Θεογονία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Θεογονία είναι επικό ποίημα του Ησιόδου που περιγράφει, σε αντίθεση με τις κοσμογονίες άλλων ανατολικών λαών, την καταγωγή των θεών της ελληνικής μυθολογίας όπως αυτοί γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν στην ανθρώπινη αντίληψη κατόπιν πρώιμων παρατηρήσεων μαζί με τη Γη (Γαία), τους ποταμούς, την απέραντη θάλασσα, τα λαμπρά άστρα και τον πλατύ υπεράνω όλων ουρανό. Θεωρείται ότι γράφτηκε μετά τα Ομηρικά έπη τα οποία αποτελούν πηγή του έργου υπολογίζοντας θεωρητικά γύρω στο 1000 - 700 π.Χ. Η Θεογονία του Ησιόδου αποτελεί μια σημαντικότατη πηγή για την αρχαία ελληνική μυθολογία, που αναφέρει το σύνολο σχεδόν των ιδεατών θεοτήτων που σέβονταν και τιμούσαν οι αρχαίοι Έλληνες.

Το ποίημα αποτελείται από 1022 εξάμετρα και αρχίζει από την πρώτη γενεά θεών, το Χάος, τη Γαία, συνεχίζει με τον Ουρανό, τους Τιτάνες και καταλήγει στους θεούς του Ολύμπου και την επικράτησή τους.

Οι γενεές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Θεογονία του Ησιόδου είναι μία μακροσκελής σύνθεση μιας τεράστιας ποικιλίας τοπικών ελληνικών παραδόσεων που αφορούν τους θεούς. Το έργο είναι οργανωμένο ως μία διήγηση που αναφέρει πώς δημιουργήθηκαν οι θεοί δημιουργώντας την πρώιμη ηθική και εύνομη τάξη χωρίς νομοθεσίες.

Η πρώτη γενιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ησίοδος αφού ευχαριστεί τις Μούσες για την έμπνευση που του έδωσαν, εξηγεί ότι αυθόρμητα εμφανίστηκε το Χάος που γέννησε την πρώτη θεϊκή Τριάδα, την Γη, ως έννοια της ύλης, τον Τάρταρο ως έννοια του χρόνου και του θανάτου και τον Έρωτα, ως έννοια της δημιουργίας.
Στη συνέχεια, από το Χάος ξεπήδησε το Έρεβος και η Νύχτα. Από την ένωση της Νύχτας με το Έρεβος γεννήθηκαν ο Αιθέρας και η Ημέρα. Η Γη, με παρθενογένεση, γέννησε τον Ουρανό, τα Oὔρεα (Όρη) και τον Πόντο.

Ο Ουρανός ζευγάρωσε με τη Γαία και γεννήθηκαν 12 Τιτάνες: ο Ωκεανός, ο Κόιος, ο Κρείος, ο Υπερίων, ο Ιαπετός, η Θεία, η Ρέα, η Θέμις, η Μνημοσύνη, η Φοίβη, η Τηθύς και ο Κρόνος, 3 Κύκλωπες: ο Βρόντης, ο Στερόπης και ο Άργης και τέλος 3 Εκατόγχειρες: ο Βριαρέας, ο Κόττος και ο Γύγης.

Η δεύτερη γενεά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δεύτερη γενεά αφορά δυνάμεις ισορροπίας. Έτσι, η Νύχτα και ο Έρεβος γέννησαν τον Ύπνο και τα Όνειρα, και τα κακά του κόσμου που ήταν η καταστροφή, το γέρας, ο θάνατος, η Έρις, η Κακία, η Δυστυχία, η Νέμεσις. Γέννησαν όμως και τα καλά του κόσμου, τη Χαρά, τη Φιλία και τη Συμπόνια.

Η τρίτη γενεά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην τρίτη γενεά ακολούθησε μια σειρά ανακατατάξεων που περιλαμβάνουν γεννήσεις, μάχες, κ.λπ. που ουσιαστικά πρόκειται για μεγάλη μεταρρύθμιση, που οδήγησαν στην άνοδο των θεών του Ολύμπου.

Ανάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε πολλούς πολιτισμούς, οι διηγήσεις για τον κόσμο και τους θεούς που τον σχημάτισαν είναι ένας τρόπος για την κοινωνία να επανεπιβεβαιώσει τις εγχώριες πολιτιστικές παραδόσεις. Ιδιαίτερα οι θεογονίες τείνουν να επιβεβαιώνουν πως η βασιλεία είναι φυσικά ενσωματωμένη στην κοινωνία. Αυτό που καθιστά την Θεογονία του Ησιόδου μοναδική, είναι πως δεν επιβεβαιώνει καμία ιστορική βασιλική γραμμή/συνέχεια. Κάτι τέτοιο θα τοποθετούσε την Θεογονία σε μια συγκεκριμένη εποχή και τόπο. Αντιθέτως, η Θεογονία επιβεβαιώνει την βασιλεία του ίδιου του θεού Δία επί όλων των άλλων θεών και επί ολόκληρου του κόσμου.

Επιπλέον, ο Ησίοδος προορίζει για τον ίδιο την εξουσία που συνήθως επιφυλάσσεται στην ιερή βασιλεία. Ο ποιητής διακηρύσσει πως σ’ αυτόν, και όχι όπως θα αναμέναμε σε κάποιο βασιλιά, οι Μούσες παρείχαν τα δύο δώρα του σκήπτρου και της εξουσιαστικής φωνής (Ησίοδος, Θεογονία 30-3), που είναι τα φανερά σημάδια βασιλείας. Αυτή η χειρονομία δεν αποσκοπεί να κάνει τον Ησίοδο βασιλιά. Μάλλον, η απώτερη σημασία είναι πως η εξουσία της βασιλείας τώρα ανήκει στην ποιητική φωνή, στην φωνή που απαγγέλλει την Θεογονία.

Μετά την κλασική περίοδο, η θεόσταλτη βασιλεία επανεισάγεται στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα πρώτα στην Μακεδονία, από τις βασιλικές παραδόσεις της Περσίας.

Αν και χρησιμοποιείται συχνά ως βιβλίο-πηγή για την ελληνική μυθολογία, η Θεογονία είναι ταυτόχρονα κάτι λιγότερο και κάτι περισσότερο από αυτό. Με επίσημους όρους είναι ένας ύμνος που επικαλείται τον Δία και τις Μούσες: παράλληλα κείμενα μεταξύ της και του αρκετά μικρότερου Ομηρικού Ύμνου στις Μούσες κάνουν φανερό πώς η Θεογονία αναπτύχθηκε μέσα από μία παράδοση υμνικών πρελουδίων με τα οποία οι Έλληνες ραψωδοί θα ξεκινούσαν τις συμμετοχές τους σε ποιητικούς διαγωνισμούς. Είναι αναγκαίο, επομένως, να θεωρήσουμε την Θεογονία όχι ως ένα είδος Βίβλου της ελληνικής μυθολογίας, αλλά μάλλον ως ένα είδος στιγμιοτύπου από μια δυναμική και συχνά αλληλοσυγκρουόμενη παράδοση, όπως αποκρυσταλλώθηκε σε ένα συγκεκριμένο μέρος και εποχή – και να θυμηθούμε πως η παράδοση συνέχισε να εξελίσσεται μέχρι την εποχή του Νόννου.

Δυτικοί μελετητές υποστηρίζουν πως η Θεογονία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις μυθολογικές παραδόσεις της εγγύς Ανατολής. Το μοτίβο της διαδοχής Ουρανός-Κρόνος-Δίας, για παράδειγμα, φαίνεται να έχει προέλθει από τη Χουριτική μυθολογία, διαμέσου της Χεττιτικής.[1]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. M.L. West (1997). The east face of Helicon: west Asiatic elements in Greek poetry and myth. Oxford: Clarendon Press. σελ. 276-286. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: