που χρησιμοποιούσε για να σκοτώνει τους διαβάτες. Ο Θησέας κατόρθωσε να του το αρπάξει και να τον σκοτώσει με αυτό. Στη συνέχεια, στον Ισθμό της Κορίνθου, συνάντησε τον Σίνη τον «Πιτυοκάμπτη» (= αυτόν που λυγίζει τα πεύκα) ο οποίος έσχιζε στα δύο τα θύματά του δένοντάς τα ανάμεσα σε δύο λυγισμένα πεύκα. Ο Θησέας τον θανάτωσε με τον ίδιο τρόπο. Όχι πολύ μακριά από τον Ισθμό, στην Κρομμυώνα (Άγιοι Θεόδωροι), ο Θησέας σκότωσε την άγρια γουρούνα Φαία, η οποία έκανε μεγάλες καταστροφές στην περιοχή. Στις Σκιρωνίδες Πέτρες, τη σημερινή Κακιά Σκάλα, αντιμετώπισε τον ομώνυμο ληστή, τον Σκίρωνα, που ανάγκαζε τους περαστικούς να του πλένουν τα πόδια, οπότε καθώς εκείνοι ήταν σκυμμένοι τους κλοτσούσε και τους έριχνε στο γκρεμό, όπου τους έτρωγε μία τεράστια χελώνα. Ο Θησέας τον έριξε στο γκρεμό. Προχωρώντας στην Ελευσίνα, ο ήρωας πάλεψε με τον Κερκύονα, που σκότωνε τους διαβάτες πνίγοντάς τους με ένα ισχυρό εναγκαλισμό, και τον θανάτωσε χτυπώντας το κεφάλι του στη γη. Τέλος, στον Κηφισό στην Ιερά Οδό (κοντά στο σημερινό Δαφνί), εξόντωσε και τον Πολυπήμονα, τον πατέρα του Σίνη, γνωστότερο ως «Προκρούστη» επειδή εξαπατούσε τους ταξιδιώτες και τους παρέσυρε στο σπίτι του, όπου τους εξάρθρωνε τα πόδια ή τους τα έκοβε με πριόνι για να τους «ταιριάξει» στο κρεβάτι του. Μετά από όλα αυτά, ο Θησέας δέχθηκε κάθαρση από τους γιους του Φυτάλου στα νερά του Κηφισού για τις δολοφονίες όλων των ληστών, ώστε να αντικρύσει για πρώτη φορά τον πατέρα του ως εξαγνισμένος ήρωας.

Στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χωρίς να αποκαλύψει ποιος είναι, ο Θησέας εμφανίστηκε στον πατέρα του ως ξένος. Ωστόσο η Μήδεια κατάλαβε την ταυτότητά του και φοβήθηκε ότι θα πάρει τη διαδοχή από το γιο που στο μεταξύ είχε αποκτήσει η ίδια με τον Αιγέα. Για το λόγο αυτό έπεισε τον βασιλιά ότι έπρεπε να εξοντώσουν τον ξένο και έφτιαξε ένα δηλητήριο με βάση το «ακόνιτον», θανατηφόρο βότανο που προερχόταν από τα σάλια του Κέρβερου. Αλλά την ώρα του δείπνου ο Θησέας τράβηξε το σπαθί του για να κόψει το κρέας, οπότε ο πατέρας του αναγνώρισε το όπλο που είχε κρύψει στην Τροιζήνα, κληρονομιά του παππού του, του Κέκροπα. Τότε ο Αιγέας παρενέβη αμέσως και γλίτωσε το γιο του από το δηλητηριασμένο φαγητό. Η Μήδεια έφυγε από την Αθήνα με το γιο της Μήδο. Ο αδελφός του Αιγέα Πάλλαντας και οι 50 γιοι του, οι Παλλαντίδες προσπάθησαν να σφετερισθούν το Θρόνο, αλλά ο Θησέας τους απέτρεψε και επιβεβαίωσε την εξουσία του πατέρα του.

Ο ταύρος του Μαραθώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ταύρος της Κρήτης

Ο άγριος ταύρος της Κρήτης, που συνέλαβε ο Ηρακλής κατά τον έβδομο άθλο του και που ο δειλός Ευρυσθέας τον είχε αφήσει ελεύθερο, είχε καταφύγει στην ευρύτερη περιοχή του Μαραθώνα και επέφερε καταστροφές. Ο Θησέας πήγε να τον αναζητήσει (κάποιοι συγγραφείς εμφανίζουν την αιχμαλώτιση του «Μαραθώνιου Ταύρου» ως αποστολή που ανέθεσε ο Αιγέας στον ήρωα πριν τον αναγνωρίσει, πιστεύοντας ότι έτσι ο Θησέας θα σκοτωνόταν). Στο δρόμο τον έπιασε καταιγίδα και βρήκε καταφύγιο στην καλύβα μιας γριας, της Εκάλης. Εκείνη, επιθυμώντας να τον ευχαριστήσει επειδή είχε σκοτώσει τον Κερκύονα, θύματα του οποίου ήταν και οι δύο γιοι της, τον φιλοξενεί και υπόσχεται θυσία στο Δία αν ο ήρωας επέστρεφε σώος από το κυνήγι. Κατά το γυρισμό του Θησέως, η Εκάλη είχε ήδη πεθάνει, οπότε οι κάτοικοι της περιοχής ανέλαβαν να τελέσουν τη θυσία, προς τιμή του «Εκαλείου Διός». Στο Μαραθώνα, ο ήρωας κατόρθωσε να αιχμαλωτίσει ζωντανό τον ταύρο. Τον οδήγησε στην Αθήνα δεμένο από τα κέρατα διασχίζοντας τους δρόμους της μπροστά στους έκπληκτους Αθηναίους, ανέβηκε στην Ακρόπολη και εκεί τον θυσίασε στους θεούς.

Ο Θησέας φονεύει τον Μινώταυρο (1843),
χάλκινο γλυπτό από τον Antoine-Louis Barye.

Η αποστολή για τον Μινώταυρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γνωστότερο κατόρθωμα του Θησέα υπήρξε η θανάτωση του Μινώταυρου. Ο Μίνωας, για να τιμωρήσει τους Αθηναίους επειδή σκότωσαν τον γιο του Ανδρόγεω, κήρυξε πόλεμο στον οποίο νίκησε. Ως ποινή των Αθηναίων όρισε κάθε εννιά χρόνια εφτά νέοι Αθηναίοι και εφτά νέες Αθηναίες να στέλνονται στην Κρήτη και να κατασπαράζονται από τον Μινώταυρο μέσα στον Λαβύρινθο. Ο Θησέας αποφάσισε να σαλπάρει για την Κρήτη και να θέσει τέλος στη ντροπιαστική εισφορά σε αίμα. Πήρε τη θέση ενός από τους 7 νέους και απέπλευσε μαζί τους από το Φάληρο στις αρχές του μήνα Μουνυχιώνα. Στη Σαλαμίνα επέλεξε ως κυβερνήτη του πλοίου τον ικανότατο Ναυσίθοο και ως πρωρέα τον Φαίακα, αφού τότε οι Αθηναίοι δεν είχαν ακόμα ασχοληθεί με τη ναυτιλία. Καταπλέοντας στην Κρήτη γνώρισε την κόρη του Μίνωα, την Αριάδνη, και οι δύο νέοι ερωτεύτηκαν. Η Αριάδνη τον έβαλε να υποσχεθεί ότι θα την έπαιρνε στην πατρίδα του και θα την παντρευόταν. Μετά, του έδωσε ένα κουβάρι κλωστή, τον «Μίτο της Αριάδνης», ώστε όταν ο Θησέας έμπαινε στον λαβύρινθο να το ξετυλίγει, για να μπορέσει έπειτα, αφού σκοτώσει τον Μινώταυρο, να βρει την έξοδο. Πράγματι, ο ήρωας στερέωσε τη μία άκρη στην είσοδο του δαιδαλώδους οικήματος, αναζήτησε, βρήκε και σκότωσε το τέρας, και ξανατυλίγοντας τον μίτο κατάφερε να βγει από τον Λαβύρινθο. Εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι της νύχτας, ο Θησέας, η Αριάδνη και οι υπόλοιποι νέοι δραπέτευσαν στο λιμάνι και πήραν με το πλοίο τους το ταξίδι της επιστροφής. Στο ταξίδι ωστόσο έκαναν μία στάση στη Νάξο. Εκεί, στο όνειρο του Θησέα εμφανίστηκε ο θεός Διόνυσος και του είπε ότι έπρεπε να φύγουν από το νησί χωρίς την Αριάδνη, αφού ήταν γραφτό να μείνει εκεί και να γίνει γυναίκα του. Η Αριάδνη έμεινε στη Νάξο και παντρεύτηκε τον θεό Διόνυσο κι έτσι αναπτύχθηκε και η λατρεία της σαν θεότητα στο νησί. Ο Διόνυσος (ή η Αφροδίτη ή οι Ώρες) της χάρισε χρυσό στεφάνι, έργο του Ηφαίστου, και την έφερε μαζί του στον Όλυμπο. Η θνητή Αριάδνη έφθασε έτσι να γίνει αθάνατη σύζυγος θεού. Απαραίτητη ήταν και μια στάση στο ιερό νησί της Δήλου για την προσφορά θυσίας στον Απόλλωνα.

Πριν την αναχώρηση, Αιγέας και Θησέας είχαν συμφωνήσει ότι ο δεύτερος θα σήκωνε τα λευκά πανιά αν ολοκλήρωνε με επιτυχία την αποστολή, αλλιώς οι σύντροφοί του θα άφηναν τα μαύρα, με τα οποία είχαν αναχωρήσει σε ένδειξη πένθους. Εξαιτίας όμως ίσως κάποιας κατάρας της Αριάδνης (την Αριάδνη την είχε εγκαταλείψει στη Νάξο) κανένας δεν θυμήθηκε να αλλάξει τα πανιά. Ο Αιγέας βλέποντας το πλοίο να φθάνει με μαύρα πανιά από το ακρωτήριο Σούνιο αυτοκτόνησε από την απελπισία του πέφτοντας κάτω από τον βράχο, δίνοντας έτσι στο Αιγαίο Πέλαγος το όνομά του. Βέβαια η λογικότερη εκδοχή τοποθετεί αλλού το σημείο παρατηρήσεως, αφού θα ήταν δύσκολο ο Αιγεύς να βρίσκεται συνεχώς επί εβδομάδες σε τόσο μακρινό (για την εποχή) σημείο όπως το Σούνιο έχοντας παρατήσει τα βασιλικά του καθήκοντα περιμένοντας τον Θησέα: έτσι λοιπόν, ο Αιγέας έβλεπε προς τη θάλασσα από τον ναό της Αθηνάς Νίκης στην Ακρόπολη, όπου υπήρχε πύργος. Βλέποντας το πλοίο να επιστρέφει με μαύρα πανιά, έπεσε από τον πύργο και σκοτώθηκε. Στη θέση που έπεσε οι Αθηναίοι ίδρυσαν ένα μικρό φερώνυμο ιερό, το Αιγείον, που το κατέγραψε ο Παυσανίας ανεβαίνοντας στην Ακρόπολη. Μόλις ο Θησέας επέστρεψε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι εόρτασαν τον γυρισμό του και τη νίκη του, που τους λύτρωσε από τον τρομερό φόρο, και τον ανακήρυξαν αμέσως βασιλιά τους.

Ο Θησέας ως βασιλιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θησέας υπήρξε ένας από τους καλύτερους βασιλιάδες για την Αθήνα. Θεμελίωσε το μεγαλείο των Αθηνών ενώνοντας τους δήμους της Αττικής, γεγονός του οποίου την ανάμνηση εόρταζαν οι Αθηναίοι στις 16 Εκατομβαιώνος με τα «Συνοίκια» ή «Συνοικέσια». Ο Θησέας διαίρεσε τους πολίτες σε τρεις τάξεις: στους ευγενείς, στους κτηματίες και στους δημιουργούς (χειρώνακτες και τεχνίτες). Σημείωσε και πολεμικές επιτυχίες καταλαμβάνοντας τη Μεγαρίδα και στη συνέχεια νικώντας τις Αμαζόνες, οι οποίες είχαν εκστρατεύσει κατά της Αττικής για να ελευθερώσουν τη βασίλισσά τους Ιππολύτη ή Αντιόπη. Κυρίως όμως κατετρόπωσε τους Κενταύρους μαζί με τον φίλο του βασιλιά των Λαπίθων Πειρίθοο, όταν αυτοί προσπάθησαν να απαγάγουν την Ιπποδάμεια. Ο Πειρίθοος ήταν φίλος του Θησέα από τότε που πήγε να αρπάξει τα βόδια του. Ενώ κόντεψαν να αλληλοσκοτωθούν, οι θεοί τους ενέπνευσαν αμοιβαία συμπάθεια, ώστε μόλις κοιτάξε ο ένας τον άλλο πέταξαν τα όπλα στην άκρη και από τότε έγιναν αχώριστοι. Μαζί απήγαγαν από τη Σπάρτη την Ωραία Ελένη όταν αυτή ήταν ακόμα 12 ετών και χόρευε γύρω από τον βωμό του ναού της Ορθίας Αρτέμιδος. Τότε είχαν ρίξει κλήρο και η Ελένη έπεσε στον Θησέα. Ο ήρωας την έφερε στην Αττική και την εμπιστεύθηκε στη μητέρα του, την Αίθρα.

