Πάτροκλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Αχιλλέας επιδένει τον τραυματισμένο βραχίονα του Πατρόκλου (παράσταση σε κύπελλο του Ζωγράφου του Σωσία).
Ο Αχιλλέας επιδένει τον τραυματισμένο βραχίονα του Πατρόκλου (παράσταση σε κύπελλο του Ζωγράφου του Σωσία).

Ο Πάτροκλος, ήταν γιος του Μενοίτιου και εγγονός του Άκτορα κι της Αίγινας εξ ού και Ακτορίδης επονομαζόμενος. Ο επιστήθιος και ο μοναδικός φίλος του Αχιλλέα του οποίου ο παππούς του Αιακός ήταν αδελφός του Μενοίτίου, συνεπώς και ξαδέλφια. Όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί και ζούσε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Οπούντα της Λοκρίδας, σκότωσε πάνω στο παιχνίδι ένα συνομήλικό του αρχοντόπουλο, τον Κλησώνυμο, το γιο του Αμφιδάμαντα. Αν και ήταν ανήλικος, ο Πάτροκλος έπρεπε να φύγει από τον τόπο του, γιατί τον βάραινε το αίμα του νεκρού. Έτσι ο πατέρας του τον έφερε στον Πηλέα, που τον ανάθρεψε μαζί με τον Αχιλλέα σαν δικό του παιδί.

Κατά την Ιλιάδα του Ομήρου ο Πάτροκλος συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο είτε ως φίλος του Αχιλλέα, είτε και ως πρώην μνηστήρας της Ελένης (κατ΄ άλλο μύθο) στον οποίο μάχονταν με ιδιαίτερο θάρρος και τόλμη μέχρι που ο Αχιλλέας, λόγω της γνωστής προστριβής του με τον Αγαμέμνονα αποσύρθηκε στο στρατόπεδό του. Όταν όμως οι Αχαιοί πιέζονταν δεινά από τους Τρώες ο Πάτροκλος ζήτησε από τον Αχιλλέα να περιβληθεί αυτός την πανοπλία εκείνου προσδοκώντας ότι θα εκφόβιζε τους Τρώες. Φορώντας λοπόν την πανοπλία του αδελφικού του φίλου Αχιλλέα και θέλοντας να δώσει μια καλύτερη τύχη στη μάχη εναντίων των Τρώων, επιτίθεται επικεφαλής των Μυρμηδόνων. Στη δραματική εκείνη φάση του αγώνα όπου οι Τρώες είχαν φθάσει στα πλοία των Αχαιών και ήταν έτοιμοι να τα πυρπολήσουν η θυελλώδης ορμή του Πατρόκλου τους ανάγκασε να επιστρέψουν σχεδόν άτακτα στα τείχη τους. Κατά τη διάρκεια όμως της τρίτης εφόδου που επιχείρησε ο Πάτροκλος για την άλωση της Τροίας ξαφνικά επλήγει στο χέρι από τον Απόλλωνα όπου και καταλήφθηκε από σκοτοδίνη με συνέπεια να περιέλθει σε κατάσταση αναισθησίας. Στη κατάσταση αυτή πρώτος τον έπληξε ο Εύφορβος εκ των όπισθεν και δεύτερος που επεχείρησε και το θανατηφόρο κτύπημα ήταν ο Έκτορας ο οποίος και στη συνέχεια έγινε κύριος της πανοπλίας του Αχιλλέα. Ακολούθησε σκληρή πάλη Αχαιών και Τρώων πάνω από τη σωρό του Πατρόκλου όπου και τελικά περιήλθε στα χέρια των πρώτων που τη μετέφεραν στη σκηνή του Αχιλλέα.

Η θλίψη του Αχιλλέα για το χαμό του επιστήθιου φίλου του ήταν μεγάλη, θρηνώντας δε και ολοφυρόμενος ορκίσθηκε στον εαυτό του εκδίκηση. Η μητέρα του Αχιλλέα, η Θέτις, προφύλαξε το πτώμα του νεκρού Πατρόκλου από την αποσύνθεση ρίχνοντας σ΄ αυτό αμβροσία, μέχρι που ο Αχιλλέας εκδηκούμενος φόνευσε τον Έκτορα σέρνοντας το σώμα του από το άρμα του. Στη συνέχεια ο Αχιλλέας έκαψε το νεκρό Πάτροκλο με όλες τις ελληνικές επιτάφιες τιμές. Η δε σπονδός του νεκρού συλλέχθηκε σε χρυσή υδρία, δώρο του θεού Διονύσου στη Θέτιδα, το οποίο και απέθεσε στη βάση τύμβου που ανήγειρε, στον οποίο και αργότερα τοποθετήθηκαν και τα λείψανα του Αχιλλέα.

Τέλος οργανώθηκαν λαμπροί επιτάφιοι αγώνες προς τιμή του Πατρόκλου τα λεγόμενα "άθλα επί Πατρόκλου" τα οποια και περιγράφονται στη ραψωδία Ψ της Ιλιάδας.

Ο Όμηρος στην Οδύσσεια περιγράφει επίσης τη συνάντηση του Αχιλλέα και του Πατρόκλου στον Άδη. Κατά δε μια άλλη άποψη του Παυσανία οι δύο ήρωες της Ελληνικής Μυθολογίας συνέχισαν και μετά το θάνατο να ζουν μαζί στη νήσο "Λεύκη" (Παυσ. ΙΙΙ, 19-2).


[Επεξεργασία] Πηγές

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικό Ηλίου τ.15ος, σ.620.