Μαζί κατέβηκαν, αμέσως μετά, και στον κάτω κόσμο για να αρπάξουν την Περσεφόνη, την οποία είχε ερωτευθεί ο Πειρίθοος. Ο Πλούτωνας όμως τους αντιλήφθηκε και τους έβαλε να καθίσουν σε μια πέτρα από όπου δεν μπορούσαν να ξανασηκωθούν. Στο μεταξύ, οι αδελφοί της Ωραίας Ελένης (οι Διόσκουροι) πήγαν στην Αττική για να πάρουν πίσω την αδελφή τους. Δεν θα την εύρισκαν, όμως, αν ο Ακάδημος δεν τους έδειχνε το μέρος που την έκρυβαν. Εξαιτίας αυτής της μυθολογικής ευεργεσίας, όταν οι Σπαρτιάτες κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο κατέστρεψαν την Αττική, σεβάσθηκαν την Ακαδήμεια, το ιερό του Ακαδήμου. Οι Διόσκουροι πήραν την αδελφή τους και την Αίθρα (τη δεύτερη ως σκλάβα), και επέστρεψαν στη Σπάρτη, αφού πρώτα ανακήρυξαν βασιλιά των Αθηνών τον Μενεσθέα. Χρόνια μετά, ο Ηρακλής κατέβηκε στον `Αδη και ελευθέρωσε τον Θησέα, που γύρισε στην Αθήνα. Επειδή βρήκε τους Αθηναίους εναντίον του, ο Θησέας τους καταράσθηκε. Ο τόπος όπου κατά τον μύθο εκστόμισε την κατάρα, υποτίθεται ότι σωζόταν στον αρχαίο δήμο του Γαργηττού και ονομαζόταν Αρατήριον.

Ο θάνατος του Θησέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη συνέχεια, ο Θησέας έφυγε από την Αθήνα και πήγε στη νήσο Σκύρο. Ο βασιλιάς του νησιού, ο Λυκομήδης, αρχικά τον καλοδέχθηκε, αλλά μετά από κάποιο διάστημα τον πήγε δήθεν για περίπατο στο ψηλότερο σημείο και τον έσπρωξε στον γκρεμό. Ο Θησέας έπεσε και σκοτώθηκε. Σύμφωνα με άλλη μυθολογική παράδοση, επρόκειτο για αυτοκτονία. Οι Αθηναίοι τον θυμήθηκαν χρόνια μετά, όταν τα παιδιά του, ο Δημοφών και ο Ακάμας, πήραν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο μαζί με τον Μενεσθέα.

Η μνήμη του ήρωα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους ιστορικούς χρόνους, ο πρώτος που υπενθύμισε στους Αθηναίους το χρέος τους προς τον ήρωα ήταν ο Πεισίστρατος. Το 475 π.Χ., όταν ο Κίμων εξεστράτευσε κατά της Σκύρου και την κατέλαβε, άρχισε να ψάχνει όλο το νησί για να βρει τον τάφο του Θησέα. Είχε πια απελπισθεί, όταν είδε ξαφνικά έναν αετό να προσγειώνεται σε ένα λόφο, να τον σκαλίζει με τα νύχια του και να τον κτυπά με το ράμφος του. Ο Κίμων το θεώρησε θεϊκό σημάδι, έσκαψε εκεί και ανεκάλυψε μία παλιά μεγάλη σαρκοφάγο και κοντά της την αιχμή μιας λόγχης και ένα ξίφος. Πίστεψε ότι ανήκαν στον Θησέα και τα μετέφερε με την τριήρη του στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι τον υποδέχθηκαν με λαμπρές τελετές και εναπέθεσαν με ευλάβεια τα λείψανα στο «Θησείον», το ηρώο που έκτισαν για τον σκοπό αυτό «εν μέσει πόλει» (κατά τον Πλούταρχο, κοντά δηλαδή στον βωμό των 12 θεών). Ακόμα, όρισαν τις 8 Πυανεψιώνος ως ημερομηνία προσφοράς της μέγιστης θυσίας, επειδή η ημέρα εκείνη ήταν η επέτειος της επιστροφής του από την Κρήτη, και τις 8 του κάθε μήνα να τιμάται η μνήμη του (ιδιαίτερα στις 8 Εκατομβαιώνος, ημερομηνία που ο ήρωας πρωτοήλθε στην Αθήνα από την Τροιζήνα).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα